Δίκη ΧΑ: Δεν ολοκληρώθηκε το δικαστικό πραξικόπημα – Καταπέλτης και δεύτερη αυτόπτης μάρτυρας

121Την Τετάρτη 2 Δεκέμβρη, στην προηγούμενη συνεδρίαση του δικαστηρίου, ο συνήγορος του Ρουπακιά Β. Οπλατζάκης υπέβαλε και γραπτά αίτημα για κατ’ αντιπαράσταση εξέταση της αυτόπτη μάρτυρα Δ.Ζ. με τον αστυνομικό Γ. Ρώτα. Ο αστυνομικός αυτός μαζί με επτά ακόμη συναδέλφους του από δύο ομάδες ΔΙΑΣ ήταν στην περιοχή που έγινε η επίθεση των μελών της ΧΑ, που κατέληξε στη στυγερή δολοφονία του Παύλου Φύσσα από τον αδίστακτο Ρουπακιά, τον οποίο συνέδραμαν πολλά μέλη του χρυσαυγίτικου τάγματος εφόδου.

Οι συγκεκριμένοι αστυνομικοί κανονικά θα έπρεπε να είναι κατηγορούμενοι, γιατί  άφησαν ελεύθερο το πεδίο στο τάγμα εφόδου να πραγματοποιήσει την επίθεσή του ενάντια στους αντιφασίστες και να την ολοκληρώσει με τη δολοφονία του Π. Φύσσα.  Γι’ αυτό και το δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να δεχτεί τον Ρώτα και τους υπόλοιπους ως αξιόπιστους μάρτυρες και μάλιστα ως κριτές της αξιοπιστίας των άλλων μαρτύρων. Οχι μόνο πριν ολοκληρωθεί η εξέταση των μαρτύρων του καταλόγου του κατηγορητηρίου, αλλά ούτε μετά την ολοκλήρωσή της.

Τη μέρα που ο συνήγορος του Ρουπακιά υπέβαλε γραπτά το αίτημά του, η προεδρεύουσα Μ. Λεπενιώτη ειδοποίησε -μέσω του γραμματέα του δικαστηρίου- τον αστυνομικό Ρώτα να προσέλθει στο δικαστήριο, προφανώς μετά από παρασκηνιακή συνεννόηση με συνηγόρους υπεράσπισης. Ο Ρώτας ειδοποιήθηκε να προσέλθει πριν το δικαστήριο αποφασίσει επί του αιτήματος του συνηγόρου του Ρουπακιά για κατ’ αντιπαράσταση εξέτασή του με την Δ.Ζ.! Ο αστυνομικός ήρθε στο δικαστήριο. Επειδή δεν τον γνωρίζουμε φυσιογνωμικά, δεν ξέρουμε αν ήταν και μέσα στην αίθουσα κατά τη διάρκεια της κατάθεσης της μάρτυρα Δ.Ζ.

Το γεγονός αυτό αποκαλύψαμε και στηλιτεύσαμε με δημοσίευμά μας στην ιστοσελίδα της «Κόντρας» στις 3 Δεκέμβρη, με τίτλο: «Συνεχίζουν ν’ απειλούν τους μάρτυρες οι νεοναζί – Παρασκήνιο της προέδρου με συνηγόρους υπεράσπισης». Γράφαμε: «Αυτό το παρασκήνιο της προεδρεύουσας με συνηγόρους υπεράσπισης των νεοναζί συνιστά από μόνο του δικαστικό πραξικόπημα και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπιστεί. Τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα αν το δικαστήριο δεχθεί το αίτημα της υπεράσπισης των νεοναζί να κληθεί ο αστυνομικός Γ. Ρώτας για αν εξεταστεί κατ’ αντιπαράσταση με τη μάρτυρα Δ.Ζ., γιατί θα αναγορεύσει αυτόν τον αστυνομικό στον μοναδικό αξιόπιστο μάρτυρα, που θα κρίνει τις καταθέσεις των πολιτών αυτοπτών μαρτύρων».

Μετά από την αποκάλυψη και υπό την πίεση της τεκμηριωμένης τοποθέτησης των συνηγόρων πολιτικής αγωγής, που ζήτησαν να απορριφθεί το αίτημα για κατ’ αντιπαράσταση εξέταση του αστυνομικού Ρώτα με την αυτόπτη μάρτυρα Δ.Ζ., το δικαστήριο δεν είχε άλλη επιλογή από το να επιφυλαχθεί επί του αιτήματος και να αποφασίσει μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης των μαρτύρων του κατηγορητηρίου.

Επαναλαμβάνουμε και θα το τονίζουμε συνέχεια, πως ούτε μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης των  μαρτύρων του κατηγορητηρίου θα πρέπει να κληθούν οι αστυνομικοί των ομάδων του ΔΙΑΣ για κατ’ αντιπαράσταση εξέταση, αναγορευόμενοι έτσι σε κριτές της αξιοπιστίας των πολιτών που είδαν τη στυγερή δολοφονία του Π. Φύσσα, γιατί αυτοί είναι οι κατά τεκμήριο αναξιόπιστοι μάρτυρες, αφού άφησαν ελεύθερο το πεδίο στο τάγμα εφόδου της ΧΑ να ολοκληρώσει το οργανωμένο δολοφονικό σχέδιό του.

Θα επιμένουμε, επίσης, ότι μετά από την ολοκλήρωση της κατάθεσης της δεύτερης αυτόπτη μάρτυρα Π.Κ., θα πρέπει να κληθούν να καταθέσουν οι επίσης αυτόπτες μάρτυρες Α. Νικολάου και Ι. Μιχαηλίδης και οι κάτοικοι του Κερατσινίου στους οποίους αυτοί αναφέρθηκαν στις καταθέσεις τους στην ΣΤ’ ανακρίτρια του Πειραιά. Μόνον έτσι θα σχηματιστεί στο δικαστήριο πλήρης εικόνα για το πώς εξελίχτηκε η επίθεση του χρυσαυγίτικου τάγματος εφόδου και πώς ο Ρουπακιάς μαχαίρωσε εν ψυχρώ τον Παύλο Φύσσα. Μολονότι οι δύο αυτοί μάρτυρες υπήρξαν αυτόπτες, δεν κλήθηκαν από την ειδική ανακρίτρια εφέτη Ι. Χριστοδουλέα–Κλάπα να καταθέσουν, ενώ δεν έχουν κλητευθεί ούτε από την εισαγγελία για να καταθέσουν στο δικαστήριο!

Για να φανεί καθαρά η σημαντικότητα αυτών των μαρτύρων παραθέτουμε εκτενές απόσπασμα από την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Α. Νικολάου:

«Μένω στον β’ όροφο πολυκατοικίας, που βρίσκεται στον αριθμό 52 της Π. Τσαλδάρη. Δεκαπέντε (15) περίπου μέρες μετά την δολοφονία του Π. Φύσσα, μίλησα με δύο συνεργάτιδες του δημοσιογράφου Σταύρου Θεοδωράκη, οι οποίες είχαν έρθει στην περιοχή για δημοσιογραφική έρευνα. Τρεις–τέσσερις (3-4) ημέρες αργότερα, μίλησα με τον ίδιο τον δημοσιογράφο, του είπα όσα είχα δει και του δήλωσα ότι δεν είχα κανένα πρόβλημα να μιλήσω και στις Ανακριτικές Αρχές, αν με καλούσαν. Κατάθεση στην αστυνομία δεν μου ζητήθηκε να δώσω…

Οι δημοσιογράφοι με βρήκαν μέσω του Ιωάννη Μιχαηλίδη, τον οποίον είχαν προσεγγίσει προηγουμένως, και ο οποίος διατηρεί λογιστικό γραφείο στο Νο 69 της Π. Τσαλδάρη. Από πάνω μάλιστα είναι και το σπίτι του.

Από το μπαλκόνι του σπιτιού μου, παρακολούθησα την εξέλιξη όλου του επεισοδίου επί 10-15 λεπτά, γύρω στις 23.40 μμ. Συγκεκριμένα γύρω στις 12 παρά, ενώ έβλεπα τηλεόραση, άκουσα φωνές και βγήκα να δω τι γίνεται. Δεν κοίταξα εκείνη την ώρα το ρολόι, θεωρώ όμως ότι η ώρα πρέπει να ήταν αυτή, γιατί περίμενα να ξεκινήσει η τηλεοπτική σειρά, (DROP DCAB DIVA) που παρακολουθούσα συστηματικά. Στο πεζοδρόμιο, κάτω από το σπίτι μου, στα δεξιά μου, σε απόσταση περίπου 30 μέτρων, είδα τον Παύλο Φύσσα, να δέχεται κτυπήματα από 3 άτομα, ένα ψηλό (στο ύψος  του Παύλου) αδύνατο, με ένα σακίδιο στην πλάτη και δύο κοντύτερα. Και τα 3 άτομα αυτά ήταν μαυροφορεμένα, ο ένας εξ αυτών είχε περασμένο στο μπράτσο του χεριού του ένα κράνος. Δεν νομίζω τα κτυπήματα να έγιναν με το κράνος, αλλά με γροθιές. Ο Φύσσας δεν έπεσε ποτέ κάτω από τα κτυπήματα, αντίθετα φαινόταν να αμύνεται επαρκώς, ούτε μου φάνηκε ότι είχε τραυματιστεί ή ότι αιμορραγούσε. Παράλληλα, στο απέναντι πεζοδρόμιο στην Τσαλδάρη, βρίσκονταν συγκεντρωμένα τουλάχιστον 20 άτομα, μαυροφορεμένα, κάποιοι απ’ αυτούς με ξυρισμένα κεφάλια, κάποιοι με παντελόνια παραλλαγής, ηλικίας 25 έως 35 ετών, οι περισσότεροι γεροδεμένοι, τα οποία βρίσκονταν σε συνεχή κίνηση, δημιουργούσαν θόρυβο και σύγχυση.

Σε λίγα δευτερόλεπτα, βλέπω από τα αριστερά μου, να πλησιάζει προς το σημείο που βρίσκεται ο Παύλος ένας αστυνομικός κοντός. Ερχόταν πεζός, με αργό βήμα, και επιφυλακτική στάση, είχε μάλιστα το χέρι του στη θήκη του όπλου του. Λίγα μέτρα πιο πίσω του, ερχόταν μια κοπέλα αστυνομικός καστανή, και αυτή με αργό βήμα. Με την κοπέλα αυτή δεν είχα συνεχή οπτική επαφή, έβλεπα συνέχεια τον αστυνομικό, ο οποίος βρίσκονταν άλλωστε πιο κοντά στο σημείο που δεχόταν επίθεση ο Παύλος Φύσσας, από τα τρία άτομα που προανέφερα. Στην εμφάνιση του αστυνομικού, τα άτομα που χτυπούσαν τον Παύλο αποχώρησαν, δύο εξ αυτών πέρασαν απέναντι στην νησίδα του δρόμου και έμειναν εκεί, και το τρίτο εξ αυτών παρέμεινε κοντά  στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα χωρίς να περάσει απέναντι. Τα συγκεντρωμένα άτομα που σας προανέφερα ότι βρίσκονταν στο απέναντι πεζοδρόμιο, προς στιγμήν μειώθηκαν, αλλά δεν διαλύθηκαν τελείως. Ο αστυνομικός απευθυνόμενος προς όλους, είπε: “θα το διαλύσετε τώρα ή θα αρχίσω τις προσαγωγές’’.

Την στιγμή όμως εκείνη, ένα αυτοκίνητο μάρκας NISSAN ALMERA ασημί χρώματος, έρχεται και παρκάρει ακριβώς στο σημείο που βρίσκονταν ο Παύλος. Ο Παύλος δεν είχε απομακρυνθεί από το σημείο, έχω μάλιστα την εντύπωση, ότι πρέπει να μιλούσε με τον αστυνομικό. Παράλληλα, τα άτομα που τον χτυπούσαν επανήλθαν, και συνέχισαν να τον χτυπούν. Σε κλάσματα δευτερολέπτου, βγαίνει από το αυτοκίνητο ένα άτομο από τη θέση του οδηγού, εύσωμο με γκρίζα μαλλιά και κατευθύνεται με κανονικό βήμα και ήρεμη έκφραση προς τον Παύλο. Παράλληλα, θυμάμαι από την άλλη πλευρά του αυτοκινήτου του δολοφόνου ένα άτομο να τρέχει, ψηλό και με πολύ κοντό μαλλί, σχεδόν ξυρισμένο, και αδύνατο, φορούσε  μια άσπρη φόρμα και έτρεξε  με κατεύθυνση προς την Γ. Λαμπράκη. Δεν τον είδα να βγαίνει από το αυτοκίνητο, αλλά εκείνη την στιγμή μου δόθηκε η εντύπωση, ότι μάλλον είχε βγει από το αυτοκίνητο. Ακριβώς τη στιγμή του μαχαιρώματος δεν την είδα, γιατί ο Παύλος είχε μετακινηθεί πιο πίσω και οι τέντες  των καταστημάτων μου έκοψαν την οπτική επαφή που είχα για λίγα δευτερόλεπτα. Είδα το δολοφόνο να επανέρχεται και να κατευθύνεται ήρεμα και με κανονικό βηματισμό προς το αυτοκίνητό του, και τότε άκουσα κάποιον να φωνάζει “το φάγαν το παιδί’’. Πρόλαβα μάλιστα να δω πριν κατέβω κάτω, ότι έκανε μια κίνηση με το χέρι του, σαν να πετούσε γόπα από τσιγάρο».

Και όμως, αυτός ο μάρτυρας, που έχει δει τα πάντα και έχει περιγράψει τα πάντα, δεν κλήθηκε από την εφέτη ειδική ανακρίτρια και δεν έχει κληθεί να καταθέσει στο δικαστήριο!

Συνδυάστε δυο γεγονότα. Πρώτο, δεν έχουν κληθεί να καταθέσουν ουσιώδεις αυτόπτες μάρτυρες, οι μαρτυρίες των οποίων συμπίπτουν με τις μαρτυρίες άλλων αυτοπτών μαρτύρων. Δεύτερο, η αξιοπιστία των αυτοπτών μαρτύρων που κλήθηκαν να καταθέσουν, καταβάλλεται προσπάθεια να κλονιστεί μέσω των κατά τεκμήριο αναξιόπιστων αστυνομικών, και σ’ αυτό συναινεί η προεδρεύουσα του δικαστηρίου, όπως αποδείχτηκε από την πρωτοβουλία της να καλέσει έναν εκ των αστυνομικών για κατ’ αντιπαράσταση εξέταση, πριν καν αποφασίσει το δικαστήριο για την αποδοχή ή μη αυτού του αιτήματος. Επαναλαμβάνουμε: αυτόπτες μάρτυρες δεν καλούνται να καταθέσουν και η αξιοπιστία άλλων αυτοπτών μαρτύρων καταβάλλεται προσπάθεια να αμφισβητηθεί, μέσω των κατά τεκμήριο αναξιόπιστων αστυνομικών. Το συμπέρασμα είναι εύκολο να εξαχθεί. Αυτή η μεθόδευση δεν πρέπει να περάσει! Ολοι οι αυτόπτες μάρτυρες πρέπει να κληθούν να καταθέσουν στο δικαστήριο.

Σε σχέση με την αναξιοπιστία της αστυνομίας, που έκανε πλάτες στους νεοναζί δολοφόνους, τα φιλαράκια της, συνηγορεί και το γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι αυτόπτες μάρτυρες, που είδαν τα πάντα από το μπαλκόνι του σπιτιού τους, δεν βρέθηκαν από την αστυνομία, αλλά από δημοσιογράφους μιας τηλεοπτικής εκπομπής! Τυχαίο; Σίγουρα όχι.

Από τις δικογραφίες των υποθέσεων ένοπλης επαναστατικής αντιβίας (αυτών που χαρακτηρίζονται «τρομοκρατία») ξέρουμε πως όταν γίνεται μια ενέργεια, η αστυνομία «σκουπίζει» κυριολεκτικά όλη την περιοχή. Πάει πόρτα-πόρτα και παίρνει καταθέσεια απ’ όλους τους κατοίκους της περιοχής, στην προσπάθειά της να βρει έστω και το παραμικρό στοιχείο. Στην περίπτωση της δολοφονίας του Π. Φύσσα δεν έκαναν το ίδιο. Δεν ρώτησαν τους περίοικους και άφησαν αυτή τη δουλειά να την κάνουν κάποιοι τηλεοπτικοί ρεπόρτερ!

Κι όχι μόνον αυτό. Ενώ είναι προφανές ότι πρόκειται για ουσιώδεις μάρτυρες, αφού είδαν τα περιστατικά, ευρισκόμενοι οι ίδιοι στην ασφάλεια και την ησυχία του μπαλκονιού τους, η έμπειρη εφέτης ειδική ανακρίτρια δεν τους καλεί να καταθέσουν! Και η εισαγγελία, που έχει όλο το προανακριτικό και ανακριτικό υλικό, δεν τους συμπεριλαμβάνει στον κατάλογο των μαρτύρων που καλεί για να καταθέσουν στη δίκη! Το ερώτημα, λοιπόν, είναι σαφές: θα ακολουθήσει την ίδια γραμμή και το δικαστήριο; Θα αγνοήσει αυτούς τους ουσιώδεις μάρτυρες; Εάν το κάνει, η σκανδαλώδης εύνοια προς τους νεοναζί θα έχει ολοκληρωθεί. Ποιος θα τολμήσει τότε να ισχυριστεί ότι αυτή η δίκη είναι δίκαιη (έτσι όπως ορίζει τη δικαιότητα το ισχύον αστικό Ποινικό Δίκαιο);

Ο μάρτυρας, στην κατάθεση του οποίου αναφερθήκαμε παραπάνω, καταθέτει με ακρίβεια όσα μπόρεσε να δει από το σημείο που βρισκόταν. Για όσα δεν μπόρεσε να δει εξηγεί τους λόγους που δεν μπόρεσε (π.χ. τη στιγμή που ο Ρουπακιάς κατέφερε τα θανατηφόρα πλήγματα στον Π. Φύσσα). Ολοι οι αυτόπτες μάρτυρες δεν είναι πρακτικά δυνατό να δουν και να αποτυπώσουν στη μνήμη τους όλα τα συμβάντα τέτοιων περιστατικών. Παίζουν ρόλο διάφοροι παράγοντες, όπως η απόσταση που βρίσκονται, η γωνία από την οποία βλέπουν τα διαδραματιζόμενα, η ψυχολογική τους κατάσταση μετά απ’ όσα παρακολούθησαν, η προσωπική τους συγκρότηση, ο χαρακτήρας τους κτλ. Οι καταθέσεις τριών αυτοπτών μαρτύρων, των δύο γυναικών που κλήθηκαν να καταθέσουν και του Α. Νικολάου, που δεν κλήθηκε, δεν μπορούσαν να είναι πανομοιότυπες. Εχουν όμως κοινά μια σειρά βασικά στοιχεία, που αποδεικνύουν ότι ο Ρουπακιάς δολοφόνησε τον Π. Φύσσα οργανωμένα, δρώντας μαζί με το τάγμα εφόδου της ΧΑ, ότι δεν προηγήθηκε καμία συμπλοκή Φύσσα-Ρουπακιά και ότι οι αστυνομικοί της ΔΙΑΣ, ενώ μπορούσαν να αποτρέψουν τη δολοφονία του Π. Φύσσα και το χτύπημα των φίλων του, άφησαν την επίθεση να εξελιχθεί, στο πλαίσιο της ασυλίας που πρόσφεραν οι αστυνομικοδικαστικοί μηχινισμοί  και οι μνημονιακές κυβερνήσεις στη ΧΑ και στο δολοφονικό της έργο.

Αν είχε προηγηθεί η εύρεση και η εξέταση όλων των αυτοπτών μαρτύρων στην προανάκριση, την ανάκριση και στο δικαστήριο, δε θα προέκυπτε καμία ανάγκη να σχολιάζουν οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής τις καταθέσεις των μαρτύρων, ενώ οι συνήγοροι υπεράσπισης δε θα τολμούσαν να υποβάλλουν αιτήματα για κατ’ αντιπαράσταση εξέταση μαρτύρων.

Η 31η συνεδρίαση, της Παρασκευής 4 Δεκέμβρη, συνεχίστηκε με το σχολιασμό της κατάθεσης της μάρτυρα Δ.Ζ., ενώ άρχισε να καταθέτει η δεύτερη αυτόπτης μάρτυρας Π.Κ. Η κατάθεσή της δεν ολοκληρώθηκε, γιατί οι νεοναζί και οι συνήγοροί τους «εκτροχιάστηκαν» και οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής αποχώρησαν από τη συνεδρίαση σε ένδειξη  διαμαρτυρίας (αναλυτικά δείτε εδώ).

Σήμερα (Τρίτη, 8 Δεκέμβρη) αναμενόταν να συνεχιστεί η κατάθεση της αυτόπτη μάρτυρα Π. Κ.

ΥΓ. Τον Ρουπακιά τον «καίει» στην κυριολεξία ο συγκατηγορούμενός του Ι. Καζαντζόγλου. Λεπτομέρειες θα δώσουμε σε επόμενο δημοσίευμα.

Πηγή: “ΚΟΝΤΡΑ”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *