Ισπανικές εκλογές: η ανοιχτή πολιτική κρίση

image002Πηγή: Παναγιώτης Σωτήρης – “Unfollow”

Οι Ισπανικές εκλογές ανέδειξαν μια εικόνα βαθιάς πολιτικής κρίσης που δεν αποτυπώνει μόνο τις επιπτώσεις των παρατεταμένων πολιτικών λιτότητας αλλά και τη δομική θεσμική κρίση του ίδιου του Ισπανικού κράτους και την εξάντληση των πολιτικών και κοινωνικών ισορροπιών που είχαν αποτυπωθεί στο Σύνταγμα του 1978. Η σημαντική ενίσχυση του PODEMOS εκφράζει τις δυναμικές της δυσαρέσκειας και της επιθυμίας για αλλαγή, όμως, ταυτόχρονα, το φέρνει αντιμέτωπο με κρίσιμες προκλήσεις που αφορούν το «εάν» και το «πώς» της κυβερνητικής εξουσίας.

Ομεγάλος νικητής των Ισπανικών εκλογών δεν είναι ούτε προφανώς ο πρωθυπουργός Μαριάνο Ραχόι, που είδε το Λαϊκό Κόμμα (PP) να κερδίζει μεν την πρωτιά αλλά να χάνει πολύ μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων και να κινδυνεύει να μην μπορεί εύκολα να σχηματίσει κυβέρνηση, ούτε ο Πάμπλο Ιγλέσιας που έκανε μια εντυπωσιακή εκλογική επιστροφή φέροντας το PODEMOS στην τρίτη θέση και 20.81%, αλλά η ίδια η πολιτική κρίση.

Αυτό δείχνει η εντυπωσιακή υποχώρηση του Ισπανικού δικομματισμού, που πέφτει σε ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά του, λίγο πάνω από το 50%, με το PP και το PSOE να χάνουν συνολικά πάνω από 5.000.000 ψήφους, αλλά και η δυστοκία να διαμορφωθεί μια εφικτή κυβερνητική αριθμητική, ιδίως από τη στιγμή που οι Ciudadanos, η κεντροδεξιά νεοφιλελεύθερη «συστημική» απάντηση στο PODEMOS, απέτυχαν με 14% να αποτελέσουν τη χρυσή εφεδρεία της κεντροδεξιάς. Όσο για τους σοσιαλιστές του PSOE, παρότι προσπαθούν να παρουσιάσουν ως επιτυχία τη διατήρηση της δεύτερης θέσης, εντούτοις πήραν το χειρότερο αποτέλεσμα της ιστορίας τους.

Η Ισπανία είναι στην πραγματικότητα μια χώρα σε μετάβαση, με άγνωστη την κατάληξη. Το κίνημα των Αγανακτισμένων το 2011 κατέδειξε μια εντυπωσιακή απόσταση ανάμεσα στην παραδοσιακή και διεφθαρμένη πολιτική σκηνή και τις δυναμικές της κοινωνίας, σε μια περίοδο εξάντλησης του ιδιαίτερου Ισπανικού μοντέλου «ανάπτυξης» που στηρίχτηκε στον υπερδανεισμό και μια μεγάλη «φούσκα» στην αγορά ακινήτων.
Την ίδια στιγμή, με επίκεντρο την Καταλονία, το εθνικό ζήτημα βγήκε ξανά στο προσκήνιο, αμφισβητώντας τις ισορροπίες που είχαν διαμορφωθεί ανάμεσα στην κρατική ενότητα και την αυξημένη αυτονομία. Ακόμη και η παραίτηση του Χουάν Κάρλος από το θρόνο, μετά τα διάφορα σκάνδαλα που τον περιτριγύρισαν, εξέφρασε την απαξίωση ενός θεσμού που μέχρι τότε έδειχνε σχετικά άφθαρτος.

Σε αυτό το τοπίο το PODEMOS κατάφερε να αντιστρέψει την αρνητική εικόνα που είχαν διαμορφώσει τα μέτρια αποτελέσματα των αυτοδιοικητικών εκλογών και να έχει μια σημαντική πολιτική επιτυχία, ιδίως εάν σκεφτούμε ότι έχει λιγότερα από 2 χρόνια ζωής. Αυτό δεν πρέπει να αποδοθεί μόνο στην εμπνευσμένη ρητορική και την ιδιαίτερη ικανότητα του Πάμπλο Ιγλέσιας να κερδίζει από τις τηλεοπτικές εμφανίσεις (ας θυμηθούμε ότι είναι ο μόνος ηγέτης της Αριστεράς στην Ευρώπη που έχει υποστηρίξει ακόμη και θεωρητικά τη σημασία των τηλεοπτικών εμφανίσεων), ή στην επιμονή του Ινίγο Ερεχόν, του επικεφαλής σε θέματα στρατηγικής, σε έναν λόγο που στηρίζεται σε απλές αντιθετικές αφηγήσεις και μεταφορές, για να εκπροσωπηθεί η δυσαρέσκεια για τη λιτότητα και την πολιτική διαφθορά.

Στηρίχτηκε και σε κρίσιμες πολιτικές επιλογές στρατηγικής και τακτικής. Από τη μια, το PODEMOS, σε ρήξη με την παράδοση της Αριστεράς να υπερασπίζεται το συμβιβασμό του 1978 και την ενότητα του Ισπανικού κράτους, άρχισε να μιλάει για την Ισπανία ως πολυεθνικό κράτος (plurinacional) και να τοποθετείται υπέρ της Συνταγματικής Αναθεώρησης, έστω και εάν δεν υιοθέτησε τη θέση για ανεξαρτησία. Αυτό, λόγου χάρη, του επέτρεψε στη Χώρα των Βάσκων να μπει σφήνα στην παραδοσιακή διαπάλη ανάμεσα στις δεξιές και αριστερές παραλλαγές του αιτήματος της ανεξαρτησίας και να πάρει την πρωτιά. Από την άλλη, επέλεξε αυτή τη φορά και τις συνεργασίες και με άλλες δυνάμεις.

Για παράδειγμα, στην Καταλονία ακολούθησαν το παράδειγμα της ενωτικής διαδικασίας που οδήγησε στην νίκη της Άντα Κολάου στην Δημαρχία της Βαρκελώνης και μπόρεσαν να πάρουν την πρωτιά, ενώ στην Γαλικία συνεργάστηκαν με την Ενωμένη Αριστερά αλλά και με σημαντικό τμήμα του –αριστερού– γαλικιανού εθνικισμού. Ταυτόχρονα, ιδίως στο τελευταίο διάστημα, η στρατηγική της #Remontada, της επιστροφής/αντεπίθεσης, ξανάπιασε το νήμα από την εκρηκτική άνοδο του 2014 και οδήγησε στην αντιστροφή των εκλογικών τάσεων.
Οι μετεκλογικές εξελίξεις είναι αρκετά σύνθετες. Το ενδεχόμενο ενός μεγάλου συνασπισμού ανάμεσα στο PP και το PSOE και άλλες συστημικές δυνάμεις δεν έχει αποκλειστεί, παρά τις δυσκολίες που μπορεί να έχει αυτό, και ήδη έχουν ξεκινήσει σχετικές διαπραγματεύσεις.

Από την άλλη, διάφοροι παρατηρητές έχουν εντοπίσει ότι αριθμητικά βγαίνει και μια οριακή πλειοψηφία διαφόρων εκδοχών «Αριστεράς», χωρίς ωστόσο να φαίνεται τόσο εύκολο. Από τη μεριά του, το Podemos έχει ορίσει ως όρους για οποιαδήποτε πολιτική συνεργασία τη συνταγματική αναθεώρηση, με έμφαση στα κοινωνικά δικαιώματα, την απλή αναλογική και τη δυνατότητα να καθαιρεθεί ο πρωθυπουργός.

Σε κάθε περίπτωση, οι μετεκλογικές εξελίξεις μάλλον δεν θα μπορέσουν εύκολα να ξεπεράσουν το βάθος της πολιτικής κρίσης. Ο συνδυασμός ανάμεσα στην αποξένωση των πολιτών από την πανευρωπαϊκή μεταδημοκρατική μετάλλαξη και τον κυνισμό της λιτότητας σε συνδυασμό με την έρπουσα κρίση του μεταφρανκικού κράτους, θα συνεχίζει να τροφοδοτεί την αποσάθρωση των πολιτικών ισορροπιών. Μένει να δούμε αν το PODEMOS θα συμπυκνώσει όντως τον καταλύτη μιας αριστερής στροφής και θα είναι η «νέα γραμματική της αλλαγής» που βγαίνει από τα κινήματα ή εάν η ολοένα και πιο «ρεαλιστική» στροφή του προγραμματικού του λόγου θα το κάνει στο τέλος μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *