Σώτη Τριανταφύλλου: Χριστουγεννιάτικη σταυροφορία

image002Πηγή: Γιάννης – Ορέστης Παπαδημητρίου – “Unfollow” 

 Αντί ευχών και ενόψει της αυξημένης κίνησης στα βιβλιοπωλεία στις γιορτές, η Σώτη Τριανταφύλλου προτίμησε να χαρίσει στον κόσμο ένα ισλαμοφοβικό δοκίμιο.

Οφείλω αρχικά μια συγγνώμη στον Δημήτρη Παπανικολάου κι ας μην γνωρίζει ο ίδιος το λόγο. Όταν πρόσφατα τοποθέτησε τη Σώτη Τριανταφύλλου στον ευρύτερο χώρο του ελληνικού φασισμού («Έτσι τσιτάρει ο φασισμός», UNFOLLOW, 16/11/2015) με αφορμή ένα ξεχωριστά μισαλλόδοξο κείμενό της εναντίον του γενικότερου Ισλάμ, θεώρησα πως ασκούσε μια –απολύτως θεμιτή- ρητορική υπερβολή στα πλαίσια της πολεμικής. Άλλωστε, η μισαλλοδοξία δεν είναι προνόμιο της φασιστικής παράδοσης· μπορεί εντός αυτής να εμφανίζεται στην πιο καθαρή μορφή, απαλλαγμένη από κάθε πρόσχημα ή δισταγμό, αλλά δεν είναι καθόλου ξένη και στους υποστηρικτές των αστικών δημοκρατιών. Μεταξύ άλλων, ο φασισμός είναι από τη λήξη του Β” Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι σήμερα και ένα όπλο στο παιχνίδι της πολιτικής αντιπαράθεσης, ένα μέτρο βάσει του οποίου επισημαίνονται οι εκτροπές του πολιτικού συστήματος προς την όξυνση του αυταρχισμού, τη θεσμοθέτηση ή προώθηση των κοινωνικών διακρίσεων και την υιοθέτηση μιας σειράς πρακτικών όπως ο λίβελος, η συλλογική στοχοποίηση, η παρακρατική δραστηριότητα και η συγκρότηση συμμαχιών γύρω από το μοντέλο του «εθνικού κορμού».

Ένα πλήθος κοινωνικών επιστημόνων από διάφορες ιδεολογικές αφετηρίες, έχει ασχοληθεί προπολεμικά και μεταπολεμικά με το να καταδείξει ότι πολλές εκδηλώσεις του φασισμού (αν όχι όλες), προκύπτουν συχνά από τις «στραβοτιμονιές» ή και τις ανάγκες θωράκισης της φιλελεύθερης δημοκρατίας – χωρίς να συμπεριλαμβάνουμε σ” αυτούς τους διάφορους οικονομιστές που δεν δέχονται τις διακρίσεις μεταξύ των δύο πολιτικών μοντέλων. Ίχνη επικύρωσης αυτών των ισχυρισμών μπορούμε να βρούμε στο πολύ πρόσφατο εγχώριο πολιτικό σκηνικό: στην εκλογή της μεγάλης κεντροδεξιάς παράταξης το 2012 στη βάση μιας ακραία ρατσιστικής και κατασταλτικής ατζέντας (απέναντι στην οποία υπήρξαν ομολογουμένως πολύ συνεπείς), κάποια στελέχη της οποίας αντιλαμβάνονταν το δικτάτορα Μεταξά ως μεγάλο ηγέτη και το πραξικόπημα του ’67 ως «επανάσταση», ενώ άλλα άνοιγαν –ανερυθρίαστα, πλην μυστικά– διάλογο με τη Χρυσή Αυγή. Είναι συχνό φαινόμενο τα τελευταία χρόνια, προκειμένου να καταπολεμηθούν οι κοινωνικές αντιδράσεις που εγείρονται από την πολυεπίπεδη κρίση να δημιουργούνται εκλεκτικές συγγένειες μεταξύ των δυνάμεων που εκτείνονται από την κεντροαριστερά μέχρι την άκρα δεξιά, σε επιμέρους θέματα ή ευρύτερες ατζέντες.

Για μια θέση στα ευπώλητα

Τη Σώτη Τριανταφύλλου δεν τη γνωρίσαμε ως φασίστρια. Εδώ και 15 τουλάχιστον χρόνια τοποθετεί εαυτόν πέριξ των διαφόρων μεταμορφώσεων της κεντροαριστεράς, η οποία αποτελεί οργανικό μέρος, αν όχι κορμό, αυτού που σήμερα ονομάζουμε «ακραίο κέντρο». Στην εξέλιξη της από εκσυγχρονιστικό πολέμιο της συνδικαλιστικής δραστηριότητας σε νεο-σταυροφόρο κατά του Ισλάμ, μπορεί κανείς να δει και τα διάφορα στάδια από τα οποία έχει περάσει ο εν λόγω χώρος, σε απόλυτη παραλληλία. Σημαίνουσες προσωπικότητές του όπως ο αγαπητός μας Δήμαρχος Αθηναίων, μεσούσης της προσφυγικής κρίσης και της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, αντιπολιτευόμενοι ακόμα και τα ψήγματα αριστεροσύνης που έχουν απομείνει στο κυβερνόν κόμμα, έχουν σήμερα μετατραπεί από θεματοφύλακες του πολιτικού φιλελευθερισμού σε απηνείς διώκτες προσφύγων και μεταναστών. Συνεντεύξεις, δηλώσεις, παρεμβάσεις και διαβήματα καλούν σε μια επείγουσα κατασταλτική αντιμετώπιση του προσφυγικού, καθώς η αντιπολίτευση κρίνεται πιο σημαντική από την προάσπιση των δημοκρατικών ελευθεριών των πληττόμενων ομάδων.

Φαίνεται ίσως παράδοξος αυτός ο πρόλογος πολιτικής χροιάς, όταν αφορμή για το παρόν κείμενο δεν δίνει κάποιο μείζον συμβάν της επικαιρότητας, αλλά η πρόσφατη κυκλοφορία του τελευταίου βιβλίου της γνωστής συγγραφέως «Πλουραλισμός, πολυπολιτισμικότητα, ενσωμάτωση, αφομοίωση: Σημειώσεις για την ανοιχτή κοινωνία» από τη σειρά που διευθύνει η ίδια στις εκδόσεις Πατάκη. Είναι δύσκολο ωστόσο να απομονώσει κανείς από το πολιτικό πλαίσιο ένα τέτοιο δοκιμιακό πόνημα που εκδίδεται σε μια κατάσταση κατά την οποία το θέμα του μονοπωλεί το ενδιαφέρον κυβερνώντων και μη. Πολλώ δε μάλλον όταν η υπόρρητη αξίωσή του είναι να κατακτήσει μια θέση στα ευπώλητα, ανάμεσα σε άλλα αριστουργήματα της εγχώριας διάνοιας όπως τα βιβλία των Καλύβα-Μαραντζίδη, του Ματθαίου Γιωσαφάτ, του Στέλιου Ράμφου, χωρίς να λησμονούμε τη «Γλυκειά μου Εμμανουέλα» του Δημήτρη Καμπουράκη.

Όντας πρόδηλο ότι οι πολιτικές παρεμβάσεις της Σώτης Τριανταφύλλου τρέφονται από την αρνητική δημοσιότητα, θα ήταν ίσως προτιμότερο να αποφύγουμε την ενασχόληση με το βιβλίο της, καθώς οι εμπορικές του φιλοδοξίες δεν έχουν ευοδωθεί. Η μόνη θέση που κατέκτησε στα ευπώλητα είναι στη γενναιόδωρη λίστα του Ιανού, έχοντας καπελωθεί -για δεύτερη φορά μετά το φιάσκο της πρωτοβουλίας των 58– από τον Κώστα Σημίτη που έχει στεριώσει στην κορυφή των δοκιμιακών μπεστ σέλερ με την αυτοβιογραφία του.

Ο κύριος λόγος που επιτάσσει την ενασχόληση μαζί του είναι ένας, αλλά διττός: μεγάλο μέρος του μικρού αναγνωστικού κοινού του βιβλίου κινείται στη σφαίρα της πολιτικής, είτε με την κομματική του ένταξη στο ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι και τη ΔΗΜΑΡ, είτε με διαχειριστικές θέσεις στο άγνωστο στους πολλούς βαθύ κράτος· ο δε νέος ρατσιστικός λόγος στον οποίον το βιβλίο συνεισφέρει, παρά τα χαμηλά ποσοστά της πολιτικής του εκπροσώπησης, χαρακτηρίζεται από μια δυσανάλογη διείσδυση στα ΜΜΕ, αγγίζοντας εμμέσως και τους κύκλους της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όταν θέλουν να διαφοροποιήσουν τακτικά τη θέση τους από την αναγνωρισμένη άκρα δεξιά χωρίς να μεταβάλλουν το περιεχόμενο των πολιτικών που προωθούν στα ζητήματα των μειονοτήτων. Πιο απλά, όταν ο πρόεδρος ενός προσωποκεντρικού κόμματος με αυξημένες πιθανότητες συμμετοχής σε μελλοντική συγκυβέρνηση και ο πρόεδρος ενός οργάνου με βαρύνοντα γνωμοδοτικό ρόλο στο σχεδιασμό των νομοσχεδίων παρίστανται στην παρουσίαση ενός βιβλίου και επικροτούν το περιεχόμενό του, είναι μάλλον δύσκολο να το αγνοήσουμε τελείως.

Ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς (αυτή η μάστιγα)

Το βιβλίο έχει όμως ενδιαφέρον και έξω από την άμεση πολιτική του χρήση ή σκοπιμότητα. Η συνάφεια του με τη δομή των υπόλοιπων σουξέ των ακροκεντρώων μπεστσελλεράδων, μαρτυρά ένα μεθοδολογικό μοτίβο που έχει αρχίσει πια να καθιερώνεται.¹ Αμφότερα τα «Εμφύλια Πάθη» των Καλύβα-Μαραντζίδη και το «Πλουραλισμός, πολυπολιτισμικότητα κλπ.» είναι καταρχάς αφοσιωμένα στο να διαλύσουν τις παρανοήσεις που έχει καλλιεργήσει η «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς». Όπως οι Καλύβας-Μαραντζίδης παίρνουν ως θέσφατο ότι η αφήγηση του ΕΑΜ που «μας έσωσε απ” την πείνα» είναι με κάποιον τρόπο κυρίαρχη, ενώ δεν έχουν κανένα στοιχείο που να μπορεί να υποστηρίξει έστω και στοιχειωδώς τον ισχυρισμό τους, έτσι και η Σώτη: παρότι η μεταναστευτική πολιτική σε εγχώριο και ευρωπαϊκό επίπεδο είναι λίγο-πολύ η Λαμπεντούζα και το Φαρμακονήσι, τα κέντρα κράτησης, η Frontex και η θεσμική περιθωριοποίηση των μειονοτήτων, ο αγώνας της δίνεται κατά του μοντέλου της πολυπολιτισμικότητας που πολλάκις μέσα στο βιβλίο θεωρείται πως έχει επιβληθεί με δόλο από τους πληθυσμούς των μεταναστών και τους αριστερούς –εθνοπροδότες; συμμορίτες;- συμμάχους τους.

Η αντίληψη αυτή φτάνει σε δυσθεώρητα ύψη γελοιότητας μέσα στο βιβλίο. Η άρνηση της βρετανικής κυβέρνησης να αποδώσει την τρομοκρατία σε μια θρησκευτική ιδεολογία προκειμένου να αντιμετωπίσει με σκληρότερα κατασταλτικά μέτρα όσους κρίνει υπόπτους πριν διαπράξουν κάποιο έγκλημα και η «μετριοπαθής» απόφαση να μπορεί να κρατείται κάποιος ύποπτος για τρομοκρατία για «μόνο» τέσσερις εβδομάδες θεωρείται απότοκο της «κυρίαρχης μαρξιστικής αφήγησης» και των πιέσεων «των οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της διανόησης» (σελ. 115-116). Οι αριστερές, αναρχικές και «αντιαμερικάνικες» ιδέες παρουσιάζονται ως επικρατούσες στα αμερικάνικα πανεπιστήμια(!), ενώ αυτοί που τις διδάσκουν «έχουν διοριστεί μέσω “θετικής διάκρισης” χωρίς να διαθέτουν τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα», χάρη σε «υποστηρικτικά κυκλώματα» και η απομάκρυνσή τους μετά από την 11η Σεπτέμβρη επικροτείται από τη συγγραφέα (σελ. 279-280). Στην πραγματικότητα, σ” εκείνο το σημείο, η συγγραφεύς δεν κάνει κάτι άλλο απ” το να σιγοντάρει τους ταγούς του Τζωρτζ Μπους, που βρήκαν ευκαιρία επ” αφορμή του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» να καθαρίσουν τα αμερικάνικα πανεπιστήμια από τους ελάχιστους «ενοχλητικούς» που έχουν απομείνει εντός τους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ντέιβιντ Χόροβιτς, μέλος διαφόρων think tanks και υποστηρικτή του Μπους, ο οποίος κυκλοφόρησε και ένα βιβλίο για τους «101 πιο επικίνδυνους ακαδημαϊκούς στην Αμερική» (όπως λέμε «23 ερωτήσεις και απαντήσεις για τον εμφύλιο»), μεταξύ των οποίων ήταν φυσικά ο Νόαμ Τσόμσκι και η Τζούντιθ Μπάτλερ.

Αντίστοιχα μαργαριτάρια συναντάμε συχνά στο βιβλίο, αν και τα νικητήρια εύσημα αποδίδονται δικαιωματικά στις σελίδες 211-212, όπου ύστερα από μια πλήρως παραχαραγμένη γενεαλογία των “cultural studies”² που προσπαθεί να εξηγήσει τη λατρεία των Αμερικάνων μαρξιστών για την πολυπολιτισμικότητα, καταλήγει πως είναι αυτοί οι μαρξιστές που ευθύνονται για το γεγονός ότι ο Ομπάμα έκανε δείπνο χαλάλ στον Λευκό Οίκο και μοίρασε δημόσιες ευχές για το ραμαζάνι. Είναι γενικά εμφανές πως η συγγραφεύς δεν έχει και την καλύτερη γνώμη για τον Αμερικάνο Πρόεδρο· στην παρουσίαση του βιβλίου της, άλλωστε, τον αποκάλεσε σύμπτωμα της «μετριοκρατίας», καθώς «εκλέχθηκε μόνο επειδή είναι μαύρος». Το να θεωρεί όμως ότι συνδέεται άμεσα με τον αμερικάνικο μαρξισμό, σε σημείο να παίρνει γραμμή από αυτόν, είναι πάνω-κάτω η ρητορική που έχουν οι ακροδεξιοί ρεπουμπλικάνοι και το Κόμμα του Τσαγιού, στα ΜΜΕ και τα εκδοτικά εγχειρήματα των οποίων έχει άλλωστε αφιερώσει μεγάλο μέρος του βιβλίου της.

Η τυραννία του αυτονόητου

Μακάρι τα μεθοδολογικά σφάλματα που μοιράζεται με τους Καλύβα-Μαραντζίδη να σταματούσαν στις οιμωγές ενάντια στην ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς. Αντίστοιχα με εκείνους όμως, δείχνει μια ιδιαίτερη προτίμηση στην εκλεκτική κοπτοραπτική των πηγών που θα τους επιτρέψει να σχηματίσουν την τερατώδη εικόνα αυτού που αυτόκλητα καταπολεμούν. Παρότι πρόκειται για ένα βιβλίο που υποτίθεται ότι έχει σκοπό να επιτεθεί στις φιλελεύθερες και αριστερές θεωρίες για την πολυπολιτισμικότητα και το Ισλάμ, πουθενά δεν συναντούμε ονόματα όπως η Σούζαν Μπακ-Μορς ή η Γκαϊάτρι Σπίβακ. O Ταρίκ Μοντούντ και ο Γουίλ Κύμλικα έχουν από μία αναφορά, όπως και ο Έντουαρντ Σαΐντ, με τον μείζονος σημασίας «Οριενταλισμό» του οποίου ξεμπλέκει με μία πρόταση στη σελίδα 26, καθώς «κρίνει τον δυτικό πολιτισμό “απ” έξω”». Ενώ είναι εκατοντάδες οι φορές που η συγγραφεύς αναφέρεται στις πεποιθήσεις αριστερών/μαρξιστών για το Ισλάμ, την πολυπολιτισμικότητα και τη μετανάστευση, αυτές τεκμηριώνονται σε ολόκληρο το βιβλίο με δύο παραπομπές: μία σε ένα κείμενο του Ταρίκ Αλί στο New Left Review στη σελίδα 154 (όπου παρεμπιπτόντως τσουβαλιάζει όλους τους συντάκτες του περιοδικού ως… τροτσκιστές) και μία στη σελίδα 127 όπου αποδεικνύει τη μαζική «αραβοφιλία και ξενοφιλία» της ελληνικής Αριστεράς με ένα κείμενο του Πέτρου Κωνσταντίνου στη σελίδα του Δήμου Αθηναίων και μία δημοσίευση της πρώην βουλεύτριας του ΣΥΡΙΖΑ Μαρίας Κανελλοπούλου στο facebook.

Αποφεύγοντας οποιαδήποτε βιβλιογραφική αναφορά στο τι πραγματικά λένε οι διάφοροι αριστεροί και φιλελεύθεροι για την πολυπολιτισμικότητα και το Ισλάμ, οι παραπομπές του υπόλοιπου βιβλίου αφήνονται σε άσχετα – με το θέμα και μεταξύ τους – ιστορικά κείμενα, σε θεωρητικούς που στο μεγαλύτερο μέρος τους εκτείνονται απ” τους συντηρητικούς φιλελεύθερους μέχρι τις παρυφές της ακροδεξιάς, σε δημοσιεύματα από έγκυρες και αντικειμενικές πηγές όπως είναι το defencenet.gr και το euro-jihad.net. Αν βγάλει κανείς το ποιοτικό χαρτόνι του εξωφύλλου, το ISBN και την καλή γραφιστική και τυπογραφία, το βιβλίο θα μπορούσε κάλλιστα να ανήκει στις φτηνές συνωμοσιολογικές αυτο-εκδόσεις που συναντάμε στα περίπτερα (π.χ. «Μοσέ Νταγιάν: Όλη η αλήθεια»). Είναι πρακτικά αδύνατο να βρεθεί ένα θεματικό κέντρο πάνω στο οποίο να γραφτεί μια τυπική βιβλιοκριτική: γύρω από μια ιδέα που μαζεμένη δεν θα χρειαζόταν ούτε μιάμιση σελίδα – χοντρικά ότι το Ισλάμ είναι εγγενώς ασύμβατο με τον πλουραλισμό των δυτικών κοινωνιών – έχουμε άλλες 346,5 παραγεμισμένες με ατάκτως ερριμμένες ιδέες, κίτρινη δημοσιογραφία, ρεπουμπλικάνικα παραληρήματα, ρατσιστικά στερεότυπα, απλές ασκήσεις στον αντικομμουνισμό, μέχρι κι ένα εμβόλιμο απόσπασμα στις παρυφές του αντισημιτισμού (σελ. 160-162).

Το ρητορικό τέχνασμα που επιτρέπει στη Σώτη να γεμίσει 350 σελίδες είναι το μεγαλύτερο και πιθανώς σημαντικότερο κοινό σημείο της με τους Καλύβα-Μαραντζίδη. Πολλάκις μέσα στο βιβλίο διάφορες θέσεις επιδέχονται χαρακτηρισμούς όπως «αλήθεια» ή «αυτονόητο» και ακόμα συχνότερα εμφανίζονται εξωφρενικοί ισχυρισμοί ως θέσφατα χωρίς κάποιο πρόσχημα τεκμηρίωσής τους. Απ” τους τζιχαντιστές που συνωστίζονται ανάμεσα στους πρόσφυγες (σελ. 96) μέχρι τη σύνδεση του υψηλού ποσοστού βιασμών στη Σουηδία με τον αριθμό των μεταναστών³ (σελ. 135), έχουμε ένα μπαράζ παραπληροφόρησης και λογικών ακροβασιών, πάντα με σκοπό την ενίσχυση των θεμελιακών επιχειρημάτων της ισλαμοφοβίας. Η ψεύτικη αντι-μουσουλμανική δήλωση του «Μάρκο Πόλο» που χρησιμοποίησε σε άρθρο της προκαλώντας τις κριτικές του Δημήτρη Παπανικολάου, του Νίκου Σαραντάκου και πάμπολλων σχολιαστών του διαδικτύου, την οποία επανέλαβε χωρίς να πτοείται απ” την πλαστότητά της στη συνέντευξη που παραχώρησε στην Καθημερινή προκαλώντας και τον Γιάννη Χάρη της Εφημερίδας των Συντακτών, αποδεικνύεται τελικά μέσα απ” το βιβλίο πως δεν ήταν πταίσμα ή εμμονή, αλλά απλή έκφανση της μεθοδολογίας της. «Μάλλον θρασείς, δόλιοι μυθοπλόκοι» καταλήγει ο τελευταίος στο άρθρο του αναφερόμενος στην υπό συζήτηση συγγραφέα και τον ιδεολογικό της αδελφό Τάκη Θεοδωρόπουλο – που είναι μια άλλη ιστορία.

Η εξοντωτική καταγραφή όλων των μισαλλόδοξων θέσεων του βιβλίου δεν έχει κάποιο νόημα. Η ιδεοφυγή, η τρικυμία εν κρανίω και το υπέρογκο πλήθος των μαργαριταριών ξεπερνούν ακόμα και τους πιο ικανούς στην αρχειοθέτηση. Για τους θιασώτες των λογοτεχνικών της πονημάτων και αναγνώστες επιπέδου Σταύρου Θεοδωράκη που τείνουν να επιλέγουν απ” τα μπεστ σέλλερ, η στριφνή και χαώδης γραφή του το καθιστά απρόσιτο και πιθανότατα θα το αφήσει αδιάβαστο στο ράφι με τον πρόλογο ξεφυλλισμένο. Για τους υπόλοιπους, πιο απαιτητικούς αναγνώστες είναι ένα κουραστικό επιστημονικοφανές παραλήρημα χωρίς κανένα ενδιαφέρον, στις σελίδες του οποίου παρελαύνουν ατεκμηρίωτες ιδεοληψίες με μοναδικό σκοπό την υπόθαλψη των ισλαμοφοβικών αισθημάτων, πλαισιωμένες από απωθημένα: την Αριστερά, τους μετανάστες, το Ισλάμ, την πολιτική ορθότητα, την ποσόστωση, τα μειονοτικά κινήματα.
Απορίας άξιον είναι το τι ακριβώς οδήγησε τη Σώτη Τριανταφύλλου στη συγγραφή του εν λόγω πονήματος και η βιβλιοπαρουσίαση που έλαβε χώρα στο Μέγαρο Μουσικής στις 10/12 έδειξε ότι μάλλον η ρίζα του ανήκει σε καφενειακές κουβέντες. Μόνο σε καφενεία – και μετά από αρκετά κρασιά – ακούγονται ισχυρισμοί όπως ότι το 30% όσων αιτούνται άσυλο στη Γαλλία αρνούνται να υπογράψουν το γαλλικό Σύνταγμα («σύμφωνα με πηγές της γαλλικής αστυνομίας»), ότι η έννοια της μειονότητας είναι μισανθρωπική ή ότι το δίκιο του αίματος έχει μια λογική (το συγκεκριμένο μόνο σε καφενεία και στο Συμβούλιο της Επικρατείας). Στην ήπια κριτική που της άσκησε ο καλεσμένος στο πάνελ Νίκος Αλιβιζάτος, ότι η κυκλοφορία του βιβλίου ενισχύει τις ακροδεξιές και ξενοφοβικές απόψεις απάντησε με ένα κακόηθες ξυράφι του Όκαμ υπέρ του «να λέμε την αλήθεια», επιτιθέμενη στον καλεσμένο της που «τα λέει αυτά γιατί θέλει να ενισχύσει το δημόσιο προφίλ του της πολιτικής ορθότητας». Ο έτερος καλεσμένος, επίτιμος πρέσβης Ιωάννης-Αχιλλέας Ζέπος καθώς και η συντριπτική πλειοψηφία του – ολιγάριθμου ευτυχώς – κοινού, πλην ενός μόνο ανθρώπου που τοποθετήθηκε υπέρ κάποιων πτυχών της πολιτικής ορθότητας, υπήρξαν πιο βοηθητικοί στον λόγο της, αναπαράγοντας εξίσου ψευδείς ισχυρισμούς με πηγές τους ρατσιστικούς αστικούς θρύλους. Ο Σταύρος Θεοδωράκης είπε ότι είδε ένα πολύ ωραίο βίντεο στο youtube.

Κακοήθειες, ψέματα, μονομέρειες και βλακείες. Δεν είναι κάτι ασυνήθιστο στο δημόσιο λόγο του σήμερα. Ο εμμενής αντι-κομμουνισμός της συγγραφέως που καθοδηγεί την πέννα της με ολοένα και μεγαλύτερη δριμύτητα από εκείνη τη μέρα πριν από χρόνια που οι εργαζόμενοι των εκδόσεων Πατάκη προέβησαν σε αποκλεισμό του βιβλιοπωλείου, έχει πια ξεφύγει πολύ πιο πέρα απ” τον αυταρχικό νεοφιλελευθερισμό. Όταν πια θυματοποιεί τους δυτικούς και τον «αντίστροφο ρατσισμό» που δέχονται, υιοθετεί κάθε είδους σχήμα προκειμένου να προωθήσει έναν δυτικό πολιτισμό που πρέπει αυτάρεσκα να εκπολιτίσει τους βαρβάρους και ο κυρίαρχος τρόπος λειτουργίας της είναι η μαζική διάδοση ρατσιστικά χρωματισμένων εντυπωσιοθηρικών ψεμάτων, δεν μας θυμίζει πια τον ακροκεντρώο αυταρχισμό.

Οφείλω λοιπόν μια συγγνώμη στον Δημήτρη Παπανικολάου που θεώρησα τον «φασισμό» ρητορική υπερβολή· οι ιδέες, οι πρακτικές και οι πολιτικοί στόχοι της Σώτης Τριανταφύλλου, παρότι βρίσκουν μια κάποια υποδοχή σε συγκεκριμένους κύκλους που όμως φλερτάρουν με την ακροδεξιά ούτως ή άλλως, είναι πια τελείως ασυμβίβαστες με οτιδήποτε υπάγεται τυπικά στο φάσμα απ” την κεντροδεξιά μέχρι την άκρα αριστερά.

_____

  1. Για μια κριτική της μεθοδολογίας των νέων μπεστσελλεράδων με αφορμή τα «Εμφύλια Πάθη» των Καλύβα-Μαραντζίδη, βλ. Πέτρος-Ιωσήφ Στανγκανέλλης, «Πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος: Η σύγχρονη ιστοριολογία του ακραίου κέντρου», Αναγνώσεις της Αυγής, 25/10/2015.
    2. Ενημερωτικά, ο Μισέλ Φουκώ δεν είχε καμία σχέση με το εν λόγω γνωστικό πεδίο. Όταν διανοούμενοι όπως ο Ρίτσαρντ Χόγκαρτ και ο Ρέιμοντ Γουίλιαμς εγκαινίαζαν τη βρετανική παράδοση των cultural studies, ο Φουκώ ήταν ακόμα στην «Ιστορίας της Τρέλας». Επίσης, αν πήγαινε ένα βήμα παρακάτω και παιδευόταν η συγγραφεύς να ανοίξει κάποιο βιβλίο των Βρετανών ιδρυτών του ρεύματος, θα ανακάλυπτε ότι η βιβλιογραφία που χρησιμοποιούν είναι εξόχως αγγλοσαξονική. Είναι οι μαθητές αυτής της γενιάς που θα αρχίσουν να βάζουν τη γαλλική σκέψη στον κλάδο, επικεντρώνοντας όμως σε στοχαστές όπως ο Ρολάν Μπαρτ και οι στρουκτουραλιστές. Στην πραγματικότητα, αντίθετα με ό,τι ισχυρίζεται η Σώτη, οι Φουκώ και Ντεριντά έγιναν βιβλιογραφικά must του αντικειμένου αρκετές δεκαετίες μετά την ίδρυσή του.
    3. Παρεμπιπτόντως, αυτή τη σύνδεση έκανε πρώτος ο βουλευτής Μάικλ Χες του ξενοφοβικού ακροδεξιού κόμματος της Σουηδίας, με αποτέλεσμα να του επιβληθεί ποινή φυλάκισης με αναστολή και πρόστιμο. Η ιδεολογική ταυτότητα του ανθρώπου που το υποστήριξε, η δικαστική περιπέτεια που ακολούθησε και κάποια πηγή που θα έδινε σαφή εικόνα του ισχυρισμού απουσιάζουν προκλητικά από το βιβλίο. Επίσης, η Σουηδία είναι δεύτερη στον κόσμο στο ποσοστό βιασμών μετά το Λεσότο της Αφρικής. Στο βιβλίο η συγγραφεύς έχει αντιστρέψει τη σειρά, πιθανώς επειδή ταιριάζει καλύτερα με το επιχείρημά της.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *