Ζήτησε τη «χάρη» του νόμου και όχι τον οίκτο των αντιπάλων του

mpelogiannis_0Η δίκη στην οποία καταδικάστηκαν σε θάνατο οι οκτώ κομμουνιστές, με τους τέσσερις εξ αυτών, τους Ν. Μπελογιάννη, Δ. Μπάτση, Ηλ. Αργυριάδη και Ν. Καλούμενο, να οδηγούνται στο εκτελεστικό απόσπασμα

Πριν από 54 χρόνια, την Κυριακή 30 Μαρτίου του 1952, στις 4.10 το πρωί συντελέστηκε η κορυφαία πολιτική δολοφονία στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Ο Νίκος Μπελογιάννης, ο Δημήτρης Μπάτσης, ο Νίκος Καλούμενος κι ο Ηλίας Αργυριάδης εκτελέστηκαν στο Γουδί, καταδικασμένοι με τη στημένη κατηγορία της κατασκοπείας σε βάρος της Ελλάδας και με πραγματική αιτία ότι ήταν κομμουνιστές και είχαν δράσει ως τέτοιοι.

Ο Μπελογιάννης συνελήφθη στις 20 Δεκεμβρίου του 1952 και μέχρι τη δολοφονία του πέρασε από δύο δίκες. Στην πρώτη, που διήρκεσε από τις 19 Οκτωβρίου ώς τις 16 Νοεμβρίου του 1951, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο για παράβαση του Αναγκαστικού Νόμου 509/1947, δηλαδή για κομμουνιστική δραστηριότητα.

 Ν. Μπελογιάννης, Δ. Μπάτσης, Ηλ. Αργυριάδης και Ν. Καλούμενος
Ν. Μπελογιάννης, Δ. Μπάτσης, Ηλ. Αργυριάδης και Ν. Καλούμενος |

Επειδή η πρώτη δίκη ήταν πολιτική και σε καιρό ειρήνης δεν μπορούσαν να τον εκτελέσουν για πολιτικά αδικήματα, στήθηκε μια δεύτερη δίκη που ξεκίνησε στις 15 Φεβρουαρίου και τελείωσε την 1η Μαρτίου 1952. Σ’ αυτήν ο Μπελογιάννης δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο για παράβαση του Αναγκαστικού Νόμου 375/1936 της Μεταξικής Δικτατορίας, με την κατηγορία ότι διενήργησε κατασκοπεία σε βάρος της Ελλάδας. Μαζί του καταδικάστηκαν σε θάνατο, με την ίδια κατηγορία, άλλοι επτά σύντροφοί του: Οι Δ. Μπάτσης, Η. Αργυριάδης, Ν. Καλούμενος, Ελ. Ιωαννίδου, Τ. Λαζαρίδης, Χαρ. Τουλιάτος και Μ. Μπισμπιάνος.

ΝΕΑ 31- 3- 1952: «Πώς έγινε η εκτέλεσις των τεσσάρων» διατυμπανίζει ο τίτλος της εφημερίδας και ακολουθούν πραγματικά ανατριχιαστικές λεπτομέρειες...  «Δεν δύναται να υπάρχη και να επικρατή η απαίτησις όπως το Ελληνικόν Κράτος είναι επιεικές, όταν οι κατ’
ΝΕΑ 31- 3- 1952: «Πώς έγινε η εκτέλεσις των τεσσάρων» διατυμπανίζει ο τίτλος της εφημερίδας και ακολουθούν πραγματικά ανατριχιαστικές λεπτομέρειες… |

Αμέσως μετά την ανακοίνωση της καταδικαστικής απόφασης και οι οκτώ, ο καθένας ξεχωριστά, κατέθεσαν αίτηση στο Συμβούλιο Χαρίτων είτε για απονομή χάριτος είτε για μετριασμό της ποινής τους. Ταυτόχρονα έκαναν προσφυγή στον Αρειο Πάγο για αναθεώρηση της Δίκης και κοινά υπομνήματα (οι επτά από τους οκτώ, καθώς ο Δ. Μπάτσης, έχοντας λάβει υποσχέσεις ότι θα τύχει ευνοϊκής μεταχείρισης, ενήργησε εντελώς αυτόνομα από τους υπολοίπους), ώστε να μην εκτελεστεί η ποινή τους πριν εξαντληθούν όλα τα νόμιμα μέσα που είχαν στη διάθεσή τους για να στραφούν εναντίον της.

«Δεν δύναται να υπάρχη και να επικρατή η απαίτησις όπως το Ελληνικόν Κράτος είναι επιεικές, όταν οι κατ’ αυτού συνωμοτούντες επιμένουν να είναι αμείλικτοι», έγραφε το «Βήμα» στο κύριο άρθρο του μετά τη δολοφονία του Μπελογιάννη (1-4-1952)«
Δεν δύναται να υπάρχη και να επικρατή η απαίτησις όπως το Ελληνικόν Κράτος είναι επιεικές, όταν οι κατ’ αυτού συνωμοτούντες επιμένουν να είναι αμείλικτοι», έγραφε το «Βήμα» στο κύριο άρθρο του μετά τη δολοφονία του Μπελογιάννη (1-4-1952) |

Το αίτημα για αναθεώρηση της δίκης απορρίφθηκε από τον Αρειο Πάγο με απόφασή του στις 19 Μαρτίου 1952 και το Συμβούλιο Χαρίτων έκανε δεκτό το αίτημα μετριασμού της ποινής μόνο για τους τέσσερις από τους οκτώ θανατοποινίτες (Ελ. Ιωαννίδου, Τ. Λαζαρίδης, Χαρ. Τουλιάτος και Μ. Μπισμπιάνος).Τιμώντας τη μνήμη των τεσσάρων εκτελεσμένων κομμουνιστών, η «Εφ.Συν.» φέρνει σήμερα στη δημοσιότητα ολόκληρη την αίτηση για απονομή χάριτος ή μετριασμού της ποινής του, που υπέβαλε ο Νίκος Μπελογιάννης. Η αίτηση φέρει ημερομηνία 1η Μαρτίου του 1952, δηλαδή ταυτίζεται με την ημέρα έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης.

Παραδόθηκε, όμως, στις αρμόδιες Αρχές, μέσω των Φυλακών Καλλιθέας, στις 4 Μαρτίου 1952. Πρόκειται για ένα ιστορικό ντοκουμέντο που κινείται αυστηρά πάνω σε νομικά πλαίσια. Καμία έκκληση στα αισθήματα εκείνων που θα ελάμβαναν τις αποφάσεις, δηλαδή στο Συμβούλιο Χαρίτων, στην τότε κυβέρνηση ή στον τότε βασιλιά Παύλο, δεν υπάρχει στην αίτηση. Ο Μπελογιάννης ζητά χάρη όπως την όριζε ο νόμος, ξεσκεπάζοντας ταυτόχρονα όλο το σαθρό νομικό οικοδόμημα βάσει του οποίου καταδικάστηκε.

ΒΗΜΑ 1- 4- 1952. Στο βασικό θέμα της εφημερίδας το ρεπορτάζ μιλάει για αναταραχή στο κόμμα ΕΠΕΚ του Ν. Πλαστήρα, απ’ αφορμή τις εκτελέσειςΒΗΜΑ 1- 4- 1952. Στο βασικό θέμα της εφημερίδας το ρεπορτάζ μιλάει για αναταραχή στο κόμμα ΕΠΕΚ του Ν. Πλαστήρα, απ’ αφορμή τις εκτελέσεις |

Δεν ζητά τον οίκτο των δικαστών και των πολιτικών του αντιπάλων. Είναι βέβαιο πως είχαν αποφασίσει να τον εκτελέσουν πολύ πριν τον δικάσουν. Το ότι στάθηκε όρθιος και περήφανος απέναντί τους, εκείνη την εποχή, ήταν ένα επιπλέον επιβαρυντικό στοιχείο.

Αίτησις

Νικολάου Μπελογιάννη
Καταδίκου κρατουμένου
Εις φυλακάς Αβέρωφ
Εν Αθήναις τη 1η Μαρτίου 1952

Προς
Το Υπουργείον Της Δικαιοσύνης

Συμβούλιον Χαρίτων

Δυνάμει της υπ’ αριθ. 442/52 αποφάσεως του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών μοι επεβλήθη η ποινή του θανάτου επί παραβάσει του Α.Ν. 375/1936 «περί τιμωρίας των εγκληματικών ενεργειών των απειλουσών την εξωτερικήν ασφάλειαν της χώρας»’.

Ενώπιον του Υμετέρου Συμβουλίου εκκρεμεί εισέτι αίτησίς μου περί απονομής χάριτος επί της επιβληθείσης μοι θανατικής ποινής της υπ’ αριθ. 274/51 αποφάσεως του Εκτάκτου Στρατοδικείου Αθηνών [σημείωση Γ.Π.- Πρόκειται για την καταδικαστική απόφαση που του επιβλήθηκε στην πρώτη δίκη].

Εις τους ουσιαστικούς λόγους της αιτήσεως ταύτης, οίτινες παρακαλώ όπως συνεκτιμηθώσι μετά των διά της παρούσης προβαλλομένων, προκειμένων αιτήσεων περί χαρισμού ή μετριασμού επιβληθεισών δύο θανατικών ποινών κατά του αυτού προσώπου διά κεχωρισμένων δικαστικών αποφάσεων, αναφέρομαι εξ ολοκλήρου, επιφυλασσόμενος όπως δι’ υπομνήματος αναπτύξω εκτενέστερον τα θέματα της υπερασπίσεώς μου επ’ αμφοτέρων των υποθέσεων συνιστωσών και ουσία και νόμω μίαν και μόνην.

Ειδικώτερον επί της θανατικής ποινής της επιβληθείσης μοι δυνάμει της υπ’ αριθ. 442/52 αποφάσεως του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών, λαμβάνω την τιμήν να θέσω υπό την κρίσιν του Υμετέρου Συμβουλίου τας ακολούθους παρατηρήσεις:

  • I.- Το δικάσαν με Δικαστήριον απέρριψε κατά παρέκκλισιν από των παγίως γενομένων δεκτών εν τε τη Επιστήμη και τη Νομολογία τόσον τη ημεδαπή όσον και τη αλλοδαπή, την προβληθείσαν ενστασίν μου περί δεδικασμένου, ενώ αύτη έδει να γίνη δεκτή διά τους εξής νομίμους και βασίμους λόγους:
  • α) Η διεξαχθείσα ενώπιον του Εκτάκτου Στρατοδικείου δίκη αφεώρα παράβασιν του Α.Ν. 509, τιμωρούντος ως γνωστόν «την επιδίωξιν της διαδόσεως ιδεών τεινουσών εις την βιαίαν ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού καθεστώτος ή την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της Ελληνικής Επικρατείας». Εντός του πλαισίου της παραβάσεως ταύτης και ιδία της αφορώσης το δεύτερον σκέλος –της επιδιώξεως τουτέστιν προς απόσπασιν μέρους εκ του όλου της Ελληνικής Επικρατείας– εκινήθη, ως ήτο ευνόητον, ολόκληρος η επί της υποθέσεως εκείνης διεξαχθείσα ανάκρισις και η ταύτην επακολουθήσασα επ’ ακρωατηρίω δίκη, υποστηριχθέντος, ότι το βασικώτερον των αδικημάτων των κατηγορουμένων συνίστατο εις την συλλογήν και διαβίβασιν πληροφοριών στρατιωτικού και άλλου περιεχομένου (προφανώς δι’ ασυρμάτου, λόγω της ταχύτητος μεθ’ ης, καθ’ α είχον έκτοτε διαπιστωθή, διεβιβάζοντο) προς χρήσιν των εκείθεν του σιδηρού παραπετάσματος χωρών επί βλάβη της Ελληνικής Επικρατείας και επί τω προφανή τελικώ σκοπώ της αποσπάσεως μέρους ταύτης και παραχωρήσεως εις τας επιβουλευομένας την ακεραιότητα της Ελλάδος γειτονικάς χώρας. Τα γεγονότα ταύτα απετέλεσαν, επαναλαμβάνω, τον κεντρικόν άξονα ολοκλήρου της διεξαχθείσης ενώπιον του Εκτάκτου Στρατοδικείου δίκης, προκύπτουσι δε ιδιαίτατα εκ της εκθέσεως εξαγομένου ενεργηθείσης ενόρκου προανακρίσεως (σελ. 5, 12, 20), της καταθέσεως του εξετασθέντος μάρτυρος Αστυνομικού Διευθυντή κ. Αγγελοπούλου, των πρακτικών της δίκης εν γένει, αλλά και εξ αυτής ταύτης της καταδικαστικής αποφάσεως ένθα μνημονεύεται πρότασις του Β. Επιτρόπου περί παραπομπής της υποθέσεως εις τον Β. Επίτροπον του Διαρκούς Στρατοδικείου προς διενέργειαν προανακρίσεως επί κατασκοπεία.
  • β) Είναι αληθές ότι το Εκτακτον Στρατοδεικείον αντιπαρελθόν σιγή την πρότασιν ταύτην του Β. Επιτρόπου δεν ηρεύνησεν εν αποφάσει του υπό συγκεκριμένην μορφήν το ανακύψαν θέμα της συλλογής και μεταδόσεως πληροφοριών επί σκοπώ κατασκοπείας. Αλλά το γεγονός τούτο εστερείτο αξίας εν απόψει ενστάσεως δεδικασμένου, διότι ως γνωστόν συντρεχόντων των λοιπών όρων (ταχύτητος, προσώπου και ταυτότητος χρόνου) απαιτείται ουχί ταυτότης «αδικήματος», αλλά ταυτότης «πράξεως». Ως ταύτη, δε, λογίζεται η πράξις ουχί η περιωρισμένως διατυπωθείσα εν τω στενώ πλαισίω του κατηγορητηρίου, αλλ’ ως αύτη ηδύνατο και ώφειλε να κριθή υπό του δικαστηρίου ήτοι κατά πάσας αυτής τας σχέσεις και αναφοράς προς τον ποινικόν νόμον, του δικαστού υποχρεωμένου όπως από πάσης πλευράς διερευνήση την υπόθεσιν εντός του επιτρεπτού πλαισίου (πρβλ. Κ. Τσουκαλά: Ερμηνεία ποινικής Δικονομίας, Τόμ. Α΄ Σελ. 117 και ιδία αυτόθι σημ. II- LOWE ROSENBERG M. 510, BENNECKE BELLING § 98 Μ. 413).
  • γ) Ούτω του εκτάκτου Στρατοδικείου κηρύξαντος με ένοχον κατά το κατηγορητήριον ήτοι παραβάσεως του νόμου 509, προχθείσης κατ’ εξακολούθησιν και διά πολλών μερικωτέρων πράξεων έδει εν τη προβληθείση ενστάσει του δεδικασμένου να ερευνηθή εάν τα πραγματικά γεγονότα, τα διαπραχθέντα εντός της αυτής χρονικής περιόδου και συνιστώντα την αντικειμενικήν υπόστασιν του υπό του Α.Ν. 375 προβλεπομένου αδικήματος, ταυτίζονται νομικώς, λογικώς και εννοιολογικώς προς τας «πράξεις» –εν τη δικονομική και ουχί τη ουσιαστική εννοία του όρου– δι’ ας εκηρύχθην ένοχος ως παραβάς τας διατάξεις του Α.Ν. 509. Το δικάσαν με συνεπώς Διαρκές Στρατοδικείον έδει προς ορθήν εκτίμησιν της προβληθείσης ενστάσεως του δεδικασμένου να ερευνήση την σχέσιν μεταξύ των αντικειμενικών υποστάσεων των δύο αδικημάτων (Α.Ν. 509 και Α.Ν. 375) εφ’ όσον δε θα διεπίστου ταυτότητα «πράξεως» κατά την ανωτέρω έννοιαν, όφειλε να δεχθεί την προβληθείσαν ένστασιν, κατά το απαράγραπτον νομικόν αξίωμα NE BIS IN IDEM. Πρόδηλον όμως καθίσταται εκ της απλής αντιπαραβολής των δύο κειμένων –και λαμβανομένου υπό όψει ότι η περισυλλογή και διαβίβασις πληροφοριών ουδέν άλλο αποτελεί ει μη το μέσον προς πραγμάτωσιν της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος του προβλεπομένου υπό του Α.Ν. 509 (βιαία ανατροπή του καθεστώτος – απόσπασις μέρους της Επικρατείας)– ή ότι ο Α.Ν. 509 είναι «γενικός» έναντι του ειδικού τοιούτου 375, και συνεπώς διά της εφαρμογής του γενικού Α.Ν 509 εξηντλήθη εξ ολοκλήρου η ποινική αξίωσις ή ότι είναι TEX CONSUMA έναντι TEX CONSUPTA, οπότε έχει εφαρμογήν το αξίωμα «TEX CONSUMA DEROGAT TEX CONSUPTA» (ο απορροφών νόμος καταλύει τον απορροφώμενον) (πρβ. Χωραφά Ποιν. Δικ. Σελ. 193).
  • II.- Αλλά και εν απόψει εφαρμογής των επιβαρυντικών περιπτώσεων του Α.Ν. 375 επλανήθη το δικάσαν με Δικαστήριον. Ούτω αντί των προβλεπομένων υπό του νόμου τούτου ηπιωτέρων ποινών επιβάλλεται η ποινή της ισοβίου καθείρξεως ή του θανάτου, οσάκις αι απαριθμούμεναι παραβάσεις διαπράττονται «επί σκοπώ κατασκοπείας». Ερευνητέα άμα καθίσταται η έννοια της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της κατασκοπείας κατά την ρητήν διάταξιν του άρθρου 27§ 2 του Π.Κ. Αλλ’ ενώ κατά τον ισχύοντα Π.Κ. προβλέπεται όντως και προσδιορίζεται το αδίκημα τούτο (άρθρ. 148 εν συνδυασμώ προς το άρθρ. 146), ο καταργηθείς Π.Ν. ουδόλως εθέσπιζε τοιούτον αδίκημα, περιλαμβάνων απλώς σχετικάς τινάς περιπτώσεις εις τα αδικήματα της προδοσίας της πατρίδος. Ως όμως είναι γνωστόν προκύπτει δε τούτο και εξ αυτού του κατηγορητηρίου αλλά και επί της εκδοθείσης καταδικαστικής αποφάσεως του Διαρκούς Στρατοδικείου, αι πράξεις διά τας οποίας κατηγορήθην και εκηρύχθην ένοχος τερματίζονται την 22α Δεκεμβρίου 1950 ήτοι ολίγας ημέρας προ της θέσεως εις εφαρμογήν του νέου Π.Κ. Τούτων, άρα, ούτως εχόντων η αναζήτησις της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της κατασκοπείας «επί σκοπώ» της διαπράξεως της οποίας υποτίθεται ότι εξετέλεσα τας αποδοθείσας μοι εγκληματικάς πράξεις ή θα ήτο πάντη αλυσιτελής ελλείψει νομικού ερείσματος κατά την κείμενην νομοθεσίαν ή το πολύ, θα έδει να στραφή προς την κατεύθυνσιν των ισχυουσών διεθνών συμβάσεων, αίτινες όμως και εκείναι ουδέποτε αναγνωρίζουσι το αδίκημα της κατασκοπείας ως δυνάμενον να στραφή κατά της πατρίδας του διωκόμενου εγκληματίου.

Διά ταύτα

Και δι’ όσους άλλους λόγους εν καιρώ θέλω προσθέση λαμβάνω την τιμήν να παρακαλέσω όπως ενεργηθώσι τα δέοντα διά την έκδοσιν Β. Διατάγματος περί απονομής χάριτος άλλως μετριασμού της επιβληθείσης μοι δυνάμει της υπ’ αριθ. 442/52 αποφάσεως του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών θανατικής ποινής.

Ευπειθέστατος

Ο αιτών
Νίκος Μπελογιάννης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *