Η πρώτη μεγάλη διαδήλωση στην Ερμού με 12 άτομα

image002Του Γιάννη Καούνη – “Εφημερίδα των Συντακτών”

Μπήκα στη Νομική Αθηνών το ’63. Ημουν εργαζόμενος φοιτητής. Από το’62 ήμουν ενταγμένος σε οργανώσεις της Αριστεράς. Από προσωπική επιλογή. Δεν είχαμε οικογενειακή παράδοση στην Αριστερά. Η οικογένειά μου ήταν αυτό που έλεγε ο Μάο «ημιπρολετάριοι». Προς την Αριστερά πήγα μέσω της μελέτης και από την απόφαση να συμμετάσχω στον αγώνα για την αλλαγή.

Ημουν στη Νεολαία ΕΔΑ και μετέπειτα στη Νεολαία Λαμπράκη. Παράλληλα με την πολιτική δράση, με φίλους είχαμε αναπτύξει δραστηριότητα που είχε να κάνει με τον λαϊκό μας πολιτισμό (κείμενα, τραγούδια, θέατρο σκιών κ.λπ). Είχαμε βρει τον Καββαδία, μας είχε αφιερώσει ένα ποίημα… Κάναμε δουλειά πάνω στη λαϊκή μας παράδοση, κάναμε δράσεις που είχαν συμβάλει στην ενδυνάμωση των λαϊκών στρωμάτων της νεολαίας.

Οι πρώτες μέρες (της δικτατορίας)
Οι πρώτες (αντιδικτατορικές) δράσεις

Από την πρώτη μέρα της δικτατορίας συμμετείχα στον αγώνα για την ανατροπή της και την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Εκείνο το πρώτο βράδυ της χούντας, πηγαίνοντας στο σπίτι από τη δουλειά μου, είδα τα τανκς στην Ομόνοια. Είχε γίνει το πραξικόπημα. Την ανωμαλία οι περισσότεροι την περίμεναν από την πλευρά του Παλατιού και όχι από τους στρατιωτικούς. Οπότε δεν κατάλαβα αμέσως ότι είχε γίνει η χούντα των συνταγματαρχών. Είχα μάθει ότι υπήρχε συμφωνία Κανελλόπουλου και Παπανδρέου για τις εκλογές του Μαΐου και φυσικά «αυτοί» το σταμάτησαν, γιατί έβλεπαν σίγουρη νίκη του τελευταίου.

Την ίδια μέρα βγήκα να βρω τους συντρόφους μου, να ειδοποιήσω όσους δεν το ήξεραν ότι έγινε δικτατορία. Από τους Λαμπράκηδες ειδοποιήθηκα πως αρχίζουμε την αντιδικτατορική αντίσταση για την πτώση της χούντας και την αποκατάσταση της δημοκρατίας, καθώς την πρώτη κιόλας μέρα όλες οι δημοκρατικές ελευθερίες καταργήθηκαν.

Η επαφή μου ήταν ο Μίμης Μανωλάκος. Από τις πρώτες μέρες κιόλας, εγώ και δύο ακόμη οργανώσαμε μια ομάδα παιδιών (Δημήτρης Ντοκόπουλος, Βασίλης Τζαβίδας, Θόδωρος Κομματάς, Γιουγιούκα Ιωαννίδη και Δημήτρης Ντανάκας), με εμένα επικεφαλής. Ο Πέτρος Μαλιχούδης μας βοηθούσε επίσης. Την ομάδα μας τη χαρακτήριζε η ευρηματικότητα, η πρωτοβουλία και το υπερβολικό θάρρος. Φτιάξαμε τα πρώτα πανό, τα κρεμάσαμε. Ο Ντοκόπουλος έφτιαξε τα πρώτα μαγνητόφωνα και τα βάζαμε στο Πολυτεχνείο. Εμείς παρουσιάσαμε και τον «Ρήγα» στα Πανεπιστήμια -γράφαμε μόνο ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙ0Σ στους τοίχους και έτσι αναγγείλαμε το όνομα και την παρουσία του. Ολα αυτά πριν κυκλοφορήσει η διακήρυξη, τέλη του ’67.

image004Από τις πρώτες δυναμικές ενέργειες ήταν ένα μήνα ακριβώς μετά την εγκαθίδρυση της χούντας, που η ομάδα μας βρήκε τους καταλόγους με τα ονόματα των συνδρομητών της Πανσπουδαστικής και τους κατέστρεψε, πριν προλάβουν να πέσουν στα χέρια στη Ασφάλειας.

Πριν από αυτά, είχαμε οργανώσει μια αντιδικτατορική διαδήλωση στην οδό Ερμού, που τότε ήταν κανονικός δρόμος με ροή αυτοκινήτων, όχι πεζόδρομος, γεμάτος εμπορικά μαγαζιά όπως και τώρα. Ημασταν 12 άτομα, με επικεφαλής τον μακαρίτη τον Σωτήρη Αναστασιάδη και εμένα επικεφαλής των φοιτητών, που ήταν οι Παύλος Κλαυδιανός, Νίκος Δούκας, Δημήτρης Ντοκόπουλος, Σωτήρης Χαλκιάς, Πόλυ Σαβινίδου και Κώστας Αγαπίου. Εκείνη τη μέρα είχε πολύ μεγάλη κίνηση, γιατί ήταν η μέρα που τελείωναν οι εκπτώσεις -γύρω στις 20 Αυγούστου 1967.

Είχαμε μαγνητόφωνο και καταγράψαμε όλη την εκδήλωση -τις φωνές, τα συνθήματα, τις αντιδράσεις, τα πάντα (το κράταγε η Γιουγιούκα και μετά το στείλαμε στη «Φωνή της Αλήθειας» στο Βουκουρέστι). Εμείς περπατάγαμε με γρήγορο βήμα και φωνάζαμε «Κάτω η δικτατορία», «Ζήτω η δημοκρατία» κ.ά. Ο κίνδυνος ήταν πολύ μεγάλος, καθώς οι χουντικοί, χαφιέδες και ασφαλίτες θα μπορούσαν κάλλιστα να πυροβολήσουν στο ψαχνό. Δεν πυροβόλησαν, αλλά κάποια στιγμή ένας χαφιές συνέλαβε έναν από εμάς, τον Κώστα Αγαπίου. Εγώ, τελευταίος στη σειρά, τον πρόλαβα και τον χτύπησα άγρια. Δεν ξέρω αν ήταν αστυνομικός ή απλά ένας χαφιές. Πάντως, έπιασε τον σύντροφό μου και εγώ τον απελευθέρωσα, χτυπώντας τον πολύ δυνατά -μπορεί να του έκανα και σοβαρή ζημιά στο πρόσωπο, δεν ξέρω.

Κάποιοι κοίταζαν με ενδιαφέρον εμάς που φωνάζαμε, ίσως και με θαυμασμό -αν δεν είναι αλαζονικό αυτό που λέω. Πάντως, όταν χτύπησα τον χαφιέ, κανείς από τους περαστικούς δεν αντέδρασε, πράγμα που ίσως να σημαίνει ότι οι άνθρωποι ήταν μαζί μας.
Το περιστατικό έγινε γνωστό, μάλιστα γράφτηκε ότι ήμασταν 100 άτομα… Φυσικά ήμασταν μόνο καμιά 12αριά. Οι πάντες είχαν αιφνιδιαστεί-και οι πεζοί στην Ερμού αλλά και η χούντα. Δεν περίμεναν να κάνει κάποιος κάτι τέτοιο δημόσια. Γι’ αυτό ούτε συλλήψεις έγιναν για το περιστατικό, ούτε τίποτα. Ισως και η Ασφάλεια να μην το έβγαλε για να μη φανεί η αδυναμία της.

Τα πανό

Πανό βάζαμε παντού: στην πλατεία Δημαρχείου, στο ξενοδοχείο «Ομόνοια» (εκεί που είναι το «Hondos Center» σήμερα), στο «Ρεξ» και φυσικά στα Πανεπιστήμια.

Τα πανό αυτά ήταν μια δική μου ευρεσιτεχνία, που προερχόταν από την εμπειρία μου στους μπαλαφουμάδες στην Καλαμάτα. Οι μπαλαφουμάδες είναι ένα είδος απλού βεγγαλικού. Είχα κάνει πολλά πειράματα, ψάχνοντας τον καλύτερο τρόπο να τα κατασκευάσω, ώστε και εύκολα να μεταφέρονται και εύκολα να ανοίγουν. Είχα ρωτήσει, θυμάμαι, πώς ονομάζεται αυτή η ύλη του φιτιλιού και μου είχε απαντήσει ο καθηγητής της Γεωπονικής, Θ. Φραγκόπουλος (σ.σ. αυτοκτόνησε αργότερα, σε ηλικία 52 χρονών, καταγγέλλοντας τη χούντα, όταν άρχισε να τον ενοχλεί για τις δημοκρατικές πεποιθήσεις του και τον ασυμβίβαστο χαρακτήρα του) πως λέγεται Νίτρο της Χιλής -φτιαχνόταν από τις κουτσουλιές των πουλιών.

Τα πανό ήταν γύρω στο 1,5 επί 2 μέτρα. Στη μια μεριά έβαζα άγκιστρα και στην άλλη πέτρες. Το τύλιγα και όταν έφτανα στο σημείο που θεωρούσα ότι ήταν το κατάλληλο, το άπλωνα από τα άγκιστρα, έβαζα φωτιά στο φιτίλι και όταν έφτανε στον κόμπο, αυτός καίγονταν και το πανό άνοιγε, αρκετά εντυπωσιακά (για εκείνη -την εποχή φυσικά).

Αυτά τα κάναμε εμείς. Κανείς άλλος. Ούτε καθοδηγούμενα ήταν -δικές μου ευρεσιτεχνίες ήταν και της ομάδας. Το λέω, γιατί έχουν γραφτεί αρκετές ανακρίβειες…

Εκανε, θυμάμαι, μια ομιλία ο Παπαδόπουλος στο Πανεπιστήμιο και τον χειροκροτούσαν τότε τα ρεντίκολα και την ίδια ώρα εγώ κρέμαγα πανό. Το έφερε η Γιουγιούκα, είχε μέσα και προκηρύξεις. Καθώς άνοιγε, οι προκηρύξεις έπεφταν στον αέρα. Τότε μια κοπέλα, μια φοιτήτρια, ήρθε και της λέω… «Φύγε φύγε, θα πάθεις κακό», γιατί φοβήθηκα μήπως μου το χαλάσει. Εφυγε τροχάδην…

Εν συνεχεία, αυτή η ομάδα -η δική μου- επέζησε και όταν ο «Ρήγας» χτυπήθηκε το ’68, τον ανασυγκροτήσαμε μαζί με όσους συντρόφους είχαν μείνει έξω από τις φυλακές.

image006Καταγγελία του Γιάννη Καούνη σε ρυζόχαρτο (φυσική διάσταση) από τις φυλακές Κορυδαλλού, Γενάρης του 1972

Ο «Ρήγας» – Η σύλληψη – Τα βασανιστήρια

image008Το ’68 συνέλαβαν τον τότε γραμματέα του «Ρήγα», Λευτέρη Τσίλογλου, και ανέλαβα εγώ, αν και δεν ήμουν στην επετηρίδα. Εγινε, μάλιστα, εκλογή μου έπειτα από πρόταση του Γραφείου Εσωτερικού. Το ’69 ήταν η καλύτερη εποχή του «Ρήγα». Με επικεφαλής τον Δημήτρη Λογοθέτη, βγάλαμε 7-8 τεύχη του «Θούριου», μαζεύτηκαν λεφτά, έγιναν στρατολογήσεις και για πρώτη φορά βγάλαμε αφίσες (ο Σκρουμπέλος τις ζωγράφιζε και εγώ έγραφα τα κείμενα). Αυτές έδωσαν κύρος και αέρα για τον «Ρήγα» στο εξωτερικό.

Καθοδηγητής αρχικά ήταν ο Μπάμπης Θεοδωρίδης, καλός και αγαπητός σύντροφος. Πέθανε το 2005. Ο πρώτος γραμματέας της οργάνωσης ήταν ο Μίμης Μανωλάκος. Μετά ήταν ο Λευτέρης Τσίλογλου, τέλη του ’68, όταν ο Μανωλάκος αναβαθμίστηκε στο επίπεδο καθοδήγησης όλης της νεολαίας. Ο Λευτέρης συλλαμβάνεται τον Νοέμβρη του ’68 και αναλαμβάνει να ανασυντάξει τις εναπομείνασες δυνάμεις ο Μανωλάκος.

Ο τελευταίος αποσύρεται σε 2-3 μήνες, αναθέτει σε μένα υπηρεσιακά καθήκοντα και διαφεύγει στο εξωτερικό. Τον Φλεβάρη του ’69, ο Μπάμπης Θεοδωρίδης αναλαμβάνει την καθοδήγησή μου και καλεί όσα μέλη του «Ρήγα» δεν έχουν συλληφθεί να αποφασίσουμε για νέο γραμματέα. Εκλέγομαι, με αμφισβήτηση πολύ σοβαρή. Αμφισβητείται και ο Μπάμπης Θεοδωρίδης -όχι για τη δράση του, αλλά για τις απόψεις του, λόγω της διάσπασης του κόμματος, τότε. Μετά τη σύλληψή μου, τον Οκτώβρη του ’69, εξελέγη ο K. Κωσταράκος νέος γραμματέας. Αυτός έπρεπε να γίνει. Αυτός ήταν και ο τελευταίος παράνομος γραμματέας του «Ρήγα». Αργότερα, ανέλαβε ο Τσακιράκης και, τέλος, ο Δημήτρης Βούλγαρης.

Με συνέλαβαν τον Οκτώβρη του ’69 στη Ν. Ιωνία. Είχα πάει να συναντήσω τον σύντροφο, παιδικό μου φίλο και μετέπειτα γραμματέα του «Ρήγα», Κώστα Κωσταράκο. Με συνέλαβαν έξω από το σπίτι του. Το έσκασα για να μην πιάσουν τον Κώστα -ευτυχώς γλίτωσε- και μ’ έπιασαν, φωνάζοντας «κλέφτης κλέφτης» στον δρόμο, με αποτέλεσμα να με σταματήσουν απλοί πολίτες.

Στην Ασφάλεια ήθελαν να μάθουν τα πάντα. Αναγκαστικά κάτι λες. Αυτά που ξέρεις ότι ξέρουν, συνήθως. Θυμάμαι ότι είχα κάποια τηλέφωνα επάνω ραμμένα στη ζωστήρα μου, με έναν ευρηματικό τρόπο, Μόλις με έπιασαν τα εξαφάνισα.

Στη Ασφάλεια έμεινα 33 ημέρες. Τα βασανιστήρια ήταν πάρα πολύ σκληρά: φάλαγγας, εικονικές εκτελέσεις, απόπειρα παλουκώματος… Αλλά δεν θέλω ν’ ανοίξω αυτό το κεφάλαιο τώρα, γιατί θέλει ειδική μελέτη. Δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει και θεωρώ υπεύθυνους και τους ιστορικούς και τους κομματικούς που δεν έχουν ανοίξει αυτό το κεφάλαιο και ούτε θέλουν.

Πρέπει να μελετηθεί σοβαρά το τι ήταν τα βασανιστήρια, τι επιπτώσεις είχαν στην ψυχολογία του ανθρώπου, στο μυαλό του, στο μέλλον του και την εξέλιξή του. Υπήρξαν άνθρωποι που τρελάθηκαν. Πέρα από το σωματικό…

Είναι ένα ειδικό θέμα, που είναι πολύ σοβαρό για να το πιάσουμε τώρα και πολύ μεγάλη ευθύνη που δεν το έχουμε πιάσει ακόμη.
Ετσι, για να βάζουμε τα πράγματα στη θέση τους και να γίνει και μια διαπαιδαγώγηση σε όσους νομίζουν ότι ήταν απλά τα πράγματα… «Για μια προκήρυξη σας πιάσανε και πήγατε φυλακή;», μας έλεγαν οι ΚΚΕδες μετά το ’73. Τι να τους πεις; Πώς να τους εξηγήσεις πως αυτή η προκήρυξη ήταν χτύπημα στην καρδιά της δικτατορίας. Δεν ήταν μια «απλή προκήρυξη». Ήταν η ελευθερία της γνώμης, ήταν η ελευθερία της αμφισβήτησης, που έχει μεγαλύτερη δύναμη από δέκα όπλα! Αυτό αποδείχτηκε και στη Γαλλική Επανάσταση και στην ελληνική. Ο Διαφωτισμός έδωσε, στην πρώτη περίπτωση, τα όπλα στον λαό. Ο Ρήγας Φεραίος στη δεύτερη. Ο Κοραής, οι μεγάλοι Ελληνες του Διαφωτισμού… Αυτοί ενεργοποίησαν το φρόνημα τότε. Αλλά και την παγκόσμια, ευρωπαϊκή και αμερικανική, κοινή γνώμη.

Η δίκη. Η φυλακή

image010Στη δίκη μας ήταν ο Μαγκάκης δικηγόρος και ο Αργυρόπουλος. Εκεί ο μακαρίτης ο Κιζιρίδης -ήταν και Πόντιος και γενναίο παιδί- είπε: «Τι είναι αυτό το στρατοδικείο; Δικαστήριο σκοπιμότητας!». Τον κατηγόρησαν ότι εξυβρίζει το δικαστήριο και από δικηγόρο τον έκαναν κατηγορούμενο.

Μου έριξαν δώδεκα χρόνια καταδίκη και στο αναθεωρητικό οκτώ. Τα πέρασα στον Κορυδαλλό. Δεν ομολόγησα ποτέ ότι ήμουν γραμματέας του «Ρήγα». Εξάλλου, αυτούς τους κανόνες ακολουθούσαμε στην οργάνωση: Ηταν αρχή μας να μη λέμε την ιδιότητά μας, ούτε ποιοι είμαστε, ούτε τι κάνουμε. Δεν ήξεραν όλοι ποιοι ήταν στην κορυφή.

Στη φυλακή δραστηριοποιήθηκα στο γραφείο της καθοδήγησης. Βγάζαμε και το περιοδικό «Τετράδια», στο οποίο ήμουν συντάκτης. Βγήκα με την αμνηστία του ’73 και πήγα στρατό έως το ’75.

Είναι σημαντικό να πούμε ότι και οι δύο αμνηστίες που δόθηκαν κατά τη διάρκεια της χούντας, τον Δεκέμβρη του ’67 και τον Αύγουστο του ’73, κατά την προσωπική μου εδραιωμένη εκτίμηση δόθηκαν εξαιτίας της αντίστασης του στρατού: Την πρώτη φ,ορά στο κίνημα του βασιλιά και τη δεύτερη με το «Βέλος» (σ.σ. αντιτορπιλικό του Πολεμικού Ναυτικού, που στασίασε εναντίον της χούντας και ζήτησε άσυλο στην Ιταλία). Αυτά ταρακούνησαν γερά τη δικτατορία. Δεν θα το υπέγραψα εγώ ότι ο λαός έριξε τη δικτατορία. Στον αγώνα όσων αντιστάθηκαν ήταν και δυνάμεις που ανήκαν στην ίδια τη συγκρότηση του κράτους… και φυσικά η δικτατορία τελικά κατέρρευσε λόγω της τραγωδίας της Κύπρου.

Οι αντιδράσεις του κόσμου και οι δυναμικές ενέργειες

Το πνεύμα της εποχής δεν ήταν αντιδικτατορικό. Η χούντα, κατά τη γνώμη του κόσμου (όπως μας έλεγαν άνθρωποι που συναντούσαμε στα κουρεία, στα ταξί, στα μπακάλικα), ήταν καλή. Ελεγαν «καλά περνάμε», οικονομικά ο Παπαδόπουλος έδινε παροχές (είχαν μαζευτεί πολλά λεφτά στα ταμεία τότε. Η οικονομική κρίση ήρθε αργότερα.

Εμείς με τον «Ρήγα» ήμασταν που μπολιάσαμε την αντίληψη της μαζικής πάλης (όπως χαρακτηριστικά γράφαμε εγώ και ο Κωσταράκος, στον «Θούριο» το ’69) και όχι της μεμονωμένης αντιδικτατορικής που κάναμε εμείς έως τότε. Μπολιάσαμε την αντίληψη να δημιουργηθούν συνδικαλιστικές επιτροπές. Πράγματι, αυτές έκαναν μια ζύμωση, ήρθαν αλλαγές στα Πανεπιστήμια, με εκλογές στους συλλόγους κ.λπ.

Οπότε δεν θα πω ότι ο κόσμος αντιδρούσε ιδιαιτέρως αντίθετα απέναντι στη χούντα. Οσον αφορά τις αντιδράσεις στα όσα κάναμε εμείς τα πρώτα χρόνια με τον «Ρήγα», αυτές ήταν μάλλον έκπληξη και κατανόηση. Κάποιοι μπορεί να πίστευαν ότι γίνονταν και περισσότερα πίσω από όσα κάναμε. Κάποιοι απλώς χαμογελούσαν.

Το βέβαιο είναι πως υπήρχαν κι άλλοι που έκαναν κάποιες δράσεις -μαγνητόφωνα, βόμβες (από τη Δημοκρατική Αμυνα, για παράδειγμα). Εμείς πάντως δεν το κάναμε αυτό. Και υπήρχε λόγος: Εμείς δεν πιστεύαμε στη μαζική τρομοκρατία. Την ατομική την υπολογίζαμε, αλλά δεν τη χρησιμοποιούσαμε. Και κυρίως είχαμε έναν σημαντικότατο λόγο, που εμένα με διαπαι-δαγώγησε και με έκανε να είμαι στοχαστικός απέναντι σ’ αυτά: αυτός ήταν πως οι χουντικοί είχανε ομήρους στα χέρια τους. Είχανε τόσους εξόριστους… Δηλαδή να σκοτώναμε τον Παπαδόπουλο για να σκοτώσουν αυτοί μετά συντρόφους;

Αυτό ήταν ένα βασικό εμπόδιο. Αν το πιστεύαμε θα το κάναμε -είχαμε και το θάρρος και την ικανότητα και την αυτοθυσία. Αλλά δεν το πιστεύαμε. Ούτε εμείς, ούτε η καθοδήγησή μας. Να εξηγηθώ: Το ’69 ήταν το Γραφείο Εσωτερικού και ο «Ρήγας». Το Γραφείο Εσωτερικού είχε ρίξει όλες του τις δυνάμεις στον αντιδικτατορικό αγώνα. Το ΚΚΕ έκανε κομματικό, ταξικό αγώνα, στη βάση ότι «αυτή είναι η δουλειά μας» και πως «ο ταξικός μας αγώνας θα είναι πιο αποτελεσματικός αν έχουμε δημοκρατία». Αυτός ήταν ο ιδεολογικός πυρήνας του ΚΚΕ. Προηγηθήκαμε εμείς, μας σάρωσαν με τις συλλήψεις και μόνο μετά το ’72 παρουσιάστηκε η ΚΝΕ.

image012

Αποτίμηση

Γενικά, ο αγώνας μας ήταν σωστός (εννοώ από άποψη μορφής και δομής). Ειδικά, όμως, δεν είχε γίνει δουλειά για το πώς θα ρίξουμε τη δικτατορία και τι θα ακολουθήσει. Και σ’ αυτό έφταιγε, κατά τη δική μου εκτίμηση, ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος στην αρχή δεν ήθελε τον βασιλιά, μετά δεν ήθελε εμάς, μετά ήθελε να κυριαρχήσει στο εξωτερικό, που το όνομά του ήταν ευρέως γνωστό. Εμείς είχαμε μόνο μία υποστήριξη, αυτή των ευρωκομμουνιστών -της Σουηδίας, της Ολλανδίας και κυρίως της Ιταλίας, με τον περίφημο Μπερλινγκουέρ.

Αργότερα, μας βοήθησε το Συμβούλιο της Ευρώπης. Και ήταν πολλοί αυτοί που το έστησαν, όχι μόνο οι τρεις που κατέθεσαν. Υπήρχε κόσμος που το οργάνωσε αυτό και ποτέ δεν έγιναν γνωστοί. Εγινε πάταγος τότε με το Συμβούλιο αυτό. Το Ιδρυμα Φουλμπράιτ βοήθησε. Το κόμμα το ιταλικό που έδινε στέγη, βοήθεια. Αυτά τα ξεχάσαμε. Ηταν μεγάλη ιστορία…

Είναι μεγάλη η ιστορία του «Ρήγα» -είναι περισσότερο από το ένα βασανιστήριο, τις δέκα φυλακές ή τις πέντε δίκες. Ναι, είναι σαν να μην έχει περάσει ούτε μια μέρα από τότε μέσα μου και ποτέ δεν εγκατέλειψα αυτή την ανάγκη να έχουμε ένα νόημα, μια ελευθερία, μια δυνατότητα… Αυτά είναι ανεξάρτητα από τις πολιτικές, συγκυριακές επιλογές που κάνει ο καθένας -αυτές δεν έχουν και τόση σημασία…

Μέσα στη φυλακή, για να καταλάβετε, παρ’ όλο που ήμασταν μία οργάνωση, ένα κόμμα, παρ’ όλα αυτά είχαμε διαφορετικές γνώμες και ψηφίζαμε διαφορετικά. Αυτό ήταν το ΚΚΕ Εσωτερικού. Είχε ελευθερία, άνεση γνώμης, επιστήμη.

Πρώτοι εμείς, από τη νέα γενιά, είπαμε πως παλεύουμε για τον επιστημονικό σοσιαλισμό μέσω της δημοκρατίας, πως θέλουμε ελευθερίες. Τα δικά μας παιδιά, οι Ρηγάδες οι νεότεροι, βγήκαν στους δρόμους και μίλησαν για την ελευθερία της σεξουαλικής επιλογής και τότε οι Κνίτες τους κορόιδευαν και τους έβριζαν πρόστυχα. Τα δικά μας παιδιά έβαλαν θέματα ανανέωσης και εκσυγχρονισμού των σπουδών. Οι άλλοι μας έλεγαν: «Γιατί μιλάτε; Αφού αυτά ταράζουν τη δικτατορία και τη ρίχνουν!». Μα γι’ αυτό ακριβώς παλεύαμε εμείς.

Ολα αυτά που έκανα, τα κρατάω όσο ζω. Και με όλους τους παλιούς συντρόφους, όταν ξανασυναντιόμαστε, τα λέμε πάλι με χαρά.
Αυτά είναι βιωματικά πράγματα -ή τα ζεις ή δεν τα ζεις. Και αν τα ζεις, τα κρατάς για όλη σου τη ζωή και την καθορίζουν. Μέχρι σήμερα με βοηθούν αυτές οι βιωματικές μνήμες. Μου δίνουν δύναμη, με γεμίζουν αυτοπεποίθηση. Γιατί ξέρω πώς γράφτηκε η Ιστορία.

Μία απάντηση στο “Η πρώτη μεγάλη διαδήλωση στην Ερμού με 12 άτομα”

  1. Συγκλονιστικό! Έχω την τιμή να έχω γνωρίσει τον Γιάννη Καούνη, να έχουμε πιει παρέα ένα ποτήρι κρασί, αλλά για όλα αυτά, μιλούσε από ελάχιστα έως καθόλου. Επιτέλους, μίλησε ο άνθρωπος που ξέρει πώς γράφτηκε η ιστορία, γιατί είναι ένας από αυτούς που την έγραψαν.

Γράψτε απάντηση στο Ελένη Αποστολοπούλου Ακύρωση απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *