Ο Μάρκος Βαμβακάρης και η πολιτική

389639Του Γ.Γ

Το δεύτερο κεφάλαιο –το πρώτο βρίσκεται εδώ– από το βιβλίο του Νέαρχου Γεωργιάδη «Ο Μάρκος όπως τον γνώρισα. Ο Βαμβακάρης από το Α ως το Ω»

Εκείνη την εποχή είχε κυκλοφορήσει η φήμη ότι ένας Κύπριος φοιτητής της Νομικής είχε μεγάλη συλλογή λαϊκών τραγουδιών από δίσκους γραμμοφώνου, που ήταν τότε δυσεύρετοι. Ο πεζογράφος Γιώργος Μανιάτης με κάλεσε στο διαμέρισμά του, στην Πλατεία Εξαρχείων, για να κάνουμε ακρόαση των δίσκων μου. Εκεί ήρθαν επίσης ο Μάνος Λοΐζος κι ο στιχουργός του, ο Γιάννης Νεγρεπόντης. Στη διάρκεια της ακρόασης κατάλαβα ότι ο Νεγρεπόντης είχε κρύψει ένα μικρό μαγνητόφωνο μέσα στο χαρτοφύλακά του και η «συνωμοσία» αποκαλύφθηκε, όταν το μαγνητόφωνο άρχισε να κάνει θόρυβο. Αυτό μου φάνηκε αστείο και τους είπα ότι δεν υπήρχε λόγος να ηχογραφούνε λαθραία κι ότι τους έδινα το δικαίωμα να το κάνουν ελεύθερα και φανερά.

Τότε είχα γνωρίσει και τον ποιητή Θωμά Γκόρπα, ο οποίος λίγο αργότερα άρχισε να συνεργάζεται με το νεοεμφανιζόμενο συνθέτη Γιάννη Γλέζο. Στο σπίτι του Γιάννη Γλέζου τον άκουσα να παίζει και να τραγουδά δυο τρία τραγούδια που είχε συνθέσει πάνω σε στίχους του Γκόρπα, τραγούδια που δεν έμελλε ποτέ να κυκλοφορήσουν σε δίσκο:

Εμείς δεν έχουμε βίλες στην εξοχή και το δικό μας το τσαρδί σαν φυλακή κι αυτό με νοίκι.
Μα έχουμε πλούτη την καρδιά μας τη χρυσή και το δικό μας το κορίτσι έχει ψυχή και μας ανήκει.
Τα μάτια της αγάπης μου είναι το φως μου και ο καθρέφτης του αυριανού του κόσμου.

Ο Μάνος Λοΐζος και ο Γιάννης Γλέζος είπαν στον Μίκη Θεοδωράκη για μένα και τη συλλογή μου κι έτσι ο Μίκης με κάλεσε να συναντηθούμε. Τότε (1965) στον Πειραιά είχε εκλεγεί ένας αριστερός δήμαρχος, ο οποίος διόρισε τον Θεοδωράκη πολιτιστικό υπεύθυνο και του παραχώρησε και ένα γραφείο στο δημοτικό μέγαρο. Ο Λοΐζος και ο Γλέζος φτάσαν πρώτοι στο γραφείο του Μίκη, με IX ή με ταξί. Εγώ με τον Γκόρπα πήγαμε λίγο αργότερα με τον ηλεκτρικό. Ο Μίκης εγκωμίασε την προσπάθειά μου και μου πρότεινε να καταθέσω τη συλλογή δίσκων που είχα, στο γραφείο του, για να δημιουργηθεί ένα αρχείο Λαϊκού Τραγουδιού. Στη συνέχεια θα έδινε στον Λοϊζο, τον Γλέζο κι εμένα μαγνητόφωνα να οργώσουμε την Ελλάδα, όπως είπε, και να καταγράψουμε συνεντεύξεις και μαρτυρίες γύρω από το Λαϊκό Τραγούδι. Να πάρουμε συνεντεύξεις από τον Τσιτσάνη, τον Παπαϊωάννου, τον Μητσάκη και άλλους. Σε κάποια στιγμή του λέω:

– Υπάρχει κι ο Μάρκος Βαμβακάρης.

-Αλήθεια; Ζει ο Μάρκος; είπε έκπληκτος ο Μίκης.

– Ζει και μένει στην Κοκκινιά, στα Άσπρα Χώματα… Τον είδα, του πήρα συνέντευξη.

– Τα τραγούδια αυτών των λαϊκών – του Βαμβακάρη, του Τσιτσάνη, μοιάζουν με αγριολούλουδα που φυτρώνουνε μόνα τους πάνω στο βουνό, είπε ο Μίκης. Πέφτει η βροχούλα και τα ποτίζει, περνούνε τα πουλιά, ρίχνουν τις κουτσουλιές τους κι αυτό είναι το λίπασμά τους… Τα τραγούδια εμάς των έντεχνων – του Χατζιδάκι, εμένα, μοιάζουν με τα λουλούδια του κήπου, που κάποιοι τα σκαλίζουνε, τα ποτίζουνε, τους βάζουνε λίπασμα και γενικά τα καλλιεργούνε…

– Αυτά τα λες γιατί θέλεις να μειώσεις τον Βαμβακάρη και τον Τσιτσάνη, τον έκοψε απότομα ο Θωμάς Γκόρπας, που ήταν γνωστός για τον εριστικό χαρακτήρα του.

– Εγώ;! Εγώ με τον Τσιτσάνη είμαστε ένα και δεν μπορεί κανείς να μας διαχωρίσει! είπε ο Μίκης, σφίγγοντας μεταξύ τους τα δυο του χέρια και αλλάζοντας χρώματα από την ταραχή του.

Η συζήτηση έγινε ακόμα πιο έντονη με ανταλλαγή χαρακτηρισμών και η συνάντηση εκείνη διαλύθηκε. Περιττό να πω ότι η συνεργασία Γιάννη Γλέζου και Θωμά Γκόρπα ματαιώθηκε. Βγάζω αυτό το γεγονός από τη μνήμη μου και το βάζω στο χαρτί, γιατί πιστεύω ότι έτσι μεταφέρω την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής και τις αναζητήσεις γύρω απ’ το ελληνικό τραγούδι.

– Προς τα πού πας; με ρώτησε ο Μίκης.
– Θα πάω προς Αθήνα, του απάντησα.
– Κι εγώ προς Αθήνα πηγαίνω. Έλα να σε πάρω μαζί μου.

Στη διάρκεια της διαδρομής, οι κουβέντες του δεν ήταν αυτές που περίμενα. Άρχισε να μου εκθειάζει τις αρετές του αυτοκινήτου του και ήτανε λες και άκουγα κάποια διαφήμιση:

-Αυτό το Σιτροέν είναι το τέλειο αυτοκίνητο! Έχει θαυμάσιο σουστάρισμα… Όση ταχύτητα και να αναπτύξεις, δεν το νιώθεις ότι τρέχει… Ακόμα και να φύγει ο ένας τροχός, αυτό θα εξακολουθήσει να τρέχει…

Εγώ δεν είχα ιδέα από ιδιωτικά ιδιόκτητα αυτοκίνητα. Πάντως δεν πίστευα στ’ αυτιά μου γι’ αυτά που άκουγα. Νόμιζα πως ζούσα μέσα σε ένα βασανιστικό όνειρο. Σε λίγο, καθώς περνούσαμε έξω από ένα στάδιο, που πρέπει να ήταν του Ολυμπιακού, ο Μίκης άνοιξε μια καινούργια κουβέντα:

– Ξέρεις, εγώ είμαι Ολυμπιακός και συχνά πηγαίνω να βλέπω που παίζει η ομάδα μου. Κάνω μεγάλη χαρά, όταν οι παίκτες του Ολυμπιακού βάζουνε τέρμα…

Εγώ, για να φέρω την κουβέντα στα νερά μου, του είπα:

– Ξέρεις, Μίκη, πριν δυο τρία χρόνια, όταν ήμουνα στο γυμνάσιο, μαζί με το μικρότερο αδερφό μου, ήμασταν οι πρώτοι που μαθαίναμε τα τραγούδια σου. Μόλις τα ακούγαμε για πρώτη φορά από το ραδιόφωνο, έγραφα εγώ τους στίχους κι ο αδερφός μου έπιανε τη μελωδία στο ακορντεόν. Κι αμέσως μετά, τα τραγουδούσαμε.
Και τότε ήρθε το αποκορύφωμα:

– Ξέρεις, αυτά τα τραγούδια μου, που ο κόσμος τα θαυμάζει και ενθουσιάζεται, δεν είναι παρά τραγουδάκια, που δε με εκφράζουν απόλυτα. Με αυτά θέλω να κερδίσω το λαό, ώστε αργότερα να τον φέρνω στα γήπεδα, για να μπορεί να παρακολουθήσει συμφωνικές ορχήστρες, ορατόρια, λαϊκές όπερες… Αυτά είναι που με εκφράζουν εμένα…

Από την αμηχανία μου και τη δυσφορία μου ίδρωνα και ξεΐδρωνα. Παρακαλούσα να φτάσουμε μια ώρα γρηγορότερα για να κατέβω. Κι έτσι, μόλις φτάσαμε στην Ομόνοια, κι ενώ ο Μίκης θα συνέχιζε προς την κατεύθυνση του σπιτιού μου, βιάστηκα να του πω: «Εδώ, εδώ θα κατέβω!» Κατέβηκα και λυτρώθηκα.

Από τον πρώτο καιρό της φοιτητικής μου ζωής, που κράτησε δέκα χρόνια (1962 -1972) είχα ενταχθεί στη Νεολαία της Αριστεράς, που τότε αντιπροσωπευόταν από την ΕΔΑ. Το Μάη του 1963 είχα φιλήσει το νεκρό σώμα του Γρηγόρη Λαμπράκη, που είχε εκτεθεί σε δημόσιο προσκύνημα στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης των Αθηνών, και είχα ακολουθήσει, με τα πόδια, την πάνδημη κηδεία του, μέχρι το Α’ Νεκροταφείο. Λίγους μήνες αργότερα η Νεολαία μας μετονομαζόταν σε Νεολαία Λαμπράκη. Οι Λαμπράκηδες της Νομικής, μάλιστα, εκδίδαμε και τυπωμένο περιοδικό που λεγότανε Διάλογος. Σε δυο τεύχη αυτού του περιοδικού δημοσίευσα στις αρχές του 1965 δυο κείμενα με τον τίτλο: «Το Ελληνικό Λαϊκό Τραγούδι», όπου προσπαθούσα να δώσω ορισμό, περιγραφή και περιοδολόγηση αυτού του είδους που «κατάκτησε τη συμπάθεια των λαϊκών μαζών και εξαπλώθηκε από τα αστικά κέντρα, όπου ήταν το λίκνο του, μέχρι τις πιο απόκεντρες γωνιές…»

Τον Ιούλιο του 1965, ο νεαρός και αυταρχικός βασιλιάς Κωνσταντίνος έδιωξε το νόμιμα εκλεγμένο πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου και διόρισε στη θέση του το φαιδρό ποιητή και αποστάτη Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα, γνωστόν και ως «Γαργάλατα». Οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας που συγκλόνιζαν καθημερινά την Αθήνα βασίζονταν κυρίως σ’ εμάς τους Λαμπράκηδες και στην Αριστερή Πτέρυγα της Νεολαίας του Κέντρου. Πολλές φορές αυτές οι διαδηλώσεις μας έπαιρναν τη μορφή πάλης σώμα προς σώμα με τους αστυνομικούς, που είχαν κλομπ, μάσκες, κράνη, δακρυγόνα και ασφυξιογόνα. Πολύ κοντά στο σημείο που πάλευα με αστυνομικούς, σκοτώθηκε ο Σωτήρης Πετρούλας.

Τον Αύγουστο ο Κωνσταντίνος διόρισε καινούργιο αποστάτη-πρωθυπουργό, τον πρώην αριστερό Τσιριμώκο. Νέες διαδηλώσεις και συγκρούσεις. Οι δημοκρατικοί οικοδόμοι κατέβαιναν από τις σκαλωσιές για να μπουν στη διαδήλωση κι αποτελούσαν πραγματικά το φόβητρο της αστυνομίας. Μια μέρα, λίγο μετά τη διαδήλωση, πήγα στο φοιτητικό μου δωμάτιο, Θεμιστοκλέους 71, στα Εξάρχεια, κι αφού ξεκουράστηκα λίγο, αποφάσισα να ξαναπάω με το μαγνητόφωνο στον Μάρκο Βαμβακάρη. Στον κάθετο δρόμο και σε απόσταση είκοσι μέτρων, υπήρχε μια πολυκατοικία, όπου έμενε ο τότε φοιτητής του Πολυτεχνείου Παναγιώτης Κουνάδης.

Έτυχε, λοιπόν, την ώρα που έβγαινα από την πόρτα, κρατώντας το μαγνητόφωνο, να πηγαίνει από την πολυκατοικία του κι εκείνος. Ήρθε προς το μέρος μου κι άρχισε να μου λέει ότι τώρα θα πάει στη Νέα Φιλαδέλφεια κι ότι θα διοργανώσουν άλλη μια εκδήλωση για τον Μίκη Θεοδωράκη, και τα παρόμοια. Εγώ όλ’ αυτά τα θεωρούσα κοινά και τετριμμένα. Άλλη μια συναυλία Θεοδωράκη σε τι θα ωφελούσε, αφού η Αριστερά είχε αναλάβει εργολαβικά την προβολή του μουσικοσυνθέτη;

– Όλ’ αυτά είναι τρίχες! του λέω. Ξέρεις τον Μάρκο Βαμβακάρη;

– Τον Μάρκο; Βέβαια! Τον έχω ακουστά.

– Ε, λοιπόν, εγώ τώρα πάω στον Μάρκο Βαμβακάρη να του πάρω συνέντευξη κι αν θέλεις μπορείς να ’ρθεις μαζί μου.

– Εντάξει, θα ’ρθω, μου είπε αναπάντεχα. Περίμενε μόνο να φέρω και μια φωτογραφική μηχανή.

Φτάσαμε στον Μάρκο Βαμβακάρη (μαζί μας είχαμε και το φοιτητή της Νομικής Δημήτρη Ριζιώτη) κι ο Παναγιώτης τράβηξε τις γνωστές φωτογραφίες του Μάρκου που κρατάει το μπουζούκι έξω απ’ το σπίτι του, φορώντας κοντομάνικη φανέλα και σάνδαλα. Φωτογράφισε ακόμα κι εμένα, που κρατάω ένα χαρτοφύλακα, και τον Ριζιώτη, την ώρα που έχουμε ανάμεσά μας το συνθέτη της Φραγκοσυριανής.

Στο υπόγειο που κάτσαμε και πήραμε τη συνέντευξη, ο Παναγιώτης εντυπωσιάστηκε από την αυθεντικότητα, το πάθος και τα τραγούδια που ο Μάρκος πότε ψευτοτραγουδούσε με το μπουζούκι του, πότε απάγγελλε με τη ραγισμένη και παθιασμένη φωνή του. Κάποια στιγμή ρώτησε ο Κουνάδης:

– Μάρκο, ποιον θεωρείς μεγαλύτερο συνθέτη;

-Τον Αττίκ, είπε με απέραντη αφέλεια ο Μάρκος, χωρίς ούτε κατά διάνοια να υποπτεύεται ότι ο ίδιος ήταν πολύ σημαντικότερος από τον Αττίκ.

– Εννοώ από τους λαϊκούς συνθέτες…

-Τον Σκαρβέλη, απάντησε ο Μάρκος. Μου αρέσανε πολύ τα τραγούδια του Σκαρβέλη, που τα τραγουδούσε ο Κάβουρας.

– Και για τον Τούντα, τι γνώμη έχεις; ρώτησα εγώ.

– Ο Τούντας κατάκλεψε όλη την Τουρκιά! απάντησε δογματικά και απαξιωτικά.

Αργότερα βέβαια ο Μάρκος εκδήλωσε τον απεριόριστο θαυμασμό του για τα τραγούδια και τις μουσικές γνώσεις του Τούντα, αλλά είναι φανερό πως επηρεάστηκε πολύ περισσότερο από τα χορευτικά τραγούδια του Σκαρβέλη, κυρίως από τα χασάπικα του (αρκετά απ’ τα οποία μιμήθηκε), παρά από τα τραγούδια του Τούντα, που πολλά δεν ήταν χορευτικά.

Κάποια στιγμή τον ρώτησα για το θέμα που μας έκαιγε εκείνες τις μέρες: Ποια ήταν η γνώμη του για το βασιλιά Κωνσταντίνο;

Ο Κωνσταντίνος είναι ένας κοπρίτης… Εγώ θαύμαζα τον παππού του, που ήτανε βασιλιάς με αρχίδια σαν κουβάδες!

– Και ποιο είναι το καλύτερο κοινωνικό σύστημα κατά τη γνώμη σου;

Ο σοσιαλισμός, παιδί μου! Ο σοσιαλισμός!

Στο λεωφορείο της επιστροφής ο Παναγιώτης Κουνάδης μου λέει:

– Ξέρεις κάτι, ρε Νέαρχε;

– Τι πράμα;

– Αυτοί οι ρεμπέτες είναι σπουδαίοι. Αν δεν ήταν αυτοί, δε θα είχε διαδοθεί το μπουζούκι και δε θα είχανε βγει αυτοί οι μεγάλοι συνθέτες, ο Χατζιδάκις κι ο Θεοδωράκης, που αποτελούν εξέλιξή τους!

-Τι θέλεις να πεις, ρε Παναγιώτη; Ότι ο Χατζιδάκις κι ο Θεοδωράκης είναι ανώτεροι από τους λαϊκούς συνθέτες;

– Σίγουρα είναι ανώτεροι! απάντησε ο Κουνάδης. Τότε του είπα ότι διαφωνούσαμε σε βασικά θέματα και τον παρακάλεσα να μου δώσει τις φωτογραφίες που αποτελούσαν περιουσία του «Ομίλου Φίλων του Λαϊκού τραγουδιού», και να πάψει να ασχολείται με το θέμα, γιατί θα κάνει ζημιά.

Πραγματικά. Σε δυο τρεις μέρες μου έδωσε τις φωτογραφίες, ευτυχώς όμως κράτησε τα αρνητικά. Ευτυχώς, γιατί εγώ τις έχασα στην Κύπρο, όταν έγινε η τουρκική εισβολή του 1974. Μου υποσχέθηκε ότι θα πάψει να ασχολείται με το Λαϊκό Τραγούδι, ευτυχώς όμως δεν κράτησε αυτή την «υπόσχεση». Σταμάτησε να ασχολείται δημόσια μέχρι το 1971, οπότε πήρε εξ αποστάσεως (μέσω του αδερφού του) μια συνέντευξη απ’ τον Βαμβακάρη, και ιδίως μετά τη μεταπολίτευση, οπότε επανήλθε από το Παρίσι δριμύτερος και πρόσφερε πολλά στη διάσωση και την έρευνα του Λαϊκού Τραγουδιού – του Ρεμπέτικου, όπως προτιμά να το ονομάζει. Ωστόσο και σήμερα εξακολουθούμε να έχουμε διαφορετικές απόψεις ως προς τον ορισμό και κυρίως ως προς την περιοδολόγηση του Λαϊκού Τραγουδιού.

Το 1965 και 1966 κύλησε με διαδηλώσεις, επιδρομές στο Μοναστηράκι για δίσκους και βιβλία και αλλεπάλληλες επισκέψεις στον Βαμβακάρη και σε άλλους λαϊκούς συνθέτες και τραγουδιστές, έχοντας μαζί μου πότε τον Γιάννη Καούνη, πότε τον Μανόλη Δημητριανάκη, πότε τη Χριστίνα Λαλιώτου, πότε την αδελφή της Τασία και πότε άλλους φοιτητές. Ο σκοπός μου ήταν να δείχνω στον Μάρκο ότι είμαστε πολλοί κι ότι έχουμε κάποια επιρροή, για να τον κάνω να μας εμπιστεύεται και να συνεργάζεται μαζί μας. Ένας άλλος στόχος μου ήταν να μερακλώσω τους συμφοιτητές μου κι έτσι να δημιουργήσουμε και να λειτουργήσουμε μια θεσμική οργάνωση διάσωσης, μελέτης και προβολής του Λαϊκού Τραγουδιού. Ήδη από το καλοκαίρι του 1965 είχαμε ονομάσει αυτή την ομάδα «Όμιλο Φίλων του Λαϊκού Τραγουδιού».

Η Τασία Λαλιώτου μου θύμισε πρόσφατα πόση εντύπωση της έκανε η τρυφερότητα και η ευγένεια της κυρα-Βαγγελιώς που, μαζί με το γλυκό του κουταλιού, μας πρόσφερε κι από ένα μυρωδάτο κλωνί βασιλικό.

Σ’ αυτό το διάστημα γνώρισα και τα άλλα παιδιά του ζεύγους Βαμβακάρη: ο μεγάλος, ο Βασίλης, είχε γεννηθεί στα χρόνια της Κατοχής. Σε αντίθεση με τους άλλους δυο, ήταν ξανθός και μέτριου αναστήματος, αλλά το ίδιο ευγενικός και χαμογελαστός. Αυτός είχε σπουδάσει σε σχολή εμπορικού ναυτικού και προοριζόταν τότε για υποπλοίαρχος. Φαίνεται ότι το θαλασσινό και ναυτικό παρελθόν της Σύρου κυλούσε μέσα στις φλέβες του. Ο δεύτερος, ο Στέλιος, ήταν πιο μελαχρινός, ευγενικός, αλλά συνάμα πιο ομιλητικός και σβέλτος στις αντιδράσεις του. Φαινόταν ότι ήδη σ’ εκείνη την ηλικία των 18-19 χρόνων είχε μεγάλη πείρα της ζωής και ότι ήταν το δεξί χέρι του πατέρα του. Ο μικρός Δομένικος, που χαϊδευτικά τον φωνάζανε Ντομινίκο, ήταν ντροπαλός και έμοιαζε της μητέρας του στο πρόσωπο και στη συμπεριφορά.

Το φουμάρισμα του χασίς ήτανε ταυτόχρονα η περηφάνια και η ντροπή του Μάρκου. Μια λεπτομέρεια, που δεν είναι γραμμένη μέσα στην Αυτοβιογραφία του, είναι ότι η παρέα των καπνιστών αγόραζε ταψιά με μπακλαβάδες ή γαλακτομπούρεκα. Κι αφού μαστουρώνανε, τους έπιανε η πείνα για γλυκά. Πέφτανε, λοιπόν, πάνω στα ταψιά και τα ξεπαστρεύανε! Ήταν φανερό ότι ο Μάρκος κάπνισε πολύ στον καιρό του. Όμως την εποχή που τον γνωρίσαμε, οι γιατροί του είχαν απαγορέψει και τα γλυκά, αλλά ο Μάρκος παραβίαζε αυτή την απαγόρευση, πράγμα που μερικά χρόνια αργότερα θα τον έριχνε σε κώμα και θα τον οδηγούσε στον τάφο.

Ήταν εξήντα χρονών κι έδειχνε για ογδόντα. Οι γιατροί, και προπαντός η κακή κατάσταση της υγείας του, του είχανε απαγορέψει την ερωτική πράξη. Αλλά, όταν έβλεπε ωραίες κοπέλες, ζωήρευε, το μάτι του γυάλιζε και κοίταζε λοξά κι αναστέναζε. Ανάμεσα απ’ τα χείλη του ξέφευγαν φράσεις, όπως: «Αχ, ας ήμουνα λίγα χρόνια πιο νέος…». Μια φορά μου εκμυστηρεύτηκε, με ύφος συνωμοτικό, ότι είχε ένα άλμπουμ με τις φωτογραφίες όλων των γυναικών, που είχε αγαπήσει και είχε σχέσεις μαζί τους. Αυτό το άλμπουμ το έκρυβε στο σπίτι μιας από τις αδερφές του, για να μην το δει η κυρα-Βαγγελιώ.

Αγαπούσε τους ανθρώπους και ήθελε πάντα να κάνει το καλό στους άλλους. Γι’ αυτό έγραφε στις σελίδες των τετραδίων το μυθιστόρημα Κατάδικος ευεργέτης. Η κεντρική ιδέα ήταν ότι ο βασικός ήρωας, αν και κυνηγημένος και κατεστραμμένος ο ίδιος, όταν από κάποιο γύρισμα της τύχης γίνεται πλούσιος, ευεργετεί τους φτωχούς και τους αναξιοπαθούντες. Έτσι ξεπλένει τα κρίματά του και δικαιώνεται. Μια μέρα άρχισε να μου λέει:

– Τον καιρό της Κατοχής ήρθανε κάποιοι να σκοτώσουν έναν εδώ στη γειτονιά μας. Μπήκα στη μέση εγώ και τους είπα: «Είναι φουκαράς, έχει γυναίκα και παιδιά, αφήστε τον να ζήσει!» Με ακούσανε και δεν τόνε σκοτώσανε!

– Τι ήταν αυτός; ρώτησα. Δεξιός ή αριστερός;

– Δεν ξέρω τι ήτανε, είπε ο Μάρκος και συνέχισε. Λίγο καιρό αργότερα ήρθανε κάποιοι άλλοι να σκοτώσουνε κάποιονε στην παρακάτω γειτονιά. Μπήκα πάλι στη μέση και τους λέω: «Βρε παιδιά, αυτός είναι ένας φτωχός βασανισμένος, με οικογένεια. Μην τον σκοτώσετε!» Πάλι με ακούσανε και φύγανε χωρίς να τον πειράξουνε.

– Τι ήτανε; ρώτησα πιο επίμονα. Δεξιός ή αριστερός;

– Δεν ξέρω τι ήτανε… Και μια τρίτη φορά πάλι τα κατάφερα να γλιτώσω κάποιον που θα τον σκοτώνανε.

– Δεξιός ή αριστερός; ξαναρώτησα.

– Δεν έχει σημασία, παιδί μου, αν είσαι δεξιός ή αριστερός, ξέσπασε ο Μάρκος αγανακτισμένος. Αρκεί να είσαι καλός άνθρωπος!

Σαν για να συμπληρώσει τις εντυπώσεις που μου δημιούργησε, μου είπε ότι εκείνα τα χρόνια είχε γράψει και το τραγούδι. Στην Κοκκινιά την κόκκινη. Αμέσως κινητοποιήθηκε το ενδιαφέρον μου και του είπα να μου απαγγείλει τους στίχους.

– Δεν το θυμάμαι, μου είπε, αλλά νομίζω πως το έχω φυλαγμένο σ’ εκείνη την κασέλα. Και μου δείχνει ένα μπαούλο σε μια άκρη του υπογείου του. Θα ψάξω κι αν το βρω, θα σου το δείξω.

Δυστυχώς, οι στίχοι αυτού του τραγουδιού δε βρέθηκαν ποτέ Αντίθετα, εγώ, ψάχνοντας στην Εθνική Βιβλιοθήκη, βρήκα μέσα σε κάποιο περιοδικό τους στίχους του τραγουδιού Το Χαϊδάρι, σύνθεση του Μάρκου Βαμβακάρη. Το αποστήθισα,κι όταν ο Μάρκος μου είπε ότι δεν το θυμόταν και με παρακάλεσε να του το αντιγράψω, του το αντέγραψα από μνήμης.

Σήμερα, που τα ξανασκέφτομαι όλα αυτά, λέω ότι δεν πρέπει να βιαζόμαστε να χαρακτηρίσουμε τον Μάρκο ως βασιλικό. Τείνω να πιστέψω ότι ο Μάρκος είχε μια πολιτική κινητικότητα μια μετακίνηση στις πολιτικές του πεποιθήσεις: τα χρόνια του διχασμού σε βασιλόφρονες και βενιζελικούς, και στα 1935, όταν δισκογράφησε το Μας ήλθες, βασιλιά, ήταν φιλοβασιλικός, τον καιρό της Αντίστασης, όταν έγραψε το Χαϊδάρι και την Κοκκινιά την κόκκινη, πρέπει να ήταν φιλο-ΕΑΜικός και το 1965 φαίνεται πως ήταν… σοσιαλίζων. Χωρίς να ανήκει σε κάποιο κόμμα, σίγουρα ψήφιζε ανάλογα με τις εκάστοτε πεποιθήσεις του. Σαν τον Ρωμιό του Σουρή, ψοφούσε για πολίτικες συζητήσεις στα καφενεία και, εμπνευσμένος από εκείνον, όπως με άφησε να καταλάβω, έγραψε τις πολιτικές σάτιρες Ο Μάρκος υπουργός και Θέλω να γίνω ισχυρός.

Από κοινωνική άποψη, ο Μάρκος ανήκε στην εργατική τάξη, αφού από μικρός είχε δουλέψει σε εργοστάσιο, μετά τσιράκι σε μπακάλη, εφημεριδοπώλης, για αρκετά χρόνια λιμενεργάτης και για δύο δεκαετίες ανήκε στο «Σωματείον Εργατών Εκδορέων Αθηνών», όπως το αποδεικνύουν ταυτότητες, βιβλιάρια υγείας και άλλα έγγραφα. Μάλιστα, όπως μου είχε πει, είχε γράψει και κάποιο τραγούδι για τις ανάγκες μιας απεργίας του ίδιου και των συναδέλφων του εκδορέων.

Τέλος, ως συνθέτης κατατάσσεται στους εργάτες του πνεύματος και είχε ταυτότητες, βιβλιάρια εργασίας και υγείας του «Συνδέσμου Μουσικών Αθηνών-Πειραιώς η Αλληλοβοήθεια». Ωστόσο, είχε μεγάλα διαστήματα είτε εθελοντικής αποχής από το επάγγελμα του εκδορέως είτε υποχρεωτικής αποχής από το επάγγελμα του μουσικού, λόγω ανεργίας. Έτσι, λοιπόν, ο Μάρκος Βαμβακάρης ανήκε στην εργατική τάξη, αλλά βρισκόταν στα σύνορα μεταξύ συνειδητοποιημένου και μη συνειδητοποιημένου προλετάριου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *