Πάολες και παλικάρια γινήκαμε μαλλιά κουβάρια…

Πηγή: Νίκος Μπογιόπουλος – «Ημεροδρόμος»

H Ελλάδα θα υποκλίνεται αιώνια στο έργο του Μάνου Χατζιδάκι. Η οικουμένη επίσης. Ο ελληνικός λαός έχει το προνόμιο αυτό το έργο να ανήκει στα δικά του τιμαλφή. Και την ακόμα μεγαλύτερη τιμή να το μοιράζεται με όλον τον κόσμο.

Ο Χατζιδάκις είναι αιώνιος και αθάνατος. Θα παραμείνει στις καρδιές των ανθρώπων όσο υπάρχουν άνθρωποι. Θα παραμείνει στην καρδιά και στο μυαλό του ελληνικού λαού για όσο θα υπάρχει ελληνικός λαός.

    Αυτονόητες διαπιστώσεις. Τόσο αυτονόητες όσο η διαπίστωση ότι ο Χατζιδάκις δεν έχει την ανάγκη «προστασίας» από κανέναν. Άλλοι έχουν ανάγκη να υποδύονται ότι τον «θυμούνται» και ότι «σέβονται» το έργο του την ώρα που φροντίζουν – λυσωδώς – να ρίχνουν στη λήθη το περιεχόμενό του.

   Αυτό που ζούμε τις τελευταίες μέρες είναι ένας πληθωρισμός αναφορών στον συνθέτη και τούτο όχι με αφορμή το αειθαλές έργο του – που θα έπρεπε να αποτελεί καθημερινά αφορμή και έναυσμα για μια προσπάθεια πολιτιστικής ανάτασης – αλλά με αφορμή την ερμηνεία ενός τραγουδιού του από την τραγουδίστρια κυρία Πάολα στην τηλεοπτική εκπομπή του κ.Σπύρου Παπαδόπουλου.

    Μεγάλη η ταραχή, λοιπόν. Μέγας και ο κοπετός. Αντιστοίχως με τα προπέρσινα όταν ο κ.Ρουβάς τραγούδησε το «Αξιον Εστί» του Μίκη: «Και είχε δικαίωμα να τραγουδήσει η Πάολα το τραγούδι»; «Και συνάδουν ο Χατζιδάκις και ο Γκάτσος με το είδος τραγουδιού στο οποίο αρέσκεται η κυρία Πάολα»; «Και πως το είπε η Πάολα, το είπε καλά ή το σκότωσε»;

    Παρεμπιπτόντως, ανατρέχοντας στα βίντεο σύμφωνα με το δικό μας αυτί, μια χαρά το είπε η κυρία Πάολα το τραγούδι. Αλλά περί ορέξεως κολοκυθόπιτα… Όσον αφορά το θέμα τώρα ποιος έχει δικαίωμα να τραγουδάει το οτιδήποτε, αυτό κρίνεται πολλαπλώς. Ένα κριτήριο είναι, ας πούμε, αν έχει συναίσθηση τι τραγουδάει κι αυτός που τραγουδάει κι αυτοί που τον ακούνε.

Αλλά αυτό δεν λύνεται με «αστυνομικούς όρους». Διότι αν λυνόταν έτσι, τότε δεν θα ευδοκιμούσε – επί παντός του επιστητού – το φαινόμενο «Πάολες και παλικάρια γινήκαμε μαλλιά κουβάρια». Κατά τα λοιπά, προσωπικώς, θεωρούμε ως ασφαλή βάση για το δικαίωμα του καθενός να εκφράζεται με όρους καλλιτεχνικής δημιουργίας τη σκέψη του Νερούντα: Η ποίηση, έλεγε, δεν ανήκει σε αυτούς που τη γράφουν, ανήκει σε αυτούς που τη χρειάζονται.

Το ερώτημα, επομένως είναι άλλο: Το σύστημα που πουλάει, που προωθεί, που αποθεώνει το «προϊόν Πάολα» – και όχι την τραγουδίστρια ή την κοπέλα Πάολα – ποια ποίηση διδάσκει, τι καλλιεργεί, ποια εκπαιδευτική, εκπολιτιστική, ψυχαγωγική πυξίδα έχει; Τι θέλει; Ενα λαό εξοπλισμένο με τα εργαλεία που του επιτρέπουν να αναγνωρίζει τον ποιητή ή θέλει ένα λαό που θα αντιλαμβάνεται σαν «ποίηση» ό,τι μαλακία κατεβάζει ο «ποιητής εκ του προχείρου έχων τη μορφή του χοίρου»;

Τουτέστιν και επί της (κατά τη γνώμη μας) ουσίας, χωρίς πολλές κουβέντες και χωρίς φιοριτούρες: Το απίθανο, αλλά και συνάμα το αποκαλυπτικό για το που έχουν οδηγήσει τα πράγματα οι ιθύνοντες της τάξης των «εκπολιτιστών» μας που τυγχάνουν και κλειδοκράτορες της βιομηχανίας του θεάματος είναι ότι:

Το κράτος μας

  • επί δεκαετίες – και πολύ καιρό προ κρίσης – διαθέτει λιγότερο από το 0,50% των εσόδων του προϋπολογισμού για τον Πολιτισμό,
  • χρόνια τώρα έχει προχωρήσει στη διά νόμου ιδιωτικοποίηση της Τέχνης ξεπουλώντας την πολιτιστική κληρονομιά στους κάθε λογής «χορηγούς» της αρπαχτής,
  • οι «σωτήρες» του διέπρεψαν στο να εξοστρακίζουν κάθε τι το λαϊκό σαν παρωχημένο και ταυτόχρονα να ανοίγουν τα ταμεία στους φορείς της υποκουλτούρας και της αισθητικής κατάπτωσης,
  • η σχέση τους με τον πολιτισμό ήταν όπου βρίσκονταν και στέκονταν να «ξεσκονίζουν» τους κοσμικούς κυρίους που το παίζουν και ολίγον «ευεργέτες» της Τέχνης,
  • λειτούργησαν ως ενορχηστρωτές της αποβλάκωσης μέσω του σερβιρίσματος της καθημερινής ιλουστρασιόν απολίτιστης βαρβαρότητας στο «πόπολο»,
  • έφτασαν να μαγαρίζουν τους στίχους του Ρίτσου για να διαφημίζουν τα «Fame story» τους,
  • αξιοποίησαν τους τηλεβόες των δημόσιων συχνοτήτων σαν σούπερ μάρκετ διακίνησης και επιβολής του πολιτικού, πολιτιστικού και αισθητικού κατιμά.

   Ε, λοιπόν, σε αυτό το κράτος με αυτό το μιντιακό ρουλεμάν είναι που ο Χατζιδάκις ακούγεται… από σπόντα. Ετσι τα κατάφεραν ώστε το θέμα να μην είναι ο Χατζιδάκις (αυτός καθ’ αυτός), το θέμα να μην είναι το έργο του (αυτό καθ’ αυτό), αλλά αν η κυρία Πάολα  είχε ή δεν είχε «δικαίωμα» να τραγουδήσει Χατζιδάκι.

Έχουν φέρει, δηλαδή, τα πράγματα στο σημείο (και εδώ το μικρότερο μέρος ευθύνης προφανώς το έχει η κυρία Πάολα) που αντί να μιλάμε για τον Χατζιδάκι με αφορμή τον ίδιο τον Χατζιδάκι, να ακούγεται επι ματαίω το όνομα του Χατζιδάκι με αφορμή την Πάολα.

Ως εκ τούτου – και χωρίς καμία διάθεση υπεροψίας – δεν νιώθουμε καμία έκπληξη για όλο αυτό το κατιναριό στο οποίο επιδόθηκαν και οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος: Από τη μια οι δυσκοίλιοι της «αριστοκρατικής» διανόησης –  χίλιες φορές καλύτερη η αυθεντικότητα της Πάολας από τον φραγκολεβαντισνισμό τους – που ό,τι πιο λαικό και να τους δείξεις αυτοί «σκυλάδικο» και «παρακμή» θα το βαφτίσουν. Κι από την άλλη τα εξίσου σαλονάτα πεκινουά του δημόσιου λόγου που το παίζουν «αιρετικοί», «απελευθερωμένοι» και του «λιμανιού» παριστάνοντας τους πολύ «προχώ» κάθε φορά που βαφτίζουν «λαϊκότητα» το λουμπεναριό.

Έτσι κι αλλιώς, και οι προστάτες της Πάολας και οι προστάτες του Χατζιδάκι, ευκαιρία βρήκαν για να πουλήσουν μούρη στα φέισμπουκ, τη δική τους μόστρα θέλησαν να κάνουν με την ευκολία που προσφέρει στην αναξιότητά τους το «πιπεράτο» – νομίζουν – του θέματος.

    Αλλά, μην τρελαθούμε κιόλας: Σιγά μην απειλείται ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης, ο Ελύτης, ο Λειβαδίτης, ο Ρίτσος από την Πάολα, ή σιγά μην έχουν ανάγκη όλοι αυτοί της  συνηγορίας των αυτόκλητων «προστατών» τους.

Αντιθέτως ανάγκη προστασίας έχουμε όλοι οι υπόλοιποι. Καθότι στο ερώτημα «Πότε θ’ ανθίσουνε τούτοι οι τόποι;/ Πότε θα `ρθούνε κανούργιοι ανθρώποι/ να συνοδεύσουνε την βλακεία/ στην τελευταία της κατοικία;» (Νίκος Γκάτσος «Ελλαδογραφία»), η απάντηση παραμένει ίδια: «’Αργειε νάλθει εκείνη η μέρα»…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *