Προσπάθεια νεκρανάστασης της σοσιαλδημοκρατίας

Το τελευταίο χρονικό διάστημα δημοσιεύεται, σε μία τουλάχιστον μερίδα των ΜΜΕ, σωρεία άρθρων και συνεντεύξεων που σχετίζονται με τη σοσιαλδημοκρατία. Η εν λόγω αρθρογραφία επιχειρεί να μας πείσει ότι η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία μπορεί να μπει σε διαδικασία ανόδου με αφορμή τις δημοσκοπήσεις στη Γερμανία, όπου η κυριαρχία της Μέρκελ αμφισβητείται πλέον από το SPD. Στο παρόν κείμενο θα επιχειρήσουμε α) να περιγράψουμε τις ζυμώσεις που γίνονται στο σοσιαλδημοκρατικό χώρο, β) να εξηγήσουμε γιατί υπήρξε το ρεύμα της σοσιαλδημοκρατίας ιστορικά και γ) να δούμε για ποιο λόγο η παλιά σοσιαλδημοκρατία δεν μπορεί να αναπαραχθεί με τους μεταπολεμικούς όρους.

Α. ΟΙ ΖΥΜΩΣΕΙΣ

Στη Γερμανία, αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα βρίσκεται σε τροχιά φρενήρους ανόδου. Μετά τις πρώτες εξαγγελίες του Σουλτς, το SPD ανέβηκε μέσα σε ένα δεκαήμερο κατά 6 με 8 ποσοστιαίες μονάδες, κάποιες εκ των δημοσκοπήσεων δείχνουν ελαφρά υπεροχή έναντι του κόμματος της Μέρκελ, ενώ σε μόλις δύο εβδομάδες εισρεύσανε στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα 20.000 νέα μέλη [1]. Η επικεφαλής της Νεολαίας του Κόμματος, Γιοχάνα Έκερμαν, μιλώντας στη βρετανική εφημερίδα Guardian δήλωσε πως «Η εποχή των ακραίων πολιτικών λιτότητας στην Ευρώπη α λα Μέρκελ μπορεί να γίνει παρελθόν» [2].

Πώς εξηγείται αυτή η μεταστροφή του γερμανικού εκλογικού σώματος;  Κατ’ αρχάς ο Σουλτς τονίζει στις παρεμβάσεις του τις κλασικές σοσιαλδημοκρατικές αρχές, προβάλλοντας το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης [3]. Κατά δεύτερο, μπορεί η πολιτική της Γερμανίας στα ευρωπαϊκά δεδομένα να ικανοποιεί ένα μεγάλο τμήμα του γερμανικού λαού, θυμίζοντας έντονα τις παρατηρήσεις του Ένγκελς για την εργατική αριστοκρατία στις μητροπόλεις του καπιταλισμού που καρπωνόταν τα οφέλη της αποικιοκρατίας, αλλά υπάρχουν παράλληλα και 7,4 εκατομμύρια Γερμανοί πολίτες με μισθό στα 400 ευρώ. Παράλληλα: Μεταξύ του 2007 και του 2011 (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία), το πραγματικό ακαθάριστο εισόδημα του 10 % των φτωχότερων μειώθηκε κατά 6,1 %, ενώ εκείνο του 10 % των πλουσιότερων αυξήθηκε κατά 0,7 %.

Το 2012, η κατανομή του πλούτου στη Γερμανία, όπως μετράται από το συντελεστή Gini, ήταν η πιο άνιση στην ευρωζώνη. Το 2012, το ένα τέταρτο των φτωχότερων Γερμανών, είχε καθαρό εισόδημα μηδέν! Το μισό του οικονομικά ενεργού πληθυσμού είχε κατά κεφαλήν εισόδημα 17.000, ενώ το 1 % των πλουσιότερων Γερμανών είχε ατομική περιουσία τουλάχιστον 817.279 ευρώ. Το 2011, το 10% των πλουσιότερων νοικοκυριών συγκέντρωνε το 59,2 % του συνολικού πλούτου, ενώ το φτωχότερο 50% είχε στην κατοχή του το 2,8 % [4]. Επομένως, στη γερμανική κοινωνία υπάρχει άφθονο εύφλεκτο υλικό και μεγάλες κοινωνικές κατηγορίες που παρά τη γενική εντύπωση υποφέρουν από την πολιτική λιτότητας και το για χρόνια πάγωμα των μισθών που αποτέλεσε βασική οικονομική αρχή του γερμανικού κεφαλαίου. Έτσι, όποιος στην παρούσα φάση μιλήσει για κοινωνική δικαιοσύνη μόνο κερδισμένος μπορεί να είναι πολιτικά, ανεξάρτητα από την ειλικρίνεια ή τη δυνατότητα εφαρμογής των όσων εξαγγέλλει. Δεν χρειάζεται λοιπόν και πολλή σκέψη για να καταλάβει κάποιος γιατί ο Σουλτς δηλώνει πως το χάσμα μεταξύ των πλουσίων και των φτωχών μεγαλώνει στη Γερμανία ενώ έχει επισημάνει πως πολλοί χρειάζονται δύο δουλειές για να τα βγάζουν πέρα [5].

Εκτός της Γερμανίας σε τρία ιμπεριαλιστικά κέντρα έχουμε ανάλογες εξελίξεις. Στην Αγγλία, ο Τζέρεμι Κόρμπιν αναδείχτηκε στην ηγεσία των Εργατικών εκτοπίζοντας την μπλαιρική πτέρυγα, ο Σάντερς στην Αμερική είχε ευρύτατη απήχηση στους κόλπους των Δημοκρατικών, ενώ στη Γαλλία ακολουθήθηκαν διαδικασίες εκλογής από τη βάση για την προεδρική υποψηφιότητα, αναδεικνύοντας ως υποψήφιο τον Μπενουά Αμόν.

Στην Ελλάδα το κενό που άφησε το ΠΑΣΟΚ με την εκλογική, οργανωτική και ιδεολογική κατάρρευσή του το κάλυψε «επάξια» ο ΣΥΡΙΖΑ. Βέβαια, ο ΣΥΡΙΖΑ ήδη βρίσκεται σε τεράστια αδιέξοδα και διαφαίνεται στον ορίζοντα μία αντίστοιχη κατάρρευση όμοια με αυτή του ΠΑΣΟΚ. Αυτό σημαίνει ένα πράγμα: πρέπει να προετοιμαστεί η επόμενη πολιτική λύση που θα αντικαταστήσει το φθαρμένο και απαξιωμένο μελλοντικά ΣΥΡΙΖΑ. Η λύση αυτή υπάρχει από τα «δεξιά» (βλέπε ΝΔ), αλλά δεν είναι ακόμη έτοιμη από τα «αριστερά». Το παλιό ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί από μόνο του να αναλάβει το ρόλο. Για αυτό το λόγο γίνεται προσπάθεια να συγκλίνουν το ΠΑΣΟΚ, το ΚΙΔΗΣΟ, και το Ποτάμι. Ήδη η σύγκλιση επετεύχθη μερικώς, αφού ανακοινώθηκε η προσχώρηση του Γιώργου Παπανδρέου και του βουλευτή Ιλχάν Αχμέτ από το Ποτάμι, στη Δημοκρατική Συμπαράταξη.

Όσον αφορά στο ΠΑΣΟΚ, συχνά χρησιμοποιείται φρασεολογία που θέλει να αγγίξει εκείνον τον κόσμο που είναι απογοητευμένος από το ΣΥΡΙΖΑ και συγχρόνως διαθέτει μία ορισμένη ριζοσπαστική σκέψη. Έτσι, η Φώφη Γεννηματά χαρακτήρισε πρόσφατα τον Αλέξη Τσίπρα ως υποτακτικό κυνικό του Σόιμπλε, όξυνε την κόντρα με τη ΝΔ μετά τη συνάντηση Κυριάκου Μητσοτάκη με το Σόιμπλε χαρακτηρίζοντάς τον και αυτόν υποτακτικό, ενώ στην ερώτηση «Αντέχει η Ελλάδα επανάληψη του καλοκαιριού του 2015 εφόσον δεν κλείσει  η  αξιολόγηση μέχρι τις 20 Φεβρουαρίου ;», απάντησε: «Η χώρα έχει πληρώσει ήδη ακριβά την τυχοδιωκτική πολιτική των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που  σπαταλούν χρόνο, χωρίς σχέδιο,  εγκλωβίζονται σε αδιέξοδα και στο τέλος με την πλάτη στο τοίχο , συνθηκολογούν και υπογράφουν τα πάντα. Έχουμε πληρώσει ακριβά τις εμμονές των συντηρητικών κύκλων της Ευρώπης. Το  2015 με ένα αχρείαστο, σκληρό μνημόνιο, δεκάδες δις πρόσθετο χρέος, πολλά δις νέα μέτρα για τους πολίτες, capital control και αφελληνισμό στις τράπεζες. Το 2016 με την παράδοση του ελέγχου της δημόσιας περιουσίας για τον επόμενο αιώνα, μόνιμη επιτροπεία και μερικά ακόμα δις μέτρα για το λαό. Το 2017  με νέα μέτρα, που ξανά επιβαρύνουν τους πιο αδύναμους και  παρατείνουν τη στασιμότητα, τη κρίση  και τα μνημόνια και μετά το 2018. Η χώρα δεν αντέχει άλλο μια πορεία στην κόψη του ξυραφιού, με την απειλή GREXIT ή διαρκή λιτότητα» [6].

Παράλληλα, σε όλο το φάσμα της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας είτε διατυπώνεται η ανάγκη στροφής στις ρίζες, είτε η ανάγκη σύμπηξης των επιμέρους δυνάμεων [7]. Όλα δείχνουν συγχρόνως πως υπάρχει και μία νέα υπό διαμόρφωση συνιστώσα της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας που είτε διαθέτει έναν πιο «αριστερό» λόγο (Λαπαβίτσας, Βαρουφάκης), είτε πάει να εκφράσει με όρους ηθικής ένα τμήμα δημοκρατικού κόσμου (Πλεύση). Ο Βαρουφάκης, για παράδειγμα, επικρίνει την επιστολή Τσακαλώτου που αναγνώριζε την ανάγκη συνεννόησης με τους δανειστές πριν από οποιαδήποτε κοινωνική παροχή, κριτικάρει τον απαράδεκτο στόχο του 3,5% πρωτογενούς πλεονάσματος, ενώ χαρακτηρίζει ναρκοπέδιο τις αδιάκοπες υποχρεώσεις της Ελλάδας να αποπληρώνει τα χρέη της [8]. Όσον αφορά στο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται πως η προσπάθεια νεκρανάστασης της σοσιαλδημοκρατίας γίνεται αποδεκτή. Όπως έγραψε ο Γιώργος Κυρίτσης: «Το αντίπαλο στρατόπεδο διεθνικά και διεθνιστικά απομένει να συγκροτηθεί. Σε αυτό δεν χωρούν όλοι, αλλά δεν δικαιολογούνται και εκ των προτέρων αποκλεισμοί. Για να υπάρξει αριστερή απάντηση στην κρίση χρειάζονται αριστερές κυβερνήσεις στα κράτη της Ε.Ε., αλλά χρειάζεται και σχέδιο συλλογικό που να αντιπαρατίθεται με πραγματικούς όρους στη διάλυση με δεξιό πρόσημο»[9], η υπογράμμιση δική μας.

Μια πρόσφατη και πιο σαφής προσπάθεια σύγκλισης ήταν αυτή από την πλευρά του Νίκου Φίλη, ο οποίος δήλωσε χαρακτηριστικά: «Δεν δίνουμε συγχωροχάρτι σε κανέναν. Όμως, σε αντιστοιχία και προς τις ευρωπαϊκές εξελίξεις και τη νέα σχέση που τείνει να διαμορφωθεί μεταξύ Αριστεράς, Σοσιαλιστών και Πρασίνων στην Ευρώπη και με υπαρκτό τον κίνδυνο παλινόρθωσης μιας επιθετικής και ρεβανσιστικής Δεξιάς, πρέπει να αναζητήσουμε συνεργασίες με τον κεντρώο χώρο και αυτός στη χώρα μας εκφράζεται κυρίως από τη Δημοκρατική Συμπαράταξη.

»Δεν μπορεί να πασχίζει ο Τσίπρας να δώσει σάρκα και οστά σε αυτή τη συνεργασία στο ευρωπαϊκό επίπεδο και στην Ελλάδα να μην κάνουμε τίποτα. Δεν ισχυρίζομαι ότι η συνεργασία μαζί τους μπορεί να υπάρξει άμεσα. Πρέπει όμως να κάνουμε το άνοιγμα για να διαμορφωθούν προγραμματικές συγκλίσεις.

»Σε αυτή την προοπτική, πρέπει να ψηφιστεί ως εκλογικό σύστημα η απλή αναλογική για τις επόμενες κι όχι για τις μεθεπόμενες εκλογές, δημιουργώντας συνθήκες πολιτικής ηγεμονίας της Αριστεράς. Δεν σας κάνει εντύπωση ότι η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ έσπευσε να απορρίψει το ενδεχόμενο προγραμματικής σύγκλισης και η κ. Γεννηματά, αν και τελευταία δείχνει να μετακινείται από τον μονομέτωπο στον διμέτωπο πολιτικό αγώνα, μίλησε με φοβικό τρόπο χαρακτηρίζοντας την πρότασή μου “πονηριά”;

»Πρέπει εμείς να βάλουμε τα διλήμματα που σχετίζονται με τον κίνδυνο μιας δεξιάς παλινόρθωσης μπροστά σε όλους τους δημοκρατικούς και προοδευτικούς πολίτες. Και όσοι αρνούνται να εισπράττουν τη λαϊκή απόρριψη» [10], οι υπογραμμίσεις δικές μας.

Δεν μένει καμία αμφιβολία ότι η προσπάθεια προσέγγισης ΣΥΡΙΖΑ ΠΑΣΟΚ δεν αποτελεί προϊόν πρωτοβουλίας μεμονωμένων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, αφού οι παρεμβάσεις είναι πλέον τόσες που δεν αφήνουν αμφιβολίες: πρόκειται για μεθοδευμένες κινήσεις από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ προκειμένου σε πρώτη φάση να δημιουργηθεί το κατάλληλο κλίμα των επικείμενων πολιτικών αρραβώνων. Τελευταία παρέμβαση ήταν αυτή του «κομμουνιστή» Γιώργου Κατρούγκαλου σύμφωνα με τον οποίο «Αν απομονωθούν εκείνες οι δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ που εξακολουθούν να αλληθωρίζουν προς τη Νέα Δημοκρταία του κυρίου Μητσοτάκη, γιατί να μην υπάρξει και στην Ελλάδα μία αντίστοιχη συμμαχία; (σ.σ. εννοεί την αποδοχή του Τσίπρα από τις ευρωπαικές σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις) [11]. Μάλιστα, ας προσέξει ο αναγώστης πως ο Κατρούγκαλος δεν αποκλείει τη συμμαχία ούτε με τη ΝΔ, αρκεί να μην είναι του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Β. ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ;

Η σοσιαλδημοκρατία σε πρώτη φάση υπήρξε το προϊόν διάσπασης του επαναστατικού κινήματος. Αποτέλεσε εκείνον τον πολιτικό φορέα που πριν και κατά τη διάρκεια του Α΄ παγκόσμιου πολέμου πρόδωσε τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων συντασσόμενη με τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς για την αναδιανομή του κόσμου. Έκτοτε υπήρξε βασικός πυλώνας του κεφαλαίου, στους πολέμους και τις αναδιαρθρώσεις του. Στο μεταπολεμικό κόσμο μπόρεσε να ταυτιστεί με το λεγόμενο κράτος πρόνοιας, έπαιξε βρώμικο ρόλο κατά των κομμουνιστικών κομμάτων είτε κλέβοντας συνθήματα (π.χ. Ελλάδα), είτε συμμετέχοντας άμεσα στις διώξεις και το φακέλωμα αγωνιστών (π.χ. Σουηδία). Μετά το 1970 σταδιακά υιοθέτησε όλα τα νεοφιλελεύθερα δόγματα και η πολιτική της δεν διέφερε πλέον ούτε φραστικά από τα κλασικά συντηρητικά κόμματα. Βούτηξε κατ’ επανάληψη τα χέρια της στο αίμα με πιο χαρακτηριστική περίπτωση, ίσως, το βομβαρδισμό του σέρβικου λαού, αφού η συντριπτική πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών που συμμετείχαν στο ΝΑΤΟ (13 στις 15), είχαν σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις. Στις ΗΠΑ αποδείχτηκαν πιο φιλοπόλεμοι συχνά από τους Ρεπουμπλικάνους, με τον Ομπάμα πρόσφατα να σπάει κάθε ρεκόρ ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων.

Στις περισσότερες χώρες, αν όχι σε όλες, γνωρίσαμε ένα δικομματικό σύστημα όπου ένα τυπικό αστικό κόμμα εναλλασσόταν στην κυβερνητική εξουσία με ένα σοσιαλδημοκρατικό. Σε γενικές γραμμές εφάρμοζαν την ίδια πολιτική και οι διαφοροποιήσεις εντοπίζονταν σε δευτερεύοντα ζητήματα. Όταν υπήρχε η ανάγκη, δημιουργούνταν κυβερνητικοί συνασπισμοί με συνεργασία των δυο ή και περισσότερων εταίρων. Η Γερμανία είναι η πιο πρόσφατη περίπτωση. Συχνά η αντιλαϊκή πολιτική των Σοσιαλδημοκρατών ήταν αυτή που δυνάμωνε και ξαναέφερνε στην κυβερνητική εξουσία τα τυπικά νεοφιλελεύθερα κόμματα.

Η δήθεν αριστερή φρασεολογία της σοσιαλδημοκρατίας λειτούργησε ως πολιορκητικός κριός στις συνειδήσεις των λαϊκών στρωμάτων. Αποτέλεσε ένα μηχανισμό απορρόφησης κοινωνικών κραδασμών, προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι κοινωνικές αντιδράσεις, να αλωθούν συνειδήσεις, να μπει εμπόδιο στην ανάπτυξη του εργατικού κινήματος και του κομμουνιστικού ρεύματος.

Γ. ΜΠΟΡΕΙ Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΕΙ ΣΤΙΣ «ΡΙΖΕΣ» ΤΗΣ;

Για να μπορέσουμε να απαντήσουμε στο παραπάνω ερώτημα, πρέπει πρώτα να απαντήσουμε σε ποια περίοδο η σοσιαλδημοκρατία ταυτίστηκε με το  λεγόμενο κράτος πρόνοιας. Επρόκειτο για την περίοδο μετά τη λήξη που Β΄ παγκόσμιου πολέμου, ενός πολέμου που είχε ως στόχο α) την αναδιανομή ζωνών επιρροής, β) το μηδενισμό του κοντέρ ώστε να υπάρξει επανεκκίνηση της καπιταλιστικής οικονομίας μετά την κρίση του 1929, γ) το χτύπημα της Σοβιετικής Ένωσης. Έτσι, μετά τη λήξη του πολέμου το κεϋνσιανό μοντέλο άρχισε να μπαίνει σε εφαρμογή. Δόθηκαν κοινωνικές παροχές, το κράτος κατείχε μεγάλους τομείς της οικονομίας, το εργατικό εισόδημα ανέβηκε.

Το κεϋνσιανό μοντέλο απαντούσε στην ανάγκη διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου και στην κρίση του 1929, στο εργατικό κίνημα, στην ύπαρξη της Σοβιετικής Ένωσης. Ήταν μία μακρά περίοδος καπιταλιστικής ανάπτυξης, τέτοιας που πολλοί οικονομολόγοι και πολιτικολογούντες απολογητές του συστήματος, διαπίστωναν την εξεύρεση του φαρμάκου για την υπέρβαση των καπιταλιστικών κρίσεων. Ωστόσο η πραγματικότητα πεισματάρα όπως είναι ήρθε να διαψεύσει τα όποια θεωρητικά σχήματα: η σχεδόν αδιάκοπη πορεία ανάπτυξης διακόπηκε το 1973, με τη λεγόμενη πετρελαϊκή κρίση. Ο δείκτης του ποσοστού κέρδους σημείωσε μία πρώτη σημαντική πτώση. Τα αστικά επιτελεία και οι δεξαμενές σκέψεις, βγήκαν επιθετικά στο προσκήνιο με τις συνταγές της Σχολής του Σικάγου. Η αλλαγή του διαχειριστικού παραδείγματος ήταν πλέον ζωτική ανάγκη του κεφαλαίου και η σοσιαλδημοκρατία θα έπρεπε να προσαρμοστεί στις νέες επιταγές, όπερ και εγένετο.

Όλα τα παραπάνω σημαίνουν πως οι οικονομικοί όροι που υπήρχαν και αναπαρήγαγαν τη σοσιαλδημοκρατία έχουν εκλείψει. Η ανόρθωση του δείκτη του ποσοστού κέρδους έχει γίνει ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα, νέοι παίκτες αναδεικνύονται στο προσκήνιο (Κίνα, BRICS) αμφισβητώντας την αμερικανική ηγεμονία, η Γερμανία «παίζει σχεδόν μόνη της μπάλα» στην ευρωπαϊκή επικράτεια, η Τουρκία προβάλλει ως μία αξιόλογη περιφερειακή δύναμη έχοντας αξιώσεις, εν ολίγοις οι ενδοκαπιταλιστικές και ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις βρίσκονται σε περίοδο όξυνσης. Η κλασική συνταγή της ανόρθωσης του ποσοστού κέρδους είναι η συμπίεση των εργατικών εισοδημάτων. Η άλλη κλασική συνταγή ενδυνάμωσης ενός ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου σε σχέση με τα υπόλοιπα είναι η καταλήστευση των μικρότερων και πιο αδύναμων χωρών (ο δανεισμός είναι το πιο ζωντανό πρόσφατο παράδειγμα).

Σε αυτήν την περίοδο βρισκόμαστε και αν συμφωνούμε πως τα πράγματα είναι έτσι, τότε δεν υπάρχει καμία απολύτως ελπίδα να δούμε τη νεκρανάσταση της μεταπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας.  Άλλωστε, οι νεοκεϋνσιανοί έχοντας απόλυτη επίγνωση αυτής της πραγματικότητας δεν επικαλούνται τις αυθεντικές επιταγές του Κέυνς. Είναι δύσκολο ως αδύνατο να ακουστεί από το στόμα κάποιου νεοκεϋνσιανού το αίτημα για καθολικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, για κατάργηση των ελαστικών σχέσεων εργασίας, για γενναία αναδιανομή του πλούτου (μένουν σε γενικές διακηρύξεις για ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα), για επίσης γενναία αύξηση των συντάξεων και των επιδομάτων ανεργίας, για σκληρή φορολόγηση του μεγάλου κεφαλαίου. Για παράδειγμα, μεταπολεμικά στη Μ. Βρετανία και στις ΗΠΑ υπήρχε φορολογικός συντελεστής της τάξης του 80-90% για ετήσια εισοδήματα άνω των 5.000.000 ευρώ (σε σημερινά χρήματα)! [12] Δεν γνωρίζουμε κανένα νεοκεϋνσιανό που να προτείνει επιστροφή σε αυτό το φορολογικό μοντέλο.

Όπως και να έχει, αυτό που πρέπει να συνειδητοποιηθεί είναι πως ο κεϋνσιανισμός και η πολιτική της σοσιαλδημοκρατίας προετοίμασαν το έδαφος για το νέο τρόπο διαχείρισης. Ενός τρόπου διαχείρισης που ήταν και παραμένει ζωτική ανάγκη για την επιβίωση του καπιταλισμού. Επομένως η προσπάθεια νεκρανάστασης της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας και η επιστροφή στις ιστορικές της ρίζες είναι μία επικίνδυνη ουτοπία για τους απανταχού καταπιεζόμενους.


[1]. Βαλασόπουλου Παντελή, «Η Σοσιαλδημοκρατία επιστρέφει;», ΕΦΣΥΝ, 11-12/2/17.

[2]. https://www.efsyn.gr/arthro/oi-sosialdimokrates-vlepoyn-niki-kai-telos-tis-litotitas

[3]. Ό.π.

[4]. http://www.imerodromos.gr/germany-vitrina/

[5]. http://www.huffingtonpost.gr/2017/02/13/eidhseis-diethnes-germania-pyra-schulz_n_14728890.html

[6]. http://www.pasok.gr

[7]. Βλέπε χαρακτηριστικά αφιέρωμα «Quo vadis, Κεντροαριστερά;», ΕΦΣΥΝ, 28-29/1/17.

[8]. Βαρουφάκη Γιάνη, «Τρεις ιστορίες (ακόμα) μιας χαμένης χρονιάς», ΕΦΣΥΝ, 30-31/1/162-1/12/17.

[9]. Κυρίτσης Γιώργος, «Είναι χρήσιμη η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία;», Αυγή, 12/9/17.

[10]. ttps://www.efsyn.gr/arthro/mataioponoyn-osoi-moy-apodidoyn-esoteriki-antipoliteysi-epeidi-leo-tis-apopseis-moy

[11]. ΕΦΣΥΝ, 24-26/2/17.

[12]. Misik Robert, ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΠΟΥΤ, σελ. 134, εκδ. Μεταίχμιο, 2016.

Πηγή: του Βασίλη Λιόση – «Γ. Κορδάτος»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *