Από τις φαβέλες στο Μενίδι, ένα τσιγάρο δρόμος,

Ζητείται μια Αριστερά κι ένα μαχητικό εργατικό κίνημα που θα ενώσουν όλους τους κατοίκους του Μενιδίου ενάντια στις ναρκω-μαφίες, την επεκτεινόμενη φτώχεια και το ρατσισμό.

Στις δημοτικές εκλογές του 1975 στον Δήμο Αγίας Βαρβάρας ο υποψήφιος της Δεξιάς είχε σαν κεντρικό προεκλογικό σύνθημα. «Έξω οι Γύφτοι από την Αγία Βαρβάρα».

Σε εκείνες τις εκλογές η παράταξη της Δεξιάς πήρε κοντά 40% ενώ η αμέσως επόμενη παράταξη που υποστηριζόταν από το ΚΚΕ με υποψήφιο δήμαρχο τον Μ. Σουλιμιώτη πήρε μόλις 25% . Στο δεύτερο γύρο όλοι οι άλλοι συνδυασμοί, ψήφισαν τον Μ. Σουλιμιώτη εκλέγοντας τον δήμαρχο της πόλης. Είναι, δε, χαρακτηριστικό ότι ένα μικρό μέρος των 6.000 περίπου τσιγγάνων ψήφισαν, γιατί μέχρι το 1981 δεν είχαν ελληνική ιθαγένεια χαρακτηριζόταν αλλοδαποί ακαθορίστου υπηκοότητας.

Για μια φτωχογειτονιά όπως η Αγία Βαρβάρα που πριν την χούντα είχε συνεχώς αριστερούς Δημάρχους το μεγάλο ποσοστό που πήρε ο συγκεκριμένος υποψήφιος προβλημάτισε πολύ εκείνη την εποχή, γιατί συνδεόταν με υπαρκτά προβλήματα που πάνω σε αυτά πατούσε το αφήγημα του να φύγουν από την πόλη οι τσιγγάνοι.

Γιατί οι περιοχές που είχαν τα παραπήγματα τους ήταν δίπλα σε βρωμερά ρέματα, χωρίς τρεχούμενο νερό και ρεύμα, χωρίς δρόμους, χωρίς καμιά στοιχειώδη υποδομή. Αν και ήταν εγκατεστημένοι εκεί πολύ πριν από τους πρώτους κατοίκους, από το 1922 ακόμα.

Ο τσιγγάνικος «μαχαλάς» λοιπόν ήταν όνειδος για το μέσο κάτοικο της πόλης. Έχαναν αξία οι περιουσίες τους, ισχυρίζονταν, ενώ τα ελάχιστα τσιγγανάκια που πήγαιναν σχολείο αντιμετώπιζαν την επιφυλακτικότητα των άλλων παιδιών αφού οι γονείς τα δασκάλευαν να μην τα πλησιάζουν γιατί μπορεί να έχουν αρρώστιες.

Όταν οι τσιγγάνοι κατάφεραν να ορθοποδήσουν εκεί γύρω στη δεκαετία του ’80 με το εμπόριο που το ασκούσαν με ιδιαίτερη επιτυχία και επεδίωξαν μια καλύτερη ζωή, τότε το αφήγημα άλλαξε μορφή. «Δεν μπορεί! Μαζί με τις κασέτες και τα ρολόγια πουλάνε και ναρκωτικά» άκουγες κατ’ επανάληψη. Ισχυρισμός που μπορεί να ήταν αληθής για κάποιους ελάχιστους αλλά η μεγάλη πλειοψηφία έβγαζε τίμια το ψωμί της. Ενώ, για να νοικιάσει ο τσιγγάνος σπίτι, στην περίπτωση που έβρισκε, θα το πλήρωνε δυο φορές πάνω το συνηθισμένο ενοίκιο. Επίσης, δεν ήταν λίγοι οι μαγαζάτορες που δεν ήθελαν τσιγγάνους στα μαγαζί τους και τους έδιωχναν με ευσχήμους τρόπους.

Από εκείνη την εποχή μέχρι σήμερα παρά τις αλλαγές σε θεσμικό, κοινωνικό, μορφωτικό, οικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο της τσιγγάνικης φυλής, εξακολουθεί να υπάρχει σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας η αντίληψη πως για όλα τα κακά που υπάρχουν στην πόλη φταίνε οι τσιγγάνοι.

Το αφήγημα αυτό έπαιρνε διαφορετικές μορφές σε κάθε εποχή. Από μικρές λεπτομέρειες συμβίωσης όπως είναι οι ώρες κοινής ησυχίας μέχρι την αντιπαράθεση για τον έλεγχο της τοπικής αγοράς και τα φθηνά μαγαζιά των τσιγγάνων. Αν δε, συλλαμβανόταν κάποιος από αυτούς για κάποιο μικροαδίκημα, τότε έπεφτε όλο το ανάθεμα στην φυλή. Γιατί, όπως είναι γνωστό, οι τσιγγάνοι είναι ίσως ο μοναδικός λαός στον πλανήτη που οι πράξεις του ενός ή των λίγων φωτογραφίζουν, σύμφωνα με την υπόλοιπη κοινωνία, το σύνολο τους.

Όλα αυτά βέβαια κανείς δεν τα παραδέχεται. Η κοινωνική και πολιτισμική αντιπαράθεση ήταν και παραμένει υπόγεια και βουβή. Κάπου – κάπου με ασήμαντες αφορμές βγαίνει στην επιφάνεια και τότε τρομάζει κανείς.

Παρά το γεγονός ότι οι τσιγγάνοι στην Αγία Βαρβάρα είναι διαφορετικοί από αυτούς του Μενιδίου, αφού μεγάλο μέρος τους είναι ενσωματωμένο στην κοινωνία της πόλης και στις ταξικές διαστρωματώσεις της, ενώ ένα σημαντικό κομμάτι που όσο πάει και μεγαλώνει ολοκληρώνει την εκπαιδευτική διαδικασία, η αντιπαράθεση που περιγράφουμε παραπάνω εξακολουθεί και υπάρχει. Γιατί δεν υπήρξε ποτέ η πολιτισμική και κοινωνική προσέγγιση στην πραγματικότητα. Βήματα έχουν γίνει, αλλά η κοινωνία τους παραμένει κλειστή και δύσκολα προσεγγίσιμη.

Αν λοιπόν στην Αγία Βαρβάρα ισχύει ο έρπων ρατσισμός, η καχυποψία και η επιφυλακτικότητα στο διαφορετικό έπειτα από τόσες προσπάθειες, μετά από τόσες δεκαετίες συνύπαρξης, ας αναλογιστούμε τι συμβαίνει σε περιοχές όπως το Μενίδι, το Ζεφύρι, ο Ασπρόπυργος , ο Δεδροπόταμος. Όπου οι εκεί κοινωνίες των τσιγγάνων ζουν στην πλήρη ανέχεια και φτώχεια που είναι άλλωστε το πιο γόνιμο έδαφος (κι όχι μόνο γι’ αυτούς) για την εγκληματικότητα. Ας αναλογιστούμε επίσης πώς τα προαναφερόμενα φαινόμενα πολλαπλασιάζονται υπό τέτοιες συνθήκες. Την κατάσταση στο Μενίδι μόνο έτσι μπορούμε να την κατανοήσουμε. Οι μολότοφ των φασιστών με αυτό το εκρηκτικό υλικό οπλίζονται. Η περιθωριοποίηση των Ρομά από την επίσημη πολιτική του κράτους, η θεσμική αδιαφορία, η φτώχεια κι η ανέχεια συγκροτούν το σαθρό και παγιδευμένο έδαφος που θρέφει συστηματικά τη μικρή και μεγάλη παραβατικότητα.

Στο Μενίδι ο θάνατος ενός εντεκάχρονου παιδιού από αδέσποτη σφαίρα οδήγησε σε ξεσηκωμό τους κατοίκους ενάντια στο καθεστώς εγκληματικότητας και ανασφάλειας που επικρατεί στην περιοχή, στο σύστημα διαπλοκής, ενάντια στις κρατικές αρχές που τόσα χρόνια ξέρουν και δεν ενεργούν.

Η κυβέρνηση περιέγραψε τον θάνατο του παιδιού ως ένα τυχαίo γεγονός και τίποτε παραπάνω. «Μια στραβή» ήταν σύμφωνα με τον υφυπουργό Μεταναστευτικής Πολιτικής Γιάννη Μπαλάφα.

Ορισμένοι βιαστήκαν να χρεώσουν όλες τις διαμαρτυρίες στην ακροδεξιά, σε δουλειά των φασιστών, που φυσικά κι έχουν βάλει το χεράκι τους σ’ ένα βαθμό. Μία τέτοιου είδους όμως μονοδιάστατη αφήγηση ξεφεύγει από μία αριστερή ταξική ανάλυση και καταλήγει σ’ ένα μικροαστικό δικαιωματισμό που βλέπει μέχρι τα όρια της μεταμοντέρνας ταυτότητας των υποκειμένων. Είναι εντυπωσιακό, δε, ότι αν αφαιρέσεις κάποιες συλλογικότητες που πρόσκεινται στο ΚΚΕ και κάλεσαν σε συλλαλητήριο, καμιά άλλη αριστερή συλλογικότητα δεν πήρε θέση, ούτε καν με μία ανακοίνωση. Όσο μάλιστα οι ταξικές αγωνιστικές πρωτοπορίες κι η αντικαπιταλιστική αριστερά θα συνεχίζουν να στέκουν αμήχανες και δε θα προτάσσουν συγκεκριμένο σχέδιο, τόσο το τέρας του φασισμού θα βρίσκει έδαφος να αποπροσανατολίζει από τους πραγματικούς υπαίτιους, να μολύνει τη δίκαιη αγανάκτηση των κατοίκων με ρατσισμό και τυφλή βία.

Στο Μενίδι δεν έχουμε φαινόμενα μικρής παραβατικότητας, πχ ένα ναρκομανή που θα σπάσει το αυτοκίνητο ή θα κλέψει μια τσάντα. Δεν μιλάμε για άπλα «βαποράκια» αλλά για κανονική μαφία με πολυτελή σπίτια και πανάκριβα αμάξια.

Το Μενίδι έχει εξελίχθει σε βασικό κέντρο εμπορίας ναρκωτικών και όπλων που έρχονται από δρόμους τους οποίους ελέγχει η μαφία των Ρομά.

Ο κόσμος δικαιολογημένα νοιώθει ανασφάλεια όταν η εγκληματικότητα ακουμπά την καθημερινότητα του κι εκφράζεται με επιθέσεις σε λεωφορεία και σε ντελιβεράδες, με ληστείες στην μέση του δρόμου, με κάλυκες στις αυλές των σπιτιών.

Κι ενώ δήμος, τοπικό αστυνομικό τμήμα κι επίσης, τωρινή και προηγούμενες κυβερνήσεις δεν έκαναν τίποτα για να αντιμετωπίσουν το οργανωμένο έγκλημα που έχει λεία υπέρογκα κέρδη από ναρκωτικά όπλα και τράφινγκ, τόσο ο δήμαρχος όσο κι άλλοι παράγοντες στρέφουν εμμέσως πλην σαφώς την οργή του κόσμου στο σύνολο των Ρομά. Επομένως οι μολότοφ των φασιστών συμπληρώνουν την επίσημη πολιτική, υποκινούνται από το χρόνιο, θεσμικό ρατσισμό.

Η Αριστερά πρέπει να ενώσει την φωνή της με το μαζικό κίνημα της περιοχής και τα εργατικά σωματεία, συνενώνοντας όλους τους κατοίκους της περιοχής χωρίς αποκλεισμούς και ρατσιστικές διακρίσεις. Να πάρει θέση ζητώντας, να αποκαλυφθούν οι συμμορίες που δρουν είτε είναι Ρομά, είτε οποιαδήποτε εθνικότητας, υπό την αρωγή του κράτους. Η εργατική τάξη, ο λαός της περιοχής να βγει στους δρόμους ενωτικά, αγωνιστικά ενάντια στις ναρκω-μαφίες, την ανοχή και συμπλοκή του επίσημου κράτους, ενάντια στη φτώχεια, τα μνημόνια, την αντεργατική-αντιλαϊκή πολιτική, την κυβέρνηση. Να διεκδικήσει άμεσα μέτρα για το τσάκισμα της εγκληματικότητας, για τη βελτίωση των όρων ζωής όλων. Απομονώνοντας τους φασίστες, να παλέψει να πάρει την υπόθεση του αγώνα στα χέρια του, μακριά από τη λογική της ανάθεσης.

Όμως επειδή δε φτάνει γενικά η παραδοχή ότι αυτό το κοινωνικό σύστημα εκτρέφει την εγκληματικότητα και την παραβατικότητα, πρέπει ειδικά σε τέτοιες περιοχές η αντικαπιταλιστική Αριστερά να επεξεργαστεί προτάσεις που θα συμβάλουν σε στοχευμένες παρεμβάσεις στην κοινότητα των Ρομά, τις συνθήκες ζωής τους, την εκτόπιση από τον κοινωνικό ιστό, την ακραία φτώχεια κι ανεργία, με ειδική παρέμβαση στα παιδιά και τους νέους ανθρώπους. Με στόχο να σπάσει ο φαύλος κύκλος υποβάθμιση-γκετοποιήση-εγκληματικότητα. Σε μια κοινωνική ομάδα που πολλά παιδιά δεν πηγαίνουν σχολείο, τα κορίτσια παντρεύονται 13 και 14 χρονών, προέχουν τα αιτήματα που θα συνδέονται με την μόρφωση, τον πολιτισμό, την εκπαίδευση, την εργασία.

Για τον κοινό αγώνα, πέρα από φυλή, θρησκεία, χρώμα για μια αξιοβίωτη ζωή, ενάντια στο σύστημα που γεννά φτώχεια, καταπίεση, εκμετάλλευση, ρατσισμό.

Πηγή: Νίκος Γουρλάς – kommon.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *