Συντονισμένη αντικομμουνιστική… αγκύλωση στην Ευρωπαϊκή Ενωση

Η απόφαση του υπουργού Δικαιοσύνης να μη συμμετάσχει στο συνέδριο που διοργανώνει η εσθονική προεδρία της Ε.Ε. στις 23 Αυγούστου με θέμα την «κληρονομιά στον 21ο αιώνα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τα κομμουνιστικά καθεστώτα» και οι αντιδράσεις σε αυτή φέρνουν στην επιφάνεια μια πολιτική διαδικασία στην Ευρωπαϊκή Ενωση που -δυστυχώς- ελάχιστα είναι γνωστή στην Ελλάδα: τη για πάνω από δέκα χρόνια συστηματική προσπάθεια της ευρωπαϊκής ηγεσίας να συγκρίνει και να εξομοιώσει τη δημοκρατική παράδοση του κομμουνιστικού κινήματος με τα εγκλήματα του ναζισμού.

Η «Εφ.Συν.» ανοίγει τον φάκελο του ανιστόρητου αντικομμουνισμού στην Ευρωπαϊκή Ενωση, επιχειρώντας να υπενθυμίσει πώς εθνικές ηγεσίες χωρών που εισήλθαν στην «ευρωπαϊκή οικογένεια» μετά το 2004 βαδίζουν χέρι χέρι με την ευρωπαϊκή ηγεσία προκειμένου να γίνει δόγμα η επικίνδυνη εξίσωση του ναζισμού με τον κομμουνισμό.

Οι πρώτες προσπάθειες

Στις 23 Αυγούστου του 1939 υπογράφτηκε το Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ. Στη δεκαετία του ’80 σύλλογοι μεταναστών από τις χώρες της Βαλτικής και της Ανατολικής Ευρώπης ξεκίνησαν να διοργανώνουν συγκεντρώσεις στον Καναδά φορώντας στο πέτο μαύρες κορδέλες. Το 1987 αυτές οι κινητοποιήσεις έφτασαν στις Βαλτικές χώρες και το 1989, πενήντα χρόνια μετά την υπογραφή του Συμφώνου, δύο εκατομμύρια άνθρωποι δημιούργησαν μια ανθρώπινη αλυσίδα 600 χιλιομέτρων, που περνούσε από τις τρεις χώρες, προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για τη «σοβιετική κατοχή».

Το 2004 έγινε το «μεγάλο άνοιγμα» της Ε.Ε. στην Ανατολική Ευρώπη. Στην Ενωση εντάχθηκαν η Τσεχία, η Εσθονία, η Λετονία, η Λιθουανία, η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Σλοβενία και η Σλοβακία. Τρία χρόνια αργότερα εντάχθηκαν η Βουλγαρία και η Ρουμανία.

Η τεράστια αυτή διεύρυνση έφερε στις Βρυξέλλες ηγεσίες χωρών που με διάφορους τρόπους καταδίωκαν καθετί «κομμουνιστικό»: στις χώρες της Βαλτικής και τη Ρουμανία υπάρχει απαγόρευση δράσης των κομμουνιστικών κομμάτων, ενώ μνημεία του σοβιετικού παρελθόντος έχουν καταστραφεί, δίνοντας τη θέση τους σε αγάλματα συνεργατών των ναζί. Στην Ουγγαρία και την Πολωνία απαγορεύεται η χρήση «κομμουνιστικών συμβόλων».

Οι συντονισμένες προσπάθειες στην Ε.Ε. για εξίσωση του κομμουνισμού με τον ναζισμό εντάθηκαν εκείνη την εποχή. Τον Φεβρουάριο του 2004 το 16ο Συνέδριο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ) ενέκρινε ψήφισμα με το οποίο ζητούσε από την Ε.Ε. «να υιοθετήσει επίσημη δήλωση για τη διεθνή καταδίκη του Ολοκληρωτικού Κομμουνισμού» και καλούσε στη θέσπιση μιας «ημέρας των θυμάτων» των καθεστώτων αυτών.

Οι συντονισμένες ενέργειες

Επί μία δεκαετία συμμετέχοντες στο Συμβούλιο της Ευρώπης επιχειρούσαν, άλλοτε επιτυχημένα (1996) και συχνότερα αποτυχημένα, να υιοθετήσουν ψηφίσματα καταδίκης του κομμουνισμού. Τον Ιανουάριο του 2006 εγκρίθηκε από την κοινοβουλευτική συνέλευση κείμενο «για την ανάγκη διεθνούς καταδίκης των εγκλημάτων των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων», που υποστηρίχθηκε από το ΕΛΚ, άλλα δεξιά και φιλελεύθερα κόμματα, όπως και από σοσιαλδημοκράτες της Τσεχίας, της Ουγγαρίας και της Βαλτικής.

Το κείμενο δεν συγκέντρωσε την απαραίτητη ενισχυμένη πλειοψηφία, αλλά θεωρείται «συμβολικό» κυρίως για την επισήμανση πως «οι υπεύθυνοι αυτών των εγκλημάτων δεν έχουν δικαστεί από τη διεθνή κοινότητα, όπως συνέβη με τα τρομερά εγκλήματα που διαπράχθηκαν από τον ναζισμό».

Υστερα ήρθε η σειρά του Ευρωκοινοβουλίου. Τον Οκτώβριο του 2006, με αφορμή τα 50 χρόνια από τα γεγονότα της Βουδαπέστης, το σώμα υιοθέτησε ψήφισμα σύμφωνα με το οποίο «η δημοκρατική κοινότητα πρέπει να απορρίψει κατηγορηματικά την καταπιεστική και αντιδημοκρατική κομμουνιστική ιδεολογία».

Στις 19 Απριλίου του 2007, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για τη Δικαιοσύνη και τις Εσωτερικές Υποθέσεις, του οποίου προήδρευε ο τότε υπουργός Εσωτερικών της Γερμανίας, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, αποφάσισε να αναθέσει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να διοργανώσει «μια δημόσια ακρόαση σχετικά με εγκλήματα γενοκτονίας, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου που διαπράχθηκαν από ολοκληρωτικά καθεστώτα».

Η σλοβενική προεδρία έναν χρόνο μετά, το 2008, διοργάνωσε αυτή την ακρόαση με την παρουσία του τότε προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, και τη συμμετοχή αξιωματούχων από την Εσθονία, τη Λιθουανία, τη Ρουμανία, την Πολωνία και την Ισπανία. Η πλειονότητα των θεματικών ακροάσεων αφορούσε τον κομμουνισμό, ενώ στην έκθεση υπήρχε ολόκληρο κεφάλαιο για την «ανάγκη ίσης αντιμετώπισης των ναζιστικών και σοβιετικών εγκλημάτων».

Χαρακτηριστική ήταν επίσης η επισήμανση πως «τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από το καθεστώς κατοχής της μπολσεβικικής ΕΣΣΔ και από το γερμανικό εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς βασίστηκαν σε δύο μισάνθρωπα ιδεολογικά δόγματα του 19ου αιώνα – τον ρατσισμό και την ταξική πάλη».

Τα ευρωπαϊκά προγράμματα

Τον Νοέμβριο του 2013 το Ευρωκοινοβούλιο ενέκρινε τον κανονισμό του Συμβουλίου για τη θέσπιση του προγράμματος «Ευρώπη για τους πολίτες», για την περίοδο 2014-2020, που κινούνταν στο πλαίσιο της εξίσωσης του κομμουνισμού με τον ναζισμό.

Οι συντάκτες καλούσαν μάλιστα τους συμμετέχοντες στο πρόγραμμα να αναπτύξουν δράσεις στην παιδεία, τον πολιτισμό και τον αθλητισμό και να «αναλύσουν τον τρόπο με τον οποίο η προοπτική προσχώρησης στην Ε.Ε. επηρέασε τα δημοκρατικά πρότυπα και τις πρακτικές προηγούμενων δικτατορικών και ολοκληρωτικών καθεστώτων».

Μέσα από αυτή την «αναδρομή» εξάγονται χρήσιμα συμπεράσματα:

• Οι όποιες ενέργειες αποτελούν πρωτοβουλία παραγόντων των Βρυξελλών που ανήκουν στην ευρωπαϊκή Δεξιά, δηλαδή στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, ενώ συνήθως συμβάλλουν δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας, των φιλελεύθερων και της Ακροδεξιάς.

• Ιδιαίτερα ενεργός είναι ο ρόλος των ηγεσιών χωρών της Βαλτικής και του Βίζεγκραντ, που πρωτοστατούν παράλληλα στη συντηρητική οπισθοχώρηση και την απώλεια κάθε σκέψης ευρωπαϊκής αλληλεγγύης στους τομείς της οικονομίας και του προσφυγικού.

Δεν πρέπει να εκπλήσσει κανέναν, λοιπόν, το γεγονός πως όροι όπως «κομμουνισμός», «σοσιαλισμός», «σταλινισμός», «Σοβιετία» χρησιμοποιήθηκαν εκτεταμένα κατά τη διάρκεια της επιχείρησης να αλλάξει χέρια ο παραγωγικός ιστός σε πολλές χώρες τα τελευταία χρόνια, όπως την Εσθονία, τη Λετονία και εσχάτως την… Ελλάδα.

• Η ηγεσία της Ε.Ε. και οι εθνικές ηγεσίες χωρών της Ανατολικής Ευρώπης και της Βαλτικής δρουν «χοντροκομμένα»: Επιλέγουν να μην τοποθετηθούν επί του «σταλινισμού», έναν ιστορικό και πολιτικό όρο που φέρει -δικαίως ή αδίκως- αρνητικό φορτίο, αλλά συνολικά επί του κομμουνισμού. Στα επίσημα κείμενα χρησιμοποιείται συντριπτικά ο όρος «κομμουνισμός» και παράγωγά του, «τσουβαλιάζοντας» διαφορετικές περιπτώσεις και ιδεολογικές πτυχές του κομμουνιστικού κινήματος.

• Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η σπουδή της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας να θεσπίσει νομικά μέτρα αντιμετώπισης των αποκαλούμενων «αρνητών εγκλημάτων απολυταρχικών καθεστώτων». Πέρα από την αναγκαία συζήτηση για την πολιτική ή/και νομική αντιμετώπιση των ναζιστικών ομάδων, οι ηγεσίες προχωρούν προσεκτικά σε αντίστοιχες προτάσεις, που μπορούν να οδηγήσουν σε ενέργειες ενάντια σε υποστηρίζοντες τα κομμουνιστικά προτάγματα, σχετίζοντας την «πάλη των τάξεων» με τα «γκουλάγκ».

Η «Ημέρα της Μαύρης Κορδέλας»

Δεν είχε ακόμα στεγνώσει το μελάνι της έκθεσης των 324 σελίδων και στις 3 Ιουνίου 2008 η κυβέρνηση της Τσεχίας διοργάνωσε διεθνή διάσκεψη η οποία κατέληξε στην περίφημη Διακήρυξη της Πράγας. Η διάσκεψη υποστηρίχθηκε από τον Νικολά Σαρκοζί και τη Μάργκαρετ Θάτσερ, ενώ τη διακήρυξη συνυπέγραψαν μεταξύ άλλων ο Βάτσλαβ Χάβελ, πρώην πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας και της Τσεχίας, και ο Γιόαχιμ Γκάουκ, πρώην πρόεδρος της Γερμανίας.

Οι υπογράφοντες καλούσαν την Ευρώπη να συνειδητοποιήσει πως «τόσο τα ναζιστικά όσο και τα κομμουνιστικά ολοκληρωτικά καθεστώτα […] θα πρέπει να θεωρούνται οι κύριες καταστροφές οι οποίες έπληξαν τον 20ό αιώνα».

Η εξίσωση του κομμουνισμού με τον ναζισμό γινόταν ακόμα σαφέστερη, καθώς οι υπογράφοντες ζητούσαν να καθιερωθεί η 23η Αυγούστου «ως ημέρα μνήμης των θυμάτων τόσο των ναζιστικών όσο και των κομμουνιστικών ολοκληρωτικών καθεστώτων, με τον ίδιο τρόπο που η Ευρώπη θυμάται τα θύματα του Ολοκαυτώματος στις 27 Ιανουαρίου».

Λίγους μήνες μετά, στις 23 Σεπτεμβρίου του 2008, 409 ευρωβουλευτές συνυπέγραψαν κείμενο με το οποίο ζητούσαν την καθιέρωση της 23ης Αυγούστου ως ημέρας μνήμης «για τα θύματα των εγκλημάτων του σταλινισμού και του ναζισμού» (είναι γνωστή και ως «Ημέρα της Μαύρης Κορδέλας»). Στις 2 Απριλίου του 2009 το Ευρωκοινοβούλιο υπερψήφισε με συντριπτική πλειοψηφία (533 ψήφοι υπέρ, 44 κατά και 33 αποχές) σχετική απόφαση, ζητώντας την αναγνώριση «του κομμουνισμού, του ναζισμού και του φασισμού ως κοινής κληρονομιάς» και την ίδρυση της Πλατφόρμας Ευρωπαϊκής Μνήμης και Συνείδησης.

Το Ιούνιο του ίδιου έτους το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καλωσόρισε την απόφαση του Ευρωκοινοβουλίου. Η Κομισιόν τον Δεκέμβριο του 2010 εξέδωσε έκθεση για τη «Μνήμη των εγκλημάτων που διαπράχτηκαν από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα στην Ευρώπη», στην οποία εξέταζε τη δυνατότητα εναρμόνισης των νομικών μέτρων για τους αρνητές των «εγκλημάτων ολοκληρωτικών καθεστώτων».

Η Πλατφόρμα Ευρωπαϊκής Μνήμης και Συνείδησης ιδρύθηκε τελικά τον Ιούνιο του 2011, κατά τη διάρκεια διάσκεψης των ηγετών των χωρών του Βίζεγκραντ στην Πράγα. Την ιδρυτική πράξη συνυπέγραψαν ο ακροδεξιός πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Βίκτορ Ορμπαν, ο Πολωνός ομόλογός του και πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ και ο Τσέχος πρωθυπουργός Πετρ Νέτσας.

Στην Πλατφόρμα συμμετέχουν επίσης κυβερνητικοί εκπρόσωποι από τη Γερμανία (καθώς και το ινστιτούτο των Χριστιανοδημοκρατών «Κόνραντ Αντενάουερ»), από τη Ρουμανία, τις Βαλτικές χώρες, τη Σουηδία, την Ολλανδία, τη Σλοβακία, τη Σλοβενία και τη Βουλγαρία, καθώς και οργανισμοί, δημόσιοι ή ιδιωτικοί, από τις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Ουκρανία, τη Μολδαβία, την Ισλανδία και την Αλβανία.

Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ καταδίκασαν τον ολοκληρωτισμό, αλλά αντέδρασαν στο ψήφισμα

Γιάννης Βαρβιτσιώτης: «Η αποτίμηση ιστορικών γεγονότων είναι αποκλειστικό έργο των ιστορικών και μόνο» |

Οι κυβερνήσεις Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ ουσιαστικά συναίνεσαν σε όλες τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και της Κομισιόν που εξίσωναν τον κομμουνισμό με τον ναζισμό, ενώ το ΚΚΕ ήταν πάντοτε ιδιαίτερα ενεργό στις προσπάθειες να αποκρουστούν οι προσπάθειες της ευρωπαϊκής ηγεσίας. Σήμερα η Ν.Δ. ωρύεται για την απόφαση Κοντονή, ωστόσο κορυφαία στελέχη της έχουν κρατήσει παλιότερα εντελώς διαφορετική στάση γύρω από το θέμα.

Το 2008, ανάμεσα στους 409 ευρωβουλευτές που ζητούσαν την καθιέρωση της 23ης Αυγούστου ως ημέρας για τα θύματα ολοκληρωτικών καθεστώτων βρίσκονταν οι Νίκος Βακάλης και Μανώλης Αγγελάκας από τη Ν.Δ. και Γεώργιος Γεωργίου από τον ΛΑΟΣ. Ωστόσο στην αντίστοιχη ψηφοφορία της 2ας Απριλίου 2009 οι ευρωβουλευτές της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ προχώρησαν σε εξαιρετικά ενδιαφέρουσες τοποθετήσεις.

Μαριλένα Κοππά: «Ανεπίτρεπτη η εξομοίωση ναζισμού και κομμουνισμού» 

Ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης, ιστορικό στέλεχος της Ν.Δ., είχε ανακοινώσει στο σώμα πως «η ομάδα των ευρωβουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, που ανήκει στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, καταδικάζει απερίφραστα κάθε μορφή ολοκληρωτισμού και, παράλληλα, υπογραμμίζει τη σημασία που έχει να διατηρηθεί η μνήμη για το παρελθόν, κάτι που άλλωστε αποτελεί σημαντικό στοιχείο της Ιστορίας μας».

Είχε όμως αντιτείνει πως «οι όποιες αποφάσεις πλειοψηφίας του Κοινοβουλίου δεν είναι αρμόδιες να ερμηνεύσουν ιστορικά γεγονότα. Η αποτίμηση ιστορικών γεγονότων είναι αποκλειστικό έργο των ιστορικών και μόνο». Γνωστοποιούσε δε πως οι ευρωβουλευτές της Ν.Δ. «καταλήξαμε στην απόφαση να απόσχουμε από την ψηφοφορία του κοινού ψηφίσματος των τεσσάρων πολιτικών ομάδων, στις οποίες ήταν και το ΕΛΚ, για την ευρωπαϊκή συνείδηση και τον ολοκληρωτισμό».

Το δε ΠΑΣΟΚ είχε δώσει αρνητική ψήφο. Η Μαριλένα Κοππά, εκπροσωπώντας τους ευρωβουλευτές του κόμματος, είχε δηλώσει: «Η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ ψήφισε εναντίον διότι το ψήφισμα αυτό προχωράει σε ανεπίτρεπτη εξομοίωση ναζισμού και κομμουνισμού. Καταδικάζουμε τις αγριότητες τόσο του ναζισμού όσο και του σταλινισμού. Θεωρούμε ότι η εξομοίωση που γίνεται δεν βοηθά στην κατανόηση της ιδιαιτερότητας καθενός από τα δύο ολοκληρωτικά αυτά καθεστώτα».

Πηγή: Νίκος Σβέρκος – «Εφημερίδα των Συντακτών»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *