Το παρελθόν, ως παρόν

Με μεγάλη καθυστέρηση προβάλλεται και στην επαρχία μας, την οριζόμενη από το συγκεκριμένο κύκλωμα διανομής, η ταινία για τον Τσε, ο Αργεντίνος.

Είναι το πρώτο μέρος και δείχνει την πορεία της επανάστασης από τα πρώτα της βήματα μέχρι την κατάληψη της Σάντα Κλάρα και την ανατροπή του καθεστώτος Μπατίστα, την πρωτοχρονιά του 1959.

Είναι μια ενδιαφέρουσα ταινία, που όπως δείχνει και ο τίτλος, εστιάζει στην προσωπικότητα και το ρόλο του Τσε Γκεβάρα και η οποία ξαναφέρνει στα μάτια και στη σκέψη μας μια συγκλονιστική επανάσταση και μια εξ ίσου συγκλονιστική εποχή.

Την ταινία, όπως και το παρελθόν, μπορείς να τα δεις με τρείς τρόπους:

Μπορείς ως ιστορικό συμβάν, κάτι που είναι μακρινό όσο και  ο τριακονταετής πόλεμος, ή ο πρώτος παγκόσμιος και κάθε απομακρυσμένος πόλεμος εν τέλει, που μας αφορά ως ιστορική πληροφορία.

Μπορείς ως νοσταλγία για ένα επαναστατικό παρελθόν το οποίο έχει χαθεί στη σκόνη του χρόνου και προκαλεί το σφίξιμο και τη μελαγχολία μιας εποχής που βούλιαξε στα αδιέξοδά της, ενός λαϊκού ηρωισμού που ξοδεύτηκε χωρίς αποτέλεσμα, με ένα αχ στο τέλος και μια καταθλιπτική οδύνη.

Μπορείς ως παρόν, στο οποίο περιέχεται το παρελθόν. Είναι πιο δύσκολο και πιο περίπλοκο. Γιατί το παρόν περιέχει και την οδύνη της πράξης, αλλά ιδιαίτερα στις ημέρες μας, περιέχει και πολλές διαψεύσεις σχεδίων, και επί πλέον γιατί το παρόν δεν δίνει σαφείς οδηγίες για το μέλλον.

Όσο δύσκολο όμως κι αν είναι το παρόν είναι αυτό που είναι, κι αυτό μέσα στο οποίο είσαι, και δεν μπορείς να του ξεφύγεις, γυρίζοντας προς τα πίσω, στο παρελθόν, ή εκτινασσόμενος μπροστά, προς το μέλλον. Διαφυγές που έγιναν δημοφιλείς, και δικαιολογημένα, σε πολλούς αριστερούς των ημερών μας.

Το παρελθόν δεν παρέρχεται ποτέ, είναι μέρος ή μια διάσταση του παρόντος, δεν είναι καν παρελθόν και πάντα επιστρέφει – το είπε ο Φόκνερ και μας το υπενθύμισε ο Χαβιέρ Θέρκας στον Απατεώνα.

Συνεπώς, δεν μπορείς να διαφύγεις, ακόμα κι αν το μυαλό σου λέει ή θέλει άλλα. Το μόνο που μπορείς να καταφέρεις με τη διαφυγή είναι να σε τσακίζει, ακάλυπτο και απροετοίμαστο, η πραγματικότητα.

Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, ο μαρξιστής που ασχολήθηκε πολύ με τη σχέση παρελθόντος και παρόντος, αναζήτησε την ιστορική συνέχεια ως πορεία λύτρωσης, όπου “ο μετασχηματισμός του παρόντος συνεπάγεται μια δυνατότητα λύτρωσης του παρελθόντος”, τουτέστιν σε κάθε παρόν θα δικαιώνεται το παρελθόν, το οποίο δεν είναι νεκρό, δεν είναι ιστορικό αρχείο, ούτε νοσταλγία.

“Το παρελθόν δεν εγκαταλείπει ποτέ το παρόν κι αυτά τα δύο δεν μπορούν να διαχωριστούν. Το παρελθόν παραμένει εντός μας και, κατά συνέπεια, μπορεί πάντα να επανενεργοποιηθεί. Τίποτα δεν χάνεται οριστικά, έστω κι αν όλα όσα ανήκουν στο παρελθόν – τόσο τα υλικά αντικείμενα όσο κι οι ατομικές και συλλογικές αναμνήσεις μας – είναι φθαρτά και διαρκώς απειλούνται”. Αυτά για τη σκέψη του Μπένγιαμιν, όπως μας τα μεταφέρει ο  Έντσο Τραβέρσο στο βιβλίο του Αριστερή μελαγχολίαΗ δύναμη μιας κρυφής παράδοσης (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου).

Από το βιβλίο αυτό θα δανειστώ και μια πολύ ωραία και σχετική ιστορία:

“Το 1972, οι αδελφοί Ταβιάνι γύρισαν το Σαν Μικέλε, την τραγική ιστορία ενός ιταλού αναρχικού, ελεύθερη διασκευή της νουβέλας του Λέοντος Τολστόι Το θείο και το ανθρώπινο(1906), αφιερωμένη στο ρώσικο ναροντνικισμό. Ο πρωταγωνιστής είναι ένας αστός διανοούμενος που επιλέγει το στρατόπεδο της επανάστασης – όπως οι ρώσοι ναρόντνικοι του Τολστόι – και αποφασίζει να σμίξει με το λαό.

Τη δεκαετία του 1870 ο ήρωάς μας οργώνει τη χώρα και συμμετέχει στην οργάνωση κινημάτων εξέγερσης σε πολλές πόλεις, με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να καταδικαστεί σε θάνατο. Λίγο πριν την εκτέλεση όμως η ποινή του μετατρέπεται σε ισόβια φυλάκιση σε απομόνωση.

Η σταθερότητά του και ο πολιτικός του μεσσιανισμός του επιτρέπουν να μείνει πιστός, για δέκα χρόνια απόλυτης απομόνωσης, στα ιδανικά του. Επιδεικνύει απίστευτη ζωτική ενέργεια και επιβιώνει αναδημιουργώντας γύρω του ένα φανταστικό κόσμο όπου ζωντανεύουν νοερά οι σύντροφοι του, τα βιβλία του και οι έντονες συζητήσεις.

Όταν τον μεταφέρουν σε άλλη φυλακή αλυσοδεμένο και με αυστηρή αστυνομική φρουρά, η βάρκα του συναντά μια άλλη, που μεταφέρει νεαρούς σοσιαλιστές κρατούμενους. Συζητώντας μαζί τους, στην πρώτη του συζήτηση μετά από δέκα χρόνια, ο Τζούλιο ανακαλύπτει τις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές που έχουν συμβεί στη διάρκεια της κράτησής του.

Οι νέοι μιλούν μια γλώσσα διαφορετική από τη δική του και υπερασπίζονται μια νέα έννοια του σοσιαλισμού όπου το μαζικό κίνημα έχει αντικαταστήσει την παλιά μέθοδο της “προπαγάνδας μέσω της πράξης”.

Μπροστά σ’ αυτή την αποκάλυψη, ο κόσμος του Τζούλιο καταρρέει. Συνειδητοποιεί ότι ανήκει σε μια παρωχημένη εποχή και η ζωή του τού φαίνεται ξαφνικά μάταιη και δίχως νόημα. Αυτοκτονεί πέφτοντας, αλυσοδεμένος, από τη βάρκα στο νερό.

Εστιάζοντας στην αντιπαράθεση μεταξύ αναρχισμού και μαρξισμού, η ταινία υπογράμμιζε την τραγική διάσταση – φτιαγμένη από θυσίες και αυταπάτες – της ιστορίας του σοσιαλισμού. Αυτό το δράμα, όπως εξηγούσε ο Βιτόριο Ταβιάνι σε μια συζήτηση, ”αφηγείται το παρελθόν για να μιλήσει για το παρόν”.

Προσοχή, λοιπόν, στους φανταστικούς κόσμους, έστω κι αν προέρχονται από ένα πραγματικό παρελθόν, έστω κι αν μπορούν να τροφοδοτούν την πίστη και τις αντοχές.

Πηγή: Θανάσης Σκαμνάκης – kommon

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *