5 Δεκέμβρη 1942 : Η άγνωστη μάχη της Χρύσως στην Ευρυτανία και τα φασιστικά ιταλικά αντίποινα στο χωριό

Η μάχη στη Χρύσω – 28 ΕΛΑΣίτες εναντίον χιλιάδων Ιταλών φασιστών!!!

Ανήμερα του Αγίου Σεραφείμ της Κορώνης, στις 4 του Δεκέμβρη 1942, η φάλαγγα των Ιταλών του Καρπενησίου κινείται μέσω Στενώματος προς τη γέφυρα της Βίνιανης, ενώ η άλλη Ιταλική φάλαγγα που έρχεται από το Αγρίνιο οδεύει προς Φραγκίστα-Κεράσοβο. Ένα τμήμα ανταρτών του Αρχηγείου Ευρυτανίας του ΕΛΑΣ δυναμικότητας περίπου 100 αντρών με επικεφαλής τον Ερμή, βρίσκεται στο χωριό Στένωμα. Ειδοποιούνται, από τις ΕΑΜικές οργανώσεις των χωριών, για τον ερχομό των Ιταλών του Καρπενησίου και κινητοποιούνται αμέσως για την παρακολούθηση της εχθρικής φάλαγγας, με στόχο να την πλήξουν την κατάλληλη στιγμή και στο κατάλληλο σημείο ώστε να ανακόψουν το δρόμο της προς τα αγραφιώτικα χωριά. Οι Ιταλοί φτάνουν στα λιβάδια της Βίνιανης και καταλύουν εκεί, ενώ οι αντάρτες περνώντας τον ποταμό Μέγδοβα στρατοπεδεύουν πάνω από την παλιά Βίνιανη. Ετοιμάζονται πυρετωδώς για να χτυπήσουν, όμως δυστυχώς δεν έχουν σωστή πληροφόρηση για την άλλη ιταλική φάλαγγα εξ Αγρινίου η οποία βρίσκεται ήδη στο Κεράσοβο.

Στις 5 Δεκέμβρη 1942 οι αντάρτες ξεκινούν για να πιάσουν πρώτοι τα στενά της Χρύσως. Όμως οι Ιταλοί του Κεράσοβου προπορεύονται ήδη προς τη Χρύσω έχοντας μαζί τους 3 χωρικούς ως ομήρους (Μιχάλη Τριανταφυλλόπουλο, Βασίλη Γκαρίλα, Σπύρο Μεριγκούνη) και έναν αγροφύλακα (Ανδρέα Δερμάνη) τον οποίο πήραν δια της βίας για να τον χρησιμοποιήσουν ως οδηγό. Οι αντάρτες αντιλαμβάνονται την παρουσία της έτερης εχθρικής φάλαγγας και πραγματοποιώντας ελιγμό κινούνται παραποτάμια ακολουθώντας το Γαβρενίτη ποταμό.

Όμως επειδή είναι Δεκέμβρης και τα φύλλα των πλατάνων έχουν πέσει, δεν καλύπτονται επαρκώς και έτσι κάποια στιγμή οι Ιταλοί τους παίρνουν είδηση και από την πλαγιά Νημάτια βάζουν δαιμονισμένα με όλμους και πολυβόλα εναντίον τους, ενώ ταυτόχρονα μεγάλη ιταλική δύναμη προσεγγίζει τη ρεματιά. Με αυτό τον τρόπο κατορθώνουν να κόψουν στη μέση την αντάρτικη δύναμη.

Ο καπετάν-Ερμής που προπορεύεται με 28 αντάρτες ξεφεύγει και μέσω του Χρυσιώτη ποταμού προλαβαίνει να μπει πρώτος στα στενά της Σούιλας και να οχυρωθεί εκεί. Οι υπόλοιποι περίπου 70-80 μαχητές, που αποτελούν και τον κύριο κορμό, ελίσσονται διαφορετικά. Τούτοι δεν προλαβαίνουν να μπουν στα στενά και βαλλόμενοι συνεχώς από τα ιταλικά πυρά, αναγκάζονται εκ των πραγμάτων να ακολουθήσουν ξεχωριστή πορεία από αυτή του Ερμή και έτσι μέσω του Γαβρενίτη ποταμού καταλήγουν στον Άγιο Δημήτριο. Σε όλη αυτή την επιχείρηση οι Ιταλοί προλαβαίνουν να αιχμαλωτίσουν πέντε αντάρτες που προστίθενται στους ομήρους που είχαν ήδη μαζί τους.

Ο καπετάν-Ερμής όμως δεν πτοείται. Έστω και μόνο με… τους 28 συντρόφους που έχει μαζί του (ανάμεσά τους βρίσκονται και κάποιοι Χρυσιώτες) είναι αποφασισμένος να μην αφήσει τους χιλιάδες Ιταλούς να περάσουν!!! Έτσι οι λιγοστοί μα ψυχωμένοι ΕΛΑΣίτες πιάνουν τα στενά στην έξοδο του χωριού. Ταμπουρώνονται στα βράχια και περιμένουν… Μετά από κάποιες ώρες οι Ιταλοί φτάνουν στα Σούιλα. Ανυποψίαστοι για το τι τους περιμένει μπαίνουν στην επικίνδυνη στενωπό. Όπως προαναφέραμε, αυτή ήταν και η μόνη αναγκαστική δίοδος για τους καταχτητές.

Μπροστά πηγαίνει ο καβαλάρης επικεφαλής αξιωματικός τους και ακολουθούν τα πάνοπλα πεζοπόρα τμήματα. Όταν η εχθρική εμπροσθοφυλακή φτάνει στην Κόκκινη Στράτα, ο καπετάν-Ερμής δίνει το σύνθημα της επίθεσης. Οι Ιταλοί καταχτητές δέχονται ξαφνικό καταιγισμό πυρών. Οι πρώτοι μακελεύονται επιτόπου από τα αντάρτικα βόλια. Αρχικά προσπαθούν να ανταποδώσουν, αλλά ο αιφνιδιασμός είναι απόλυτα επιτυχημένος αφού οι ΕΛΑΣίτες τους χτυπούν ανελέητα από διάφορες κατευθύνσεις.

Έντρομοι οι κοκορόφτεροι φασίστες πηδούν από τα βράχια μέσα στη ρεματιά και στα νερά του ποταμού. Άλλοι απ΄ αυτούς, θρασύδειλοι όπως είναι, προσπαθούν να καλυφθούν βάζοντας ασπίδα τους δυστυχείς ομήρους. Οι αντάρτες προσέχουν που χτυπάνε κι έτσι κανείς όμηρος δεν παθαίνει τίποτε, στη διάρκεια της μάχης. Μάλιστα μέσα στο πανδαιμόνιο κατορθώνουν να αποδράσουν ο αγροφύλακας Δερμάρης και ο ένας όμηρος ο Μεριγκούνης. Ένας ξέφρενος πανικός έχει απλωθεί σε ολόκληρη την ιταλική φάλαγγα. Χιλιάδες ιταλοί οπισθοχωρούν κακήν κακώς προς τα πίσω ποδοπατώντας ο ένας τον άλλον!!

Η Χρύσω δεν πατιέται από τον εχθρό με μάχη! Οι Ιταλοί βάλλονται συνεχώς, ακόμη και κατά τη διάρκεια της οπισθοχώρησής τους, ώσπου τα λίγα πυρομαχικά των ανταρτών του Ερμή εξαντλούνται. 6 νεκροί και πάνω από 20 τραυματίες Ιταλοί είναι οι εχθρικές απώλειες. Άλλες πληροφορίες (από την εφημερίδα «Μαχόμενη Ευρυτανία» αλλά και από χιλιοτραγουδισμένα αντάρτικα τραγούδια) ανεβάζουν τον αριθμό τους σε 40 ή και 50 και τους τραυματίες σε 100. Το βέβαιο είναι ότι οι Ιταλοί προσπάθησαν να αποσιωπήσουν το πραγματικό μέγεθος της ήττας τους για να αποφύγουν τον απόλυτο εξευτελισμό.

Βλέπετε, αρκούσαν μονάχα 28 παλικάρια-μαχητές της λευτεριάς για να τρέψουν σε άτακτη φυγή χιλιάδες Ιταλούς φασίστες!! Μάλιστα μέσα στην τρομάρα τους οι Ιταλοί εγκαταλείπουν στο πεδίο της μάχης και κάποιον από τους νεκρούς τους, έναν λοχαγό. Αυτόν θα τον βρουν ξαπλωμένο σε ένα φορείο την επομένη ημέρα κάποιοι ριψοκίνδυνοι Χρυσιώτες που θα κατέβουν στο σημείο της μάχης για να συλλέξουν οπλισμό και άλλα λάφυρα που είχαν εγκαταλείψει οι έντρομοι Ιταλοί. Άλλοι Ιταλοί θα θαφτούν από τους δικούς τους στα γύρω βουνά (το 1960 ένα Ιταλός παπάς θα έρθει στη Χρύσω εφοδιασμένος με χάρτη και θα πάρει τα οστά δύο ακόμη νεκρών συμπατριωτών του). Από τους ΕΛΑΣίτες δεν υπάρχουν νεκροί στη μάχη, δυστυχώς όμως υπάρχουν συλληφθέντες στα χέρια των Ιταλών. Οι αντάρτες του Ερμή μετά την επιτυχία τους θα ανηφορίσουν προς τον Άγιο Δημήτριο για να συναντηθούν με τους υπόλοιπους που είχαν διαφύγει κατά τη διάρκεια της πρώτης επίθεσης στο Γραβενίτη. Από εκεί θα λάβουν διαταγή να προωθηθούν προς το Καροπλέσι για άλλες πολεμικές επιχειρήσεις.

Ολόκληρο το ιταλικό σύνταγμα που οπισθοχώρησε τρομοκρατημένο, θα κατευθυνθεί προς τα Νημάτια. Οι Ιταλοί θα διανυκτερεύσουν εκεί τρέμοντας από το φόβο τους και μένοντας ξάγρυπνοι όλη τη νύχτα! «Μάτι δεν έκλεισαν» σύμφωνα με τις μαρτυρίες των αγωγιατών που είχαν μαζί τους!

Την επόμενη μέρα 6 Δεκέμβρη 1942, οι αφηνιασμένοι φασίστες ξεσπούν τη δολοφονική τους μανία επάνω στους ομήρους χωρικούς και τους συλληφθέντες αντάρτες. Στη θέση Λογγά του Σαρρή βασανίζουν απάνθρωπα τους επτά αιχμαλώτους (σ.σ. ο Μεριγκούνης και ο Δερμάρης είχαν προλάβει να δραπετεύσουν). Στη συνέχεια αναγκάζουν τους βασανισμένους να σκάψουν μόνοι τους το λάκκο τους και τους εκτελούν εν ψυχρώ! Οι δολοφονημένοι ήρωες ήταν: Οι δύο όμηροι από το Κεράσοβο, Μιχάλης Τριανταφυλλόπουλος και Βασίλης Γκαρίλας, καθώς και οι 5 συλληφθέντες αντάρτες, Γιώργος Γκούβας, Δημήτρης Χειλάς, Γιώργος Χόντος, Δημήτρης Κακαβάς, και ένας άγνωστος Θεσσαλός μαχητής.

Οι Ιταλοί θα παραμείνουν για δυο ολόκληρα μερόνυχτα στα Νημάτια. Τρελαμένοι από το φόβο τους περιμένουν να έρθει προς ενίσχυσή τους και η άλλη φάλαγγα από το Καρπενήσι. Μόλις οι θρασύδειλοι φασίστες βεβαιώνονται ότι είναι πάλι σε θέση ισχύος, συγκροτούν τάγματα εφόδου, ρίχνουν όλμους από μακριά και ξεκινούν για τα αντίποινα του μίσους εναντίον της ηρωικής Χρύσως.

«Μέσ’ στην Ευρυτανία και μές΄στο Σουιλά
οι αντάρτες πολεμάνε μ’ ιταλικά σκυλιά.
Με δυό με τρεις χιλιάδες, αντάρτες εκατό
τρεις μέρες πολεμάνε χτυπάνε τον οχτρό.
Σκοτώσανε πενήντα, σκορπίσαν στα βουνά
και μπήκαν οι φασίστες και βάλανε φωτιά.
Μας κάψαν το χωριό μας τ’ ανήμερα θεριά,
μας κάψαν το σχολιό μας που σπούδαζαν παιδιά.
Μας κάψαν το χωριό μας το Χρύσω το χρυσό
που είναι δοξασμένο στον κόσμο ξακουστό.»

(Τα αντάρτικα τραγούδια», εκδόσεις Τετράδιο, Αθήνα 1975)

Μάνα η Χρύσω καίγεται…

Εν τω μεταξύ οι κάτοικοι της Χρύσως είχαν φροντίσει να βγάλουν «καραούλια» σε κομβικά σημεία της περιοχής για να παρακολουθούν τις εχθρικές κινήσεις προς το χωριό τους. Την κατάλληλη στιγμή τα καραούλια δίνουν σήμα ότι έρχονται οι φασίστες.

Οι κάτοικοι εκκενώνουν το χωριό και για να προστατέψουν τις οικογένειές τους καταφεύγουν στα γύρω βουνά, μέσα στις σπηλιές και στα πυκνά ελατοδάση. Το κρύο του Δεκέμβρη είναι τσουχτερό σε τούτα τα άγρια βουνά, αλλά προέχει φυσικά η σωτηρία του κόσμου από τις πολυπληθείς βάρβαρες φασιστικές ορδές που επελαύνουν. Οι Χρυσιώτες, παίρνουν μαζί τους ότι προλαβαίνουν, καμιά κουβέρτα, κάποιο πρόχειρο ρούχο, ότι μπορούσαν εκείνες τις δύσκολες ώρες.

Προηγουμένως προσπαθούν να κρύψουν και κάποιες λίγες προμήθειες, καλαμπόκια, σιτάρια, ότι είχαν και δεν είχαν, στους κήπους ή σε άλλες μικρές αυτοσχέδιες κρυψώνες μέσα στο χωριουδάκι τους. Τα ζώα τους, πρόβατα, γουρούνια, κότες, μένουν μαντρωμένα. Έτσι το βιός και τα φτωχά τους υπάρχοντα μένουν ξοπίσω, στο εγκαταλειμμένο χωριό. Που να προλάβουν κιόλας μέσα σε τέτοιες άγριες συνθήκες τρομοκρατίας να μετακινήσουν ολόκληρα νοικοκυριά. Όταν οι επερχόμενοι Ιταλοί έβλεπαν από μακριά κάποιους κατοίκους να μεταφέρουν πράγματα πάνω στα μουλάρια πυροβολούσαν αδίστακτα.

Στις 7 του Δεκέμβρη 1942 ένα από τα τάγματα εφόδου των Ιταλών εισβάλλει στο έρημο χωριό της Χρύσως. Μαζεύονται στο προαύλιο της εκκλησίας της Παναγιάς και ακούν το λόγο του επικεφαλής αξιωματικού τους. Μόλις αυτός τελειώνει, παίρνουν αναμμένα δαυλιά και βάζουν φωτιά σε τμήμα του χωριού, καίγοντας αρχικά 18 σπίτια, το σχολείο και δύο ιστορικές εκκλησίες, του Αγίου Νικολάου και της Αγίας Παρασκευής με τις σπάνιες τοιχογραφίες του 1612. Ψάχνουν μανιωδώς για να βρουν ανυπεράσπιστους ανθρώπους να βασανίσουν και να δολοφονήσουν κατά την προσφιλή ταχτική τους. Όμως οι Χρυσιώτες δεν έμειναν με σταυρωμένα χέρια, περιμένοντας το μοιραίο. Με την οργάνωση και τη συνεννόηση πρόλαβαν να κινητοποιηθούν και να αποδράσουν στα βουνά, γλιτώνοντας έτσι τις οικογένειές τους από πολύ βαρύτερο κόστος (ανθρώπινες ζωές).

Στη συνέχεια οι Ιταλοί αποσύρονται και πάλι στα Νημάτια. Από εκεί, και αφού πρώτα ενισχυθούν με τη φάλαγγα του Καρπενησίου, θα τραβήξουν όλοι μαζί προς τα Αγραφιώτικα χωριά. Πάνω από 3000 καθάρματα του Μουσολίνι διαβαίνουν μέσα από τη Χρύσω. Σε αυτή την πορεία θα ολοκληρώσουν το καταστροφικό τους έργο. Σκορπίζονται μέσα στο χωριό, μπαίνουν στα σπίτια και τα λεηλατούν, σφάζουν και τρώνε τα ζώα των κατοίκων, ανιχνεύουν τις κρυψώνες, κλέβουν οτιδήποτε βρίσκουν μπροστά τους! Στο τέλος βάζουν φωτιά σε ολόκληρο το χωριό, κάνοντάς το στάχτη από άκρη σε άκρη. Από τα 90 όμορφα σπίτια της Χρύσως, που χτίστηκαν με τον κόπο και τις θυσίες ολόκληρων γενεών, απομένουν μονάχα 5. Κι’ αυτά τα πέντε γλίτωσαν χάρη στην ηρωική στάση μερικών Χρυσιωτών που έχοντας στο οπτικό τους πεδίο κάποιους Ιταλούς, δεν δίστασαν να τους πυροβολήσουν με κάνα δυό… γράδες που διέθεταν με αποτέλεσμα οι άνανδροι φασίστες να εγκαταλείψουν τα συγκεκριμένα σπιτάκια πριν προλάβουν να ολοκληρώσουν και εκεί το αποτρόπαιο έργο τους.

Σε όλη τη διαδρομή τους προς τα Άγραφα οι ιταλικές φάλαγγες συνοδεύονται και από κάποια πολεμικά αεροπλάνα. Στο Μάραθο, το χωριό του Κατσαντώνη, καίνε σπίτια και εκτελούν το Σπύρο Καλύβα. Στις 10 του Δεκέμβρη πυρπολούν το πανέμορφο ιστορικό χωριό των Αγράφων. Δεν αφήνουν όρθιο τίποτα!

Στις 11 Δεκέμβρη επιστρέφουν και πάλι στη Χρύσω όπου εκεί τους περιμένει ένα ακόμη τμήμα μελανοχιτώνων Ιταλών φασιστών που έφτασε και αυτό από το Καρπενήσι για περαιτέρω ενίσχυση καθώς είχαν τηλεγραφήσει ότι τους είχαν χτυπήσει στα Άγραφα. Στρατοπεδεύουν όλη τη μέρα στο χωριό προβαίνοντας σε νέες λεηλασίες και καταστροφές, ισοπεδώνοντας έτσι εντελώς ότι είχε απομείνει από τις προηγούμενες επιδρομές τους. Η Χρύσω καιγόταν και δεινοπαθούσε για πολλές ημέρες!

Την επομένη 12 Δεκεμβρίου οι Ιταλοί αποχωρούν αφήνοντας πίσω τους “κρανίου τόπο”!

Οι κάτοικοι της Χρύσως επιστρέφουν στο χωριό τους. Ο όλεθρος, και η ολοκληρωτική καταστροφή είναι η εφιαλτική εικόνα που θα αντικρίσουν. Μαύροι καπνοί, στάχτες και ερείπια είναι ότι απέμεινε από το αλλοτινό όμορφο χωριό τους. Σπίτια, μαγαζάκια, εκκλησίες, το σχολειό, όλα αποκαϊδια! Πυρπόλησαν ακόμη και τις αχυρώνες! Δεν απέμεινε «πέτρα πάνω στην πέτρα». Οι σύγχρονοι Νέρωνες του Μουσολίνι επιδόθηκαν σε ένα άνευ προηγουμένου όργιο καταστροφής, φωτιάς και αρπαγής. Ξερίζωσαν και έκαψαν μέχρι και τις κρεβατίνες για να ζεσταίνονται στους καταυλισμούς που είχαν στήσει όλες εκείνες τις μέρες. Εικόνες φρίκης κυριαρχούν παντού: χαλάσματα καπνίζουν, ακαθαρσίες πνίγουν τα σοκάκια του χωριού, δέρματα από σφαγμένα ζώα κρέμονται από τους φράχτες, ενώ τα λίγα υπολείμματα που απέμειναν από το καλαμπόκι και το σιτάρι που κατάφεραν να ξετρυπώσουν οι βάνδαλοι, βρίσκονται σκορπισμένα μέσα στις λάσπες και τα ρέματα. Ως και τα καζάνια και τις κατσαρόλες είχαν τρυπήσει με τις ξιφολόγχες τους για να μην μπορούν να χρησιμοποιήσουν οτιδήποτε οι κάτοικοι όταν θα επέστρεφαν. Τι να φάνε τα παιδιά, που να στεγαστούν μες το καταχείμωνο οι γερόντοι και οι ξεσπιτωμένες οικογένειες; Τόση βαρβαρότητα και χυδαιότητα από το φασίστα καταχτητή!

«Των Χρυσιωτών τα ήσυχα σπιτάκια πάν’ και εκείνα
τα έκαψε τα γκρέμισε του Ιταλού η αξίνα
κι απ’ το χωριό το ολόμορφο ως μες΄το Καρπενήσι,
ο τύραννος χαλάσματα περνώντας έχει αφήσει.
Χρύσω μ’ αθάνατο χωριό, βάσταξε την ψυχή σου.
Να ζήσουν όλα σ’ τα παιδιά, Λευτέρης και Ερμής σου.
Οι αντάρτες μας τον πόνο σου τον έκαναν παντιέρα
Και με αυτή τους βάρβαρους θα διώξουνε μια μέρα.»
(Ανωνύμου)

Οι περήφανοι Χρυσιώτες δεν το έβαλαν κάτω! Μπορεί να μην είχαν ούτε κουτάλι, ούτε κατσαρόλι, μήτε ένα σπυρί φαγώσιμο. Μα είχαν «ψυχή βαθιά», είχαν περηφάνεια, λεβεντιά και πάνω απ’ όλα αλληλεγγύη μεταξύ τους. Έτσι βοηθώντας ο ένας τον άλλον, στεριώνουν με τα μισοκαμένα υλικά πρόχειρα παραπήγματα ακόμη και μέσα στα ερείπια. Μοιράζονται τα λίγα τρόφιμα που είχαν περισώσει, κάνουν διανομή στα ελάχιστα κηπευτικά. Οι ΕΑΜικές οργανώσεις αλληλεγγύης από τα διπλανά χωριά σημαίνουν αμέσως συναγερμό. Αποστέλλονται τρόφιμα, σκεύη, ότι μπορεί κι ότι έχει ο καθένας. Η καρδιά ολάκερης της Ευρυτανίας χτυπά στη Χρύσω.

Επίσης ακόμη πιο πολλοί Χρυσιώτες εντάσσονται στο αντάρτικο πολεμώντας γενναία κατά των ιταλογερμανών καταχτητών. Λίγες μέρες μετά την τραγωδία της Χρύσως, στις 18 Δεκεμβρίου 1942 ο Άρης Βελουχιώτης πετσοκόβει τους Ιταλούς στην περίφημη μάχη του Μικρού Χωριού. Με το τουφέκι του δίκιου κι όχι με κλάματα και μοιρολόγια ο λαός μας παίρνει την εκδίκησή του. Ο ΕΛΑΣ δυναμώνει, κυριαρχεί παντού και έτσι ελάχιστους μήνες αργότερα, στα τέλη Απριλίου του 1943, οι Ιταλοί εγκαταλείπουν το Καρπενήσι και αποσύρονται στη Λαμία. Η Ευρυτανία, πρώτη σε όλη την Ελλάδα, αναπνέει ελεύθερη!

Η Χρύσω είναι το πρώτο χωριό της Ηπειρωτικής Ελλάδας που θα υποστεί την εκδικητική μανία των καταχτητών. Όμως οι πληγές της είναι τα αιώνια παράσημα τιμής στην τιτάνια μάχη του λαού μας για την πανάκριβη τη λευτεριά!

Πηγή: Ευρυτάνας Ιχνηλάτης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *