Ο Αλέξανδρος ζει στις καρδιές μας

Της Π. Μ

Δέκα χρόνια πριν, το βράδυ της 6ης Δεκέμβρη 2008, ο 15χρονος Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος πέφτει νεκρός από τη σφαίρα του ειδικού φρουρού Επ. Κορκονέα.  Από το ίδιο βράδυ και για έναν σχεδόν μήνα, ξεσπά σε όλη τη χώρα μία έκρηξη της νεολαίας, των εργαζομένων και ολόκληρου του λάου με διαρκείς διαδηλώσεις, απεργίες, καταλήψεις σχολείων και σχολών, συγκρούσεις με τις αστυνομικές δυνάμεις.

Η νεολαία του Δεκέμβρη ξεχειλίζει από οργή για την εν ψυχρώ δολοφονία του Αλέξη, καταγγέλλει την κρατική και αστυνομική βία, εκφράζει την αγανάκτησή της απέναντι σε ένα μέλλον που την καταδικάζει στην επισφάλεια και την ανεργία.

Η έκρηξη του Δεκέμβρη, που είναι ο πρώτος μεγάλος κοινωνικός αγώνας μετά το ξέσπασμα της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης, είναι εικόνα από το μέλλον των κοινωνικών συγκρούσεων που ακολούθησαν σε όλες σχεδόν τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες.

Η χώρα μας βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα ,εφαρμόστηκαν οι πιο άγριες πολιτικές λιτότητας με ευθύνη των κομμάτων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ και των άλλων μνημονιακών κομμάτων αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος παρά τις αρχικές του διακηρύξεις, εξαπάτησε τον ελληνικό λαό και εφαρμόζει τις ίδιες μνημονιακές πολιτικές άγριας λιτότητας.

Σήμερα λοιπόν, η νεολαιίστικη έκρηξη του Δεκέμβρη παραμένει ζωντανή και επίκαιρη όσο ποτέ. Απέναντι στον διογκούμενο κρατικό και κυβερνητικό αυταρχισμό, που χρησιμοποιεί την αστυνομική βία για να χτυπήσει κάθε αγώνα, που θέλει να επιβάλλει το ξεπούλημα των λαϊκών κατοικιών με όπλο τα χημικά και τα γκλοπ των δυνάμεων καταστολής, που στήνει για μία ακόμα φορά κλίμα τρομοϋστερίας και καταπατά δημοκρατικές ελευθερίες και δικαιώματα.

Απέναντι στις μνημονιακές πολιτικές, που με συνέπεια υπηρετεί η κυβέρνηση, προετοιμάζοντας νέα μέτρα λιτότητας απέναντι στα πιο φτωχά στρώματα της κοινωνίας.Απέναντι στα σχέδια της κυβέρνησης να καταργήσει ακόμα και το δικαίωμα των εργαζομένων στην απεργία, που κατακτήθηκε με αίμα και αγώνες.

Η νεολαία σήμερα πλήττεται και καταδικάζεται σε ένα μέλλον με μόνη προοπτική τη φτώχεια την ανεργία την επισφάλεια και τη μετανάστευση. Οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι καταδικάζονται επίσης στην φτώχεια και στην περιθωριοποίηση.

Στο σημείο όπου κατανοείς πως τα “απόβλητα”, οι αυτόχειρες και οι εκτελεσθείσες αυτού του κόσμου αποτελούν τις πλέον ζωντανές και ζωηρά παλλόμενες μορφές του, στο σημείο αυτό κατανοείς και την αξιακή του συγκρότηση και τη δομική του βία.

Μας συνέθλιψε πολλάκις το ψύχος στα μάτια των διπλανών, καταστραφήκαμε αργά και βασανιστικά βιώνοντας τον καθημερινό θάνατο. Απ’ το νεκρό χρόνο της μισθωτής σκλαβιάς, την απορρόφηση κάθε ζωτικότητας απ’ τον αυτοματισμό της παραγωγής, τα ανατριχιαστικά απαθή βλέμματα μπρος στον πόνο, απ’ τη μίζερη επιβίωση, το σπαραχτικό αντίκρισμα του αγνώστου στον καθρέπτη, ως τη μετατροπή μας σε κβάντα πληροφοριών για τη σύγχρονη βιοτεχνολογία, ως τον ψυχολογικό μαρασμό και τη θλίψη που κλειδαμπαρώνει τα παράθυρα της ηδονής, του παιχνιδιού, της ποιοτικής κοινωνικής συσχέτισης.

Ένα ολάκερο εξουσιαστικό σύμπλεγμα διαρθρώνεται, αναπαράγοντας τον θάνατο, αναπαράγοντας την εξουσία της οικονομίας, του κρατισμού, της πατριαρχίας, του έθνους, αναπαράγοντας τις αξίες της υποταγής, της ιδιώτευσης, της κοινωνικής ανέλιξης, της παραγωγής κανονικοτήτων και στιγματισμών.

Ζούμε κατ’ επανάληψη τη μέρα της μαρμότας μες στη δυσώδη αποφορά του μητροπολιτικού έλους που μας καταβροχθίζει και μας ξερνά ως μηχανές, ως απρόσωπους ρόλους, ως επιτελέσεις των όσων εκ γεννησιμιού μας ανατέθηκαν. Και, κατά το έθος, επιλέξαμε τη σύνολη υποταγή στους υλακτισμούς των κυρίαρχων του κόσμου. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, οι επιλογές των οποίων αντιμετωπίστηκαν με φίμωση, βία και θάνατο. Ως σημείο αναζωπύρωσης της επαναστατικής φλόγας, ως συνέχιση του αντιεξουσιαστικού αγώνα, όλες περιπτώσεις πεσόντων του κοινωνικού πολέμου.

Όχι τιμώντας τους ως ιερά τοτέμ, ως απρόσιτη μνήμη, ως απλή ιστορική σημειολογία, αλλά ως ζωντανά πολεμικά αλυχτίσματα, ως πυροκροτητές κοινωνικής και προσωπικής αμφισβήτησης, ως σημεία ανάδυσης και επέκτασης των εξεγερτικών συνειδήσεων, ως αφετηρία συγκρότησης και σύσφιξης σχέσεων, αλλά και παραγωγής ριζοσπαστικών μορφών και περιεχομένων.

Ο Αλέξανδρος ζει στις καρδιές μας, όπως και όλοι οι άλλοι, αρκεί να ψάξει κάποιος πίσω από τις λέξεις και θα τον /τους συναντήσει στη φραση: “Η συνείδηση καθορίζει την ύπαρξη”.

Μία απάντηση στο “Ο Αλέξανδρος ζει στις καρδιές μας”

  1. «Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει το Είναι τους, μα αντίθετα το κοινωνικό Είναι τους καθορίζει τη συνείδησή τους» (Κ. Μαρξ, από τον Πρόλογο στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Διαλεχτά Έργα Μαρξ-Ένγκελς, τόμ. Ι, σ. 424)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *