Η ΜΕΓΙΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΠΑΤΗ.

Ο Νέστωρ Μάκχνο, αναρχικός ήρωας της Ουκρανίας, πήρε από το μπαρ άλλο ένα ποτήρι αψίνθι και κοίταξε έξω, στην εγκαταλειμμένη οδό Βοναπάρτη. “Όσον αφορά εμένα”, είπε, “υποτίθεται ότι πέθανα στα μέσα της δεκαετίας του ‘30. Ένας λόγος παραπάνω για να μη πιστεύετε στο εξής ότι ακούτε, έτσι;”

“Ξέρω τί εννοείς”, είπε ο Σιντ Βίσιους, μπασίστας των Σεξ Πίστολς.

Τα πράγματα ήσαν ήσυχα εκείνο το απόγευμα στο ΚΑΦΕ ΧΕΝΤΡΙΞ. Οι Ρομαντικοί Νεκροί αισθάνονταν όλοι πολύ άσχημα. Ψυχική κατάπτωση άραγε; Αν και υπήρχε πάντα μια γενική αίσθηση ικανοποίησης όταν άλλος ένας νεαρός ήρωας ή ηρωίδα έτρωγε χώμα.

“Εκτός αυτού”, είπε ο Μπράιαν Τζόουνς, κιθαρίστας των Ρόλινγκ Στόουνς, “υπάρχουν τώρα πρόσφατα αυτοί οι θάνατοι της δεύτερης και τρίτης γενιάς του ροκ, όλοι σαν να βγήκαν με χαρτί καρμπόν η σε φωτοαντίγραφα, έτσι δεν είναι; Εδώ δεν είσαι καν σίγουρος αν μερικοί απ’ αυτούς ήσαν πραγματικοί μάρτυρες της ιδεολογίας τους.”
“Για ποια ιδεολογία μιλάς;”, είπε ο Σιντ κι άρπαξε ένα κομμάτι πίττας.
“Ξέρεις τώρα – Οι Ωραίοι Χαμένοι – Οι Νεκροί Καταφρονεμένοι – Οι Τραγικές Φυσιογνωμίες. Όλοι αυτοί.

“Ο Τζόουνς ήταν ασαφής. Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που σκέφθηκε για πρώτη φορά κάτι τέτοιο. Ο Σιντ έβγαλε το συμπέρασμα ότι ο Μπράιαν ήταν απλά αναστατωμένος. Ίσως πάλι να τον έπιασε η γνωστή του έμμονη ιδέα, ότι κάποιος του ‘φαγε την κιθάρα του.

Ο Τζέιμς Ντιν πλησίασε κουτσαίνοντας…”Όλα αυτά είναι τρίχες. Η ανία μας έφερε σ’ αυτή την κατάσταση, φίλοι μου. Και κάτι άλλο. Δεν είναι τα πράγματα, όπως τα λένε οι οπαδοί μας. Νομίζουν ότι πεθάναμε γι αυτούς”.

“Μάλλον πεθάναμε εξ αιτίας αυτών. “Όλοι γύρισαν προς το μέρος αυτού που μίλησε. Ήταν ένας από τους παλαιότερους που σύχναζαν στο ΚΑΦΕ ΧΕΝΤΡΙΞ και από τους πιο σεβάσμιους. Ο Ιησούς Χριστός τους έριξε ένα πικρό χαμόγελο. “Είναι ευκολότερο να πιστεύει κανείς σε νεκρούς παρά σε ζωντανούς. Και μόλις πεθάνεις, είναι αδύνατο να σταματήσεις το μύθο. Αυτό ανακάλυψα. Σε θέλουν νεκρό, σύντροφε.”
Αρκετά κεφάλια έγνεψαν καταφατικά. Αρκετά χέρια σήκωσαν ποτήρια και τα ‘φεραν να δροσίσουν χλωμά χείλη.

“Πάντα σε κουρντίζουν να κάνεις αυτό που θέλει το κοινό”, είπε ο Κηθ Μουν, ντράμερ των Χου, “ακόμα κι όταν δεν το κάνεις με τη θέλησή σου. Περιμένουν βία, τους δίνεις βία. Περίμεναν ένα τραγικό θάνατο, ορίστε λοιπόν, τους τον έδωσα.”
Ο Τζον Μπόναμ, ντράμερ των Λεντ Ζέπελιν, κούνησε το κεφάλι του. Κάτι ήξερε κι αυτός.
“Έτσι είναι ο κόσμος της Σόου Μπίζνες”, είπε ο Μάκχνο. “Η πίεση σε συνθλίβει. Κουβαλάς στη πλάτη σου τα όνειρα τόσων ανθρώπων. Και το μόνο που πάντα ήθελες ήταν μια καλύτερη ζωή.”
“Περιμένουν όλοι να κάνεις το ίδιο γι αυτούς”, είπε ο Χέντριξ.

Ο Μάκχνο αποδοκίμασε. “Αυτό δεν Είναι Αναρχισμός. Εσύ τους φωνάζεις χρόνια τώρα, να μην ακολουθούν αρχηγούς και ηγήτορες και εκείνοι σε θαυμάζουν και λενε πόσο ωραία τα λες και τι ωραίο σύνθημα είναι αυτό. Και ύστερα έρχονται και σε βρίσκουν και σε ρωτούν, αρχηγέ, τι να κάνω στη ζωή μου.”

“Σ’ όλα τα βιβλία μου έκανα νύξεις για σοσιαλισμό, κομμουνισμό και αναρχισμό”, είπε ο Ιούλιος Βερν. “Χρειάσθηκε να έρθει η δεκαετία του ’80 για ν’ αρχίσουν να με αντιλαμβάνονται.”
“Ξέρεις και μένα, πολύ με καταλάβαιναν στη δεκαετία του ’60 όταν φώναζα ότι θα ‘θελα, προτού πεθάνω, ν’ ακούσω το θρήνο μιας πεταλούδας”, συμπλήρωσε με περίσσια πίκρα ο Τζιμ Μόρισον, ο τραγουδιστής των Ντόορς.

“Νομίζουν ότι Αναρχισμός σημαίνει κάποιο είδος επίθεσης, ανταρσίας ή εξέγερσης. Δεν αντιλαμβάνονται ότι σημαίνει συνειδητοποίηση, αυτοσυγκράτηση και αυτοπειθαρχία. Ούτε αφέντης, ούτε σκλάβος. Καλά να πάθουμε που γίναμε ήρωες.” Ο Μιχαήλ Μπακούνιν είχε κι απόψε τα κέφια του.
“Μη μου πεις πως δεν σου άρεσε λιγάκι”, του ‘πε ο Μακχνο και του γέμισε το ποτήρι.
“Ισως, αλλά μερικές φορές μόνο. Τέλος πάντων. Είναι Κάτι που δεν σταματά άμα αρχίσει”.

“Πόσο θα ‘θελα να είχα ζήσει χωρίς να με ξέρει κανείς, σαν απλός άνθρωπος”, είπε ο Χριστός. “Δεν θα μου ήταν καθόλου δυσάρεστο, σας διαβεβαιώ”.
“Δεν είχατε τόσους πολλοίς δημοσιογράφους στην εποχή σου”, είπε ο Σιντ. “Εξ άλλου είχες πάρει κι ο ίδιος λίγο ψηλά τον αμανέ, παραδέξου το”.
“Εσένα δεν σου ‘πε ποτέ κανείς ότι είσαι ο υιός του Θεού. “Ειχε έρθει σε δύσκολη θέση.
“Με ονόμασαν Αντίχριστο”, είπε ο Μακχνο.

“Ο Τζωννυ Ροττεν, ο τραγουδιστής μας, Έτσι αποκαλούσε τον εαυτό του”, είπε ο Σιντ.
“Κι έμενα μου ‘δωσαν το ίδιο όνομα”, είπε ο ‘Μεγάλος Μοναχικός’ Νιτσε, “όχι από το ομώνυμο βιβλίο μου, αλλά γιατί έβριζα τόσο τους παπάδες και την οργανωμένη θρησκεία. Όπως και τους πλούσιους”.

Ο Ιησούς αναστέναξε. “Τίποτε, εγώ φταίω για όλα, σύντροφοι.”
“Εγώ πάντως σε παραδέχομαι”, είπε ο Μπραιαν Επσταιν, μάνατζερ των Μπητλς. “Θα πρέπει να ‘σαι πολύ σπουδαίος για να σηκώσεις στις πλάτες σου τις αμαρτίες ολων των ανθρώπων.”

“Νομίζεις ότι βρισκόμαστε στην Κόλαση;”, τον ρώτησε η άδικα χαμένη πανκ τραγουδίστρια Μια Ζαπατα. Καμιά απάντηση.
“Ολα ήταν μια καταραμένη συνωμοσία”. Ο Μαρκ Μπολαν των Τ. Ρεξ τακτοποίησε το μεταξωτό πουκάμισο του.
“Μόλις φύγει ο πόνος, έρχεται η ηδονή”, είπε ο Σωκράτης.

Ο Αλμπερ Καμυ έκλεισε το μάτι στους άλλους. “Ακούστε τον μεγάλο. Προσπαθούμε να κάνουμε το θάνατο να φαίνεται ότι Είναι Κάτι το ανώτερο, Κάτι το πολύ αξιόλογο, Κάτι το ιδανικό. Δεν μπορούμε να κατηγορούμε τους ανθρώπους. Αυτή ήταν η μοίρα μας και η αποστολή μας.”

“Πρέπει να συμβιβαστούμε με το πεπρωμένο μας”, είπε ο Νιτσε.
“Και ποιο Είναι Αυτό; Να πεθαίνουμε νέοι;”, ρωτησε ο Σιντ. Ηταν σχετικά νέος στο ΚΑΦΕ ΧΕΝΤΡΙΞ.
“Τρέλα ή Αυτοκτονία”, μίλησε ο Νιτσε.
“Κάνουμε το θάνατο να φαίνεται ότι Είναι Κάτι ρομαντικό και ευγενικό”.

Ο Μπάιρον άρχισε να βήχει. Είχε ακόμα την ελονοσία που είχε κολλήσει στο Μεσολόγγι. “Δεν ξέρω ακόμα τι ιδέα έχουν για μένα. Με είπαν δαίμονα. Εγώ απλώς είχα λατρεύσει την Ελλάδα. Ο θάνατος Είναι, αδέλφια, Κάτι σάπιο και θα ‘πρεπε να ‘χαμε διαχωρίσει τη θέση μας.”

Στην άλλη άκρη του καφενείου, ο Τζην Βινσεντ, τραγουδιστής του Ροκ εντ Ρολλ, άρχισε να κλαίει.
Ο Νέστωρ Μάκχνο ξαναγέμισε το ποτήρι του με αψίνθι και το κατέβασε μονοκοπανιά.
Ο Σιντ τον πλησίασε διστακτικά. “Σου άρεσε καμιά από τις συναυλίες μας;”, τον ρώτησε.
“Δεν μου άρεσαν όλα όσα συνέβαιναν εκεί. Στην αρχή, ξέρεις, είχα μεγάλες ελπίδες και περίμενα πολλά από σας – ξέρεις, το κοινό θα μπορούσε να ξεσηκωθεί μετά από μια συναυλία, και όλα τα καθάρματα αυτού του κόσμου να πάνε στη κόλαση.” Ο Μάκχνο ξαναπεσε στην πολυθρονα του. “Αλλα, δυστυχώς,…τίποτε…τίποτε”.

“Μην απελπίζεσαι, φίλτατε”, τον έκοψε ο Σελλευ. “Λένε ότι το πανκ κίνημα θα ξανάρθει”.
“Εσείς οι ροκάδες τελικά δεν καταστρέφατε ποτέ τα ιερά και τα όσια”, είπε με παράπονο ο Μάκχνο. “Απλώς βοηθήσατε το κατεστημένο να τα οικονομήσει.”

Αλλη μια βραδιά γεμάτη πίκρα στο ΚΑΦΕ ΧΕΝΤΡΙΞ.
“Πρέπει κανείς να πεθαίνει μόνος του, ολότελα μόνος του, άλλα και να ζει μόνος του”, είπε η τραγουδίστρια της μοναξιάς Τζάνις Τζόπλιν. “Δεν έχουμε άλλη εναλλακτική λύση”, προσθεσε.
“Διάβασες το βιβλίο μου ‘Ο Μοναδικός και το Δικό του’;”, την ρώτησε ο Στιρνερ.

“Οι αναρχικοί μου ήταν Πάντα αθεράπευτα ρομαντικοί”, είπε ο Ιούλιος Βερν. “Που Είναι η Ουλρικε Μαινχοφ; Δεν την είδα καθόλου απόψε.”
“Οι ήρωες σου, φίλε Βερν, δεν ήταν πότε ολοκληρωμένοι αναρχικοί”, τον έκοψε ο Μάκχνο. “Ηταν Όλοι τόσο ιδανικοί, που θα μπορούσες να τους θεωρήσεις υποκατάστατα της θρησκείας. Ταχουμε πει κι άλλη φορά αυτά. Βαρέθηκα πια. Μπούχτισα.”

Ο Σιντ έχασε πάλι στα χαρτιά. Πήγε στο παράθυρο και κοίταξε έξω, τη γκρίζα ομίχλη της αιωνιότητας.
“Μη στεναχωριέσαι νεαρέ”, τον παρηγόρησαν ταυτόχρονα ο Μπάιρον και ο Τζιμι Χεντριξ, ενώ ο Ελβις Πρισλευ, πιο πέρα, έπαιρνε για μια ακόμη φορά τα χάπια του. “Δεν πήγες και τόσο άσχημα, ξέρεις. Τί σκέφτεσαι για τις κονκάρδες που γράφουν ‘Ο Σιντ Είναι αθώος’ και ‘Ο Σιντ Ζει’;”

“Σήμερα ο θάνατος κερδίζει πολλά λεφτά”, είπε ο Σελλευ. “Πολύ περισσότερα από παλιά. Και δεν έκανε και μεγάλη ζημιά στις πωλήσεις των ποιημάτων μου. Αναρωτιέμαι τί θα έκαναν αν πέθαινα σήμερα. Ποστερς Σελλευ. Στυλοι Σελλευ.”

“Ποτέ δεν είχα πρόβλημα με το δικό μου Μάρκετιγκ”, είπε ο Χριστός. “Ισα – ίσα που οι οπαδοί μου αυξάνονται συνεχώς”.
“Ας μην ήμουν εγώ και θα ‘βλεπες που θα ήσουν σήμερα”, είπε ο Απόστολος Παύλος.
“Είσαι σνομπ”, του είπε ο Οσκαρ Γουαιλντ.
“Αν δεν υπήρχαν οι μεσοαστικές τάξεις σήμερα δεν θα είσασταν τίποτε”, είπε ο Χριστός.
“Δεν καταλαβαίνουμε τίποτε”, είπαν ταυτόχρονα ο Σιντ και ο Μάκχνο. “ούτε θέλουμε να καταλάβουμε”.

Ο Σιντ άρχισε να τραγουδάει το ‘ΑΝΑΡΧΙΑ ΣΤΟ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ’.
“Οι πολιτικά αγράμματοι ξεκινούν τις επαναστάσεις”, είπε ο Μακχνο. “Και οι πολιτικά εγγράμματοι τις χάνουν”.

“Πολύ κρύο κάνει εδώ μέσα”, είπε ο ποιητής Ντυλαν Τομας.
“Τί θα έκανες, αγάπη μου”, είπε η Νανσυ στον Σιντ, “αν ξαναζωντανεύαμε;”
“Θα σε π…..!”
“Εγώ θα γινόμουν μηδενιστής”, είπε ο Μακχνο.

Ο Νέστωρ Μάκχνο σήκωσε το ποτήρι του. “Ας πιούμε στην υγειά ενός ακόμη βαρετού απογεύματος μέσα στα άπειρα της αιωνιότητας.”
“Αει, γ….”, είπε ο Σιντ. Πήγε προς την πόρτα και προσπάθησε να την ανοίξει.
“Λυπάμαι φίλε”, είπε ο ποιητής Σελλευ. “Η πόρτα αυτή εδώ και χιλιάδες χρόνια ανοίγει μόνο από έξω, πότε από μέσα. Κατάλαβες;

Αδιέξοδο. Πλήρες Αδιέξοδο…

ΤΕΛΟΣ…

Αυτά και σήμερα από εμένα, τον Μάικλ Μούρκοκ και τους floyd ως αποθεραπεία και καλή φώτιση. Π.Μ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *