Οι εικονικές εκτελέσεις του ανταγωνισμού

Το νέο σύστημα διορισμών στην εκπαίδευση, που προωθεί η κυβέρνηση, παρουσιάζεται σαν «αντικειμενικό» και «μετρήσιμο» (Γαβρόγλου), ενώ στην πράξη εμπεδώνει τη λογική του διαρκούς ανταγωνισμού μέχρι αλληλοεξοντώσεως για τη συλλογή προσόντων.

Η εξουσία των πάνω μένει στο απυρόβλητο, προωθείται η αλληλοσφαγή των κάτω

Όταν το 1949 ο αστικός στρατός οργάνωνε εκκαθαρίσεις εναντίον του ΔΣΕ στην Πελλοπόνησο, πολλοί συλληφθέντες αγωνιστές πέρασαν από το βασανιστήριο των εικονικών εκτελέσεων. Τους έβαζαν οι δεσμώτες τους, έτσι όπως ήταν πληγωμένοι και εξουθενωμένοι, να τρέχουν σε μια απόσταση. Όποιος τερμάτιζε τελευταίος θα τον εκτελούσαν….

Στην Ελλάδα του σήμερα οι «εικονικές εκτελέσεις» δεν σχετίζονται κυρίως με την ίδια τη ζωή αλλά πως αυτή διάγεται και αποτελούν μια κανονικότητα. Σε αυτή την κατεύθυνση βρίσκεται το σύστημα διορισμών και προσλήψεων στην εκπαίδευση που προωθεί η κυβέρνηση, το οποίο βασίζεται στη θεσμοθέτηση μιας πολλαπλά διαβαθμισμένης κλίμακας «μετρήσιμων» προσόντων (ακαδημαϊκών-προϋπηρεσίας), προκειμένου οι υποψήφιοι να κατατάσσονται σε αξιολογικούς πίνακες, που κάθε δύο χρόνια θα επανακαταρτίζονται.

Η επικέντρωση της δημόσιας συζήτησης στην μέτρηση της επίδοσης συγκέντρωσης πιστοποιημένων προσόντων, ως κριτηρίου του καλού εκπαιδευτικού δεν είναι τυχαία. Ούτε αφορά μόνο στην εκπαίδευση αλλά διαπερνά όλο το φάσμα της εργασίας. Ο εργοδότης (Δημόσιο ή ιδιώτης) αρέσκεται να μετρά την «προσωπική αξία» των εργαζομένων με τρόπο ώστε πάντα να είναι μεταβλητή και ανταγωνιστική και όχι κατ’ ανάγκη σχετική με το έργο που καλείται να επιτελέσει. Μεταβλητή αφού μέσω της «αγοράς προσόντων» και της πιστοποίησής τους, σε δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς, μπορεί θεωρητικά ο κάθε εργαζόμενος να αποκτά νέα. Ανταγωνιστική, αφού είναι μια αξία που αναγνωρίζεται μόνο σε σχέση με τη σειρά του εργαζόμενου στην αξιολογική κλίμακα, που βάσει των προσόντων που αποκτά, τοποθετείται. Γι αυτό και η αξία κάθε ξεχωριστού προσόντος μειώνεται, όσο περισσότερα αποκτά ο άλλος. Απαραίτητο συμπλήρωμα όλης αυτής της συζήτησης, είναι το ιδεολόγημα της αξιοκρατίας, ώστε να επιλεγούν οι «άριστοι». Είναι ένας τρόπος να δικαιολογηθεί η ταξική ανισότητα, στη δυνατότητα απόκτησης προσόντων από τους νέους και εργαζόμενους και να αποδοθεί αυτή στη «φυσική τάξη πραγμάτων», σύμφωνα με την οποία προχωρούν και αμείβονται οι πιο προικισμένοι και όσοι εργάζονται σκληρά. Να κρυφτεί δηλαδή η ανελευθερία που ο καθένας και η καθεμιά βιώνει ως προς τη δυνατότητα πρόσβασης στη μόρφωση και την εργασία, ανάλογα με την οικονομική του δυνατότητα.

Ο καπιταλισμός, την εποχή του κράτους πρόνοιας, εμφανιζόταν πως εξασφαλίζει σε όλους μια θέση στο κοινωνικό σύστημα, για να αποφύγει την αμφισβήτηση και τις συγκρούσεις. Ο καθένας, ανεξάρτητα από την υποβάθμιση ή την αναβάθμισή του στο σύστημα, είχε ένα σκαλί να σταθεί, έστω σε μια σκάλα που άλλοι είχαν σχεδιάσει. Σήμερα, σε εποχή κρίσης και υπερεκμετάλλευσης του κόσμου της εργασίας, εκείνες οι δοκιμασίες που ανταμείβουν τους κάθε φορά «καλύτερους και πιο ευέλικτους», πρέπει να χρησιμεύουν ως βάση για να απορριφθούν οι άλλοι που βρίσκονται κάτω από αυτή. Έτσι η αποφυγή αμφισβήτησης και συγκρούσεων με την εξουσία των πάνω θα εξασφαλίζεται από την ενσωμάτωση της «αχρηστίας» και την αλληλοσφαγή των κάτω. Η ευθύνη της αποτυχίας σε μια κούρσα συλλογής προσόντων δεν μπορεί παρά να είναι ατομική ή των άλλων. Αυτός που διευθύνει την κούρσα μένει συνήθως στο απυρόβλητο.

Ωστόσο, μήπως όλα αυτά, οδηγούν στη βελτίωση του εργαζόμενου και της εργασίας μακροπρόθεσμα; Μήπως αυτό λείπει από την εκπαίδευση για να την αναζωογονήσει; Όσο ο άνθρωπος μετατρέπεται σε ανταγωνιστικό υποκείμενο συνεχούς αγοράς δεξιοτήτων, ώστε να υπηρετεί την ταξινόμησή του, όλο και πιο ψηλά σε αξιολογικές λίστες, ώστε να προσπερνά τους άλλους και να εξασφαλίζει την προσωρινή του εργασία, τόσο θα ακυρώνει στην πράξη τις εργασιακές του ικανότητες και το ίδιο του το έργο. Η πιστοποιημένη απόκτηση όλο και περισσότερων προσόντων σημαίνει τυποποίηση και ανταγωνισμό. Τυποποίηση, κάτω από το άγχος του λίγου χρόνου που είναι εχθρός της εμβάθυνσης και της δημιουργικότητας. Ανταγωνισμός, γιατί μαθαίνεις να μην συνεργάζεσαι, να μην μοιράζεσαι την εμπειρία του λάθους και τη συλλογική γνώση. Και τα δύο οδηγούν σε επιφανειακή γνώση ή απλά συλλογή πληροφοριών, υποτίμηση της ανατροφοδοτικής αξίας της εμπειρίας, ακύρωση της συλλογικής εμπλοκής σε διανοητικές διεργασίες που προωθούν την επιστήμη και αποτελούν τη βάση της διδακτικής, παιδαγωγικής σχέσης.

Αλλά περισσότερο από όλα, με όλη αυτή τη διαδικασία ο καπιταλισμός χαλκεύει νέα δεσμά για τον άνθρωπο και επιβάλλει ένα πολιτισμικό ιδεώδες φθοράς του. Υπάρχει τρόπος να αντισταθεί κανείς;

….Το 1949 οι αγωνιστές του ΔΣΕ, έτρεχαν σιγά, στην ίδια γραμμή όλοι, ώστε να τερματίσουν μαζί….

Πηγή: Γιώτα Ιωαννίδου – “Πριν”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *