Η εκπαίδευση ως αγορά (2)

Φετίχ ο νέος φάκελος προσόντων

Σε βάρος των συλλογικών δικαιωμάτων και των κοινών διεκδικήσεων
Aντιμέτωπη με ιστορική μετάλλαξη βρίσκεται η θεσμική εκπαίδευση, πιο δειλά στις πρώτες βαθμίδες και πιο καθαρά στην τριτοβάθμια. Το σχολείο και ιδιαίτερα το Πανεπιστήμιο αλλάζουν ριζικά. «Μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες η βασική εκπαίδευση και τα προσόντα καθόριζαν τη θέση του καθενός στην κοινωνία περίπου για όλη του τη ζωή. Σήμερα όχι μόνον οι μηχανές (το φυσικό κεφάλαιο) αλλά και τα άτομα (το ανθρώπινο κεφάλαιο) μπορούν να καταστούν απαρχαιωμένα… Έτσι ο σκοπός του σχολείου δεν θα είναι πλέον να παράσχει ένα τελικό προϊόν για τη βιομηχανία» (Ρόλαντ Γκας, σύμβουλος ΟΟΣΑ σε εκπαιδευτικά θέματα). Η εκπαιδευτική διαδικασία δεν καθορίζεται πια από το «τι διδάσκεται ο εκπαιδευόμενος» αλλά από το «τι μπορεί να κάνει μετά την εκπαίδευσή του», που ορίζεται ως «μαθησιακά αποτελέσματα».

Οι έννοιες αλλάζουν εντελώς. Το χρήσιμο στην αγορά εργασίας δεν είναι πια μια γνώση έστω και με τη μορφή κατάρτισης, αλλά πλήθος εξαιρετικά συγκεκριμένων δεξιοτήτων και πληροφοριών που μπορούν να αποδώσουν γρήγορα και οικονομικά το μέγιστο κέρδος για το κεφάλαιο σε πολλές και διαφορετικές εργασίες. Γι’ αυτό σε όλη τη βασική εκπαίδευση τα βιβλία επικεντρώνουν κυρίως σε συγκεκριμένες δεξιότητες, σε βάρος της γενικής παιδείας, στην πρωτοβάθμια μπήκαν τα Αγγλικά και οι υπολογιστές στην Α΄ Δημοτικού, στη δευτεροβάθμια το νέο Λύκειο είναι της εξειδίκευσης και της διαφοροποίησης, ενώ στο Πανεπιστήμιο συντελείται η εκ βάθρων ανατροπή μια και οι σπουδές παύουν να έχουν ένα στοιχειωδώς ολοκληρωμένο, αναγκαίο περιεχόμενο αλλά γίνονται χυλός.
Σ’ αυτό το περιβάλλον ο εκπαιδευόμενος καλείται να γεμίσει το ατομικό του φάκελο με προσόντα και πιστοποιήσεις, φτιάχνοντας το ξεχωριστό εργασιακό του προφίλ. Μέχρι σήμερα, κάθε τίτλος σπουδών οδηγούσε σε συγκεκριμένα επαγγελματικά δικαιώματα και σε αντίστοιχα συλλογικά. Σήμερα, απόφοιτοι ίδιου τύπου Λυκείου και Πανεπιστημίου θα έχουν διαφορετικούς ατομικούς φακέλους προσόντων κι άρα καμία αντικειμενική βάση διεκδίκησης συλλογικού δικαιώματος. Η τεράστια αυτή ανατροπή, που δεν θα εξαρτάται από την ταξική πάλη αλλά θα αποκτά «αντικειμενική» βάση στα προσόντα των εργαζομένων, είναι βασικό όφελος και επιδίωξη του κεφαλαίου. Αυτός ο πόλεμος δεν είναι δευτερεύουσας σημασίας για το εκπαιδευτικό κι εργατικό κίνημα. Η μάχη του περιεχομένου και της δομής των σπουδών αποκτά για πρώτη ίσως φορά στα μεταπολιτευτικά χρονικά τόσο κομβική σημασία γιατί δένεται άρρηκτα με τη βάση συσπείρωσης των εργαζομένων που πάντα ήταν το συλλογικό δικαίωμα.

Δημιουργούνται οι όροι
Πανεκπαιδευτικό κίνημα αγώνα
Εκρηκτικό κλίμα

Δεν έχει στοιχεία υπερβολής η εκτίμηση ότι η κυβέρνηση ενοποιώντας ως θύματα της πολιτικής της μαθητές, φοιτητές, εκπαιδευτικούς και μεγάλο κομμάτι των πανεπιστημιακών, δηλαδή το ζωντανό στοιχείο της εκπαίδευσης, δημιουργεί όρους για ένα επικίνδυνο πανεκπαιδευτικό κίνημα. Βιάζεται η κυβέρνηση να ξεμπερδεύει με κατακτήσεις δεκαετιών και έχει δημιουργήσει το πιο εκρηκτικό κλίμα των τελευταίων 40 χρόνων.

Η χρονιά ξεκινά μέσα σε συνθήκες γενικευμένης δυσφορίας, αλλά και αγωνιστικής ετοιμότητας, όπως έγινε φανερό από τις διαδηλώσεις μεγάλου όγκου ενάντια στο νόμο Διαμαντοπούλου, την Τετάρτη σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Το εκρηκτικό κλίμα ενισχύεται γιατί η κυβέρνηση βρίσκεται στη δυσχερή θέση να επιτίθεται ταυτόχρονα σε όλα τα εμπλεκόμενα κομμάτια της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Η εκπαιδευτική πολιτική του ΠΑΣΟΚ, στεγνή από κάθε μορφωτικό όραμα, σφραγισμένη από διοικητικό αυταρχισμό, υποτάσσει τα πάντα στη σταθερότητα του ευρώ και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Αυταπατάται η κυβέρνηση πιστεύοντας ότι νομοθετώντας στα μουλωχτά και δημιουργώντας νομικά τετελεσμένα θα αποφύγει την κοινωνική έκρηξη.

Το κίνημα έχει δημοκρατικές και αγωνιστικές παρακαταθήκες πολιτικών συγκρούσεων. Η επιδίωξή του να σταματήσει το θανατηφόρο ηλεκτροσόκ της αγοράς είναι πρωταρχικός στόχος. Τώρα μάλιστα που η κυβέρνηση απομονώνεται, χάνει παραδοσιακά κοινωνικά της στηρίγματα και καταφεύγει στα κόμματα της Δεξιάς ζητώντας συναίνεση. Η δράση του κινήματος πρέπει να είναι άμεση και δυναμική με απαρέγκλιτο κριτήριο τη διασφάλιση των αναγκών και δικαιωμάτων εκπαιδευόμενων και εκπαιδευτικών. Από αυτή την άποψη η πάλη πρέπει να είναι περισσότερο από ποτέ πανεκπαιδευτική, με κοινό πλαίσιο διεκδικήσεων, κοινό αγωνιστικό βηματισμό και με επιδίωξη να παίρνει όσο γίνεται παλλαϊκά χαρακτηριστικά με τη δραστική συμμετοχή του γονεϊκού κινήματος αλλά και ευρύτερα του εργατικού αναδεικνύοντας την πάλη για τη δημόσια και δωρεάν Παιδεία σε υπόθεση όλης της κοινωνίας.

Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία δεν θέλει να έρθει σε πραγματική συνολική σύγκρουση με την κυρίαρχη πολιτική και τους εκπροσώπους της γι’ αυτό δεν θέτει συνολικούς πολιτικούς στόχους, κατακερματίζει τα προβλήματα και περιορίζεται σε επιμέρους άνευρες ανακοινώσεις επικοινωνιακής διαμαρτυρίας, προβάλλει συντεχνιακές λογικές, όπως η ιδιαιτερότητα του εκπαιδευτικού επαγγέλματος. Υπονομεύει έτσι, στην ουσία του, τον αναγκαίο πανεκπαιδευτικό και πανεργατικό συντονισμό τόσο σε επίπεδο κοινών αιτημάτων όσο και σε αγωνιστικό σχεδιασμό. Αντιμετωπίζει το συντονισμό γραφειοκρατικά, μόνον κάτω από την ομπρέλα της κακόφημης ΑΔΕΔΥ και ΓΣΕΕ. Φυσικά, δεν απευθύνεται στην κοινωνία με τρόπο που να συμβάλλει στον ξεσηκωμό της και στον κοινό αγώνα.
Η ανάπτυξη ενός δυναμικού ρωμαλέου πανεκπαιδευτικού κινήματος με διασύνδεση με την κοινωνία και συμβολή στο γενικότερο ξεσηκωμό της και στη δημιουργία ενός πανεκπαιδευτικού «μπλακ άουτ» θα κριθεί στη δυνατότητα να ξεπεράσει τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και να συνευρεθεί κι οργανωθεί από τα κάτω. Θα κριθεί από την ικανότητα της μαχόμενης εκπαίδευσης να ανοίξει νέους δρόμους επικοινωνίας με κοινές συνελεύσεις των διαφορετικών κομματιών, την ανάδειξη σχολείων και σχολών σε κέντρα αγώνα ευρύτερων κομματιών της κοινωνίας (μαθητών, φοιτητών, εκπαιδευτικών, γονιών, εργαζομένων), τη συμβολή και επικοινωνία με το κίνημα των πλατειών και εργασιακών χώρων αλλά και στην ανάπτυξη αποφασιστικών συγκρουσιακών μορφών διαρκείας τόσο απεργιακά όσο και με καταλήψεις σχολείων και σχολών αλλά και κέντρων διοίκησης και κρατικής εξουσίας (δ/νσεις, περιφέρειες, δήμους, υπουργείο).

Η ανατροπή των Μνημονίων και του Μεσοπρόθεσμου, η διαγραφή του χρέους με έξοδο από το ευρώ και η ανατροπή της κυβέρνησης είναι στόχοι που διευρύνουν την αντίθεση στην εκπαιδευτική πολιτική. Ανοίγουν και δρόμους για πλατιές κοινωνικές συμμαχίες με τους εργαζόμενους γονείς που πλήττονται άμεσα, με το δημόσιο που χτυπιέται επίσης από το νέο μισθολόγιο, με την εργαζόμενη κοινωνική πλειοψηφία που δέχεται επίθεση στο όνομα του χρέους και της σωτηρίας του ευρώ.

 

Πηγή: ΠΡΙΝ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *