Έννοια και λειτουργία της επιστήμης

του Reinhard Kühnl

Εισαγωγικό σημείωμα του μεταφραστή. Ο φασισμός στη μικρή περίοδο της κυριαρχίας του έκανε πράξη την τρομοκρατία και τις μαζικές δολοφονίες σε μια τεράστια μέχρι τότε έκταση. Έσυρε τον κόσμο στον πόλεμο, ο οποίος κόστισε δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς και άφησε πίσω του τη μισή Ευρώπη σε ερείπια. Και μόνο τα αποτελέσματα αυτά, κάνουν επείγουσα μια βαθύτερη ανάλυση των αιτιών και των κινητήριων δυνάμεων του φασισμού.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, πολλά φαινόμενα δείχνουν ότι ο φασισμός δεν εξαφανίστηκε μετά την ιστορική του ήττα, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει ως τάση και απειλή όπως και πριν. Η εγκαθίδρυση μιας σειράς δικτατοριών, όπως για παράδειγμα στην Ελλάδα το 1967, στη Χιλή το 1973 και σε μια σειρά άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπως επίσης η άνοδος της επιρροής του νεοφασισμού τα τελευταία χρόνια σε μια σειρά χώρες, δείχνουν ότι έχουν αναπτυχθεί νέες φασιστικές τάσεις, που προσπαθούν να βγουν –μερικές από αυτές έχουν ήδη βγει- στην επιφάνεια.

Η επιστημονική έρευνα τις τελευταίες δεκαετίες έχει κάνει σημαντικές προόδους με τη δημοσίευση ντοκουμέντων και υλικών σχετικά με το φασισμό, ενώ μέσα από τις συζητήσεις αυτές αναδείχτηκαν πολλές θεωρίες, οι οποίες προσπαθούν να ερμηνεύσουν το φασιστικό φαινόμενο.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτή την προβληματική και με επίγνωση τόσο της αναγκαιότητας απόκρουσης του φασισμού, όσο και την ποικιλία των ερμηνευτικών προσεγγίσεων που αναδείχτηκαν αναφορικά με το φασιστικό φαινόμενο, αποφασίσαμε να μεταφράσουμε μια σειρά μελέτες που περιέχονται σε ένα ιδιαίτερα σημαντικό, κατά την άποψή μας, βιβλίο του γερμανού μαρξιστή ιστορικού Reinhard Kühnl (Ράινχαρντ Κίνλ).

Το βιβλίο αυτό φέρει τον τίτλο «Θεωρίες σχετικά με τον φασισμό» και υπότιτλο «Ένα εγχειρίδιο» (Faschismustheorien. Ein Leitfaden). Η πρώτη έκδοσή του έγινε το 1979 από τον εκδοτικό οίκο Rowohlt, ενώ επανεκδόθηκε επικαιροποιημένο το 1990 από τον εκδοτικό οίκο Distel, απ’ όπου γίνεται και η μετάφραση. Συνολικά καταλαμβάνει 365 σελίδες και αποτελείται από τρία μέρη. Το πρώτο μέρος φέρει τον τίτλο «Έννοια και λειτουργία της επιστήμης» (26 σελίδες), το δεύτερο μέρος έχει τίτλο «Θεωρίες σχετικά με τον φασισμό» (232 σελίδες) και το τρίτο μέρος τιτλοφορείται «Για την επικαιροποίηση του προβλήματος του φασισμού». Από τα τρία αυτά μέρη θα μεταφράσουμε τα δύο πρώτα, ενώ τα κεφάλαια θα είναι αυτοτελή, ανεξάρτητα από την έκταση που καταλαμβάνουν.

Αναφορικά με τον τίτλο του βιβλίου, είναι αναγκαίο να γίνουν δυο σημαντικές επισημάνσεις. Πρώτο, όταν κάνουμε λόγο για «Θεωρίες σχετικά με τον φασισμό», εννοούμε τις θεωρίες εκείνες, οι οποίες προσπαθούν να ερμηνεύσουν τον φασισμό, τις διάφορες πλευρές του, ανεξάρτητα από το αν αυτές προέρχονται από το χώρο της μαρξιστικής-κομμουνιστικής αριστεράς, από άλλα ρεύματα της αριστεράς, από την σοσιαλδημοκρατία, ή γενικότερα από την αστική ιδεολογία. Αντίθετα, όταν γίνεται λόγος για «Θεωρίες του φασισμού», εννοούνται οι φασιστικές θεωρίες. Είναι προφανές ότι τα κείμενα που δίνουμε στη δημοσιότητα αναφέρονται στην πρώτη περίπτωση.

Δεύτερο, στο ζήτημα της χρήσης του όρου «φασισμός» υπάρχει μεγάλη σύγχυση, ακόμη και στο χώρο της αριστεράς. Η σύγχυση αυτή ξεκινά από πολύ παλιά, συγκεκριμένα, από το πώς τον χρησιμοποιούσαν οι ναζί (ή ναζιστές) κατά την περίοδο κυριαρχίας του φασισμού στη Γερμανία. Είναι γνωστό ότι οι ναζί στο κόμμα τους είχαν δώσει την ονομασία NSDAP (Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα). Σε μια μελέτη που είχαμε δημοσιεύσει (βλ. στο παρόν ιστολόγιο: «Οι ρίζες της ναζιστικής ιδεολογίας») είχαμε διασαφηνίσει –νομίζουμε επαρκώς- τους λόγους που δόθηκε αυτή η ονομασία από τους ίδιους τους ναζί.

Ο όρος «εθνικοσοσιαλισμός» έχει καθαρά προπαγανδιστικό χαρακτήρα, διότι αποκρύβει την ουσία του πράγματος, γι’ αυτό ακριβώς και η αστική ιδεολογία τον χρησιμοποιεί κατά κόρον, προκειμένου να προκαλέσει σύγχυση μέσα στο εργατικό λαϊκό κίνημα, να δυσφημίσει τον σοσιαλισμό -και σε μεγάλο βαθμό τα έχει καταφέρει. Αυτός είναι και ο λόγος που εμπλέκεται σκόπιμα στο αστικό δόγμα περί ολοκληρωτισμού. Μάλιστα στη Γερμανία, αν χρησιμοποιήσει κάποιος δημόσια τον όρο «φασισμός» θεωρείται σχεδόν-αυτόματα κομμουνιστής.

Ακόμη και αρθρογράφοι από τον χώρο της αριστεράς τον αποφεύγουν, χρησιμοποιώντας συχνά τα αρχικά γράμματα NS (Nationalsozialismus = Εθνικοσοσιαλισμός). Οι φασίστες πάλι, συμπεριλαμβανομένου και των εδώ εγχώριων της Χρυσής Αυγής, με τον όρο «φασισμός» εννοούν κυρίως, ή αποκλειστικά τον ιταλικό φασισμό, ενώ για τον εαυτό τους (εδώ στην Ελλάδα και όχι μόνο) χρησιμοποιούν τον όρο «εθνικισμός» και σπανίως τον όρο «εθνικοσοσιαλισμός». Οι λόγοι νομίζουμε είναι προφανείς. Απ’ την άλλη μεριά, σε γραπτά κείμενα κομμάτων της αριστεράς εδώ στην Ελλάδα χρησιμοποιούνται συχνά ο ένας δίπλα στο άλλο οι όροι «φασισμός και ναζισμός». Ξεκαθαρίζουμε, λοιπόν: όταν κάνουμε λόγο για ναζισμό εννοούμε τον γερμανικό φασισμό!

Μ’ αυτή την σημασία τον χρησιμοποιεί και ο συγγραφέας των μελετών που δίνουμε στη δημοσιότητα, τοποθετώντας το ζήτημα στο σωστό πλαίσιο. Υπάρχει επίσης ένα μέρος της γερμανικής μαρξιστικής-κομμουνιστικής αριστεράς, που χρησιμοποιεί τον όρο «ναζιστοφασισμός» (Nazifaschismus) στη θέση του όρου «φασισμός» (όταν γίνεται αναφορά στη Γερμανία), θέλοντας έτσι να τονίσει ότι ο ναζισμός είναι φασισμός, παράλληλα, όμως, κατ’ αυτό τον τρόπο τονίζεται και η ιδιαιτερότητα του γερμανικού φασισμού. Κατά την άποψή μας, οι όροι «φασισμός» και «ναζιστοφασισμός» ή «ναζισμός» (αναφορικά με τη ναζιστική Γερμανία) είναι αυτοί που αποδίδουν την ουσία του φασιστικού φαινομένου.

Σχετικά με τον συγγραφέα του βιβλίου. Ο Reinhard Kühnl (1936-2014) είναι πολιτικός επιστήμονας και ιστορικός. Το πεδίο ερευνών του χρονικά ξεκινά με μελέτες από την Νοεμβριανή Επανάσταση, επεκτείνεται σε όλο τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και φθάνει μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Τα πολυάριθμα βιβλία του επικεντρώνονται ιδιαίτερα σε ζητήματα που αφορούν στο φασισμό και το νεοφασισμό, αλλά επίσης τον εθνικισμό και τη λεγόμενη «Διαμάχη των Ιστορικών» που έλαβε χώρα στην πρώην Δυτική Γερμανία (μια αντιπαράθεση στην οποία συμμετείχε ενεργά από τις θέσεις του μαρξισμού, απ’ την οποία τελικά αναδείχτηκαν και οι θέσεις των σύγχρονων αναθεωρητών της ιστορίας, με τις οποίες ερχόμαστε και σήμερα σε αντιπαράθεση).

Οι μελέτες αυτές που δίνουμε στη δημοσιότητα, θέλουμε να ελπίζουμε ότι ξεκαθαρίζουν μια σειρά ζητήματα, στα οποία μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί η απαιτούμενη προσοχή. Μελλοντικά, η προσπάθεια αυτή θα συνεχιστεί, φέρνοντας στο φως αρκετό υλικό, αλλά και ντοκουμέντα σε ζητήματα που στη χώρα μας είτε οι γνώσεις γύρω από αυτά είναι ελλιπείς είτε υπάρχει και πλήρης άγνοια.

Παναγιώτης Γαβάνας

Πυθαγόρειο Σάμου, Φλεβάρης 2019

Στο κείμενο που ακολουθεί δίνουμε στη δημοσιότητα το Πρώτο Μέρος από το βιβλίο «Θεωρίες σχετικά με τον φασισμό. Ένα εγχειρίδιο», το οποίο φέρει τον τίτλο «Έννοια και λειτουργία της επιστήμης» και αποτελείται από τρεις ενότητες:

Α. Η επιστήμη ως χρήσιμη δραστηριότητα και ως γνώση κυριαρχίας.

Β. Ουσία και λειτουργία της ιστορικής επιστήμης.

Γ. Οι επιστημονικές θεωρίες ως αντικείμενο της επιστημονικής γνώσης.


Α. Η επιστήμη ως χρήσιμη δραστηριότητα και ως γνώση κυριαρχίας

Η επιστήμη είναι μια κοινωνική δραστηριότητα, στην οποία –σύμφωνα με τη διατύπωση της UNESCO- οι άνθρωποι κάνουν «μια σχεδιασμένη προσπάθεια», «να διακρίνουν και να κατανοήσουν [σε βάθος]» μέσω «της αντικειμενικής μελέτης των παρατηρούμενων φαινομένων τις αιτιακές σχέσεις» και «να επωφεληθούν από την κατανόηση προτσές και φαινομένων που παρατηρούνται στη φύση και την κοινωνία» – «με σκοπό την ευημερία των ανθρώπων»[1]. Ο σκοπός αυτής της δραστηριότητας, επομένως, -όπως αφήνει να ειπωθεί ο Bert Brecht στον Γαλιλαίο του- βρίσκεται, στο «να ανακουφιστεί η ανθρώπινη ύπαρξη από τα δεινά», δηλαδή να διαμορφωθούν οι συνθήκες ζωής κατά τέτοιο τρόπο, που οι άνθρωποι να αποκτούν όλο και καλύτερες δυνατότητες, για να αναπτύξουν τις ικανότητές τους και να ικανοποιούν τις ανάγκες τους. Αυτό αφορά –όπως τονίζει η UNESCO- τόσο στη σχέση μεταξύ ανθρώπου και φύσης, με την οποία ασχολούνται κυρίως οι φυσικές επιστήμες, όσο και τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, με τις οποίες ασχολούνται οι κοινωνικές επιστήμες.

Η αντίληψη για την επιστήμη που εξακολουθεί να επικρατεί στη χώρα μας αναφορικά με τις πνευματικές (θεωρητικές) και τις πολιτιστικές επιστήμες ως μια αμερόληπτη δραστηριότητα και που δεν υπηρετεί ένα συγκεκριμένο σκοπό, δεν την συμμερίζεται, επομένως, η UNESCO. Αυτή κατανοεί την επιστήμη ως μια σκόπιμη, χρήσιμη δραστηριότητα, ως μια μορφή ανθρώπινης εργασίας. Αυτό, για μεγάλα τμήματα των φυσικών επιστημόνων, για τους γιατρούς, τους οικονομολόγους και τους τεχνικούς είναι σε μεγάλο βαθμό αυτονόητο. Ωστόσο, στους θεωρητικούς επιστήμονες –λόγω της σχετικής απόστασής τους από τη σφαίρα της πρακτικής εργασίας, της απομόνωσης στο χώρο μελέτης τους- μπόρεσε να προκύψει η αντίληψη, ότι η δραστηριότητά τους είναι απαλλαγμένη από τους καθημερινούς σκοπούς και ότι κατευθύνεται αποκλειστικά στη γνώση της αλήθειας ως τέτοιας.

Στη πραγματικότητα όμως και αυτές οι επιστήμες συμπεριλαμβάνονται πάντα στην κοινωνική καθολική αλληλοσύνδεση. Στην μέχρι τώρα ιστορία της ανθρωπότητας χρησιμεύουν επίσης ως μέσο ερμηνείας του ανθρώπου και της κοινωνίας με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Έτσι, επηρέασαν τη συνείδηση των ανθρώπων, παρήγαγαν κοσμοθεωρία, ανεξάρτητα απ’ το αν οι ερμηνείες τους για την πραγματικότητα ήταν σωστές ή εσφαλμένες. Όταν η ιστορία γίνεται κατανοητή ως δράση μεγάλων ηγετικών προσωπικοτήτων και οι λαϊκές μάζες εξάρτημα και αντικείμενο παιχνιδιού τους, τότε η παρουσίαση αυτή παράγει μια συγκεκριμένη κοσμοθεωρία, δηλαδή μια τέτοια, η οποία ευνοεί στο λαό την απάθεια και την υποταγή και, επομένως, βοηθά στη σταθεροποίηση των υφιστάμενων σχέσεων κυριαρχίας.

Αν, αντιθέτως, η ιστορία κατανοείται ότι, ουσιαστικά γίνεται από τις λαϊκές μάζες, τότε κατ’ αυτό τον τρόπο παράγεται επίσης μια συγκεκριμένη κοσμοθεωρία, μολαταύτα μια εντελώς διαφορετική, συγκεκριμένα, μια τέτοια, η οποία ενθαρρύνει τους ανθρώπους να παρεμβαίνουν στο πολιτικό προτσές δραστήρια, αλλάζοντάς το. Τέτοιες πολιτικές επιδράσεις έχουν οι πνευματικές (θεωρητικές) και οι κοινωνικές επιστήμες –ανεξάρτητα απ’ το αν οι εν λόγω επιστήμονες το επιδιώκουν αυτό συνειδητά ή όχι, ανεξάρτητα απ’ το αν το γνωρίζουν ή όχι.

Η άποψη της UNESCO για την επιστήμη ως μια δραστηριότητα η οποία στρέφεται προς το πρακτικό όφελος της ανθρωπότητας μέσω της γνώσης της αλήθειας, επιβεβαιώνεται από την ίδια την ιστορία της επιστήμης[2].

Η επιστήμη ως μια ειδική μορφή κοινωνικής εργασίας προέκυψε από την πρακτική δραστηριότητα της ζωής των ανθρώπων. Στην αντιπαράθεσή τους με την φύση, οι άνθρωποι αποκτούν εμπειρίες σχετικά με τη φύση του υλικού κόσμου, οι οποίες τους καθιστούν ικανούς να κατανοήσουν σταδιακά καλύτερα τη φύση και να ικανοποιήσουν καλύτερα τις ανάγκες τους. Με την κυρίευση της φωτιάς, δηλαδή ενός χημικού προτσές, πριν πάνω από εκατό χιλιάδες χρόνια και την μετάβαση στη γεωργία, δηλαδή τη συνειδητή χρήση ενός βιολογικού προτσές, πριν πάνω από δέκα χιλιάδες χρόνια περίπου, έγιναν τα πρώτα βήματα σ’ αυτή την εξέλιξη.

Από την παρατήρηση της τακτικής επαναληπτικότητας στην πορεία των εποχών, μεταξύ σποράς και συγκομιδής, αναπτύχθηκαν οι απαρχές της βιολογίας και της αγρονομίας˙ από την αναγκαιότητα να διακατέχει κανείς τις μάζες νερού του Νείλου και της Μεσοποταμίας, να προβλέπεται το χρονικό σημείο των πλημμυρών, να κατασκευάζονται φράγματα και να χωρομετρείται η γη, αναπτύχθηκαν οι απαρχές της αστρονομίας, της μηχανικής και της γεωμετρίας. Η εμπειρική γνώση προχωρά στη συστηματική και μεθοδική γνώση, στη γνώση των εσωτερικών νομοτελειών, μετατρέπεται σε επιστήμη. «Η σκέψη είναι κάτι που ακολουθεί τις δυσκολίες και προηγείται της δράσης.»[3]

Από τις απαρχές της επιστήμης, πριν από περίπου πέντε χιλιάδες χρόνια, η ανθρωπότητα έκανε τεράστιες προόδους στη γνώση και στην κυριαρχία των δυνάμεων της φύσης. Ιδιαίτερα από τον 16ο και 17ο αιώνα οι παραγωγικές δυνάμεις, οι γνώσεις και οι ικανότητες της ανθρωπότητας αναπτύχθηκαν με τεράστια ταχύτητα. Εδώ, ο ρόλος της επιστήμης, η οποία έλαβε ώθηση από την πρακτική δραστηριότητα, επιδρώντας η ίδια με τα αποτελέσματά της επιταχυνόμενα σ’ αυτή την ανάπτυξη, αυξήθηκε ιδιαίτερα. Σήμερα οι παραγωγικές δυνάμεις για πρώτη φορά στην μακρά ιστορία της ανθρωπότητας έφθασαν σε ένα επίπεδο, το οποίο καθιστά πραγματικά δυνατή την ικανοποίηση των στοιχειωδών αναγκών για τη ζωή όλων των ανθρώπων, να εξαλειφθεί η πείνα, η δυστυχία και ο φόβος για το αύριο, να ερευνηθούν οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των παρεμβάσεων στη φύση και, έτσι, να εξασφαλιστεί επίσης μακροπρόθεσμα η διατήρηση των συνθηκών της ανθρώπινης ζωής. Η επιστήμη με όλα αυτά αποκτά μια κεντρική και διαρκώς αυξανόμενη σπουδαιότητα.

Η διαμόρφωση των αρχαίων υψηλών πολιτισμών στην Ανατολή, στους οποίους αναπτύχθηκαν οι απαρχές της επιστήμης, αποτελεί εντούτοις ταυτόχρονα και τη διαμόρφωση της ταξικής κοινωνίας. Οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύχθηκαν τώρα τόσο πολύ, ώστε μπορούν να παραχθούν περισσότερα απ’ όσα είναι απαραίτητα για τη διατήρηση της ζωής των εργαζομένων. Έτσι, το υπερπροϊόν αυτό μπορεί να ιδιοποιηθεί από κείνους που καταφέρνουν να κατακτήσουν τις κοινωνικές και πολιτικές θέσεις κυριαρχίας και να εξουσιάζουν τους εργαζόμενους.

Η κατηγορία αυτή των ανθρώπων, που έχουν τη δυνατότητα και την εξουσία να βάζουν τους άλλους να εργάζονται για αυτούς και να ιδιοποιούνται το υπερπροϊόν τους, χαρακτηρίζεται στη μαρξιστική θεωρία ως «κυρίαρχη τάξη». Η «κυρίαρχη τάξη» πρέπει, επομένως, να διακρίνεται από τους «πολιτικά κυβερνώντες», οι οποίοι μπορούν ασφαλώς να είναι εναλλάξιμοι.

Ένα σημαντικό μέσο για την εξασφάλιση αυτής της ταξικής κυριαρχίας είναι η μονοπώληση της πνευματικής εργασίας από την κυρίαρχη τάξη. Έτσι, η πνευματική δραστηριότητα, η επιστήμη, που αρχικά κατατάσσονταν απλά ως κλάδος ενός λειτουργικού καταμερισμού εργασίας σε κείνους οι οποίοι είχαν εξειδικευτεί στα προβλήματα του γενικού, του συντονισμού, του σχεδιασμού, του υπολογισμού και της διεύθυνσης του εργασιακού προτσές, μετατρέπεται σε όργανο κυριαρχίας. Η ιδιαίτερη εκπαίδευση και οι ιδιαίτερες γνώσεις που χαρακτηρίζουν την επιστημονική δραστηριότητα, κρατούνται για τους προνομιούχους, οι οποίοι, απαλλαγμένοι από την σωματική εργασία, πρέπει να τους διατρέφουν οι άλλοι.

Αυτοί αναλαμβάνουν σύντομα και τις ιδεολογικές λειτουργίες της εξασφάλισης κυριαρχίας, με το να ερμηνεύουν τον άνθρωπο, τη φύση και την κοινωνία με έναν συγκεκριμένο τρόπο, δηλαδή, με τρόπο που μεταδίδεται στις εργαζόμενες μάζες η πεποίθηση ότι είναι υποχρεωμένες σε εργασία και υποταγή, και ότι όλα αυτά γίνονται για δικό τους όφελος. Έτσι, για παράδειγμα, οι μη κατανοητές δυνάμεις της φύσης προσωποποιήθηκαν και οι κυρίαρχοι παρουσιάστηκαν ως απόγονοι ή ως αντιπρόσωποι ανώτερων δυνάμεων. Και οι κοινωνικές σχέσεις παρουσιάστηκαν ως ηθελημένες από τον Θεό και τη φύση, ως αμετάβλητες. Ο Bert Brecht γράφει πολύ παραστατικά «σχετικά με το βασίλειο των σκέψεων»: «Συγκεκριμένες σκέψεις χρησιμοποιούνται αποκλειστικά και μόνο για να ερμηνεύσουν αυτό το βασίλειο αιώνια. Μέρα και νύχτα αποδεικνύουν ότι είναι ένα κομμάτι της φύσης και ότι είναι αμετάβλητο. Αυτές οι σκέψεις κάθε τόσο, όταν είναι γερασμένες και έχουν παχαίνει υπερβολικά, αντικαθιστούνται από άλλες, νεότερες και πιο αποδοτικές. Τότε εκπροσωπούν το παλιό με νέες λέξεις.»[4]

Έτσι, η επιστήμη χαρακτηρίζεται απ’ αυτό τον διττό χαρακτήρα: Αποτελεί μέσο για τη γνώση του υλικού κόσμου και, επομένως, για την σχεδιαζόμενη διαμόρφωση της σχέσης προς τη φύση, για τη σχεδιαζόμενη διαμόρφωση της κοινωνικής ανάπτυξης και την καλύτερη ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Και ταυτόχρονα αποτελεί μέσο κυριαρχίας και καταπίεσης. Αυτό δεν σημαίνει μόνο ότι τα υλικά αποτελέσματα της επιστημονικής και κοινωνικής προόδου ιδιοποιούνται κατά προτεραιότητα από την κυρίαρχη τάξη και ότι καθιστούν σ’ αυτήν δυνατό έναν υψηλό βαθμό σε πλούτο και απόλαυση στη ζωή. Σημαίνει [επίσης] ταυτόχρονα, ότι η ανάπτυξη των πνευματικών ικανοτήτων και η ικανοποίηση πνευματικών και πολιτιστικών αναγκών παραμένουν σε μεγάλο βαθμό περιορισμένα σε μια μειοψηφία. Και αυτό σημαίνει τελικά, ότι οι επιστημονικές γνώσεις χρησιμοποιούνται για καταστροφικούς, απάνθρωπους σκοπούς, αν οι κυρίαρχοι αναμένουν ότι θα επωφεληθούν.

Επομένως, οφείλεται κυρίως στις σχέσεις ιδιοκτησίας και κυριαρχίας, το ότι τα προοδευτικά δυναμικά της επιστήμης μπορούν να δράσουν ανασταλτικά και κατασταλτικά. Εδώ, επομένως, θα ‘πρεπε επίσης να προσεγγιστεί [το θέμα] πολιτικά-στρατηγικά – και όχι η δαιμονοποίηση «της τεχνικής» και «της επιστήμης». Δεν ήταν αφηρημένα «η τεχνική» ή «η επιστήμη» η αιτία για την ρίψη των ατομικών βομβών στις ιαπωνικές πόλεις ή η καταστροφή του Βιετνάμ, αλλά οι συγκεκριμένες δυνάμεις και συμφέροντα, δηλαδή τα ιμπεριαλιστικά. Ωστόσο, πρέπει να αναλογιστεί κανείς, ότι κίνδυνοι μπορούν επίσης να προκύψουν από την εσωτερική λογική του ίδιου του επιστημονικού προτσές, αν αυτό αφεθεί ολοκληρωτικά να είναι προσανατολισμένο μόνο στην «πρόοδο της γνώσης» και δεν συνδεθεί με ηθικούς κανόνες.

Αυτή η χαρακτηριστική για όλες τις ταξικές κοινωνίες προβληματική περί διττού χαρακτήρα της επιστήμης, οξύνθηκε ακόμη περισσότερο στον καπιταλισμό. Αφενός, ο ανταγωνισμός ώθησε μπροστά τις παραγωγικές δυνάμεις σε έναν άνευ προηγουμένου βαθμό και μαζί τους την επιστημονική γνώση σχετικά με την κατάσταση του υλικού κόσμου. Η υπέρβαση της φεουδαρχίας ως κοινωνικού σχηματισμού σήμαινε ταυτόχρονα την υπέρβαση του ανορθολογικού-θρησκευτικού κοσμοειδώλου από το ορθολογικό-επιστημονικό. Έτσι, η ελευθερία της επιστήμης και του κριτικού λόγου παριστάνει τη συνθήκη για την ανάπτυξη του καπιταλισμού και, ακριβώς, γι’ αυτό είναι κατοχυρωμένη σε όλα τα αστικά συντάγματα από την εποχή των αστικών επαναστάσεων.

Αφετέρου, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δεν λαμβάνει χώρα μέσω σχεδιασμένης συνεργασίας των μελών της κοινωνίας με στόχο την βέλτιστη ικανοποίηση των αναγκών, αλλά μέσω του ανταγωνισμού των ξεχωριστών κεφαλαίων με στόχο το μέγιστο κέρδος, το οποίο αυτό μόνο μπορεί να προσφέρει στα υποκείμενα της οικονομίας μια ευκαιρία επιβίωσης στην ανταγωνιστική πάλη. Επομένως, η ανάπτυξη της επιστήμης καθορίζεται ουσιαστικά από αυτά τα κριτήρια: το ζήτημα [βρίσκεται] λοιπόν, σε ποια κατεύθυνση επιστημονικά πρέπει να γίνει η αναζήτηση και η έρευνα και ποια υλικά μέσα τίθενται για αυτό στη διάθεση. Η ίδια η επιστημονική γνώση αποκτά σταδιακά εμπορευματικό χαρακτήρα, όπως δείχνει ήδη η νομοθεσία για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Στη συνέχεια οι επιστημονικές γνώσεις, όταν έχουν αγοραστεί από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, μπορούν να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά από αυτές, να μεταπωληθούν, ή ακόμη και να μείνουν ανεκμετάλλευτες (σε περίπτωση, για παράδειγμα, που η πρακτική εφαρμογή τους απειλούσε τα κέρδη). «Αν κάποιος εφεύρει έναν λαμπτήρα που επί δεκαετίες δε μπορεί να καεί, τότε η εφεύρεση αγοράζεται από τους κατασκευαστές λαμπτήρων, όχι για να κατασκευαστούν τέτοιοι λαμπτήρες, αλλά για να μη μπορούν να κατασκευαστούν.»[5]

Συνολικά-κοινωνικά –σε αντίθεση με τις πεποιθήσεις του πρώιμου αστικού λόγου και των θεωριών περί ιστορίας- έγινε σύντομα πολύ σαφές, ότι η ελευθερία της επιστήμης ήταν επιθυμητή μόνο στο βαθμό που δεν απειλούσε την κοινωνική και ιδιοκτησιακή τάξη πραγμάτων. Αυτό έγινε αισθητό κυρίως σε επιστήμονες οι οποίοι ασχολούνταν με τα επίκαιρα προβλήματα της κοινωνίας, δηλαδή, ιδιαίτερα οικονομολόγους, κοινωνιολόγους, θεωρητικούς του κράτους και νομικούς επιστήμονες. Τέτοιους επιστήμονες τους κράτησαν αυστηρά μακριά από τα πανεπιστήμια –ιδιαίτερα στη Γερμανία, δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να δραστηριοποιηθούν, όπως οι Marx και Engels και πολλοί άλλοι εκπρόσωποι αυτής της κατεύθυνσης των επιστημών, φθάνοντας μέχρι την τιμωρία της απαγόρευσης εργασίας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία Γερμανίας˙ τους επιβλήθηκαν τιμωρίες (όπως στους Kant, Hoffmann von Fallersleben, Pestalozzi, Fichte, Lessing, στους αδερφούς Grimm, στον Feuerbach και πολλούς άλλους), διώχτηκαν από την πατρίδα τους (όπως οι Albert Einstein, Adorno, Horkheimer, Theodor Geiger, Karl Mannheim κτλ), φυλακίστηκαν (όπως οι Wolfgang Abendroth, Carl von Ossietzky) ή δολοφονήθηκαν (όπως για παράδειγμα η Rosa Luxemburg και ο Gustav Landauer)[6].

Αυτό που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό σε σχέση με τους προηγούμενους κοινωνικούς σχηματισμούς, είναι, επομένως, πρώτο, η βασική και διαρκώς αυξανόμενη σημασία της επιστήμης για την παραγωγή και αναπαραγωγή της υλικής ζωής και, δεύτερο, η ιδιαίτερα έντονη αντίφαση μεταξύ του δυναμικού της προόδου που προκύπτει από δω και της ανάσχεσης που απορρέει από την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Αυτό εκδηλώνεται επίσης ως αντίφαση μεταξύ της διακηρυχθείσας ελευθερίας της επιστήμης και της τάσης να προσδεθεί η ανάπτυξη της επιστήμης στα συμφέροντα για κέρδη του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας και στην υπάρχουσα δομή ιδιοκτησίας.

Ο αντιφατικός χαρακτήρας της επιστήμης, επομένως, έχει οξυνθεί και οι βασικές κοινωνικές συνθήκες και προϋποθέσεις επιδρούν με αυξανόμενη ένταση στην ανάπτυξη και στη δομή της επιστήμης. [Και] τόσο πιο επείγον τίθεται το ερώτημα, τού πως αυτή η ίδια η επιστήμη θα έπρεπε να διαμορφωθεί, ώστε να μπορεί να εκπληρώνει τη γνωστική και ανθρωπιστική της λειτουργία.

Β. Ουσία και λειτουργία της ιστορικής επιστήμης

Αν ξεκινήσει κανείς από την έννοια της επιστήμης που δίνει η UNESCO, η οποία ορίζει την επιστήμη ως χρήσιμη ανθρώπινη δραστηριότητα, τότε οι κοινωνικές επιστήμες, στις οποίες ανήκει και η ιστορική επιστήμη, έχουν καθήκον να ερευνήσουν τις κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις, ώστε να μπορέσουν να ιδιοποιηθούν τον πλούτο της ανθρώπινης δημιουργικής δύναμης για τους σημερινούς ζώντες και να καταστήσουν αυτή την πείρα χρήσιμη για την λύση του παρόντος και του μέλλοντος. Αυτό, η ιστορική επιστήμη δεν μπορεί να το κατορθώσει αν αρκεστεί σε μια απλή περιγραφή των ιστορικών συμβάντων, της διαδοχής των πολιτικών γεγονότων˙ αλλά μόνο τότε, όταν αποκαλύπτει τις αιτιακές σχέσεις, όταν ερευνά τις κινητήριες δυνάμεις του ιστορικού προτσές, δηλαδή όταν πηγαίνει πέρα από τη γνώση των λεπτομερειών και διεισδύει στη γνώση των ιστορικο-κοινωνικών προτσές και νομοτελειών. Αν η ιστορία δεν ήταν παρά η διαδοχή των εκάστοτε ανεπανάληπτων και μοναδικών γεγονότων, διαδικασιών και προσωπικοτήτων, όπως εξακολουθεί να ισχυρίζεται η κυρίαρχη αντίληψη της ιστορικής μας επιστήμης, ο ιστορισμός, τότε πραγματικά δε θα μπορούσε να μάθει κανείς τίποτα από την ιστορία. Αν, αντίθετα, στην ιστορία επρόκειτο για μια συνάφεια, στην οποία μπορεί να διακρίνει κανείς μια κατεύθυνση της ανάπτυξης και η οποία, επομένως, πρέπει να διέπεται από νομοτέλειες, τότε μπορεί, ασφαλώς, να μάθει κανείς κάτι από την ιστορία.

Το ζήτημα τού αν η πραγματικότητα πρέπει να κατανοηθεί ως στατική ή ως δυναμική αλληλοσύνδεση και αν καθορίζεται από νόμους, αποτελεί το βασικό ζήτημα της επιστήμης. Η ανάπτυξη της σύγχρονης επιστήμης έλαβε χώρα απ’ αυτές τις τρεις σκοπιές σε τρεις μεγάλες φάσεις. Στην πρώτη φάση ο Galilei και ο Newton απέδειξαν ότι ο κόσμος της άβιας ύλης καθορίζεται από αντικειμενικούς εσωτερικούς νόμους κίνησης (και όχι από τη βούληση ενός υψηλότερου όντος κατευθυνόμενο αυθαίρετα από έξω). Χρειάστηκαν αιώνες έως ότου να μπορέσει να επικρατήσει αυτό το κοσμοείδωλο κόντρα στην αντίσταση των αντιδραστικών δυνάμεων, οι οποίες είδαν έτσι ότι απειλείται το θρησκευτικό-ανορθολογικό τους κοσμοείδωλο και η ιδεολογική και κοινωνική κυριαρχία τους που συνδεόταν με αυτό. Στην επόμενη φάση ο Darwin απέδειξε ότι και η εξέλιξη των ζωντανών οργανισμών, φθάνοντας μέχρι και τον άνθρωπο, αποτελεί ένα νομοτελειακό και, επομένως, ένα ερμηνεύσιμο από τον ίδιο τον εαυτό του προτσές, όπου το θρησκευτικό-ανορθολογικό κοσμοείδωλο πήρε το δεύτερο αποφασιστικό χτύπημα. Στην τρίτη φάση, στην οποία βρισκόμαστε ακόμη σήμερα, πρόκειται για το ζήτημα τού αν και η ανθρώπινη ιστορία αποτελεί ένα αλληλένδετο, νομοτελειακό και, επομένως, επιστημονικά ερμηνεύσιμο προτσές.

Η θέση περί νομοτελειακού χαρακτήρα και ανθρώπινης ιστορίας, όπως έχει διατυπωθεί στις πρώιμες μορφές από τους φιλόσοφους του Διαφωτισμού, στη συνέχεια από τον Hegel και στην επόμενη βαθμίδα από τους Marx και Engels[7], θέτει για αυτό το λόγο ιδιαίτερα προβλήματα, επειδή εδώ φαίνεται ότι διακυβεύεται η ελευθερία του ανθρώπου. Μπορούν να υπάρξουν ιστορικο-κοινωνικοί νόμοι αν ο άνθρωπος κατανοείται ταυτόχρονα ως ένα ον προικισμένο με δική του βούληση και δική του ελευθερία απόφασης; Δεν υποβιβάζεται ο άνθρωπος σ’ ένα απλό αντικείμενο εξωανθρώπινων δυνάμεων με τη θέση περί νομοτελειακού χαρακτήρα της ιστορίας; Ακόμη και μια ματιά [να ρίξει κανείς] στη σχέση μεταξύ ανθρώπινης ελευθερίας και νόμων της φύσης, φαίνεται ότι το πρόβλημα δεν είναι τόσο απλό.

Η γνώση των νόμων της φύσης καθιστά ικανούς τους ανθρώπους να κυριαρχούν στις δυνάμεις της φύσης και να τις κατευθύνουν προς όφελος των ανθρώπων. Η ελευθερία του ανθρώπου δεν βρίσκεται στο ότι θα μπορούσε να θέσει εκτός ισχύος τους νόμους της φύσης. Ο νόμος της πτώσης ισχύει ανεξάρτητα από το αν ο άνθρωπος το θέλει είτε όχι. Μπορεί, όμως, -για παράδειγμα με τη μετατροπή της ενέργειας από πτώση μαζών νερού σε ηλεκτρική ενέργεια- να την χρησιμοποιήσει για να ικανοποιήσει καλύτερα τις ανθρώπινες ανάγκες, αυξάνοντας έτσι τη συγκεκριμένη ανθρώπινη ελευθερία, δηλαδή να βελτιωθούν οι δυνατότητες για την ικανοποίηση των υλικών, πολιτιστικών και πνευματικών αναγκών και την καλύτερη ανάπτυξη των ποικίλων ικανοτήτων του ανθρώπου.

Η σχέση μεταξύ ελευθερίας και νομοτέλειας στην ιστορικο-κοινωνική σφαίρα είναι πιο περίπλοκη και, παρ’ όλα αυτά, κατά μια άποψη, προκύπτουν παρόμοια συμπεράσματα. Πως, επομένως, λαμβάνει χώρα η ιστορία;

Το ιστορικό προτσές εμφανίζει δυο βασικά στοιχεία, τα οποία φαίνεται να αντιφάσκουν: Αφενός, είναι αναμφισβήτητο ότι την ιστορία την κάνουν οι ίδιοι οι άνθρωποι, ότι η ιστορία δεν είναι παρά το άθροισμα των ανθρώπινων ενεργειών και ότι στο παιχνίδι δεν υπάρχει τίποτα το υπερφυσικό: ούτε θεϊκό σχέδιο, ούτε τελικός στόχος της ιστορίας –ανεξάρτητα από το ποιος τον θέτει πάντα- ούτε παγκόσμιο πνεύμα (είτε πρόκειται για αυτό του Hegel είτε κάποιου άλλου), επομένως, δεν υπάρχει κάποιος ιστορικός νόμος ή μια υποτιθέμενη «Λογική του κεφαλαίου» που να βρίσκεται έξω από την ανθρώπινη κοινωνία. «Δεν είναι η “ιστορία” –σάμπως αυτή να ήταν ένα ιδιόρρυθμο πρόσωπο- που μεταχειρίζεται τον άνθρωπο για να πραγματοποιήσει τους σκοπούς της. Η ιστορία δεν είναι άλλο παρά η δραστηριότητα του ανθρώπου, που επιδιώκει τους σκοπούς του.», όπως διαπιστώνουν οι Marx και Engels στην Αγία οικογένεια[8].

Οι άνθρωποι, επομένως, φτιάχνουν την ιστορία τους, «επιδιώκοντας ο καθένας τους δικούς του συνειδητά ηθελημένους σκοπούς», κάτι που φυσικά συχνά δεν επιτυγχάνεται. Σ’ αυτή την κοινωνικο-πολιτική δράση πολλές φορές «σπάνια μονάχα πραγματοποιείται το ηθελημένο, στις περισσότερες περιπτώσεις διασταυρώνονται και έρχονται σε σύγκρουση οι πολλοί ηθελημένοι σκοποί ή αυτοί οι ίδιοι οι σκοποί είναι προκαταβολικά απραγματοποίητοι ή είναι ανεπαρκή τα μέσα για την πραγματοποίησή τους. Έτσι, οι συγκρούσεις των αναρίθμητων ατομικών θελήσεων και ατομικών πράξεων δημιουργούν στον τομέα της ιστορίας μια κατάσταση που είναι εντελώς ανάλογη με την κατάσταση που επικρατεί στην ασυνείδητη φύση. Οι σκοποί των πράξεων είναι ηθελημένοι, όμως τα αποτελέσματα που βγαίνουν πραγματικά από τις πράξεις δεν είναι ηθελημένα ή κι όταν ακόμα φαίνονται ότι ανταποκρίνονται κατ’ αρχήν στους ηθελημένους σκοπούς, έχουν, ωστόσο, τελικά τελείως άλλες συνέπειες από τις ηθελημένες.»[9].

Αφετέρου, μέσα απ’ το άθροισμα αυτών των αμέτρητων διασταυρώσεων και των εν μέρει ατομικών βουλήσεων που αίρονται και των ξεχωριστών ενεργειών, πραγματοποιείται η ανθρώπινη ιστορία, η οποία αφήνει να φανεί μια εσωτερική συνάφεια, μια κόκκινη κλωστή, μια κατεύθυνση. Κανένας, που δεν παρατηρεί το ζήτημα απροκάλυπτα, δε μπορεί να αρνηθεί ότι η ιστορία της ανθρωπότητας, από τότε που προέκυψε από το ζωικό βασίλειο πριν από περίπου δυο εκατομμύρια χρόνια [σύμφωνα με τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα, το χρονικό αυτό διάστημα ανέρχεται σε 2,5 εκατομμύρια χρόνια, ΠΓ], δείχνει μια κατεύθυνση ανάπτυξης.

Το να προσεγγιστούν αυτά τα δυο στοιχεία, για την καθιερωμένη ιστορική επιστήμη είναι προφανώς αδύνατο[10]. Είτε αυτή παραμένει –όπως ο νεοκαντιανισμός, ο ιστορισμός και ο κριτικός ρασιοναλισμός- στη θέση ότι η ουσία της ιστορίας βρίσκεται στη μοναδικότητα και στην ατομικότητα όλων των γεγονότων, των διαδικασιών και των προσωπικοτήτων. Καθοριστική για αυτή την κατανόηση της ιστορίας έγινε η θεωρία του νεοκαντιανισμού, η οποία αναπτύχθηκε στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα. Σύμφωνα μ’ αυτήν, η φύση καθορίζεται από νόμους, επομένως, η φυσική επιστήμη είναι μια «γενικευμένη» επιστήμη, που στοχεύει στη γνώση των νόμων. Η ανθρώπινη κοινωνία, αντιθέτως, ο πολιτισμός, χαρακτηρίζεται από το ατομικό και το μοναδικό, επομένως, η «πολιτισμολογία» είναι «εξατομικευμένη» επιστήμη[11].

Είναι σαφές, ότι από δω δεν μπορεί να συναχθεί καμιά έννοια ενός αλληλένδετου ιστορικού προτσές. Η ιστορία κατακερματίζεται σε μια πληθώρα από ιστορίες – για να μην πούμε: ιστοριούλες. Έτσι, ο Golo Mann λέει: «Τι είναι το συγκεκριμένο ιστορικό; Είναι ο άνθρωπος στη δική του διάσταση του χρόνου. Επομένως είναι το μοναδικό, γιατί ο χρόνος είναι μη αναστρέψιμος και η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται.»[12] Ο ιστορισμός εκπροσωπεί τη θέση ότι η πραγματικότητα γενικά δεν έχει καμιά δομή, αλλά αποτελεί μια συλλογή ατομικών συμβάντων, ένα χάος από γεγονότα, που δεν μπορεί, επομένως, να «κατανοηθεί» με την πραγματική έννοια, δηλαδή να ερμηνευτεί, αλλά το πολύ μπορεί να το αισθανθεί κανείς διαισθητικά-αντιληπτικά. Η δομή, η τάξη [Ordnung] δεν εμπεριέχεται, [σύμφωνα με αυτή την αντίληψη], στο ίδιο το πράγμα, αλλά εισάγεται από τον ίδιο τον ιστορικό, ο οποίος γίνεται έτσι ο καλλιτέχνης, ο δημιουργός της πραγματικότητας. «Η καλλιτεχνική διαίσθηση και η καλλιτεχνική-παραστατική διαμόρφωση των συμβάντων» χαρακτηρίζει τον ιστορικό[13]˙ ή, με τα λόγια της Frankfurter Allgemeinen Zeitung: «Το πρόσωπο του κόσμου είναι το πρόσωπο του παρατηρητή του.»[14]

Η ιστορία, σύμφωνα μ’ αυτή την αντίληψη, δεν έχει καμιά κατεύθυνση, αλλά αποτελεί μια χαοτική και κατά βάση ακατανόητη συσσώρευση μοναδικών συμβάντων. Σε τελική ανάλυση, αυτό το είδος ιστορικής επιστήμης συνθηκολογεί και μπροστά στο πρόβλημα να ερμηνεύσει το ιστορικό προτσές: «Δε μπορεί … να ειπωθεί τίποτα επιστημονικά με το Από πού και Προς τα Πού της ιστορίας.»[15] Με τις επιστημονικές κατηγορίες μπορεί να ερμηνεύσει κανείς ελάχιστα την ιστορία, σαν να «ρίχναμε τον οβολό των σκέψεών μας στον ωκεανό της ιστορίας, όπου κανείς δεν ξέρει τι θα συμβεί μ’ αυτόν»[16] Ή, με τα λόγια του ιστορικού από το Δυτικό Βερολίνο, Ernst Nolte: «Από καιρό σε καιρό μπορεί να είναι δυνατό ένα τρύπημα στην επιφάνεια πάνω από το τούνελ και ένας νέος στόχος προσανατολισμού, που κάνει περιττούς τους παλιούς χάρτες και όμως προετοιμάζει μόνο μια νέα εμβάπτιση στο σκοτάδι.»[17] Και ο Gerhard Ritter, ο μεγάλος δάσκαλος της συντεχνίας των ιστορικών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας Γερμανίας, λέει: «Δε μπορούμε να κατανοήσουμε το νόημα της ιστορίας ως σύνολο˙ αυτό το γνωρίζει μόνο ο Θεός.»[18]

Η άλλη, εξίσου μη ικανοποιητική εκδοχή της καθιερωμένης ιστορικής επιστήμης, βρίσκεται στην απολυτοποίηση της άλλης πλευράς της ιστορίας: Αυτή βλέπει την ιστορία ως ένα ντετερμινιστικό προτσές, το οποίο είναι αποστερημένο από την ανθρώπινη επιρροή –όπου για τους μεν ο καθορισμός βρίσκεται στη βούληση του Θεού, για τους άλλους στους νόμους της φύσης, όπως στην αμετάβλητη ενστικτώδη δομή του ανθρώπου ή στο φυσικό προτσές της γέννησης, στη γήρανση και στο θάνατο των λαών. Επειδή εδώ η φύση του ανθρώπου δεν κατανοείται η ίδια στην πορεία της ιστορίας ως δραστηριότητα που αλλάζει από τον άνθρωπο, αλλά ως αμετάβλητη, αυτό οδηγεί στην άποψη ότι στην ιστορία πρόκειται πάντα για την επιστροφή του αμετάβλητου.

Με την ανθρωπολογικοποίηση επίσης της ιστορίας, εξαλείφεται η σκέψη της αλλαγής και της ανάπτυξης. Η ιστορία ως προτσές δεν κατανοείται. «Ο άνθρωπος» πρέπει, [σύμφωνα με αυτή την αντίληψη], να είναι εφοδιασμένος μόνο με τις «δοσμένες από τη φύση» ιδιότητες, οι οποίες χαρακτηρίζουν τα καπιταλιστικά οικονομικά υποκείμενα (απληστία, εγωισμός, φθόνος, αίσθημα ανταγωνισμού, δίψα για εξουσία[19]), για να βγει το συμπέρασμα, ότι στον κόσμο δε μπορεί τα πράγματα να είναι διαφορετικά απ’ ό,τι είναι, ότι αξιωματικά δεν ήταν επίσης ποτέ διαφορετικά. Αυτή είναι απλά μια παραλλαγή της θέσης για την επιστροφή του αμετάβλητου, όταν οι Oswald Spengler, Arnold Toynbee και άλλοι φιλόσοφοι της ιστορίας κατανοούν την ιστορία –σε αναλογία με τους οργανισμούς- που όλοι τους υπόκεινται στο νόμο της ανόδου, της άνθισης και της παρακμής: «Κάθε κουλτούρα διατρέχει τις ηλικιακές βαθμίδες του ξεχωριστού ανθρώπου. Κάθε μια έχει την παιδική της ηλικία, τη νεότητά της, την ανδρική της ηλικία και το γήρας.»[20] Η θεωρία επίσης περί βιομηχανικής κοινωνίας, η οποία θεωρείται ως ιδιαίτερα σύγχρονη, κατανοεί την ιστορία ως ένα ντετερμινιστικό προτσές στερημένο σε μεγάλο βαθμό από την ανθρώπινη επιρροή, στο βαθμό που θεωρεί την τεχνική ως δύναμη που κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο και την κοινωνία. Σε όλες αυτές τις αντιλήψεις βλέπεται μεν το στοιχείο της ιστορικής συνάφειας που ο ιστορισμός δεν αναγνωρίζει καθόλου, δε μπορεί όμως να το ερμηνεύσει ορθολογικά, αλλά το μυστικοποιεί.

Κάθε μια από αυτές τις δυο εκδοχές περιλαμβάνει, αν παρθεί ως τέτοια, ένα στοιχείο αλήθειας, το οποίο, όμως, -αν αποσπαστεί από το [συνολικό] πλαίσιο και απολυτοποιηθεί- καταλήγει σε μια εσφαλμένη αντίληψη για την ιστορία. Αφενός, ο ιστορισμός έχει αναμφισβήτητα δίκιο, όταν τονίζει ότι όλα τα γεγονότα και οι διαδικασίες έχουν έναν ανεπανάληπτο χαρακτήρα και ότι μέχρι αυτού του σημείου η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Και, παρ’ όλα αυτά, υπάρχει μια συνάφεια η οποία έχει μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Το πώς είναι αυτό δυνατό, μπορεί να διασαφηνιστεί αρχικά στο παράδειγμα της ατομικής ζωής[21].

Όλα τα γεγονότα και τα αντικείμενα στη ζωή ενός ανθρώπου είναι, αν ληφθούν ως τέτοια, μοναδικά και ανεπανάληπτα. Και όμως, ο άνθρωπος μπορεί να μάθει από τις εμπειρίες τής μέχρι τώρα ζωής του, δηλαδή να συναγάγει γενικά συμπεράσματα που βρίσκουν εφαρμογή σε άλλες καταστάσεις. Αυτό είναι δυνατό επειδή στα επιμέρους αντικείμενα και γεγονότα, εκφράζεται ταυτόχρονα το γενικό: Το παιδί μαθαίνει να διακρίνει ένα μαχαίρι από ένα κουτάλι, ένα σφυρί από μια βελόνα –όπως μαθαίνει επίσης να διακρίνει το ξύλο από το σίδερο και το μαλλί από το δέρμα. Τα διαφορετικά υλικά έχουν διαφορετικές ιδιότητες και, επομένως, χρησιμοποιούνται για διαφορετικούς σκοπούς. Και τα διαφορετικά εργαλεία τα έχουν επεξεργαστεί άνθρωποι κατά τέτοιο τρόπο, που είναι προσαρμοσμένα στις αντικειμενικές ιδιότητες του εκάστοτε υλικού και στους συγκεκριμένους ανθρώπινους σκοπούς. Ένα σφυρί έχει σχεδιαστεί για διαφορετικό υλικό και σκοπούς απ’ ότι μια βελόνα ραψίματος. Αυτές όμως οι ιδιότητες του υλικού κόσμου είναι δοσμένες αντικειμενικά από πριν. Ο άνθρωπος πρέπει να τις ιδιοποιήσει, ώστε να μπορέσει να προσαρμόσει τα εργαλεία του και τη συμπεριφορά του ανάλογα. Αν δεν το κάνει, τότε δεν μπορεί κατ’ αρχή να επιτύχει τους σκοπούς του, τον σκοπό εξασφάλισης της ύπαρξής του. Αυτές οι αντικειμενικά δοσμένες ιδιότητες του υλικού κόσμου και οι ιδιότητες των εργαλείων που προορίζονται για το σκοπό αυτό, διδάσκουν στο παιδί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της ζωής του. Αυτό το προτσές μάθησης είναι δυνατό επειδή ακριβώς σε όλα τα ξεχωριστά αντικείμενα και γεγονότα της ζωής του, περιέχεται ταυτόχρονα το γενικό.

Η ιστορία μπορεί τώρα, κατά μια σχετική άποψη, να κατανοηθεί ως βιογραφία της ανθρωπότητας: οι μετέπειτα γενιές μαθαίνουν από τις εμπειρίες των προηγούμενων και αναπτύσσουν ταυτόχρονα αυτές τις εμπειρίες παραπέρα –παρ’ όλο που, φυσικά, όλα τα ιστορικά γεγονότα και διαδικασίες ως τέτοια/ες είναι μοναδικά/ές και ανεπανάληπτα/ες. Ασφαλώς, η συσσώρευση εμπειριών στην ιστορία της ανθρωπότητας είναι πιο περίπλοκη απ’ ότι στην ατομική ζωή, επειδή η ιδιοποίηση των μέχρι τώρα εμπειριών με κάθε άτομο, με κάθε γενιά αρχίζει εκ νέου. Επειδή οι εμπειρίες που συσσωρεύτηκαν από προηγούμενες γενιές δεν κληρονομούνται βιολογικά, κάθε γενιά βρίσκεται διαρκώς μπροστά στο καθήκον να ιδιοποιηθεί αυτό τον αυξανόμενο πλούτο εμπειριών των προηγούμενων γενεών. Το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων που δημιουργήθηκε από τις προηγούμενες γενιές (σε γνώσεις, εργαλεία κτλ) αποτελεί εδώ εξίσου μια αντικειμενικά δοσμένη συνθήκη για τις ενέργειες των εκάστοτε ζώντων γενεών, όπως και για τις εκάστοτε κοινωνικές σχέσεις. Αυτές οι «αντικειμενικές συνθήκες» δεν έχουν, επομένως, τίποτα το μυστηριώδες, δεν παραπέμπουν σε εξω-ανθρώπινες δυνάμεις. Δεν είναι τίποτα άλλο παρά το αποτέλεσμα των ενεργειών προηγούμενων γενεών της ανθρωπότητας, το οποίο έχει πάρει αντικειμενοποιημένη μορφή. Πάνω στη βάση και στο πλαίσιο αυτών των αντικειμενικά δοσμένων συνθηκών αναπτύσσεται στη συνέχεια η δράση των νέων γενεών. Αυτό αποτελεί το πεδίο δράσης της ελευθερίας τους.

Η ιστορική επιστήμη λειτουργεί εδώ, κατά κάποιο τρόπο, ως «μνήμη της ανθρωπότητας», η οποία διατηρεί τις εμπειρίες προηγούμενων γενεών και στη συνέχεια εξετάζει τι μπορεί να μάθει κανείς από αυτές για το παρόν. Έτσι, αυτό που συμβαίνει είναι, ότι κάθε γενιά δίνει ιδιαίτερη έμφαση σε άλλες πτυχές του ιστορικού προτσές. Αυτό σε καμιά περίπτωση δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τον αντικειμενικό χαρακτήρα τέτοιων ιστορικών τοποθετήσεων, στο βαθμό που εμπεριέχονται όλες αυτές οι πτυχές στο ιστορικό προτσές. (Επιπλέον, η ιστορική επιστήμη μπορεί να απεικονίσει τη δημιουργική δύναμη των προηγούμενων γενεών, την αντικειμενοποίηση στην τέχνη και την επιστήμη, την αρχιτεκτονική και την τεχνική και, έτσι, να συνεισφέρει στον πνευματικό και ψυχικό εμπλουτισμό των εκάστοτε ζώντων).

Το ότι η ιστορία είναι το σύνολο όλων των μοναδικών γεγονότων και διαδικασιών και ταυτόχρονα μια εκδήλωση του γενικού και του νομοτελειακού, ότι είναι το αποτέλεσμα όλων των ατομικών σκοποθετήσεων και ενεργειών και ταυτόχρονα ένα αλληλένδετο προτσές, αυτό μπορεί να ερμηνευτεί μόνο από μια επιστήμη η οποία ξεκινά από τη θεμελιώδη συνθήκη της πραγματικής ανθρώπινης ύπαρξης: Αυτή είναι η εργασία, με την οποία οι άνθρωποι παράγουν τις συνθήκες της ίδιας της ύπαρξής τους. Είναι αυτή που ταυτόχρονα παράγει πραγματικά την αλληλοσύνδεση μεταξύ των ατόμων, οι οποίοι σε καμιά περίπτωση δεν υπάρχουν μεμονωμένα, ξεχωριστά ο ένας από τον άλλο. Η ουσία του ανθρώπου δεν μπορεί καθόλου να γίνει αντιληπτή από [τη σκοπιά] του ατόμου, επειδή η εξασφάλιση της υλικής ύπαρξης των ανθρώπων μπορεί να γίνει κατορθωτή μέσω της εργασίας μόνο ως συνεργασία, ως σκόπιμη σύμπραξη πολλών ατόμων με τις εκάστοτε διαφορετικές ικανότητες και καθήκοντα.

Όμως η εργασία δεν δημιουργεί μόνο την κοινωνική αλληλοσύνδεση μεταξύ των εκάστοτε ζώντων, αλλά και την ιστορική αλληλοσύνδεση των διαδοχικών γενεών: Η ανθρώπινη ιστορία πραγματοποιείται λόγω του ότι οι άνθρωποι, οι οποίοι αναπτύσσουν την ύπαρξή τους σχετικά με τη δομή του υλικού κόσμου και την μεταδίδουν στην εκάστοτε επόμενη γενιά, η οποία την παίρνει, την ιδιοποιείται στο προτσές της αγωγής και της κοινωνικοποίησης, και με τη σειρά της την διευρύνει με νέες εμπειρίες. Οι άνθρωποι, επομένως, φτιάχνουν την ιστορία τους, κατανοώντας σταδιακά όλο και καλύτερα σ’ αυτό το προτσές της κοινωνικής εργασίας την φύση και την διαμορφώνουν με βάση τις ανάγκες τους. Έτσι, η ανθρωπότητα διέτρεξε το δρόμο από την μυϊκή δύναμη του ανθρώπου και του ζώου επί δεκάδες χιλιάδες χρόνια πρακτικά, ως την μοναδική πηγή ενέργειας του προτσές εργασίας, προς την αξιοποίηση της ενέργειας του ανέμου, του νερού, του ήλιου και των σύγχρονων μορφών παραγωγής ενέργειας˙ το δρόμο από τη φολίδα προς τα αυτόματα συστήματα μηχανών, από τη μετάδοση μηνυμάτων μέσω κραυγών, σημάτων καπνού και αγγελιοφόρων προς την τηλεγραφία, το τηλέφωνο και την τηλεόραση.

Αναπτύσσοντας οι άνθρωποι τις παραγωγικές δυνάμεις, άλλαξαν ταυτόχρονα τις μορφές συνεργασίας, την οργάνωση της κοινωνικής εργασίας, τις μορφές ιδιοκτησίας, τις μορφές συνύπαρξης, με λίγα λόγια: τις κοινωνικές σχέσεις. Και διαμορφώνοντας τις πραγματικές συνθήκες ζωής τους, άλλαξαν φυσικά και οι ίδιοι, τις μορφές δραστηριότητάς τους, τις εμπειρίες, τις γνώσεις, τις ικανότητες και τους τρόπους σκέψης. «Ο δάσκαλος Hegel έλεγε: Τα πράγματα είναι περιστατικά. Οι καταστάσεις είναι προτσές. Οι διαδικασίες είναι μεταβάσεις.»[22]

Η κοινωνία, επομένως, δεν είναι πράγμα αλλά προτσές. Και ο άνθρωπος επίσης δεν είναι ένα μια για πάντα τελειωμένο, αμετάβλητο ον, αλλά ένα προτσές, ένα προτσές που το ίδιο αλλάζει. Αυτό που ο άνθρωπος έχει μέσα του σε δυνατότητες ανάπτυξης, αυτό που μπορεί να κάνει σε μερικές χιλιετίες –σε περίπτωση που μπορεί να εξασφαλίσει τις συνθήκες ζωής του είδους άνθρωπος, σήμερα δεν μπορεί ακόμη να προβλεφθεί. Η διαφορά του μελλοντικού ανθρώπου με τον σημερινό, μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερη από τη διαφορά η οποία χωρίζει εμάς από τον άνθρωπο της παλαιολιθικής εποχής.

Δεν υπάρχουν, επομένως, διάφοροι «παράγοντες» που κάνουν την ιστορία, αλλά μόνο ένας, ο δρων άνθρωπος. Ωστόσο, αυτός την φτιάχνει με διάφορες μορφές. Κυρίως με τρεις μορφές «φτιάχνουν» οι άνθρωποι την ιστορία τους, οι οποίες, φυσικά, είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους:

Πρώτο, με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, δηλαδή των ανθρώπινων εμπειριών, γνώσεων και ικανοτήτων και της αντικειμενοποίησής τους, των εργαλείων, με τα οποία ιδιοποιούνται και αναδιαμορφώνουν την φύση. Εδώ, τα υλικά εργαλεία μπορούν κατά κάποιο τρόπο να κατανοηθούν ως μια επέκταση των δυνατοτήτων του ανθρώπινου χεριού˙ και τα πνευματικά εργαλεία, στα οποία επίσης ανήκουν, κατά κάποιο τρόπο, η γλώσσα και οι επιστημονικές θεωρίες, μπορούν να κατανοηθούν ως επέκταση των ικανοτήτων του ανθρώπινου εγκεφάλου. Σ’ αυτά τα δυο έχει αντικειμενοποιηθεί η πείρα και η γνώση των προηγούμενων γενεών. Αυτή η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αποτελεί τη βασική μορφή, το πραγματικό δυναμικό, το στοιχείο της ιστορίας που την ωθεί, αυτό που καθορίζει την κατεύθυνση της εξέλιξης και ταυτόχρονα αποτελεί τον όρο για οποιαδήποτε άλλη πρόοδο.

Οι δρώντες ίσως όλα αυτά να μην τα γνωρίζουν, αλλά τα κάνουν. Και αυτό για την πραγματική πορεία της ιστορίας είναι αποφασιστικό. Την πορεία της ιστορίας δεν την καθορίζει το τι φαντάζονται για τον εαυτό τους, τι πιστεύουν ότι κάνουν, αλλά τι πραγματικά κάνουν. Μπορεί, για να αναφέρουμε ένα παράδειγμα από τον φασισμό, να είναι της άποψης ότι παλεύουν ενάντια στον καπιταλισμό, όταν υποστηρίζουν ένα φασιστικό κόμμα, ή ότι εργάζονται για το καλό των μικρών ανθρώπων, ή για το καλό της πατρίδας –όλα αυτά τα ισχυρίζονται οι φασίστες ηγέτες, στην πραγματικότητα, όμως, απ’ όλα αυτά κάνουν το ακριβώς αντίθετο. Ο ιστορικός, επομένως, πρέπει να κάνει τη διάκριση μεταξύ των πραγματικών ενεργειών των ανθρώπων με τις πραγματικές επιδράσεις τους και των απόψεων των ανθρώπων σχετικά με τις ενέργειές τους, τη συνείδησή τους. (Εδώ, οι υποκειμενικές απόψεις των ανθρώπων αποτελούν, ασφαλώς, μια σημαντική ώθηση για τις πράξεις τους και, επομένως, μια πραγματικά δρώσα δύναμη –ακόμη και τότε, όταν πρόκειται για ψευδείς μορφές συνείδησης οι οποίες δεν συμφωνούν με την πραγματικότητα˙ αυτό όμως δεν αλλάζει σε τίποτα την αναγκαιότητα για αυτή τη διάκριση.) Όταν γίνεται λόγος περί δημιουργικού ρόλου των λαϊκών μαζών στην ιστορία, τότε εννοείται κυρίως αυτή η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Οι άνθρωποι, δεν παράγουν έτσι οι ίδιοι μόνο συγκεκριμένες μορφές συνεργασίας, αλλά και την αναγκαιότητα να αναδιοργανώνουν διαρκώς αυτές τις μορφές σύμπραξης και συνύπαρξής τους, τους πολιτικούς θεσμούς κτλ, ανάλογα με το εκάστοτε επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Είναι απολύτως σαφές ότι μια κοινωνία κυνηγών και συλλεκτών απαιτεί άλλες μορφές οργάνωσης απ’ ότι μια κοινωνία που βασίζεται στη γεωργία και τη βιοτεχνία, ή ακόμη και μία που βασίζεται στη μεγάλη βιομηχανία.

Από δω προκύπτει: Δεύτερο, οι άνθρωποι κάνουν την ιστορία αλλάζοντας τις κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις. Αυτή η αλλαγή πραγματοποιείται με τη μορφή ταξικών αγώνων και κοινωνικών αντιπαραθέσεων με τους πιο διαφορετικούς τρόπους, παράγοντας με επαναστατικές ανατροπές της κοινωνικής και ιδιοκτησιακής τάξης πραγμάτων ποιοτικά άλματα στην ιστορία, δηλαδή ένα κοινωνικό σύστημα, στο οποίο οι παραγωγικές δυνάμεις που προχωρούν διαρκώς και σταδιακά καταλήγουν σε αντίφαση με τις κοινωνικές σχέσεις, μπορούν να ξεδιπλωθούν ξανά ελεύθερα από αυτές οι οποίες τις φρενάρουν. Έτσι, στη μήτρα της φεουδαρχίας, είχαν προκύψει, ιδιαίτερα στην αστική τάξη των πόλεων, στο προτσές εργασίας νέες γνώσεις, εμπειρίες και δυνατότητες ανάπτυξης, για τις οποίες ο οικονομικός και πολιτικός κατακερματισμός και η δουλοπαροικία της φεουδαρχίας, καθώς και ο παρασιτικός χαρακτήρας των φεουδαρχών ευγενών και του υψηλού κλήρου αποτελούσαν σημαντικά εμπόδια. Αυτά εξαλείφθηκαν σε μια σειρά αστικών επαναστάσεων μεταξύ του 17ου και του 19ου αιώνα και αντικαταστάθηκαν από μια καπιταλιστική κοινωνική και ιδιοκτησιακή τάξη πραγμάτων, η οποία πρόσφερε τεράστιες δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης, που, όμως, στο μεταξύ, μετατράπηκε η ίδια σε εμπόδιο για μια περαιτέρω, σχεδιασμένη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και της ικανοποίησης των ανθρώπινων αναγκών.

Ήταν, επομένως, η ίδια η φεουδαρχική κοινωνία, η οποία παρήγαγε την αστική τάξη στη μήτρα της και, έτσι, την κοινωνική δύναμη που οδήγησε τελικά στην υπέρβασή της. Και είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός, ο οποίος μέσω της ανταγωνιστικής πάλης και της από δω προκύπτουσας μετατροπής πολλών μικροιδιοκτητών από το εμπόριο, τη βιομηχανία και τη γεωργία σε μισθωτούς εργάτες –παράγει τους μισθωτούς ως διαρκώς αυξανόμενη κοινωνική τάξη και, έτσι, την κοινωνική δύναμη η οποία πιέζει για την υπέρβασή της, για την άρση της μισθωτής εργασίας και της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.

Αυτές οι αλλαγές της κοινωνικής και ιδιοκτησιακής τάξης πραγμάτων κατακτώνται στην ιστορία πάντα ενάντια στην αντίσταση εκείνης της τάξης, της οποίας τα κοινωνικά προνόμια βασίζονται πάνω στην παλιά ιδιοκτησιακή τάξη πραγμάτων και εξαρτώνται από αυτήν. Επειδή αυτή η κυρίαρχη τάξη κατέχει επίσης τα πολιτικο-κρατικά μέσα εξουσίας, μπορεί να προβάλει ισχυρή αντίσταση. Αυτή είναι η αιτία για την οποία η διαρκής ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δεν μπορεί να μετατραπεί και σε μια διαρκή ανάπτυξη των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων. Η αντίφαση μεταξύ των διαρκώς αναπτυσσόμενων παραγωγικών δυνάμεων και της καθυστερημένης κοινωνικής τάξης πραγμάτων πρέπει να έχει αυξηθεί έντονα, η παλιά ιδιοκτησιακή τάξη πραγμάτων πρέπει να εμφανίζεται και υποκειμενικά στις μάζες ως ξεπερασμένη, ως ανυπόφορη. Μόνο τότε μπορούν να προκύψουν ποιοτικές αλλαγές, επαναστατικές ανατροπές.

Αυτοί οι κοινωνικοί αγώνες, οι οποίοι αλλάζουν την κοινωνική και ιδιοκτησιακή τάξη πραγμάτων, μπορούν –όπως η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων- σε μεγάλο βαθμό να πραγματοποιούνται χωρίς σαφείς αντιλήψεις για το στόχο και χωρίς παραστάσεις σχετικά με τις νομοτέλειες της ιστορικής εξέλιξης. Μπορούν, για παράδειγμα, να κατανοηθούν οι ίδιες ότι έχουν θρησκευτικά κίνητρα –όπως τμήματα των εξεγερμένων αγροτών στο μεγάλο γερμανικό Πόλεμο των Χωρικών από το 1525 έως το 1529- ή να καθορίζονται από τη γυμνή ανάγκη για την ύπαρξη, τη θολή δυσαρέσκεια ή την απελπισμένη εξέγερση –όπως οι εξεγέρσεις των σκλάβων στην αρχαία Ρώμη ή οι αγώνες του πρώιμου εργατικού κινήματος. Στη πραγματικότητα αυτές ήταν ουσιαστικά οι κινητήριες δυνάμεις των κοινωνικών αγώνων από τις αρχαίες ταξικές κοινωνίες της Ανατολής, τους ταξικούς αγώνες στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη, φθάνοντας μέχρι την φεουδαρχία. Αλλά κι εδώ, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της επίδρασης αυτών των αγώνων από τη συνείδηση, από τις υποκειμενικές απόψεις, τα κίνητρα και τους στόχους των δρώντων [υποκειμένων]. Όπως κι αν κατανόησαν οι εξεγερμένοι σκλάβοι και οι δουλοπάροικοι αγρότες τη δράση τους –επηρέασαν έτσι το ιστορικό προτσές, «έκαναν ιστορία».

Από την περίοδο της μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, αποδείχτηκε, ωστόσο, ότι στην κοινωνική συνείδηση, η ιδεολογία έχει μια ουσιαστική και, στο παρόν, μια διαρκώς αυξανόμενη σημασία στους κοινωνικούς αγώνες. Αυτή η αλλαγή συνδέεται απ’ τη μεριά της με την ταχεία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και της επιστημονικής γνώσης στον καπιταλισμό.

Αφενός, τα εργαλεία και οι εργασιακές διαδικασίες έγιναν σταδιακά τόσο περίπλοκα/ες, που συγκεκριμένες θεμελιώδεις γνώσεις, όπως η ανάγνωση, η γραφή και η αριθμητική και, τελικά, σε αυξανόμενο βαθμό η γνώση σχετικά με τις δυνάμεις της φύσης και τις τεχνικές συνάφειες, έπρεπε να μεταδοθούν στους εργαζόμενους. Με αυτή τη δημιουργία, όμως, του σύγχρονου σχολικού συστήματος και τον διαρκώς αυξανόμενο χρόνο εκπαίδευσης, αυξάνονται φυσικά και οι γενικές πνευματικές ικανότητες των ανθρώπων, δηλαδή η ικανότητα να κατανοήσουν τη δική τους θέση και να την τοποθετήσουν στο κοινωνικό πλαίσιο. Το λιγότερο, αυξάνονται οι προϋποθέσεις και οι δυνατότητες για τέτοιες ικανότητες. Αφετέρου, με την ανάπτυξη του καπιταλισμού δεν προχώρησε γρήγορα μόνο η γνώση για τη φύση, αλλά και η γνώση για τις κοινωνικο-οικονομικές συνάφειες και νομοτέλειες. Αυτό δείχνει η ανάπτυξη και η διαφοροποίηση των σύγχρονων κοινωνικών, πολιτιστικών και πνευματικών (θεωρητικών) επιστημών. Αυτές οι γνώσεις μπόρεσαν τώρα να μεταδοθούν από προοδευτικά τμήματα της διανόησης στο εργατικό κίνημα και να αναπτυχθούν έτσι σ’ ένα όργανο, για να οδηγήσουν την πάλη για κοινωνική αλλαγή συνειδητά και στοχευμένα και με γνώση των ιστορικών νομοτελειών, δηλαδή, η ίδια η πολιτική στρατηγική να εξοπλιστεί με ένα επιστημονικό θεμέλιο. Αυτό διακρίνει την πάλη του σοσιαλιστικού εργατικού κινήματος από τα κοινωνικά κινήματα διαμαρτυρίας των παλιότερων περιόδων.

Τρίτο, επομένως, οι άνθρωποι παρεμβαίνουν στην ιστορία, διατυπώνοντας τα πολιτικά συμφέροντα και τους στόχους τους, ιδιοποιώντας τις νομοτέλειες της κοινωνικής ανάπτυξης θεωρητικά, δηλαδή επιδιώκουν να αποκτήσουν μια σαφή συνείδηση για τη θέση τους και την προοπτική τους ως προϋπόθεση για μια στοχοθετημένη δράση. Οι κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες των μαζών αποκτούν μέσω αυτής της θεωρητικής και επιστημονικής θεμελίωσης μια νέα ποιότητα. Αυτή η θεωρία, κατά την επεξεργασία της οποίας οι πνευματικά εργαζόμενοι έχουν κατ’ αναγκαίο τρόπο έναν κεντρικό ρόλο, μετατρέπεται, όπως είναι γνωστό, σε υλική δύναμη όταν κατακτήσει τις μάζες.

Προσπάθησα να σκιαγραφήσω ποια δομή έχει η ιστορική εξέλιξη πραγματικά και ποια ζητήματα θα έπρεπε να θέσει μια ιστορική επιστήμη που θέλει να ανταποκρίνεται σ’ αυτά. Μια τέτοια ιστορική επιστήμη δεν θα έπρεπε, επομένως, να περιγράφει μόνο πως έλαβε χώρα η ιστορική εξέλιξη, αλλά και να εξακριβώσει γιατί αυτή έλαβε χώρα με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Μόνο τότε –αν παρθεί αυστηρά υπόψη- μετατρέπεται σε επιστήμη και μόνο τότε δημιουργείται η προϋπόθεση για να εφαρμοστούν οι επεξεργασίες των μέχρι τώρα εμπειριών της ανθρωπότητας και η γνώση σχετικά με τις αιτιακές σχέσεις και τις κινητήριες δυνάμεις της ιστορικής εξέλιξης στην εποχή μας. Στην πραγματικότητα, αν η ανθρωπότητα θέλει να εξασφαλίσει μια ευκαιρία για επιβίωση, είναι υποχρεωμένη σήμερα να θέσει υπό τον έλεγχό της λογικής την πολιτική και κοινωνική ανάπτυξη. Ο κοινωνικός σχεδιασμός με βάση τα κριτήρια της λογικής και των ανθρώπινων αναγκών είναι προφανώς η μόνη εναλλακτική απέναντι στη συλλογική παρακμή, η οποία εμφανίζεται ήδη με πολλές μορφές ως πραγματικός κίνδυνος: από την καταστροφή του περιβάλλοντος μέχρι τα τεράστια οπλοστάσια της στρατιωτικο-πολιτικής βίας και καταστροφής. Ωστόσο, ένας τέτοιος σχεδιασμός και μια τέτοια κυριαρχία στην κοινωνική ανάπτυξη προϋποθέτει τη γνώση των κοινωνικών και αιτιακών σχέσεων και νομοτελειών –όπως επίσης η συνειδητή σχέση με τη φύση προϋποθέτει τη γνώση των νόμων της φύσης.

(Με την αναλογία μεταξύ νόμων της φύσης και κοινωνικο-ιστορικών νομοτελειών απ’ αυτή την άποψη, οι διαφορές μεταξύ των δυο τύπων «νόμων» παραμένουν φυσικά αδιαμφισβήτητες. Υπάρχουν κυρίως στο γεγονός, ότι οι νόμοι της φύσης λαμβάνουν χώρα μέσω της επίδρασης τυφλών, μη-συνειδητών τμημάτων της ύλης, ενόσω οι κοινωνικο-ιστορικές νομοτέλειες –όπως αναφέρθηκε παραπάνω- προκύπτουν αντικειμενικά από τη στοχοθετημένη δράση των συνειδητών υποκειμένων- ακόμη κι αν στη μέχρι τώρα ιστορική πορεία συχνά δεν συμφωνεί το αποτέλεσμα με τους ηθελημένους σκοπούς.)

Γ. Οι επιστημονικές θεωρίες ως αντικείμενο της επιστημονικής γνώσης

Αντικείμενο αυτής της παρουσίασης είναι οι θεωρίες για τον φασισμό. Αυτές οι θεωρίες δεν θα παρατεθούν εδώ μόνο, αλλά θα αναλυθούν κριτικά. Η ίδια η επιστήμη, επομένως, θα αποτελέσει αντικείμενο της επιστημονικής γνώσης. Αυτό σημαίνει ότι οι θεωρίες αυτές πρέπει να εξεταστούν από πολλές απόψεις:

  1. Οι επιστημονικές θεωρίες έχουν την αξίωση να συλλαμβάνουν σωστά την πραγματικότητα στη φύση και την κοινωνία, να συμφωνούν με την πραγματικότητα, δηλαδή να είναι αληθείς. Στη συνέχεια πρέπει, επομένως, να εξεταστεί εάν και μέχρι σε ποιο βαθμό η αξίωσή τους για αλήθεια είναι δικαιολογημένη. Αυτό συμβαίνει, πρώτο, λόγω του ότι οι διαπιστώσεις των θεωριών συγκρίνονται με την πραγματικότητα. Κριτήριο της εξέτασης είναι, επομένως, η ίδια η εμπειρικά προϋπάρχουσα πραγματικότητα. Και αυτό συμβαίνει, δεύτερο, λόγω του ότι εξετάζεται η εσωτερική λογική της θεωρίας, η συμφωνία με τα διάφορα στοιχεία της και αναζητούνται οι εσωτερικές αντιφάσεις.

Οι σχέσεις τώρα μεταξύ των αντιλήψεων σχετικά με την πραγματικότητα –είτε πρόκειται για επιστημονικές θεωρίες είτε για απόψεις της καθημερινής ζωής- και της ίδιας της πραγματικότητας, τις περισσότερες φορές δεν είναι τόσο απλές, που να μπορούσαν οι αντιλήψεις αυτές να χαρακτηριστούν ως εντελώς σωστές ή ως εντελώς εσφαλμένες. Τις περισσότερες φορές εμπεριέχουν τόσο σωστά όσο και εσφαλμένα στοιχεία, όπως θα δειχτεί με σαφήνεια για τις θεωρίες σχετικά με το φασισμό. Και τα «σωστά» στοιχεία μπορούν να είναι σωστά σ’ έναν πολύ διαφορετικό βαθμό. Όταν για παράδειγμα οι πολιτικοί μας ανακοινώνουν με όμορφη κανονικότητα για τις συνομιλίες τους με ξένους πολιτικούς, ότι συζητήθηκαν «θέματα κοινού ενδιαφέροντος», τότε αυτό μπορεί να είναι σωστό, δεν λέει όμως ούτε το ελάχιστο σχετικά με το πραγματικό περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων, αλλά απλά το αποκρύβει. Όταν λέγεται ότι τα συνδικάτα και οι επιχειρηματίες στο ζήτημα του μισθού έχουν «διαφορετικές αντιλήψεις», τότε αυτό είναι μεν αληθές, αποκρύβει όμως το ουσιαστικό: ότι δηλαδή αυτές οι διαφορετικές αντιλήψεις είναι μόνο το αποτέλεσμα και η μορφή εκδήλωσης διαφορετικών συμφερόντων. Και όταν μια παρουσίαση σχετικά με το γερμανικό φασισμό τονίζει τη γέννηση του Hitler (Χίτλερ) και θέτει με ακρίβεια όλα τα γεγονότα της ζωής του μέχρι την αυτοκτονία του το 1945, τότε όλα αυτά είναι αναμφισβήτητα σωστά, και όμως, παρ’ όλα αυτά δεν γνωρίζουμε ακόμη τίποτα σχετικά με τις αιτίες της επιτυχίας του γερμανικού φασισμού και το σε ποια κατεύθυνση στοχεύει η πολιτική του.

Επομένως, εξέταση του ζητήματος της αλήθειας σημαίνει πάντα και εξέταση του ζητήματος τού πόσο βαθιά συλλαμβάνεται η πραγματικότητα σε μια θεωρία˙ αν πρόκειται για μερικά επιφανειακά γεγονότα ή ακόμη και για σύλληψή τους στις αιτιακές σχέσεις τους. Ακόμη κι αυτές οι ίδιες μπορούν να αναλυθούν επιφανειακά ή βαθύτερα. Η πρόταση: «Όταν πατάω γκάζι το αυτοκίνητο τρέχει γρηγορότερα», συλλαμβάνει μεν μια αιτιακή σχέση, όμως μια επιφανειακή, επειδή δεν λέει τίποτα σχετικά με τις νομοτέλειες που λαμβάνουν χώρα σε έναν κινητήρα. Εξίσου επιφανειακή θα ήταν και η ερμηνεία ότι ο Hitler ήρθε στην εξουσία, ακριβώς, επειδή υπήρχαν πολλοί άνεργοι ή επειδή ο πρόεδρος του Ράιχ Hindenburg τον διόρισε καγκελάριο.

  1. Στις επιστημονικές θεωρίες –όπως επίσης και στις απόψεις οποιουδήποτε είδους, καθώς και στα πνευματικά δημιουργήματα γενικά- πρέπει να αναζητούνται οι αιτίες και οι συνθήκες της προέλευσής τους. Όπως δείχνει η ιστορία, αυτές ούτε πέφτουν ξαφνικά απ’ τον ουρανό ούτε προκύπτουν τυχαία. Και, το λιγότερο, εκείνες οι αντιλήψεις, οι οποίες στη συνέχεια αποκτούν πρακτική σημασία και έχουν ευρεία διάδοση, δεν ξεπήδησαν επίσης απλά ξαφνικά απ’ το κεφάλι ενός ιδιόρρυθμου στοχαστή, αλλά για την εμφάνιση και τη διάδοσή τους είναι αναγκαίες συγκεκριμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις.

Οι επιστημονικές έρευνες και θεωρίες προκύπτουν –όπως και κάθε άλλη μορφή δραστηριότητας της συνείδησης- από την πρακτική δραστηριότητα της ζωής των ανθρώπων και στοχεύουν στην ιδιοποίηση και στην αντιμετώπιση της πραγματικότητας. (Αυτή η θεμελιώδης σημασία εξηγήθηκε ήδη στην προηγούμενη ενότητα.) Αυτό ισχύει ιστορικά και για την εμφάνιση της επιστήμης, όπως και για τις πιο σημαντικές φάσεις ανάπτυξής της μέχρι και σήμερα: Ήταν ο πραγματικός κίνδυνος της καταστροφής του περιβάλλοντος που υποχρέωσε τη βιολογία, τη φυσική, την ιατρική, την οικονομία, τη νομική επιστήμη και άλλες επιστήμες, να ασχοληθούν με τις αιτίες και να αναζητήσουν νέες δυνατότητες για λύσεις. (Το σε ποια κατεύθυνση αναζητούν οι επιστήμες αυτές λύσεις, εξαρτάται, φυσικά, σε μεγάλο βαθμό, από τα κοινωνικά συμφέροντα που τίθενται στο προσκήνιο: Είναι δυνατές λύσεις που δίνουν απόλυτη προτεραιότητα στην υγεία του πληθυσμού και σε βάρος των κερδών της βιομηχανίας και, λύσεις, που θέτουν εντελώς διαφορετικές προτεραιότητες.) Και ήταν τα ίδια τα πραγματικά γεγονότα στην Ελλάδα το 1967 και στη Χιλή το 1972, που έθεσαν το ζήτημα σχετικά με την επικαιρότητα του φασισμού, απαιτώντας επιστημονική διασαφήνιση.

Συχνά, τα κοινωνικά συμφέροντα είναι η άμεση αιτία για την παραπέρα ανάπτυξη σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Αυτό γίνεται εύκολα εμφανές στο παράδειγμα της βιομηχανίας των εξοπλισμών, η οποία αναθέτει τεράστιες παραγγελίες έρευνας για την ανάπτυξη όλο και πιο αποτελεσματικών μέσων καταστροφής, ή της βιομηχανίας διαφημίσεων, η οποία αναζητά όλο και πιο ραφιναρισμένα μέσα για τη χειραγώγηση της καταναλωτικής συνείδησης και γι’ αυτό απασχολεί λεγεώνες ψυχολόγων. Αφετέρου, τα συνδικάτα αναθέτουν παραγγελίες έρευνας, στις οποίες αναζητούνται δυνατότητες για να διευκολύνουν την εργασία, να προστατεύσουν καλύτερα την υγεία των εργαζομένων και να αναπτύξουν καλύτερα τις σωματικές και πνευματικές τους ικανότητες.

Αναμφίβολα, υπάρχει όμως και μια παράδοση και περαιτέρω ανάπτυξη επιστημονικών θεωριών μέσω της εσωτερικής λογικής του ίδιου του προτσές της έρευνας. Το ζήτημα σχετικά με την πιο ακριβή σύνθεση του πυρήνα του ατόμου, μπόρεσε να τεθεί μόνο όταν η φυσική είχε διεισδύσει ήδη βαθιά στη δομή της ύλης. Και το ζήτημα σχετικά με τη συνέχεια της γερμανικής πολιτικής της μεγάλης δύναμης και των κινητήριων δυνάμεών της από την περίοδο της αυτοκρατορίας του κάιζερ προς τον φασισμό, προέκυψε αναγκαστικά τη στιγμή κατά την οποία είχε φανεί ο επιθετικός και επεκτατικός χαρακτήρας της γερμανικής πολιτικής κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επιπλέον, η εργασία κάθε επιστήμονα καθορίζεται από το υλικό σκέψης και τα εννοιολογικά εργαλεία, τα οποία παρέχονται στην εποχή του και τα οποία δημιουργήθηκαν από την εργασία πολλών γενεών. Αυτό το υλικό σκέψης είναι το όργανο με το οποίο ο επιστήμονας είναι αναγκασμένος να εργαστεί –όπως ο χειρώνακτας εργάτης εργάζεται με συγκεκριμένα εργαλεία, τα οποία είναι συνήθη και διαθέσιμα στην εποχή του.

Επομένως, η εμφάνιση επιστημονικών θεωριών μπορεί να ερμηνευτεί μόνο όταν εξεταστούν τόσο οι κοινωνικές συνθήκες και τα συμφέροντα τα οποία τις διεγείρουν και τις παράγουν, όσο και το πνευματικό-ιστορικό πλαίσιο στο οποίο βρίσκονται.

  1. Οι επιστημονικές θεωρίες (όπως τα πνευματικά δημιουργήματα γενικά) επιδρούν –ανεξάρτητα απ’ το αν οι συγγραφείς τους αυτό το θέλουν ή όχι και ανεξάρτητα απ’ το αν το γνωρίζουν ή όχι. Στη συζήτηση για το φασισμό οι μαρξιστές, αλλά και μερικοί μη-μαρξιστές συγγραφείς, έχουν συνειδητοποιήσει πολύ καλά την πολιτική λειτουργία των επιστημονικών τους τοποθετήσεων. Έτσι, για παράδειγμα, ο αμερικανός ιστορικός H. A. Turner, γράφει: «Αν η ευρέως διαδεδομένη άποψη, ότι ο φασισμός είναι προϊόν του σύγχρονου καπιταλισμού, ανταποκρίνεται στα γεγονότα, τότε αυτό το σύστημα είναι δύσκολο να το υπερασπιστεί κάποιος. Αν όμως αυτή η άποψη είναι εσφαλμένη, τότε αυτή αποτελεί και προϋπόθεση πάνω στην οποία βασίζεται η στάση πολλών ανθρώπων στην Ανατολή όσο και στη Δύση απέναντι στην καπιταλιστική οικονομική τάξη πραγμάτων.»[23] Ο Ernst Nolte ομολογεί ότι με το βιβλίο του Ο φασισμός στην εποχή του «παρενέβη και ήθελε να παρέμβει επίσης στις τρέχουσες αντιπαραθέσεις». Στα «ενδιαφέροντά [του] που κατευθύνονταν από τη γνώση» ανήκε ο φόβος, ότι «κατά τη διάρκεια της αντιπαράθεσης Ανατολής-Δύσης, για δεύτερη φορά στη Γερμανία, η μη αναγνώριση των βασικών αποτελεσμάτων ενός παγκόσμιου πολέμου μπορεί να οδηγήσει σε μια παραγνώριση της παγκόσμιας ιστορικής κατάστασης και, επομένως, σε ολέθριες συνέπειες»[24].

Οι επιδράσεις των επιστημονικών θεωριών μπορούν απ’ τη μεριά τους να εξεταστούν επιστημονικά. Είναι αυτονόητο ότι η επίδρασή τους δεν εξαρτάται μόνο και όχι οριστικά από το περιεχόμενο της αλήθειας τους. Ενδεχομένως, μακροπρόθεσμα η πορεία της ιστορίας να δείχνει μια προοδευτική επικράτηση της αλήθειας. Βραχυπρόθεσμα, όμως, είναι τις περισσότερες φορές σημαντικότερο το αν οι θεωρίες ικανοποιούν συγκεκριμένα κοινωνικά συμφέροντα και ψυχικές ανάγκες. Η θεωρία, για παράδειγμα, ότι η Γη δημιουργήθηκε από τον Θεό και ότι βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος και ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε επίσης ως τελειωμένο ον από τον Θεό (και ότι σε καμιά περίπτωση δεν προέκυψε από ένα εξελικτικό προτσές), διαδόθηκε πολύ αποτελεσματικά από την Καθολική Εκκλησία και άλλες συντηρητικές δυνάμεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, όταν είχε ήδη πριν πολύ καιρό αντικρουστεί επιστημονικά. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τις θεωρίες σχετικά με την ανωτερότητα της λευκής φυλής ή τη νοητική κατωτερότητα των γυναικών ή την μη-δυνατότητα του σοσιαλισμού. Συχνά τέτοιου είδους ιδεολογίες σχεδιάζονται από την αρχή ως πολιτικά μέσα πάλης. Έτσι, για παράδειγμα, η Frankfurter Allgemeine Zeitung γράφει με όμορφη ειλικρίνεια:

«Συνεχώς, θεωρούνταν έκτοτε στη Δύση ως μειονέκτημα, ότι απέναντι στην ιδεολογία της Ανατολής δεν μπορούσε να αντιπαραταχθεί τίποτα, για να αντισταθμιστεί το “επιθετικό, επεκτατικό τρέξιμο προς τα μπρος”. Επανειλημμένα υπήρχαν προσπάθειες μιας ιδίας “ιδεολογίας” που να στέκεται στα πόδια της, η οποία θα ασκούσε επίδραση στην αντιπαράθεση με τον μεγάλο αντίπαλο, αλλά και με τρίτους και στον κύκλο των ιδίων οπαδών. Η απλή αντίθεση (Gegenposition) ενός αντικομουνισμού και ο στόχος του „Containment“ αποδείχτηκαν εδώ ανεπαρκείς˙ επιδρούν ως αντανακλαστικό στην πρωτοβουλία της άλλης πλευράς, όχι ως ανεξάρτητη θέση. Για έννοιες όπως “ελευθερία” και αυτοδιάθεση, οι περιστρεφόμενες προσπάθειες δεν είχαν καμιά επιτυχία. Το ιδεολογικό “προβάδισμα”, το οποίο πίστευε κανείς ότι θα διακρίνει τον αντίπαλο, δεν μπορούσε να επιτευχθεί.

Προσφέρεται τώρα η ευκαιρία να καλυφθεί αυτό το κενό στην εξωτερική πολιτική με το θέμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων;»[25]

Στις επιστημονικές θεωρίες πρέπει, επομένως, -όπως σε όλες τις ερμηνείες της πραγματικότητας-, να αναζητηθούν μετά απ’ αυτά, το ποιες επιδράσεις ασκούν, ποιον ωφελούν, με ποιο τρόπο επηρεάζουν τη συνείδηση και, έτσι, παρεμβαίνουν στην πορεία της ιστορίας. «Όταν βρει κανείς κομμάτια από μπρούτζο και σίδηρο μέσα σε ερείπια, ρωτάει: Τι είδους εργαλεία ήταν αυτά στην αρχαία εποχή; Σε τι χρησίμευαν; … Γιατί δεν το κάνει κάποιος με τις σκέψεις της αρχαίας εποχής;»[26]

Αυτά τα τρία ζητήματα –το ζήτημα της αλήθειας, το αιτιακό-γενετικό ή ζήτημα της προέλευσης και το ζήτημα της επίδρασης ή λειτουργίας- πρέπει να εξεταστούν το καθένα ξεχωριστά και στην εσωτερική τους συνάφεια. Πρέπει επίσης να απευθυνθούν στις θεωρίες σχετικά με τον φασισμό[27]. Σ’ αυτό το βιβλίο θα εξεταστούν σχετικά εκτενώς στο παράδειγμα της θεωρίας για τον φύρερ, αλλά στη συνέχεια δεν μπορούν να εξεταστούν σε όλες τις θεωρίες με την ίδια λεπτομέρεια και συστηματική. Θα είναι όμως πάντα παρούσες τουλάχιστον ως πρόβλημα. Το κύριο μέρος των ακόλουθων ερευνών επικεντρώνεται στο ζήτημα της αλήθειας, εξετάζοντας τα δυο άλλα προβλήματα μόνο σκιαγραφημένα. Στην ενότητα που αφορά στην «Ανάπτυξη της συζήτησης για τον φασισμό στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία Γερμανίας» θα παρουσιαστούν στη συνέχεια στη συνάφειά τους. (Η ενότητα αυτή που περιέχεται στο Τρίτο Μέρος του βιβλίου, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, δεν θα μεταφραστεί, ΠΓ).

Η αλληλοσύνδεση μεταξύ αυτών των τριών στοιχείων, που αποτελεί την ουσία μιας θεωρίας, είναι πολύ περίπλοκη. Θα ήταν λάθος, όπως αναφέρθηκε, να υποθέσουμε για παράδειγμα, ότι οι θεωρίες με το μεγαλύτερο περιεχόμενο αλήθειας αναπτύσσουν αναγκαστικά και οποτεδήποτε την μέγιστη επίδραση˙ ή, αντίστροφα ειπωμένο: θα ήταν λάθος, από την ευρεία διάδοση και την δεσπόζουσα θέση μιας θεωρίας, να καταλήξουμε στο συμπέρασμα, ότι είναι αυτή με το μεγαλύτερο περιεχόμενο αλήθειας. Συχνά στην ιστορία οι θεωρίες έχουν πάρει μια δεσπόζουσα θέση, οι οποίες ουσιαστικά είναι εσφαλμένες, όμως ήταν χρήσιμες για τις κυρίαρχες ομάδες εξουσίας και για το λόγο αυτό τις υποστήριξαν και, στην ανάγκη, επιβλήθηκαν ακόμη και με τα μέσα της βίας –μέχρι που τελικά, συνεπεία των μεταβαλλόμενων σχέσεων εξουσίας, μπόρεσαν να απωθηθούν. Οι προαναφερθείσες θρησκευτικές θεωρίες σχετικά με την προέλευση του κόσμου και του ανθρώπου μπορούν για το λόγο αυτό να χρησιμεύσουν επίσης ως παράδειγμα, όπως αυτή περί αμετάβλητης ανθρώπινης φύσης, η οποία χαρακτηρίζεται από εγωισμό, φθόνο και παρόρμηση για εξουσία και, ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται, [σύμφωνα με τον ισχυρισμό], μια ισχυρή εξουσία για την χαλιναγώγησή της. Το ότι η κυρίαρχη ιδεολογία είναι σε μεγάλο βαθμό η ιδεολογία των κυριάρχων, αυτό φυσικά σφράγισε και τις ιστορικές μαρτυρίες και, κατά συνέπεια, την ιστορική μας συνείδηση. Γιατί «πάνω στους πυλώνες της δόξας» βρίσκονται «τα ονόματα των σφαγέων αντί τα ονόματα των γιατρών», και τα έργα «πήραν το όνομα αυτών που τα απόλαυσαν και όχι αυτών που τα δημιούργησαν»[28]. Στις θεωρίες για το φασισμό θα δειχτεί επίσης, ότι μερικές δεν οφείλουν την κυρίαρχη θέση τους στο αληθές περιεχόμενό τους, αλλά στο γεγονός ότι είναι χρήσιμες για τα ισχυρά κοινωνικά συμφέροντα.

Φυσικά, εδώ κατά κανόνα ανήκει ένα μίνιμουμ σε αληθές περιεχόμενο, ώστε στο πνευματικό κατασκεύασμα να δοθεί αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα. Η σχέση με την πραγματικότητα πρέπει να είναι ευδιάκριτη στους αποδέκτες. Ωστόσο, εδώ μπορεί να πρόκειται μόνο για εντελώς επιφανειακά στοιχεία της πραγματικότητας, τα οποία μάλλον κρύβουν την ουσία του πράγματος παρά την διαλευκάνουν. Έτσι, μπορεί για παράδειγμα η θεωρία περί ανωτερότητας των λευκών σε σχέση με τους μαύρους και των ανδρών σε σχέση με τις γυναίκες να παραπέμπει στο ότι οι νέγροι και οι γυναίκες, όπως δείχνει η κοινωνική δομή, [σύμφωνα με τον ισχυρισμό], ότι δεν κατάφεραν τίποτα και ότι σχεδόν όλες οι ηγετικές θέσεις στην κοινωνία έχουν καταληφθεί από λευκούς και/ή άνδρες. Με την ίδια μέθοδο μπορεί να τεκμηριωθεί ιδεολογικά η ανωτερότητα των επιχειρηματιών σε σχέση με τους εργάτες και τους υπαλλήλους: Η θέση τους αποδίδεται στην ιδιαίτερη ικανότητά τους[29]. Η αναφορά στην κοινωνική πραγματικότητα, η πραγματική κοινωνική θέση και δομή είναι εδώ χωρίς αμφιβολία ορθή, και από δω προκύπτει η σχετική τάση και αξιοπιστία τέτοιου είδους ιδεολογιών. Εσφαλμένη είναι μόνο η ερμηνεία για τα πραγματικά φαινόμενα που παρατηρούνται από όλους.

Κατά την ερμηνεία σχετικά με την αποτελεσματικότητα των θεωριών και των ιδεολογιών, πρέπει, επομένως, να αναρωτηθεί επίσης κανείς, ποια στοιχεία αλήθειας, ορθής αντανάκλασης της πραγματικότητας εμπεριέχουν –ακόμη κι αν ίσως τα στοιχεία αυτά είναι πολύ λίγα και περιορίζονται στην επιφάνεια των φαινομένων. Το ότι τέτοιου είδους ερμηνείες, αποτυγχάνουν στην ουσία του πράγματος, έχοντας συχνά τόσο μεγάλη επίδραση, φαίνεται και από παλιότερες περιόδους της ιστορίας από τις λίγες γνώσεις της ανθρωπότητας σχετικά με την εσωτερική συνάφεια των πραγμάτων: Επειδή ο κεραυνός και η βροντή δεν μπορούσαν να ερμηνευτούν, ερμηνεύτηκαν ανορθολογικά, θρησκευτικά, ως έκφραση βούλησης των θεών (η οποία, φυσικά, στη συνέχεια ερμηνεύτηκε από ιερείς, δηλαδή έγινε χρήσιμη για την κυρίαρχη τάξη). Από την περίοδο της τεράστιας προόδου, ιδιαίτερα των φυσικών επιστημών και τη νίκη του επιστημονικού κοσμοειδώλου επί του θρησκευτικού-ανορθολογικού, δηλαδή από την περίοδο ανάπτυξης της αστικής κοινωνίας κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, η επίδραση ουσιαστικά τέτοιου είδους ψευδών ιδεολογιών, προκύπτει –παράλληλα με την ψευδή επιφανειακή εμφάνιση- κυρίως από το συμφέρον των κυρίαρχων ομάδων εξουσίας, στις οποίες τέτοιου είδους ιδεολογίες είναι χρήσιμες και, για το λόγο αυτό, χρησιμοποιούν την επιρροή τους, τις διαδίδουν.

Αφετέρου, θα ήταν λάθος να υποθέσει κανείς, ότι ο σημαντικός ρόλος των συμφερόντων κατά την εμφάνιση και διάδοση των θεωριών αποτελεί πάντα ένα ανασταλτικό στοιχείο για την γνωστική λειτουργία τους και ότι, επομένως, πρέπει να βρίσκεται σε αντίθεση με το κίνητρό τους που στοχεύει στην αλήθεια. Τα συμφέροντα κατά την δραστηριότητα της ανθρώπινης συνείδησης βρίσκονται πάντα στο παιχνίδι, ήδη μόνο και μόνο επειδή τα προβλήματα προκύπτουν από την πρακτική ζωή και επειδή η δραστηριότητα της συνείδησης στρέφεται στο να μπορέσει να αντιμετωπίσει καλύτερα την πραγματικότητα. Όταν οι άνθρωποι στην κοιλάδα του Νείλου πριν από πέντε χιλιάδες χρόνια, για να αντιμετωπίσουν τις μάζες νερού του ποταμού και να τις χρησιμοποιήσουν για ανθρώπινους σκοπούς, δημιουργώντας έτσι τις απαρχές της μηχανικής, της γεωμετρίας και της αστρονομίας, για αυτούς δεν επρόκειτο για καθαρή γνώση ως τέτοια, αλλά για την αντιμετώπιση πραγματικών υπαρξιακών προβλημάτων. Το ότι αυτές οι επιστήμες προέκυψαν από κοινωνικά συμφέροντα δεν σημαίνει τώρα σε καμιά περίπτωση, ότι έτσι εμφανίστηκαν στοιχεία εχθρικά προς τη γνώση και την επιστήμη, αλλά το ακριβώς αντίθετο: Τα συμφέροντα που στρέφονταν προς την πράξη μπόρεσαν να ικανοποιηθούν μόνο, να λυθούν πραγματικά μόνο, επειδή οι επιστημονικές γνώσεις που προέκυψαν από δω ήταν σωστές, δηλαδή συμφωνούσαν με την πραγματικότητα. Αν οι εποχές του έτους ή η πίεση των μαζών του νερού είχαν υπολογιστεί εσφαλμένα, η πραγματικότητα θα είχε αντανακλαστεί εσφαλμένα σ’ αυτές τις θεωρίες, και αυτό θα είχε αμέσως άσχημες πρακτικές συνέπειες. Το ίδιο ισχύει αξιωματικά με τις σύγχρονες φυσικές επιστήμες.

Ακόμη και στην περίπτωση των κοινωνικών επιστημών, η σύμπραξη συμφερόντων δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση αναγκαστικά [την ύπαρξη] ενός στοιχείου που να παρεμποδίζει τη γνώση. Τα θύματα των λαών που πλήγηκαν από τον φασισμό και οι κοινωνικές τάξεις, έχουν στοιχειώδες συμφέρον να μάθουν τις αιτίες του φασισμού, ώστε να είναι σε θέση να λάβουν προληπτικά μέτρα. Το συμφέρον τους, επομένως, στρέφεται στην αλήθεια, επιδρά ως κινητήρια δύναμη που ωθεί στη γνώση. Αφετέρου, υπάρχουν αναμφισβήτητα πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις, οι οποίες δεν ενδιαφέρονται να αποκαλύψουν τον πραγματικό χαρακτήρα του φασισμού, επειδή ο φασισμός εξαιτίας των τεράστιων εγκλημάτων του έχει δυσφημιστεί πλήρως στα μάτια της παγκόσμιας κοινής γνώμης, οι δυνάμεις όμως αυτές επωφελήθηκαν από την φασιστική πολιτική και, πιθανώς, δεν θέλουν και μελλοντικά να αποκλείσουν αυτή τη μορφή κυριαρχίας. Το συμφέρον τους, επομένως, είναι να αποκρύψουν την αλήθεια σχετικά με το φασισμό, ώστε οι λαοί και οι τάξεις που τους αφορά [το ζήτημα αυτό] να μην είναι σε θέση να εγείρουν ανυπέρβλητα εμπόδια.

Αυτοί οι συλλογισμοί δείχνουν ότι κατά την δραστηριότητα της ανθρώπινης συνείδησης, επομένως και στις επιστημονικές θεωρίες, παίζουν πάντα σημαντικό ρόλο, έχουν μια κινητήρια λειτουργία, όμως έτσι δεν έχει ειπωθεί τίποτα σχετικά με το αληθές περιεχόμενο. Εξαρτάται από τον χαρακτήρα αυτών των συμφερόντων, το αν προωθούν ή αν φρενάρουν τη γνώση, το αν επιδρούν ως παραγωγική ώθηση ή ως εμπόδιο της επιστημονικής γνώσης. Αυτό, επομένως, θα έπρεπε να εξεταστεί συγκεκριμένα για κάθε περίπτωση ξεχωριστά.

(Η αντιπαράθεση περί «καθαρής επιστήμης» που εξακολουθεί να είναι συνήθης στην αστική ιδεολογία, η οποία πρέπει να είναι απαλλαγμένη από οποιαδήποτε συμφέροντα, και από κοινωνικά και ψυχολογικά συμφέροντα, τα οποία παρεμβαίνουν στο επιστημονικό προτσές ως στοιχεία ξένα προς την επιστήμη και ενοχλητικά προς τη γνώση[30], δεν αφορά επομένως το πρόβλημα. Ούτε η επιστήμη είναι απαλλαγμένη από κοινωνικά συμφέροντα ούτε τα κοινωνικά συμφέροντα επιδρούν οπωσδήποτε ως εμπόδιο στην αντικειμενική γνώση).

(συνεχίζεται)


Σημειώσεις

[1] Συστάσεις για τη θέση των επιστημονικών ερευνητών, που εγκρίθηκαν από την 18η Γενική Διάσκεψη της UNESCO στις 23.11.1974.

[2] Βλ. κυρίως την εξαιρετική παρουσίαση του J. D. Bernal, Wissenschaft, 4 Bde., Reinbek bei Hamburg 1965.

[3] Brecht, Me-ti, a.a.O., S. 31.

[4] Ebd., S. 11.

[5] Ebd., S. 21.

[6] Αναφορές και αποδείξεις βρίσκονται, μεταξύ άλλων, σε: B. Engelmann, Trotz alledem. Deutsche Radikale 1777-1977, München 1977˙ A. Andersch/H. Boll u. a., Berufsverbot. Ein bundesdeutsches Lesebuch, Fischerhude 1976.

[7] Βλ. τα γραπτά των Holbach, Diderot, Helvetius, Herder, Kant, Fichte κτλ.˙ ως παρουσίαση: M. Buhr/G. Irrlitz, Der Anspruch der Vernunft. Die klassische deutsche Philosophie als theoretische Quelle des Marxismus, Köln 1976.

[8] Marx-Engels-Werke, Bd. 2, Berlin (DDR) 1972, S. 98. (βλ. επίσης, Κ. Μαρξ / Φ. Ένγκελς: Η αγία οικογένεια. Η κριτική της κριτικής κριτικής, εκδ. Φιλοσοφία, Αθήνα, σ. 116).

[9] Ebd., Bd. 21, S. 296 f. (βλ. επίσης, Φρίντριχ Ένγκελς: Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας, εκδ. Σύγχρονη εποχή, Αθήνα 2007, σ. 50).

[10] Για κριτική βλ.:Gesellschaftstheorie und geschichtswissenschaftliche Erklärung, hg. v. W. Küttler, Berlin (DDR) 1985˙ Das geschichtswissenschaftliche Erbe von Karl Marx, hg. v. W. Küttler, Berlin (DDR) 1983˙ Kritik der bürgerlichen Geschichtsschreibung. Handbuch, hg. v. G. Lozek u.a., Köln 4. Aufl. 1977.

[11] Βλ. κυρίως H. Rickert, Kulturwissenschaft und Naturwissenschaft, Tübingen 1910˙ Για την κριτική τέτοιων θεωριών: G. Lukács, Die Zerstörung der Vernunft, Neuwied 1962, 4. Kap.˙ I. Geiss/R. Tamchina, Ansichten einer künftigen Geschichtswissenschaft l, München 1974.

[12] G. Mann, Ohne Geschichte leben? Rede beim 29. Deutschen Historikertag 1972, in: Die Zeit, 1972, Nr. 41.

[13] F. Meinecke, Kausalitäten und Werte in der Geschichte, in: ders., Staat und Persönlichkeit, Berlin 1933, S. 63.

[14] Frankfurter Allgemeine Zeitung στις 17.8.1976˙ τον ίδιο υποκειμενισμό διατύπωσαν παρεμπιπτόντως και σύγχρονοι επικοινωνιολόγοι˙ έτσι, η βασική θέση ενός βιβλίου του Watzlawik είναι: Η λεγόμενη πραγματικότητα είναι το αποτέλεσμα της επικοινωνίας. (P. Watzlawik, Wie wirklich ist die Wirklichkeit?, München 1976.)

[15] K. D. Erdmann, Geschichte, Politik und Pädagogik, Stuttgart 1970, S. 90.

[16] G. Mann, Geschichte und Geschichten, Frankfurt a. M. 1961, S. 108 f.

[17] E. Nolte, Deutschland und der Kalte Krieg, München 1974, S. 620.

[18] G. Ritter, Geschichte als Bildungsmacht, Stuttgart 1946, S. 19.

[19] Βλ. επίσης, Frankfurter Allgemeine Zeitung στις 2.9.1976, η οποία αναφέρει σχετικά με αντίστοιχες παρατηρήσεις του Kurt Biedenkopf (CDU). Φυσικά, είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο άνθρωπος είναι ικανός για όλα αυτά τα συναισθήματα και τις μορφές συμπεριφοράς. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι εάν οι κοινωνικές συνθήκες είναι τέτοιες, που να ευνοούν και να επιβραβεύουν αυτά τα συναισθήματα και τις μορφές συμπεριφοράς, ή το αντίθετο, αν ο άνθρωπος είναι επίσης ικανός, όπως δείχνει η εμπειρία, για αλληλεγγύη, αγάπη προς τον πλησίον και βοήθεια προς τον συνάνθρωπο.

[20] O. Spengler, Der Untergang des Abendlandes, München 33.-47. Aufl. 1923, Bd. 1, S. 145.

[21] Βλ. στα επόμενα: K. Holzkamp, Sinnliche Erkenntnis, Frankfurt a. M. 1973; ders., Grundlegung der Psychologie, Frankfurt a. M./New York 1983; A.N. Leontjew, Probleme der Entwicklung des Psychischen, Frankfurt a. M. 1973; Autorenkollektiv Wissenschaftspsychologie (Universität Münster), Materialistische Wissenschaft und Psychologie, Köln 1975.

[22] Brecht, Me-ti, a.a.O., S. 115.

[23] H. A. Turner, Faschismus und Kapitalismus in Deutschland, Göttingen 1972, Vorwort S. 7. Κατ’ ανάλογο τρόπο ακολουθείται επίσης προσεκτικά και η συζήτηση περί φασισμού από τη βιομηχανία: βλ. π.χ. το Unternehmerbrief des Instituts der deutschen Wirtschaft στις 19.7.1973.

[24] E. Nolte, Marxismus, Faschismus, Kalter Krieg, Stuttgart 1977, S. 8.

[25] Frankfurter Allgemeine Zeitung vom 10.8.1977.

[26] Brecht, Me-ti, a.a.O., S. 151.

[27] Ένα έλλειμμα σχετικά με κάποια ζητήματα της εξαιρετικής μελέτης του R. Opitz Über die Entstehung und Verhinderung von Faschismus (στο: Das Argument, 1974, Nr. 87) βρίσκεται στο ότι δεν κάνει επαρκή διάκριση ανάμεσα σ’ αυτά τα τρία ζητήματα, στο ότι δεν εξετάζει καθόλου το ζήτημα της αλήθειας στις διάφορες θεωρίες, αλλά με την επισήμανση σχετικά με την εμφάνιση και τη λειτουργία τους θεωρεί ήδη το ζήτημα ότι έχει αντικρουστεί και ότι είναι άχρηστο. Αυτό ισχύει κυρίως για την παρουσίασή του αναφορικά με τις θεωρίες περί μεσαίων στρωμάτων και τις θεωρίες περί συμμαχιών.

[28] Brecht, Me-ti, a.a.O., S. 24 und 152.

[29] Ένα υπόμνημα των ενώσεων των εργοδοτών, για παράδειγμα, κάνει λόγο περί «ουσιαστικών διαφορών των ανθρώπων, του ταλέντου τους και της βούλησής τους για απόδοση»˙ εδώ, «η απόδοση του επιχειρηματία, η οποία βασίζεται στη δημιουργική, προσωπική ευθύνη και τόλμη» είναι αυτή η οποία παριστάνει «εκείνη την τεράστια κινητήρια δύναμη του οικονομικού προτσές, η οποία θεμελιώνεται βαθιά στην ανθρώπινη φύση». Ακριβώς γι’ αυτό ο επιχειρηματίας είναι επίσης προορισμένος για «πραγματική ηγεσία στην κορυφή της επιχείρησης». Αυτές οι διαφορές μεταξύ των στελεχών της επιχείρησης και των εξαρτημένων μισθωτών αποτελούν «τα θεμέλια της ανθρώπινης συμβίωσης που [μας] έχουν παραδοθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια», ηθελημένα και δημιουργημένα από τον «δημιουργό όλων των πραγμάτων» (Jahresbericht der Bundesvereinigung der Deutschen Arbeitgeberverbände 1953). Σε πλήρη συμφωνία με την ιδεολογία των επιχειρηματιών η Frankfurter Allgemeine Zeitung τονίζει –μια κουβέντα που πήρε από τον Churchill-, ότι οι επιχειρηματίες είναι «το άλογο που τραβά το κάρο» (15.12.1976). Ο ανταγωνισμός είναι μια «φυσική επιλογή» (8.12.1976)˙ η «ανισότητα δημιουργεί το υψηλό επίπεδο εισοδήματος» (16.4.1977). Για τον επιχειρηματία είναι αναγκαίες η «ετοιμότητα για καινοτομίες, η δημιουργικότητα» (3.1.1977).

[30] Ως ιδρυτής μπορεί να θεωρηθεί ο Max Weber (η θεωρία περί ελευθερίας να κρίνονται οι αξίες, έχει παίξει εδώ σημαντικό ρόλο)˙ ο Weber έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την κοινωνιολογία από τις αρχές του 20ου αιώνα και στον αγγλοσαξονικό χώρο. Ως περαιτέρω εκπρόσωποι βλ. για παράδειγμα Th. Geiger, Ideologie und Wahrheit. Eine soziologische Kritik des Denkens, Stuttgart/Wien 1953˙ E. Topitsch, Sozialphilosophie zwischen Ideologie und Wissenschaft, Neuwied 1961˙ κριτική σ’ αυτές τις θέσεις: R. Sorg, Ideologietheorien. Zum Verhältnis von gesellschaftlichem Bewusstsein und sozialer Realität, Köln 1976˙ J. Kahl, Positivismus als Konservatismus, Köln 1976, bes. Kap. II.

Πηγή: Reinhard Kühnl: Faschismustheorien. Ein Leitfaden, Distel Verlag (aktualisierte Neuauflage), Marburg 1990, S. 15-41, 325/326

Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *