Κι όμως κινείται

Οι σχηματισμοί της Αριστεράς φθίνουν. Η στράτευση είναι περιορισμένη και ο ενθουσιασμός ελλιπής. Τα όσα συμβαίνουν λίγο πολύ τα έχουμε πει και θα τα ξαναπούμε με άλλη ευκαιρία, όχι τώρα. Γιατί τώρα αισθάνομαι την ανάγκη να μιλήσουμε για ό,τι κινείται, είτε πέφτει στην αντίληψή μας είτε όχι.

Εικόνα ακίνητου τοπίου, οι άνεμοι έχουν κοπάσει, οι φλόγες που ευεργετούσαν έχουν υποκύψει, οι άνθρωποι που εξεγείρονταν έχουν αποκάμει, ηρεμία επικρατεί, μια συνεχής μονότονη και πληκτική διαδοχή ημερών που σχεδόν μπορείς να προβλέψεις τι θα φέρουν.

Τα βουνά παραμένουν αμετακίνητα και οι κοινωνίες επίσης!

Ένα αίσθημα αμηχανίας και απογοήτευσης κυριαρχεί στους ανήσυχους ανθρώπους, το οποίο μάλιστα χαρακτηρίζεται ως ρεαλισμός.

Στις συναντήσεις των αριστερών, επίσημες, ανεπίσημες ή καθημερινές, αυτή η επίδειξη “ρεαλισμού” ξεχυλίζει. Απέναντι στις επίμονα επαναλαμβανόμενες και χωρίς περιεχόμενο αφηγήσεις αισιοδοξίας στις οποίες κάποιοι επιμένουν ακόμα, προκύπτει ο “ρεαλισμός” της απογοήτευσης, ως βασικό επιχείρημα της πραγματικότητας.

Φυσικά το δικαίωμα στην αισιοδοξία, όσο και το δικαίωμα στην απογοήτευση, ακόμα και απελπισία, είναι αναφαίρετα, μη δε και αναγκαία, συνιστώντας πάντα τις δυο αποκλίνουσες όψεις της πραγματικότητας, οι οποίες όμως δεν φτάνουν κάθε μία μόνη για να την ερμηνεύσει, πολύ περισσότερο να την αλλάξει.

Γιατί κάθε φορά το ζητούμενο παραμένει η αναζήτηση του βάθους και η εύρεση (όχι εφεύρεση) μιας απάντησης στο τώρα. Ό,τι θα μπορούσε να ειπωθεί ως διαλεκτική αποτύπωση της ιστορικης πορείας.

Δεν θα το πάω μακριά, στην αναρώτηση για τη διαφορά ανάμεσα στον ιστορικό χρόνο και στο χρόνο των ανθρώπων, για την ιστορική προοπτική κ.ο.κ. Θέλω να κάνω φόκους, όπως λέμε πια, σε μικρά μεγέθη με ιδιαίτερη, πιθανόν και μεγάλη, αξία.

Οι σχηματισμοί της Αριστεράς φθίνουν. Η στράτευση είναι περιορισμένη και ο ενθουσιασμός ελλιπής. Τα όσα συμβαίνουν λίγο πολύ τα έχουμε πει και θα τα ξαναπούμε με άλλη ευκαιρία, όχι τώρα. Γιατί τώρα αισθάνομαι την ανάγκη να μιλήσουμε για ό,τι κινείται, είτε πέφτει στην αντίληψή μας είτε όχι.

Καθώς ό,τι δεν κάνουμε εμείς δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει! Και επί πλέον, ακόμα και στις δυσμενέστερες συνθήκες, οι άνθρωποι εξακολουθούν να έχουν ζωή και εξ αυτού δικαιώματα και θελήσεις να τα διεκδικήσουν.

Τα παραδείγματα της πρόσφατης περιόδου δεν είναι λίγα, είτε μιλήσουμε για τη Χαλκιδική και τις Σκουριές, είτε για, λίγα χρόνια πρίν, την Κερατέα, είτε για εργοστάσια και χώρους δουλειάς, είτε για μικρές κοινότητες που συγκροτούνται σε όλη την Ελλάδα, είτε για ατομικές πρωτοβουλίες με ποικίλες όψεις.

Θα είχε ενδιαφέρον αν έκανε κάποιος την απόπειρα να συνθέσει έναν χάρτη της ελληνικής χώρας, με σημάδια όπου υπάρχουν και δρουν συλλογικότητες οι οποίες προωθούν και διεκδικούν σε ποικίλες εκδοχές κοινωνικά δικαιώματα. Είτε πρόκειται για εργασιακά δικαιώματα, είτε για τη γη τους, είτε για την προστασία του περιβάλλοντος, είτε για την ισότητα των φύλων, είτε για την προστασία και αναγνώριση της διαφορετικότητας, είτε για τη διάσωση των σπόρων, είτε για την απόκρουση των εγκληματικών πολιτικών τραπεζών και πολιτείας, είτε… είτε…  

Ο χάρτης θα γινόταν πολύχρωμος και θα αποκτούσε έτσι περισσότερο χρώμα και η μουντή καθημερινότητά μας. Αρκεί να θέλαμε να καταλάβουμε πως όλες αυτές οι ομάδες και τα πρόσωπα αποτελούν ένα μέρος από το σώμα μας. Πως αυτή είναι η Αριστερά. Επίσης, πως αυτή μπορεί και να μην είναι Αριστερά. Εξαρτάται!..

Είναι συλλογικότητες ή και άτομα που με την έντονη παρέμβασή τους παράγουν ενθουσιασμό και συνείδηση συμμετοχής και δράσης, δημιουργούν σε πολλά πεδία, αποθέτουν το αποτύπωμα μιας ιδέας για καλύτερη ζωή, και για διεκδίκηση της καλύτερης ζωής, διατηρούν ζωντανές και ευαίσθητες κοινωνικές δυνάμεις.

Είναι εκείνοι οι άνθρωποι που επανδρώνουν πάντα τις μεγάλες κινητοποιήσεις, ακόμα κι όταν συχνά οδηγούνται στην επιλογή του μικρότερου κακού την ώρα της κρίσης, όπως ας πούμε στις εκλογές.

Είναι ακόμα, πολλοί ανάμεσά τους, άνθρωποι που αρνούνται την πολιτική έκφραση, γιατί όλα όσα συμβαίνουν στο πολιτικό προσκήνιο τους δημιουργούν απώθηση. Άνθρωποι με ελευθεριακές ή με στενά “δικαιωματικές” απόψεις, με αναρχικές αποκλίσεις ή στενά συνδεδεμένες με το ειδικό που αρνούνται τον συνολικό προσδιορισμό των επί μέρους προβλημάτων.

Είναι… είναι…

Ό,τι είναι ο κόσμος που κομματιάζεται. Αντανακλάσεις αυτού του κόσμου είναι – και είμαστε – εξ άλλου.

Αλλά επίσης είναι δρώντες, είναι υπαρκτοί, είναι εν δυνάμει δικοί μας, αν εμείς μπορούμε να καταλάβουμε πως μπορεί να είμαστε δικοί τους.     

Αν τους κοιτάξουμε με τα γυαλιά μιας πιστοποιημένης εγκυρότητας, δεν θα τους διακρίνουμε. Αν κοιτάξουμε με κανονικά μάτια θα τους βρούμε παρόντες. Να ασχολούνται με τα “μικρά”, τα οποία θεωρεί ανάξιά της μια “γνήσια” Αριστερά.  

Και εν πάση περιπτώσει ίσως πρέπει να συζητήσουμε κάποια στιγμή το γιατί σε όλες τις μεγάλες κινητοποιήσεις της εποχής μας δεν ήταν η Αριστερά ο πρωτεργάτης της δράσης, από τους “αγαναχτισμένους” μέχρι τα “Κίτρινα γιλέκα”.   

Μέρες που είναι να θυμίσουμε πως ξεκίνησε η Αναγέννηση. Στις 10 Φεβρουαρίου 1634, ο Γαλιλαίος καλείται στην Ιερά Εξέταση και απαρνείται τη θεωρία του πως η γη κινείται γύρω από τον ήλιο ως λανθασμένη και αιρετική.

Είναι η εποχή που το σκοτάδι ήταν η κυρίαρχη εικόνα. Όσα μάτια είχαν εξασκηθεί μπορούσαν πιθανόν να δουν πως το μαύρο δεν ήταν ενιαίο. Ακόμα κι αν ο Γαλιλαίος υποχρεώθηκε να αποκηρύξει τη θεωρία του, η θεωρία δεν έπαψε να υπάρχει και ο κόσμος να αλλάζει. Είτε μουρμούρισε, όπως λέει ο θρύλος, είτε όχι εκείνο το “Κι όμως γυρίζει”, η εικόνα του μεσαίωνα είχε ραγίσει.       

Κι όπως λέει ο ίδιος ο Γαλιλαίος δια χειρός Μπέρτολτ Μπρεχτ: “Η εξέλιξη της επιστήμης μου φαίνεται απαιτεί ξεχωριστή τόλμη. Πραγματεύεται τη γνώση που την κερδίζεις με την αμφιβολία. Προσφέροντας τη γνώση σε όλους για όλα, επιδιώκει να μας κάνει ν’ αμφιβάλλουμε για όλα…

Η δυστυχία των πολλών είναι παλιά σαν τα βουνά και Γραμματείς και Φαρισαίοι διαλαλούν ότι είναι αγκρέμιστη όπως τα βουνά. Η καινούργια μας τέχνη της αμφιβολίας συνεπήρε το μεγάλο κοινό. Μας άρπαξε το κυάλι απ’ τα χέρια και το γύρισε πάνω στους βασανιστές του…

Τον αγώνα για τη χωρομέτρηση του ουρανού τον κερδίσαμε με την αμφιβολία· η πίστη είναι η αιτία που η ρωμαία νοικοκυρά χάνει συνέχεια τον αγώνα για το γάλα”. (Μπ. Μπρεχτ: “Ο βίος του Γαλιλαίου”) .

Ποιος αφαίρεσε το προνόμιο της αμφιβολίας από την Αριστερά και το αντικατέστησε με τις ακλόνητες βεβαιότητες που παρουσιάζει ως μοναδικές και απαρασάλευτες αλήθειες;  

Πηγή: Θανάσης Σκαμνάκης – kommon.gr

2 απαντήσεις στο “Κι όμως κινείται”

  1. Ίσως μια καλή απάντηση στους «ρεαλιστές» του άρθρου δίνει , με τα υλικά της ποίησης , η Βικτωρία Θεοδώρου που μας άφησε σήμερα :
    ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΕΜΑΣ
    Ας έχουμε επίγνωση της ανεπάρκειάς μας
    Ας μην ταυτίζουμε το γήρας μας μ αυτό
    του Κόσμου

    Μην τα μετράμε όλα με τα μέτρα μας…

    • Κώστας Κουτσουρέλης «ομολογία ενοχής»Όπως με τους αριστερούς φίλους όλη την περσινή χρονιά, όπως με τους ευρωπαϊστές και φιλελεύθερους φίλους ενίοτε, ή τους ομοτέχνους άλλοτε για ποικίλες αφορμές, μου συμβαίνει συχνά, πολύ συχνά ομολογουμένως τον τελευταίο καιρό, να στενοχωρώ φίλους και συνομιλητές με όλα αυτά που γράφω περί προσφυγιάς και περί μετανάστευσης. Αρκετές φορές, όταν όλα τα άλλα εμπράγματα επιχειρήματα παροπλιστούν –αν και πρέπει να ομολογήσω ότι τέτοια σπανίως μου αντιτάσσονται–, αυτό που μένει στην ατμόσφαιρα να επικρέμαται εναντίον μου είναι η μομφή, κάτι μεταξύ παραπόνου και καταγγελίας: ότι μου λείπει η συμπόνια, ότι δεν έχω καρδιά, ότι αυτό που απουσιάζει από τα λεγόμενά μου είναι ο ανθρωπισμός.

      Ένα τέτοιο κατηγορητήριο δεν μου φαίνεται κακή αφετηρία. Ας ξεκινήσω λοιπόν με μια ομολογία ενοχής, κι ας ονοματίσω εδώ το ακατονόμαστο: δεν είμαι ανθρωπιστής. Ο ανθρωπισμός στα μάτια μου είναι ένα ιδεολόγημα. Μια αυταπάτη. Πατάει πάνω στην πλανερή παραδοχή ότι ο άνθρωπος είναι φύσει αγαθός και ότι αρκεί να τον απαλλάξεις από τα έξω του βάρη που τον κάνουν «κακό» (τις μολυσμένες ιδέες και λέξεις, τις φρικτές ύπερθεν εξουσίες) για να ανασάνει. Επιπλέον, ο ανθρωπισμός, ως ανθρωποκεντρισμός αυτή τη φορά, κρύβει μέσα του μια βαθιά έπαρση, είναι το αλαζονικό πιστεύω ενός βιολογικού είδους που επειδή ανέπτυξε αυτοσυνειδησία νομίζει ότι είναι ανώτερο απ’ όλα τα άλλα, και ότι γι’ αυτό και μόνο, η φύση, ο πλανήτης, το σύμπαν ολόκληρο, με επικεφαλής του τον Μεγαλοδύναμο, οφείλει να τον υπηρετεί. Μόνο μια τέτοια αλαζονεία εξηγεί το γεγονός ότι τούτο το βίαιο, βάναυσο βιολογικό είδος, το πιο απάνθρωπο που έχει περπατήσει πάνω στη γη, έχει βαφτίσει τα υψηλότερα, τα ευγενέστερα ιδεώδη που μπορεί να διανοηθεί, με το όνομά του: «ανθρωπιά».

      Τις δύο αυτές πλάνες, την αυταπάτη και την έπαρση, τις συναντώ αδελφωμένες στο μεταναστευτικό. Στην αγιογράφηση του μετανάστη λ.χ. βλέπω την επείγουσα ανάγκη του ανθρωπιστή να βρει έναν υποδειγματικό τύπο ανθρώπου για να πιστέψει. Ένα πρότυπο όσο το δυνατόν αμόλυντο, απαλλαγμένο από την καιροσκοπία, την πονηρία και την ιδιοτέλεια την οποία –τόσο ορθά– εντοπίζει στον άμεσό του περίγυρο. Ο πρόσφυγας και ο μετανάστης σήμερα είναι ο πτωχός τω πνεύματι του Ιησού, ο ευγενής άγριος του Τάκιτου και του Ρουσσώ, ο αλυσοδεμένος προλετάριος του Μαρξ, ο εν γένει πάσχων άνθρωπος. Απέναντι στη λογοκριτική ορμή αυτής της πεποίθησης, όποιος επιμένει όχι στην πρώτη όψη των πραγμάτων και στις ρητορικές δηλώσεις των πρωταγωνιστών της (στην προαίρεση και στα λόγια μας μπορούμε να είμαστε όλοι αγαθοί) αλλά στην αμείλικτη δυναμική της ανθρώπινης κατάστασης και της ιστορίας (πρόσφυγες -οι Γότθοι- γκρέμισαν την -ευεργέτιδά τους- Ρώμη· πρόσφυγες -οι Εβραίοι- ξεσπίτωσαν τους Παλαιστίνιους· μετανάστες οικονομικοί στις ΗΠΑ, την Αυστραλία και αλλού ευθύνονται για την γενοκτονία των αυτοχθόνων πληθυσμών), είναι λογικό να αντιμετωπίζεται ώς απολογητής, αυτοθέλητος κήρυκας του απάνθρωπου. Το συνήθειο να τα βάζουμε με τον αγγελιαφόρο όταν το μήνυμά του μας οχλεί είναι πανάρχαιο. Ο Ληρ αποκτά επίγνωση της αφροσύνης του όταν είναι αργά. Κανείς δεν αγαπά τους μάντεις κακών. Κανείς δεν συμπαθεί την Κασσάνδρα. Ας είναι ωστόσο, so be it. Γένοιτο.

      Ότι η αγαθότητα (όπως και η μοχθηρότητα) δεν είναι φύσει αλλά θέσει ιδιότητα, παραπροϊόν της ίδιας πάντοτε επικαθοριστικής μας ορμής, της αυτοσυντήρησης, ο ανθρωπιστής δεν μπορεί να το παραδεχτεί. Τι ανθρωπιστής θα ήταν τότε; Όμως όλα στον βίο μας είναι ιδιοτελή, όλα υπηρετούν πρωτίστως τις δικές μας ανάγκες. Ενίοτε, όταν οι εξωτερικές συνθήκες βοηθούν, και όταν η ισορροπία αυτών των δικών μας αναγκών με τις ανάγκες του εκάστοτε άλλου είναι η σωστή (η ενσυναίσθηση εδώ βοηθάει), παίρνει σάρκα και οστά εκείνη η υπερπολύτιμη αρμονία που ονομάζουμε δικαιοσύνη. Όμως για λίγο. Κι αυτό δεν αναιρεί σε τίποτα την ανεκκρίζωτη ιδιοτέλεια της αρχικής μας πράξης.

      Τώρα, η συμπόνια ως στρατηγική επιβίωσης διηθημένη μέσα από το φίλτρο της συγγένειας πρώτα, και εξακτινωμένη αργότερα σε όλο το κοινωνικό σώμα, μέχρι το νοερό, αφηρημένο επίπεδο της ανθρωπότητας και της ίδιας της ζωής, είναι ασφαλώς κατάσταση φυσική. Μόνο όμως στο μέτρο που δεν θίγει την αυτοσυντήρηση· όταν ναρκοθετεί τα βιοτικά και κοινωνικά θεμέλια, τότε ισοδυναμεί με αυτοχειριασμό. Ο οίκτος για να πιάσει τόπο πρέπει να λογοδοτεί στην πραγματικότητα. Πρέπει να τον αντέχει πρώτα απ’ όλα αυτός που τον προσφέρει. Ειδάλλως, είναι γέννημα όχι της καλής καρδιάς αλλά της πλάνης, ή, ακόμη χειρότερα, της πιο βαθειάς αλαζονείας: γέννημα της ανάγκης μας να φανούμε ηθικώς ανώτεροι όχι στον άλλο μόνον, ώστε να μας θαυμάσει και να μας ευγνωμονεί, αλλά κυρίως (και εδώ έγκειται η υπουλότητά του) στα ίδια τα μάτια μας. Οι χριστιανοί ασκητές εδώ έχουν να μας διδάξουν πολλά, την πιο φρικτή του μορφή την παίρνει ο δαίμων όταν φοράει τη μάσκα της αυταρέσκειας. Και ο Στέφαν Τσβάιχ στον Επικίνδυνο οίκτο μάς έχει δώσει το συγκλονιστικό του πορτραίτο.

      Θα ρωτήσει κανείς: Και μένουμε απαθείς εμπρός στον πόνο που αντικρίζουμε; Δεν δρούμε, δεν αντιδρούμε εμπρός στο κακό; Η απάντηση είναι ναι, αντιτασσόμαστε στο Κακό: δεν του ανοίγουμε διάπλατα την πόρτα. Ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, δεκαετίες πρωτύτερα, περιέγραψε με μοναδική ψυχολογική ακρίβεια τη βαθιά δυσθυμία που αθέλητα καταλαμβάνει τον άνθρωπο, κάθε άνθρωπο, εμπρός στον Ξένο. Το σκηνικό είναι εκείνο του κουπέ σ’ ένα τραίνο εν κινήσει. Ο μόνος ώς τότε επιβάτης αντιδρά με ενστικτώδη ενόχληση όταν την ηρεμία, την άνεση της μόνωσής του, έρχεται να χαλάσει ένας νεοφερμένος. Χρειάζεται να περάσει λίγος χρόνος, κάποια λεπτά, ώσπου να συνηθίσει την παρουσία του και να συμβιβαστεί πια ψυχικά μαζί της, αναγνωρίζοντας στον συνεπιβάτη του ότι έχει κάθε δικαίωμα να βρίσκεται εκεί. Μέχρι τον επόμενο σταθμό, οπότε ένας τρίτος κι ένας τέταρτος επιβάτης έρχονται να πάρουν θέση στα διπλανά τους καθίσματα. Τότε, σημειώνει ο Εντσενσμπέργκερ, την αρχική εκείνη ενόχληση του ενός την βλέπεις πια να διευρύνεται, δεν είναι μόνο εκείνος, αλλά και ο δεύτερος επιβάτης που την συμμερίζεται, κι από κοινού πια κι οι δυο, μέσα σε μια αναπάντεχη άδηλη αλληλεγγύη την στρέφουν προς τους νέους «εισβολείς».

      Με αυτήν την εικόνα ο Εντσενσμπέργκερ περιέγραφε αλληγορικά την κοινωνική κατάσταση στην Ευρώπη των μεταπολεμικών μεταναστευτικών ρευμάτων και των ήδη τότε διαφαινόμενων αντιδράσεων. Περιέγραφε έναν πανίσχυρο ψυχικό αυτοματισμό δηλαδή σε μια ανώδυνή του εκδήλωση, ώστε να εννοήσουμε τη δυναμική και τις ακραίες του συνέπειες – που μόλις σήμερα αρχίζουμε κάπως να τις υποψιαζόμαστε. Ο Παναγιώτης Κονδύλης το ίδιο αυτό αίσθημα, παροξυμένο πλέον ώς την ύπατή του αναβαθμίδα, το συνόψισε σε δύο αράδες. Τα φασίζοντα και ακροδεξιά αντιμεταναστευτικά ρεύματα που αυτή τη στιγμή μας απειλούν στην Ευρώπη, γράφει, δεν τα τρέφει τόσο μια ιδεολογία ή ένα νοσηρό ιδεώδες ρατσιστικής υφής αλλά κάτι βαθύτερο, στοιχειακό, η «επιθετικότητα του ζώου όταν ένα άλλο ζώο εισδύει στη φωλιά του». Όταν παραγνωρίζουμε τον ποσοτικό παράγοντα στα θέματα της μετανάστευσης, χάνουμε την επαφή με την πραγματικότητα. Κι άλλοι σημαντικοί συγγραφείς, λ.χ. ο Καστοριάδης, έχουν εγκαίρως επισημάνει την ακρισία μιας μεταναστευτικής πολιτικής που φαντάζεται ότι αρκεί να παραχωρήσει στον μουσουλμάνο επήλυδα ιθαγένεια και πολιτικά δικαιώματα για να τον κάνει να προσχωρήσει εθελουσίως στον δυτικό τρόπο ζωής.

      Υπάρχει στα νομικά μια κρίσιμη έννοια, εκ των ων ουκ άνευ. Και ισχύει εξίσου για την πολιτική: impossibilium nulla est obligatio – δεν μπορούμε να αξιώνουμε από κάποιον τα αδύνατα. Πολλώ δε μάλλον: δεν γίνεται να απαιτούμε από κάποιον να βλάψει ανήκεστα τον ίδιο τον εαυτό του. Κι όμως αυτό ακριβώς πράττει εξήντα σχεδόν χρόνια τώρα η Ευρώπη, αξιώνει από τον εαυτό της, και από τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς που την κατοικούν, το αδύνατο. Εξήντα χρόνια διαρκών αποτυχιών, που γέννησαν γκέττο, εκκόλαψαν τρομοκρατικές οργανώσεις και φανατικούς ζηλωτές, γιγάντωσαν την εγκληματικότητα και την ανομία και ανέστησαν από τις στάχτες του το φίδι του φασισμού και της πολιτικής ακρότητας. Τα γεγονότα του περασμένου έτους εικονογραφούν αρκετά πιστά την κατάστασή μας.

      Σήμερα έχουμε φτάσει στο απόγειο της παραδοξότητας. Σ’ ένα σημείο όπου ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζουμε δεν είναι ίσως ούτε η ακροδεξιά ούτε η ισλαμιστική βία, ούτε οι κοινωνικές συγκρούσεις ούτε οι εκατέρωθεν ρατσισμοί που τις συνοδεύουν. Αλλά αυτός ο αστόχαστος ιδεαλισμός, αυτός ο άκριτος ανθρωπισμός που επιμένει να τους δίνει τροφή, αποθαρρύνοντας κάθε συζήτηση επί της ουσίας, κάθε απόπειρα να δούμε το πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις – άρα και κάθε δυνατότητά μας να το αντιμετωπίσουμε.

      Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που τον δρόμο προς την κόλαση τον στρώνουν οι καλές προθέσεις – ετερογονία των σκοπών ονομάζουν το φαινόμενο οι φιλόσοφοι. Ωστόσο τι ωφελεί να το επισημαίνεις; Όποιος δεν καταλαβαίνει τον πόνο, δεν έχει καρδιά, σου απαντούν. Να το παραδεχθώ. Τι γίνεται όμως μ’ αυτόν που δεν έχει μυαλό;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *