Υφέρπων φασισμός

Από τη δεκαετία του 1990, σε ένα τμήμα της κοινωνίας παρατηρείται άνοδος του εθνικισμού, της θρησκευτικής ρητορείας και του αντιδυτικισμού. Οι συνθήκες που επέτρεψαν αυτά τα φαινόμενα ήταν κατ’ αρχάς η αποτυχία του ελληνικού πολιτικού συστήματος και η διαφθορά του που φάνηκε ήδη το 1989 (σκάνδαλο Κοσκωτά, δίκη Α. Παπανδρέου). Μετά, ο φανατισμός με το «μακεδονικό» ζήτημα εναντίον της γείτονος χώρας και της σύνθετης ονομασίας της με το όνομα «Μακεδονία».

Στη συνέχεια, η υστερία υπέρ των Σέρβων ορθοδόξων χριστιανών και σφαγιαστών των Βαλκανίων (Μιλόσεβιτς, Μλάντιτς, Κάρατζις). Επίσης, οι κινητοποιήσεις υπέρ της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Τέλος, οι επιθέσεις και τα υβρεολόγια κατά του Βιβλίου Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού. Σε αυτές τις εκδηλώσεις εθνικιστικής υστερίας, πρωτεύοντα ρόλο έπαιξε η Χριστιανική Εκκλησία και οι νεοορθόδοξοι θεολογίζοντες.

Εξέχουσα θέση στους τελευταίους κατέχει ο θεολόγος αρθρογράφος πρωινής εφημερίδας, Χρήστος Γιανναράς. Από τη δεκαετία 1980, στρέφεται εναντίον του Δυτικού πολιτισμού και του Διαφωτισμού και σπέρνει εθνικιστικές και θρησκευτικές ιδέες, με κορύφωση την υποστήριξη του θεοκρατικού και μοναρχικού Βυζαντίου ως υπόδειγμα τρόπου ζωής!

Κατά καιρούς έχει υποστηρίξει αμφιλεγόμενες προσωπικότητες, όπως τον Κωνσταντίνο Καραμανλή Α’, τον Βγενόπουλο, τον Πάγκαλο, την Γαρυφαλλιά Κανέλλη, τον Χριστόδουλο, τον Πούτιν. Εχει επίσης προτείνει την καταστρατήγηση του Συντάγματος με σχηματισμό εξωκοινοβουλευτικής κυβέρνησης από ανώτατους αξιωματούχους του Στρατού, της δικαστικής εξουσίας και της οικονομίας, για να «σωθεί η χώρα».

Τις τελευταίες δεκαετίες, ο Γιανναράς επιδίδεται σε παραληρήματα εναντίον κάθε διαφορετικής άποψης. Καταφέρεται κατά πάντων σαν να είναι ο αδιαμφισβήτητος εκφραστής της αλήθειας, του σωστού και της ηθικής. Τα κείμενά του είναι λίβελοι και πολεμικές, χωρίς επιχειρήματα, αλλά με συναισθηματισμούς, αμετροεπή επιθετικότητα, με ανεπίτρεπτη λεκτική βιαιότητα και ύβρεις. Διασπείρουν μισαλλοδοξία, πόλωση και εμφυλιοπολεμικό μένος.

Τελευταίο δείγμα είναι πρόσφατο άρθρο του σε πρωινή εφημερίδα με αφορμή την ψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών από τη Βουλή, το οποίο από την αρχή μέχρι το τέλος περιέχει μόνο ψεύδη και ύβρεις. Σε αυτό τοποθετεί στο ίδιο επίπεδο τον Κολοκοτρώνη, τον Λεωνίδα και τον δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά! Πιστεύει ότι σήμερα ζούμε σε «συλλογική συμφορά» και χαρακτηρίζει τους υποστηρικτές της Συμφωνίας στα ΜΜΕ «παραχαράκτες», διότι κατασκευάζουν «εντυπώσεις», και όσους τους πιστεύουν ότι είναι «ευνουχισμένοι από τη σχολική παιδεία», και μεταβολίζουν «άσκεπτα, άκριτα και παθητικά τις τηλεοπτικές εντυπώσεις».

Οι πολιτικοί αντιμετωπίζονται ως «συμπτώματα αρρώστιας μολυσματικής, σωστής λοιμικής», κατηγορούνται ότι «παραφρονούν: αρρωσταίνουν βαριά». Οι «ριζοσπαστικοί» αριστεροί αποκαλούνται «χαμερπείς λακέδες των Αγορών και του ΝΑΤΟ», «ξεπουλάνε με άθλια τεχνάσματα πατρώα γη και προγονική ιστορία». Ο πρωθυπουργός αποκαλείται «αυτουργός της πρόσφατης ιεροσυλίας (ασέλγειας στην ελληνικότητα της Μακεδονίας)», «επιδεικτικά εξαγορασμένος» και μαζί με τους άλλους κυβερνώντες είναι άτομα με «αρρωστημένο ψυχισμό». Οι βουλευτές των άλλων κομμάτων που ψήφισαν τις κυβερνητικές επιλογές είναι «νηπιακά μωρόπιστοι, προσήλυτοι στην ιεροσυλία». Οι δε ιστορικοί, που υποστηρίζουν διαφορετικές απόψεις από αυτόν, χαρακτηρίζονται «μισθωμένοι μανδαρίνοι των Αγορών και του ΝΑΤΟ». Ολοι οι πολιτικοί συλλήβδην «συμπληρώνουν το σκηνικό της νεκροπομπής».

Είναι εμφανές ότι πρόκειται για άρθρο γεμάτο ακρότητες, υπερβολές, μακάβριες εικόνες, με χυδαία υβρεολόγια για τους πάντες. Δεν έχει κανένα έλλογο επιχείρημα, παρά μόνον απαξίωση και διχαστικό φανατισμό. Το ύφος και το ήθος του άρθρου θυμίζουν τη μεσαιωνική ατμόσφαιρα του μίσους στον Εθνικό Διχασμό του 1916-17 με το «Ανάθεμα» κατά του Ελ. Βενιζέλου και τον «λιθοβολισμό» στο Πεδίον του Αρεως, με κύριο συντελεστή την ορθόδοξη Εκκλησία.

Ομως, ο Γιανναράς δηλώνει χριστιανός, υμνεί τη θρησκεία «της αγάπης, της ταπείνωσης και της συγχώρεσης». Πρόκειται προφανώς για υποκρισία, διότι διαδίδει τα αντίθετα: το μίσος κατά των ετεροδόξων και την εξαφάνισή τους, με την έπαρση και την αλαζονεία του κατόχου της μοναδικής και αιώνιας αλήθειας. Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο ρόλος της θρησκείας: επιτρέπει στους πιστούς της να υποστηρίζουν θεωρητικά ανθρώπινες αξίες και να πράττουν τα ακριβώς αντίθετα. Οι βίαιες και ακραίες απόψεις θα μπορούσαν να αποσοβηθούν εάν υπήρχε έστω ένα ελάχιστο ψήγμα φιλοσοφικής κουλτούρας, με βάση τη νηφαλιότητα, τον διάλογο, τα επιχειρήματα, τον αναστοχασμό και τον σεβασμό του Αλλου. Δυστυχώς, αυτά δεν αποκτώνται στα θεολογικά δόγματα και στον εθνικιστικό φανατισμό.

Το άρθρο αυτό συντελεί στον εθνικιστικό επικίνδυνο διαχωρισμό σε «πατριώτες» και «προδότες», σε «υγιείς» και «αρρώστους». Σπέρνει τη μισαλλοδοξία και προτρέπει τους «εθνικόφρονες» και «υγιείς» να εξοντώσουν τους «αρρώστους» και τους «προδότες», δηλαδή αυτούς που σκέπτονται διαφορετικά από τον ίδιο. Χαρακτηρίζει τους διαφορετικά σκεπτόμενους ή έστω τους αντιπάλους ως εχθρούς. Φυσικά, ο εχθρός, κάθε εχθρός, πρέπει να ηττηθεί, να εξοντωθεί, να καταστραφεί. Στοχοποιεί έτσι πρόσωπα, κόμματα, απόψεις και προτρέπει στην εξαφάνισή τους. Αυτά είναι στοιχεία της φασιστικής ιδεολογίας.

Αναρωτιέται κανείς σε τι διαφέρουν τα γραφόμενα του Γιανναρά από τις εμφυλιοπολεμικές κραυγές των χρυσαυγιτών που διαδίδουν την εχθρότητα στην ανοικτή κοινωνία, το μίσος προς την ελευθερία, την ηθική και πολιτική εξαχρείωση. Είναι πλέον εξόφθαλμο ότι ο λόγος του Γιανναρά είναι μία από τις φωλιές στις οποίες εκκολάπτεται το αυγό του φιδιού, είναι πηγή φασιστικών σημασιών.

Συντάκτης: Γιώργος Ν. Οικονόμου, διδάκτορας Φιλοσοφίας«Εφημερίδα των Συντακτών»


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *