Είμαι ο Μοχάμεντ και κατάγομαι από τη Συρία: «Μετά από πολλά χρόνια νιώθω ξανά κανονικός άνθρωπος»

Είμαι ο Μοχάμεντ και κατάγομαι από τη Συρία. Το επάγγελμά μου είναι δάσκαλος. Το όνειρό μου ήταν να γίνω ηλεκτρολόγος μηχανικός, αλλά η δουλειά του δασκάλου έγινε η μεγάλη μου αγάπη. Δούλευα πάντα με όρεξη και μεράκι, γνωρίζοντας ότι αυτό που κάνω έχει σημασία για τις νεότερες γενιές. Στην Ελλάδα έχω καταφέρει να χτίσω πλέον μια καινούρια, ανθρώπινη και κανονική ζωή. Δεν ήταν εύκολο, αλλά δεν έχω μάθει να τα παρατάω.

Από ηλικία 6 μηνών βρίσκομαι σε αναπηρικό αμαξίδιο. Πρόκειται για μια κατάσταση που προκλήθηκε από ιατρικό λάθος, αλλά ποτέ δεν με εμπόδισε να κυνηγήσω τα όνειρά μου, ούτε να κάνω οικογένεια. Είμαι περήφανος για την οικογένειά μου, είμαι παντρεμένος και έχω δύο υπέροχες κόρες.

Ήδη από τη δεκαετία του ’80 περάσαμε πολλά δεινά στη χώρα μου. Και τότε υπήρξε εμφύλιος πόλεμος στη Συρία. Ο πατέρας μου και ο μεγάλος μου αδερφός συνελήφθησαν από την αστυνομία. Μετά από έξι μήνες, ο πατέρας μου απελευθερώθηκε από τη φυλακή, αλλά είχε σοβαρό πρόβλημα στο ήπαρ. Έπειτα από τέσσερα χρόνια μάχης με την ασθένειά του και συνεχούς ιατρικής περίθαλψης, πέθανε. Όλα αυτά τα χρόνια δεν είχαμε κανένα νέο ή επαφή με τον αδερφό μου, μέχρι που μια ημέρα ένας συγκρατούμενός του μας ενημέρωσε ότι είχε σκοτωθεί στη φυλακή της Παλμύρας κατά τη διάρκεια επεισοδίων.

Τρία χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα μου, τον ακολούθησε κα η μητέρα μου. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, ήμουν μόνος σε έναν κόσμο άγριο και αυτή η γνώση με ώθησε ακόμα περισσότερο να δουλέψω ως δάσκαλος. Έτσι, μελετώντας παράλληλα για να γίνω μηχανικός, ξεκίνησα να διδάσκω Μαθηματικά και Αγγλικά. Αφού αποφοίτησα από το πανεπιστήμιο, γύρισα στη διδασκαλία επειδή είχα φτιάξει το δικό μου εγχείρημα: ένα μικρό ινστιτούτο για μαθητές ηλικίας δεκατριών έως δεκαεπτά ετών.

Το 2006 γνώρισα και παντρεύτηκα τη γυναίκα μου, που σπούδαζε οικονομικά και επιχειρήσεις. Ήμασταν ένα ευτυχισμένο ζευγάρι που ζούσε μια απλή και ήρεμη ζωή. Μαζί δημιουργήσαμε μια οικογένεια με δύο θαυμάσιες κόρες. Είναι 12 και 10 ετών αντίστοιχα.

Μετά την έναρξη του πολέμου στη Συρία άρχισαν όλα τα προβλήματα και στη συνέχεια γιγαντώθηκαν. Η επιχείρησή μου άρχισε να πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο και οι μαθητές μου ολοένα και λιγόστευαν. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ζούσα στην Αλχάφα, μια μικρή πόλη, από όπου έγραφα πολλές φορές στο Facebook τη γνώμη μου ενάντια στο καθεστώς. Δυστυχώς, κάποιος με ανέφερε στη συριακή αστυνομία, κάτι που οδήγησε στη δίωξη μου.

Δεν μπορούσα να παραμείνω στην επικράτεια που ανήκε στο καθεστώς λόγω των απειλών που έλαβα και λόγω των εμπειριών του πατέρα μου και του αδελφού μου στις φυλακές του καθεστώτος, ήμουν ακόμα πιο φοβισμένος. Αλλά ήξερα ότι δεν ήταν ασφαλές ούτε για τη γυναίκα μου και τις κόρες μου να ζήσουν στην πόλη Αλχάφα, οπότε η μόνη μου επιλογή ήταν να χωριστώ από την οικογένεια και στη συνέχεια να φύγω ώστε να μπορούν να επιστρέψουν στο πατρικό σπίτι της συζύγου μου.

Μετά από αυτό, πήγα για ένα διάστημα σε πόλη που ελεγχόταν από την αντιπολίτευση και έμεινα εκεί μέχρι που πέρασα στην Τουρκία. Οι συνθήκες διαβίωσης μου ολοένα και επιδεινώνονταν, οπότε σκεφτόμουν το ενδεχόμενο να πάω στην Ολλανδία όπου ζει η αδερφή μου.

Όταν συζήτησα αυτό το πλάνο με τη σύζυγό μου, πίστευα ότι η κρίση στη Συρία θα τελείωνε σε λίγους μήνες. Δυστυχώς, παραμένοντας για τρία χρόνια σε συνθήκες πολέμου και καταστροφής, συνειδητοποίησα ότι η σύγκρουση αυτή δεν είχε τελειωμό. Έτσι, αποφάσισα να ταξιδέψω στην Τουρκία.

Άρχισα να ψάχνω για διακινητή που θα διευκόλυνε το πέρασμά μου στην Ευρώπη. Έπειτα από λίγο καιρό ξεκίνησε το ταξίδι μου. Μου χρέωσε £1.400 και με φιλοξένησε στο σπίτι του για δέκα μέρες πριν έφτασε η ώρα να με περάσει στην Τουρκία.

Ήμουν πολύ αγχωμένος για αυτή τη διαδικασία. Για το ταξίδι. Ποτέ δε φαντάστηκα ότι θα χρειαζόταν να κάνω κάτι τέτοιο και όταν μετά από αρκετά προβλήματα και αναβολές έφτασα στην Τουρκία, κατάλαβα ότι είχα μόλις ξεκινήσει. Το επόμενο βήμα ήταν να βρούμε τον τρόπο και το δρόμο να ταξιδέψουμε προς την Ελλάδα.

Δεν είχα καθόλου λεφτά για να συνεχίσω αλλά στάθηκα τυχερός γιατί η αδερφή μου από την Ολλανδία δέχτηκε να πληρώσει αυτό το κομμάτι. Επικοινώνησα με το διακινητή και έπειτα από τρεις ημέρες με ειδοποίησε να ετοιμαστώ.

Δεν ήταν εύκολο. Στην πρώτη μας προσπάθεια η αστυνομία ήρθε και μας σταμάτησε. Στη δεύτερη μας σταμάτησε το τουρκικό λιμενικό στη μέση της θάλασσας και μας γύρισε πίσω. Ακολούθησε και τρίτη αποτυχημένη προσπάθεια και τότε ήταν που άρχισα να χάνω την ελπίδα μου. Συνολικά απέτυχα 9 φορές και, ειλικρινά, δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με παρακίνησε να προσπαθήσω ξανά.

Τη δέκατη φορά τα κατάφερα. Μαζί με άλλους 47 ενήλικες και πολλά παιδιά ταξιδέψαμε με κομμένη ανάσα και μετά από 4 ώρες φτάσαμε στη Λέσβο. Μας πήγανε στη Μόρια και πάνω που πίστεψα ότι όλα θα πήγαιναν καλύτερα, συνειδητοποίησα τα προβλήματα που υπήρχαν εκεί. Την ονομασία «Μόρια» δε θα την ξεχάσω ποτέ. Δε θα ξεχάσω επίσης ποτέ ότι εκεί έχασα το όνομά μου. Έπαψα να είμαι ο Μοχάμεντ και έγινα απλώς ένα νούμερο. Έμεινα εκεί για 35 ημέρες.

Ήταν 25 Οκτωβρίου όταν έμαθα ότι θα με μετέφεραν μαζί με άλλους στην Αθήνα. Μας πήγαν στον Ελαιώνα, ένα μέρος όπου όσο περνούσαν οι ημέρες κατάλαβα ότι θα ξαναέβρισκα την ηρεμία και την ισορροπία μου.

Από την αρχή της παραμονής μου εκεί το κλίμα ήταν φιλικό και σύντομα άρχισα να κάνω μαθήματα ελληνικών στον καταυλισμό και να ασχολούμαι με αυτό που αγαπώ, τη διδασκαλία. Αρχικά σκεφτόμουν ότι ήταν σχεδόν αδύνατο να βρω δουλειά στην Ελλάδα ή ακόμα και να ζήσω μια φυσιολογική ζωή παρόμοια με αυτή που είχα στη Συρία, λόγω της οικονομικής κρίσης και επίσης λόγω της κατάστασης της υγείας μου. Ωστόσο, μετά την συνάντηση με τον Θοδωρή Και την Αναστασία από το HumanRights360, άλλαξα γνώμη. Τα παιδιά βοηθούν πρόσφυγες να διαμορφώσουν το δικό τους δημιουργικό πλάνο ένταξης. Μας βοηθούν να βρούμε δουλειά και να ενσωματωθούμε στην ελληνική κοινωνία.

Η ελπίδα μου αναπτερώθηκε, συνειδητοποίησα ότι θα μπορούσα κι εγώ να δουλέψω ξανά. Πράγματι με βοήθησαν να ξαναγράψω το βιογραφικό μου και αφιέρωσαν χρόνο στο να με διδάξουν τις βασικές δεξιότητες των υπολογιστών, ώστε να πάρω το ευρωπαϊκό διαβατήριο δεξιοτήτων για πρόσφυγες.

Πλέον εργάζομαι σε μία εταιρεία τηλεπληροφορικής, στο τμήμα που ασχολείται με το facebook όπου ανανεώνω τις διαφημίσεις στην πλατφόρμα. Νομίζω ότι είναι μια δουλειά απολύτως κατάλληλη για εμένα. Το γεγονός ότι εργάζομαι ξανά με κάνει να νιώθω αισιόδοξος και παρότι είναι λίγο το διάστημα, έχω αρχίσει να νιώθω ξανά κανονικός άνθρωπος. Έχω τη δουλειά και το εισόδημά μου, κάνω καινούριες γνωριμίες και έχω πλέον αρκετούς Έλληνες φίλους που με αντιμετωπίζουν ως ίσο γιατί ίδιοι είμαστε όλοι: Εργαζόμενοι και φίλοι που παλεύουμε για ένα καλύτερο μέλλον. Το μόνο που μου λείπει είναι η οικογένειά μου, εύχομαι να μπορούσαν να με συναντήσουν σε αυτή τη νέα ζωή και να κάνουν κι εκείνοι καινούριους φίλους στην Ελλάδα.

Πηγή: «Εφημερίδα των Συντακτών»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *