Φωνάζοντας στον Αρκά: «Είναι πολλά τα λεφτά, Άρη»!

Ένα κείμενο με αφορμή τη χθεσινή, κατάπτυστη απ’ όπου κι αν την πιάσεις, ανάρτηση του Αρκά

Κάποτε, μια δεκαετία πίσω, ίσως και λίγο παραπάνω, μία περαστική (ευτυχώς) κατάθλιψη με είχε στείλει στον ψυχίατρο. Δεν γνωρίζω αν είναι σήμερα εν ζωή, τότε θα είχε περάσει σίγουρα τα εβδομήντα. Είχε το ιατρείο του κάπου στα Ιλίσια, ένα ταπεινό γραφείο δηλαδή που δεν υπήρχαν πτυχία στους τοίχους του, αλλά φιγούρες του θεάτρου σκιών και πορτραίτα ζωγράφων σουρεαλιστών. Καλός γιατρός ήταν αυτός και άνθρωπος πάνω απ’ όλα, όπως πρέπει νά’ναι κάθε σωστός ψυχίατρος. Μια μέρα που τον επισκέφτηκα, θυμάμαι, είδα πολλά τεύχη του «Ισοβίτη» του Αρκά. Τα είχε ατάκτως ερριμμένα στο πάτωμα, να ξεχωρίζουν όμως πάνω από στοίβες με άλλα βιβλία. Είχε μια καλή τακτική ο γιατρός αυτός: Αν τον επισκεπτόταν κάποιος βαριά ψυχασθενής αρνητικός στη θεραπεία, τον εξέταζε για λίγο κι έπειτα πήγαινε σε ένα άλλο δωμάτιο, αφήνοντας τον μόνο του. Έτσι ο ασθενής είχε όλο το χρόνο να ανακτήσει όση εμπιστοσύνη είχε μέσα του για έναν γιατρό – σωτήρα, να «ανοιχτεί» και τελικά να του μιλήσει για το πρόβλημα του με όποιο τρόπο μπορούσε να το κάνει. Τέλος πάντων, μαζί μου δεν χρειάστηκαν τέτοιες τακτικές και οι συνεδρίες μας περνούσαν περισσότερο με συζητήσεις περί τέχνης. Τα γνωστά. 

Εγώ τότε ήμουν μέγας φαν του Αρκά. Τον θεωρούσα ανατρεπτικό, αναρχικό σχεδόν, γουστάροντας πολύ ακόμη και το ότι ποτέ δεν μας είχε δείξει τη φάτσα του. Ποιος να κρυβόταν πίσω απ’ τους σπαρταριστούς διαλόγους των ασύλληπτων χαρακτήρων του, που ένωναν τον Μεσιέ Ιλό του Ζακ Τατί με το «Αλφαβητάρι του διαβόλου» του Αμπρόουζ Μπιρς; Ποτέ δεν έμαθα και ποτέ άλλωστε δεν με εξιτάριζε η ιδέα να το μάθω. «Πολύ Αρκάς παίζει εδώ μέσα» είπα του γιατρού, οδηγώντας με το βλέμμα μου το δικό του βλέμμα στο χώρο του. «Σας αρέσει ο Αρκάς, γιατρέ;» ρώτησα. «Τον είχα ασθενή» μου απάντησε με το μόνιμο βαριεστημένο ύφος του! Αυτό, ναι, με εξίταρε τρομερά! Δεν κατάφερα ν’ αποσπάσω σημαντικές πληροφορίες από τον ψυχίατρο, ελέω ιατρικού απορρήτου, έμαθα ωστόσο πως κάποτε, χρονικά απροσδιόριστο, ο Αρκάς τον έβλεπε για τη βαριά κατάθλιψη, απ’ την οποία έπασχε. Κατανοητό. Ποιος γιατρός εν είδει φιλικής κουβέντας δεν καμαρώνει για έναν διάσημο «πελάτη» του; 

Το περίμενα αυτό, να πω την αλήθεια! Ο Αρκάς είχε ανέβει κι άλλο στην εκτίμηση μου. Ανήκε στους καλλιτέχνες τους δαιμονομάχους, όπως μ’ αρέσει να τους λέω, που πιάνονται κάθε φορά από τα σκοτάδια του μυαλού και της ψυχής τους για να τα κάνουν τέχνη, να κάνουν φως τα σκοτάδια αυτά, όχι μόνο υπέρ των εαυτών τους, αλλά κυρίως υπέρ των άλλων, των συνανθρώπων τους. Με τη διαδικτυακή επίδραση στη ζωή μου, σταμάτησα να διαβάζω με την ίδια συχνότητα που διάβαζα τουλάχιστον τα προηγούμενα χρόνια. Έπαψα να διαβάζω όχι μόνο τον Αρκά, αλλά και άλλους, ποιητές, λογοτέχνες κλπ. Τους συναντούσα δηλαδή όποτε ήθελα στην ατέλειωτη δεξαμενή του internet, οπότε προς τι η χαρταδούρα μέσα σ’ ένα μικρό διαμέρισμα; Μιαν ωραία πρωΐα φόρτωσα σε δυο τσάντες καμιά πενηνταριά τεύχη Αρκά μαζί με Σαρτρ, καταλόγους κινηματογραφικών φεστιβάλ και προγράμματα συναυλιών, κάτι συγγραφείς που δεν τους ήξερε η μάνα τους δίπλα σε βιογραφίες ρεμπετών, και τράβηξα για το Μοναστηράκι, όπου τα πούλησα και πλήρωσα έτσι την τσιμπημένη ΔΕΗ μου. 

Τον Αρκά συνέχιζα να τον εκτιμώ – εννοείται – τα επόμενα χρόνια, έστω και «εξ αποστάσεως». Ήταν κι αυτός σαν τους καλλιτέχνες που μπορεί να μην έχεις «καθημερινότητα» μαζί τους, τους έχει τοποθετήσει ωστόσο στο δικό σου ψυχικό βάθρο και τους σέβεσαι, τους αγαπάς, τους εκτιμάς και όλα αυτά τα ωραία και καλά, που από κάποιο σημείο και μετά ακούγονται έως και γραφικά. 

Δεν μάσησα με την πάρτη του ούτε όταν, από το 2015 και μετά, άρχισε να σατιρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Τσίπρα. «Δεν βαριέσαι» έλεγα, «οι μέγιστοι καλλιτέχνες δεν κομματικοποιούνται». Πίστευα, ο αφελής, πως ο «αναρχικός» Αρκάς είχε κάθε δικαίωμα να μη γουστάρει την Αριστερά, ειδικά όταν αυτή από το 3% εκτινασσόταν στα ύψη. Ακόμη πίστευα, εγώ ο αφελής πάλι, πως δεν θα μπορούσε ποτέ ο άνθρωπος αυτός να γυρίσει την πλάτη στους αριστερούς, αυτούς που ως επί το πλείστον τον έστησαν στο ψυχικό τους βάθρο, που λέω παραπάνω. Πως δεν θα γυρίσει ποτέ την πλάτη και δεν θ’ απογοητεύσει τους αριστερούς, τα φρικιά, τους σκεπτόμενους ή και τους «διαφορετικούς», οι οποίοι και τον «έφτιαξαν» στην τελική (με το να αγοράζουν φανατικά τις εκδόσεις του, βεβαίως – βεβαίως). 

Όλο και το inbox μου γέμιζε από σκίτσα του με εκ του πονηρού πια κείμενα που δεν είχαν την παραμικρή σχέση με το ένδοξο παρελθόν του. Και πάλι εγώ το χαβά μου. «Αφήστε ήσυχο τον Αρκά» απαντούσα στους περισσότερους, «ποιοι είμαστε εμείς να κρίνουμε τον Αρκά;» Τέτοιο σεβασμό του είχα! Δεν έτρωγα τα ποδάρια μου και τα δύο αμάσητα καλύτερα; Διότι πίστευα, ο αφελής – επαναλαμβάνω για μιαν ακόμη φορά – πως όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες δικαιούνται νά’χουν τις κακές στιγμές τους. Κι αν έχουμε δει ξεκατινιάσματα στο διαδίκτυο με ποιητές, τραγουδιάρηδες, ηθοποιούς, συγγραφείς κλπ. Μόλις ο θόρυβος καταλάγιαζε, ύστερα από δυο – τρία 24ωρα, δεν έτρεχε ζάχαρη και συνεχίσαμε να τους αγαπάμε και να αγαπιόμαστε μεταξύ μας. Καταλάβαινες, θέλω να πω, ότι η κακή στιγμή ήταν απλά στιγμή και η κακία δεν είχε πραγματική θέση μέσα τους. Ένα πυροτέχνημα της κακιάς ώρας ήτανε που μόλις έσκαγε, όλο και θα ανατρέχαμε στα έργα τους σαν να μην είχε συμβεί τίποτα! 

Δυστυχώς με τον Αρκά δεν συνέβη το ίδιο. Όσο ο καιρός προχωρούσε και στην εξουσία βρισκόταν ο ΣΥΡΙΖΑ, τόσο ο ίδιος λυσσομανούσε με απίστευτο μένος, λες και εκτελούσε χρέη προπαγανδιστή χιουμορίστα της αντίπαλης παράταξης, εν προκειμένω της ΝΔ. Αυτό και μόνο αυτό έβγαζαν προς τα έξω τα σκίτσα του και τα κειμενάκια του. Η τραγωδία είχε ξεκινήσει: Δεν ήταν λίγοι όσοι άρχισαν να πιστεύουν με φανατισμό πως ο Αρκάς έχει μετατραπεί σε ένα αξιοθρήνητο δεξιό κομματόσκυλο. Έπιασα τότε τον εαυτό μου να μην απαντάει καν στα inbox, εν ολίγοις να ντρέπομαι εγώ για λογαριασμό του.

«Τι πνεύμα…Τι χιούμορ» όπως έλεγε ο Περικλής Χριστοφορίδης για τον Θανάση Βέγγο – ποιητή Αυγερινό

Δεν απάντησα όταν μέλη της LGBTI κοινότητας μου ζήτησαν να πάρω δημόσια θέση για τα ομοφοβικά συντηρητικά σκιτσάκια του. Όταν συνάνθρωποι μας που έχουν τραβήξει της ζωής τους τον τάραχο γιατί γεννήθηκαν σε άλλο σώμα και τώρα τους δινόταν η ευκαιρία να αναβαθμιστούν σαν οντότητες και σαν προσωπικότητες για την καθεστηκυία αντίληψη, εκείνος τους προκαλούσε στην πιο βρώμικη παρτίδα σκάκι που θα μπορούσε να κατεβάσει η κούτρα του.  

Δεν απάντησα όταν γυναίκες, φίλες, μου ζήτησαν επίσης να πάρω δημόσια θέση για τα σεξιστικά σκίτσα του, στα οποία αποφαινόταν ένας δημιουργός α λα Σεφερλής στο λίγο – τόσο δα μόνο – πιο έξυπνο ή πιο εμπνευσμένο. Κοίτα να δεις που δεν θα μου πέρναγε ποτέ απ’ το μυαλό πως ο «αναρχικός» Αρκάς, ο υπέρ των αδυνάτων, θα γινόταν ο υμνητής της γυναίκας – μπαζόλας, ικανής μόνο για να λέγεται ρουφοκαυλέτα. Να τά’βλεπε τα χαμπέρια του άραγε η συμβία του, η γυναίκα του ή δεν ξέρω κι εγώ ποια άλλη δίπλα του; Γυναίκα, πάντως, μια και πλέον είναι βέβαιο πως ο «αναρχικός» Αρκάς είναι άντρας λεβέντης καραμπουζουκλής, ένα ανώτερο ον που τη θέλει «υπό» τη γυναίκα. 

Μπα σε καλό του, δεν μας έμεινε άντερο!

Δεν απάντησα, τέλος, ούτε όταν τα βέλη της – ο Θεός που πιστεύει να την κάνει – σάτιρας του στράφηκαν αποκλειστικά κατά του Αλέξη Τσίπρα. Εκεί και να ήθελα, δεν άξιζε ν’ απαντήσω. Ήταν φανερό πως ο άνθρωπος βρισκόταν σε εντεταλμένη υπηρεσία. Το πανέξυπνο χιούμορ του είχε αντικατασταθεί από κρυάδες που θά’καναν να γελάσει μόνο ένας κατατονικός Νεοδημοκράτης. Τι να γίνει, συνέλληνες, συμβαίνουν κι αυτά…Την τακτική τη μάθαμε: Ότι δεν μας αρέσει ή ότι θέλουμε να χτυπήσουμε ή, ακόμα χειρότερα, ότι μας έχουν πει να χτυπήσουμε, το βαφτίζουμε «πολιτικά ορθό», τα κατεβάζουμε κανονικά και αποπατούμε πάνω του. Σκέφτομαι αυτή τη στιγμή που γράφονται τούτες οι γραμμές πως την ίδια πολιτική ορθότητα προσπαθώ να χτυπήσω κι εγώ, εξ ου και τρώω τον πολύτιμο χρόνο μου ασχολούμενος με τον Αρκά. Έπρεπε, όμως, ας όψεται η αποκαθήλωση του ινδάλματος…

Χθες βράδυ αποφάσισα να απαντήσω! Ως εδώ και μη παρέκει, γελοιογράφε! Το τελευταίο σκίτσο που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του και που μέχρι στιγμής έχει μαζέψει 17.000 like ούτε λίγο – ούτε πολύ ξεπλένει τους δολοφόνους του Ζακ Κωστόπουλου! Μισό λεπτό, για ποια ΝΔ μιλάμε; Ο Αρκάς κατά 99,9% προβιβάστηκε: Αναδεικνύεται σε Χρυσαυγίτη με τη βούλα! Εκτός αν συμμεριστούμε το νέο στάτους του ανεκδιήγητου Σκαλούμπακα που έγραψε «Εγώ είμαι η Νέα Δημοκρατία», άρα δεν είναι Χρυσαυγίτης, αλλά ένας βαθύτατα ακροδεξιός προσκολλημένος στο άρμα της ΝΔ. Για τον Αρκά λέω και πιθανολογώ τώρα, διότι για τον Σκαλούμπακα δεν χωρεί καμία αμφιβολία. 

Ο ίδιος, ως πανούργος που τελικά είναι, μόλις είδε τον ντόρο που ξέσπασε στα social media, έσπευσε να μαζέψει τα ασυμμάζευτα. Απάντησε στα σχόλια εκατοντάδων επικριτών του με ένα comment του τύπου «Ναι, ok, εντάξει, αλλά δεν εννοούσα αυτό, ο Κωστόπουλος δεν έσπασε βιτρίνα, νοικοκυραίοι λέγονται οι έτσι και γιουβέτσι»…Με άλλα λόγια δεν πρωτοτύπησε καθόλου: Υπέπεσε στη γνωστή φασιστική θρασυδειλία. Εννοούμε αυτό και κλείνουμε το μάτι, αλλά δεν το λέμε! Χρησιμοποιούμε έναντι του θορύβου αρχαιοελληνικό χαιρετισμό. Η γνωστή φυλλάδα που απευθύνεται σε ανθρώπους με IQ σπανακοτυρόπιτας, ο «Στόχος», έσπευσε να αναδημοσιεύσει το σκίτσο του Αρκά και όλοι οι συνωμοσιολόγοι, τα ακραία στοιχεία και τα ζόμπι να ξεχύνονται στους δρόμους με έναν καγχασμό γέλιου μέσα από τα σάπια δόντια τους! Και εις ανώτερα, συγχαρητήρια! Ave, Caesar, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν. Πιάσ’ τη μύγα απ’ τ’ αυτό να σε πάει στο σκατό! 

Δεν υπάρχει καμία ελπίδα για τον Αρκά πλέον. Είναι ο πιο αυτοκαταστροφικός Έλληνας καλλιτέχνης που έχω «γνωρίσει» στη μέχρι τώρα ζωή μου. Το πνευματώδες χιούμορ έδωσε τη θέση του στην πιο φανατισμένη, πολωμένη και κακιασμένη αντιπολίτευση. Πείτε μου έναν από τους φαν του που δεν θα σκεφτεί κάτι που δεν θέλει ιδιαίτερη φιλοσοφία: «Είναι πολλά τα λεφτά, Άρη»! Που δεν θα έχει αρχίσει να αναρωτιέται προ πολλού μήπως τον πραγματικό Αρκά τον έχει απαγάγει μία θλιβερή συντεχνία ατάλαντων δεξιών που τον παριστάνουν. Μήπως τον έχουν αλυσοδεμένο σε υπόγειο ο Μητσοτάκης μαζί με τον Μιχαλολιάκο εναλλάξ, με βάρδιες, όπου τον βάζουν να γράψει κι αν δεν μείνουν ευχαριστημένοι, τον αρχίζουν στο μαστίγωμα τον φουκαρά! Και μην το γελάτε, υπό την απειλή του μαστιγίου κανείς σοβαρός καλλιτέχνης δεν μπόρεσε να ασκήσει σοβαρά την τέχνη του. 

Χθες είδαμε επιτέλους το πρόσωπο του Αρκά, που το έκρυβε τεχνηέντως επί σειρά ετών. Ο Αρκάς πρέπει νά’ναι μόνος του, πολύ μόνος του τον καιρό αυτό, όσο δεν ήταν ποτέ! Ας έβρισκε άλλο τρόπο αν ήθελε να χτυπήσει τον «ψευτοπροοδευτισμό» που πιθανώς να τον θεωρεί σαν τον απόλυτο συντηρητισμό και πολύ της μοδός τελευταία. Θα είχε βρει τρόπους, είναι σίγουρο! Η συμπόρευση με τους ακροδεξιούς και το ξέπλυμα δολοφόνων, πασπαλισμένο με θρασυδειλία κιόλας, δεν ήταν ότι καλύτερο. Ακόμη κι αυτό να μην εννοούσε, να μην αναφερόταν στον αδικοσκοτωμένο δηλαδή, ο υπαινιγμός και μόνο φτάνει και περισσεύει. Ντόρο δεν κάνεις σπέρνοντας το μίσος για μια υπόθεση που ακόμη απασχολεί την ελληνική κοινωνία.

Ο Αρκάς θεωρεί όλους εμάς ηλίθιους που είναι δύσκολο να μας αλλάξεις γνώμη, διότι – κατ’ αυτόν – γινόμαστε περισσότερο ηλίθιοι ως φανατικοί. Δεν πειράζει, ας βρίζει όσο θέλει. Είναι ένα παιδάκι μεγάλο που έκατσε στη γωνιά του και κάνει παρέα μόνο με τα καθίκια του σχολείου, τα πιο ανεπίδεκτα μαθήσεως και τα πιο ανερμάτιστα, γιατί οι άλλοι, τα καλά παιδιά, τα φιλομαθή και κουλτουριάρικα, δεν τόνε θέλουν πια στην παρέα τους. Ξέρει αυτός καλύτερα απ’ τον καθένα τι του γίνεται. Κι εμείς ξέρουμε, όμως, τι γίνεται. Και όσο θα μας θυμίζει πόσο σπασίκλας έγινε και πόσο άφησε πίσω του την αληθινή τέχνη υπέρ μιας προπαγάνδας, τόσο θα μας βρίσκει μπροστά του να του φωνάζουμε ξανά και ξανά: «Είναι πολλά τα λεφτά, Άρη»!  

Πηγή: Αντώνης Μποσκοΐτης – «Κουτί της Πανδώρας»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *