«Μια κοινωνία προβάτων θα φέρει στην εξουσία κάποια στιγμή μια κυβέρνηση λύκων»

Συνέντευξη της Βούλας Σαββίδη στον Αντώνης Μποσκοΐτης – “Κουτί της Πανδώρας”

Η εμβληματική ερμηνεύτρια των «Πέριξ» του Μάνου Χατζιδάκι παραμένει μία σκεπτόμενη και αντικομφορμιστική ύπαρξη.

Επιβάλλεται, όποτε ανεβαίνω στη Θεσσαλονίκη, μία συνάντηση με την ερμηνεύτρια Βούλα Σαββίδη. Δίνουμε συνήθως ραντεβού στην πλατεία Αριστοτέλους, χαμηλά, στο «Ολύμπιον», λες και στην πραγματικότητα επιθυμώ να ξαναδώ την ίδια εικόνα: Τη Σαββίδη να κατηφορίζει τυλιγμένη στη μαύρη εσάρπα της δίχως να κοιτάει δεξιά κι αριστερά. Σαν να μην ενδιαφέρεται για τα επίγεια. Έπειτα διαλέγουμε ένα καφέ στην παραλία, απέναντι απ’ τις αποθήκες στο λιμάνι, κι αρχίζουμε να μιλάμε σαν να γράφουμε οι δυο μας το βιβλίο της ζωής της – από’να κεφάλαιο κάθε φορά! 

Η φωνή της Βούλας Σαββίδη είναι ο- κατά Ανδρέα Εμπειρίκο- γλυκασμός πολλών αγγέλων, εκείνων των έκπτωτων που για να βρουν το φως, χάθηκαν στο σκοτάδι. Επέστρεψαν όμως, διότι πάνω απ’ όλα είναι άγγελοι. Η φωνή της Βούλας Σαββίδη είναι η μόνη που κάνει τον έρωτα θάνατο και τον θάνατο έρωτα! Είναι εκείνο το «βυζαντινό μαχαίρι» που ο Μάνος Χατζιδάκις είχε δει πρωτίστως στην τεράστια Μαρίκα Νίνου και κατόπιν σ’ αυτήν, εξ ου και την έχρισε ερμηνεύτρια των θρυλικών «Πέριξ» του εν έτει 1974. 

Δεν τραγούδησε ποτέ για καριέρα η γυναίκα αυτή, δεν υπήρξε ποτέ στην ουσία επαγγελματίας τραγουδίστρια. Κι εδώ είναι που μοιάζει τόσο με τη Φλέρυ Νταντωνάκη, το έτερο αλλόκοσμο κορίτσι του χατζιδακικού σύμπαντος. Η πορεία της ολόκληρη συνοψίζεται στις συμμετοχές της σε δίσκους του Χρήστου Λεοντή, του Μίμη Πλέσσα και του Ηλία Λιούγκου, αλλά και σε δύο άλμπουμ, δυσεύρετα μάλλον σήμερα, που συγκέντρωσαν το σεβασμό των νεότερων ή και σύγχρονων συναδέλφων της προς το πρόσωπο της. 

Στην ακόλουθη συνέντευξη, η Βούλα Σαββίδη δεν μιλάει πολύ για την πορεία της στο τραγούδι. Δεν το θέλαμε και οι δύο αυτό. Μιλάει, όμως, σαν ένας ευαίσθητος και σκεπτόμενος (υπέρ το δέον, θα έλεγε κανείς) άνθρωπος, που είναι, για τα όνειρα, τον φιλοαναρχισμό, τα Εξάρχεια όπως εκείνη τα έζησε, την έννοια «αριστερός», αλλά και την τέχνη που ασκεί, τη μόνη που τη βοήθησε να βλέπει τον κόσμο ολόκληρο όπως η ίδια ήθελε ανέκαθεν. «Τον Μάη λένε πως θα βρέξει» τραγούδησε στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν. Η δική μας συνάντηση πραγματοποιήθηκε Νοέμβριο και στη Θεσσαλονίκη πάντα βρέχει τον Νοέμβριο. Και είναι όμορφα…

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης

Κυρία Σαββίδη, μου είπατε με το που βρεθήκαμε, πόσο σας άρεσε η συνέντευξη με την αείμνηστη Σωτηρία Λεονάρδου. Σκέφτομαι πως είσαστε ίδιας πάστας καλλιτέχνιδες.

Δεν είχαμε γνωριστεί ποτέ, αλλά το πιστεύω αυτό χωρίς να σημαίνει ότι ήμασταν ίδιες ως προσωπικότητες. Ήταν διαφορετικές οι διαδρομές μας και νομίζω ότι εγώ είμαι ένα περίεργο κράμα. 

Όχι και τόσο διαφορετικές, εκείνη ξεκίνησε με το «Ρεμπέτικο» κι εσείς με τα «Πέριξ».

Σωστά, αλλά ακούστε ποιο είναι το ενδιαφέρον: Απ’ ότι διάβασα στη συνέντευξη σας, δεν είχε εντρυφήσει κι εκείνη στο ρεμπέτικο. Κι εγώ το ίδιο, απλώς το εμπεριείχα, σύμφωνα με τον Χατζιδάκι. Να ένα κοινό! 

Τι ήταν αυτό που σας έκανε να ταυτιστείτε; Η μαρτυρία της ότι πολεμήθηκε από το σύστημα;

Για μένα είναι τίτλος τιμής να σε πολεμάνε, γιατί σημαίνει ότι δεν έχεις ενταχθεί στα δικά τους προγράμματα. 

Εσείς βέβαια δεν είστε μία καλλιτέχνις που αποπνέει παράπονο.

Πιθανώς, αλλά δεν μπήκα στη λογική να μ’ απασχολήσει αυτό, σηκώνοντας πολύ νωρίς τη δική μου σημαία. Κατάλαβα ότι ο χώρος αυτός δεν ήταν ο χώρος μου. Αν εξαιρέσω δηλαδή το ότι τραγουδάω, η νοοτροπία του χώρου με τρομάζει και δεν έχω καμία σχέση. Το γεγονός ότι είμαι αόρατη για όλους αυτούς, ότι δεν υποψιάζονται ποια είναι η σχέση μου με τον κόσμο και ότι επιβάλλομαι ακόμη και με την απουσία μου, με κάνει να θεωρούμαι μοναχικός καβαλάρης. Πολύ μοναχικός, αλλά είναι επιλογή μου και μ’ αρέσει.

Πολύ μου άρεσε που καθώς σας περίμενα στο «Ολύμπιον», σας είδα να κατεβαίνετε την Αριστοτέλους μαυροντυμένη, σαν πάντα. 

Είχα δώσει κάποτε μία συνέντευξη στον Χαλικιόπουλο που συνεργαζόταν με την «Ελευθεροτυπία». Του ζήτησα να μην κάνουμε τη συνέντευξη στο τότε σπίτι μου, στον Χολαργό της Αθήνας, αλλά να πάμε κάπου έξω. Πήγαμε στη Χαλκίδα ως εκδρομούλα. Περάσαμε καταπληκτικά σ’ ένα κουτουκάκι με τα κρασιά μας κλπ. Επειδή δεν δίνω προκάτ συνεντεύξεις – το ξέρουν όλοι αυτό – με ρώτησε σε κάποια φάση: «Γιατί φοράς όλο μαύρα στη σκηνή;» Του απάντησα: «Φαίνεται ότι πενθώ το λίγο της ζωής, το λίγο του έρωτα, το λίγο των συναισθημάτων». 

Ο Χαλικιόπουλος σχολίασε πως ντύνεστε στη σκηνή, εμένα η παρατήρηση μου είχε να κάνει με την καθημερινότητα σας ενδεχομένως.

Ίσως τα μαύρα πάνε πιο πολύ στην ιδιοσυγκρασία μου, τι να σας πω…

Ή ίσως, όπως σας είχα πει παλαιότερα, η φωνή σας μεταφέρει ένα πένθος.

Εγώ θα έλεγα ότι μεταφέρει τη μελαγχολία και η μελαγχολία δεν είναι απαραίτητα αρνητική. Μπορεί να’ναι μια μελαγχολία επειδή διαισθάνεσαι ότι υπάρχει κάτι παραπάνω απ’ αυτό που ζεις, δεν αρκείσαι δηλαδή. Έτσι η μελαγχολία αμβλύνεται. Θα σας βοηθήσει να με καταλάβετε αυτό που θα πω: Ξέρετε γιατί μου λείπει το τραγούδισμα; Γιατί η φωνή μου με κάνει να αισθάνομαι τον κόσμο όπως εγώ τον ονειρεύομαι και όχι όπως είναι. 

Στην ουσία δημιουργείτε εσείς μέσω του τραγουδιού. Ομολογώ πως αυτό δεν μου το έχει δηλώσει στο παρελθόν κανένας συνάδελφός σας. 

Γιατί, δεν είναι δημιουργός ο τραγουδιστής;

Σίγουρα, απλά όλοι δηλώνουν όργανα στην υπηρεσία κάποιου συνθέτη.

Εγώ δεν αισθάνομαι έτσι, όχι.

Δεν είστε γεννημένη στη Θεσσαλονίκη…

(με διακόπτει) Όχι, είμαι από τις Σέρρες και μάλιστα από μέσα, αφού όποτε ακούω να λένε «από ένα χωριό» χωρίς να το ονομάζουν, με πειράζει. Είναι άγιο το μέρος που γεννήθηκες, ακόμη και μια πέτρα να είναι. 

Συμφωνώ, αλλά ας πούμε κάτι άλλο. Με ρωτήσατε πριν αρχίσει η συνέντευξη, αν εκτιμώ όλους όσους γνωρίζω. Θα απαντήσω ότι πολλούς γνωρίζω λόγω δουλειάς, λίγους εκτιμώ πραγματικά και ακόμη πιο λίγους θεωρώ φίλους. Στη Θεσσαλονίκη, πάντως, που ήρθα για δύο 24ωρα, δεν μπορούσα να μην συναντήσω τη Βούλα Σαββίδη.

Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι την αντοχή να «ξεδιαλέγουν» τους άλλους ανθρώπους. Υπάρχει ένα τίμημα αρκετά μεγάλο. Καλά τα καταφέρνω εγώ, γιατί έχω δουλέψει πολύ με τη μοναχικότητα μου. Υπάρχει η μοναχικότητα – ερημιά και υπάρχει η μοναχικότητα – πληρότητα. Αισθάνομαι έτσι, πλήρης, και ξέρετε ότι δεν είμαι ένας άνθρωπος χωρίς φίλους, απομονωμένος. Πολλές φορές θυμάμαι ότι έβγαινα επειδή με πίεζαν και γύρναγα δυστυχής σπίτι μου. Το μετάνιωνα, έλεγα «Τι ήθελα και βγήκα»…Θέλω να πω ότι μου αρέσει η κατάσταση αυτή και νομίζω ότι ο άνθρωπος την πλήρη ελευθερία τη νιώθει μέσα απ’ τη μοναξιά του. 

Πιστεύετε ότι σκέφτεστε υπερβολικά;

(γελάει) Το θολωμένο μου μυαλό! Έχω ένα άλλο μυαλό, δεν μ’ απασχολούν τα μικρά του κόσμου, δεν μπαίνω σε μια τέτοια διαδικασία. Αν σκέφτομαι, είναι ερεθίσματα που παίρνω από γύρω μου και κυρίως απ’ τη μεγάλη ασχήμια που υπάρχει παντού. Βλέπεις πράγματα και λες είναι δυνατόν να υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι; Συχνά, όχι τώρα μόνο, περπατάω και έχω την αίσθηση ότι περπατάω ανάμεσα σε πτώματα!

Τρομερό ως εικόνα, αν και εσχατολογική.

Ναι, σαν να περπατάω ανάμεσα σε σκιές…

Δεν είναι βασανιστικό να βλέπεις πτώματα γύρω σου;

Στην ουσία βλέπω αυτό που κουβαλάνε μέσα τους…Τό’χω αυτό το κακό…Παράλληλα είμαι ένα πάρα πολύ αισιόδοξο άτομο. Λειτουργώ σαν να έχω κατακτήσει την αιωνιότητα, δεν υπάρχει ο χρόνος για μένα. Δεν υπάρχει! Προχωράω βραδέως σαν να έχω όλο τον κόσμο μπροστά μου ανοιχτό!

Το ότι δεν είστε πια 20 ή 30 ετών, το αντιλαμβάνεστε;

Όχι, καθόλου. Είμαι απόλυτα ειλικρινής. Ίσως με βοηθάει και το γεγονός ότι το σύμπαν είναι πολύ καλό μαζί μου και δεν την έχω δει τη λεγόμενη φθορά του χρόνου. 

Μια φίλη, που σας έβλεπε στην Πλάκα με τον Γιώργο Μαρίνο στα 70s, μου έλεγε πως δεν έχετε αλλάξει καθόλου, τα μάτια σας, το πρόσωπο σας.

Και δεν βάζω ούτε κρέμα. Δεν έχω κάνει ποτέ τίποτα στο πρόσωπο μου. Ξέρετε τι είναι, κατ’ επέκτασιν, να γνωρίζεις αυτά που οι άλλοι αγνοούν; Σκεφτείτε τι βάρος κουβαλάω. 

Πριν μερικά χρόνια μου είχατε πει πως είστε έτοιμη για την Άνω…Βούλα, να βγείτε ξανά στο φως. Μήπως έχετε αργήσει;

Α, αυτό δεν εξαρτάται από μένα. Δεν δίνει η φύση την αντοχή σ’ όλους τους ανθρώπους ν’ αντέξουν μέχρι το τέλος. Είναι μια διαδρομή δύσκολη κι εγώ πέρασα από όλα τα στάδια.

Ως κορίτσι, στην εφηβεία ειδικά, σκεφτόσασταν το ίδιο;

Πήγα και πήρα Ράιχ, σε μια ηλικία που δεν ήταν για να διαβάζω τη «Δολοφονία του Χριστού»! Είμαστε τέσσερα αδέρφια κι εγώ ήμουν η μικρότερη με διαφορά ηλικίας απ’ τους άλλους. Ο αδερφός μου ήταν τότε διάσημος στο ποδόσφαιρο, στον ΠΑΟΚ, και έχοντας χάσει τον πατέρα μου στα 11 μου, είχαν πέσει όλοι με τα μούτρα πάνω μου. Είχα όλα τα καλά και από νωρίς διοχέτευσα τη σκέψη μου στο διάβασμα και τη λογοτεχνία. Όχι ότι υπήρχαν ερεθίσματα στο σπίτι, αφού μόνο αθλητικές εφημερίδες θα έβρισκες. Πήγαινα σ’ ένα σχολείο για παιδιά αστών, στην Ικτίνου, όπου οι ταξικές διαφορές ήταν μεγάλες. Μια μέρα μπήκα στο σπίτι μιας φίλης με πατέρα υψηλόβαθμο στρατιωτικό. Είδα μια τεράστια βιβλιοθήκη και έμεινα κάγκελο, ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μένα.

Τραγουδούσατε την ίδια περίοδο;

Τραγουδούσα, αλλά σε μένα δεν ισχύει αυτό που λένε ήθελα να γίνω τραγουδίστρια. Μάλλον φιλόλογος ήθελα να γίνω, προς τα κει έκλινα. 

Η πορεία σας είναι γνωστή: Λεοντής, Μούτσης, δισκογραφία, μπουάτ μέχρι τη συνάντηση με τον Μάνο Χατζιδάκι.

Όπου του τραγούδησα κάκιστα την πρώτη φορά! 

Θέλω να θυμηθείτε και να μου περιγράψετε λεπτομερώς την πρώτη συνάντηση σας με τον Χατζιδάκι.

Γινόταν οντισιόν, στην οποία πήγα κατόπιν παρότρυνσης, γιατί ήμουν έτοιμη να τα παρατήσω όλα. Είχα δοκιμάσει απογοητεύσεις από τους παραγωγούς σε μία περίοδο που ο Λαμπρόπουλος επένδυε σε μένα ως πρωταγωνίστρια για την εταιρεία του. Μην ακουστεί ότι περιαυτολογώ τώρα, αλλά δείτε το στο πλαίσιο της ζωντανής κουβέντας που κάνουμε. Φτάνω στην οντισιόν, λοιπόν, και τραγουδώ «Η πίκρα σήμερα». Δίπλα στον Χατζιδάκι, κάθονταν ο Βασίλης Τενίδης και η Κική Μορφονιού. Πιο χάλια δε θα μπορούσα να τραγουδήσω, γιατί εγώ άκουγα τον Χατζιδάκι απ’ τα 14 μου, δεν ήμουν δηλαδή άσχετη. Μεγαλωμένη σε μια λαϊκή γειτονιά, θα μπορούσα να μην τον γνωρίζω, έχοντας ακούσματα μόνο από τα λαϊκά στα τζουκ μποξ. Κι αυτά τα άκουγα, αλλά στο σπίτι μου δεν είχα αυτούς τους τραγουδιστές. Είχα τελείως άλλα πράγματα μοντέρνα, τους Beatles, τη Baez, Ιταλούς τροβαδούρους, ονόματα που μπορεί να σας είναι άγνωστα. Γοητευμένη απ’ τον Χατζιδάκι, μόλις τον αντικρίζω, μου κόβονται τα πόδια. Ευγενής μαζί μου, φειδωλός, αλλά και με μία αυστηρότητα. Λέω την «Πίκρα σήμερα» και μετά σκέφτομαι πως θα γίνει να εξαφανιστώ κατευθείαν. Κάνω να φύγω και τρέχει πίσω μου η Κική Μορφονιού: «Βρε κούκλα μου, έχεις σπάνια φωνή, κάνε κάτι την επόμενη να μη στεγνώσει το στόμα σου», κάτι τέτοια μού’λεγε. Εγώ την κοίταζα σαν χαμένη, αφού όταν έφυγα και ζήτησαν τα στοιχεία μου, σκεφτόμουν πως το ίδιο θα ζητάνε απ’ όλους. Την άλλη μέρα μου τηλεφωνούν: «Μπορείτε να ξαναέρθετε; Σας θέλει ο κ. Χατζιδάκις»…Δεν πίστευα στα αυτιά μου και ο άντρας μου, επειδή ξεκίνησα στο ZOOM με Μούτση, Μητσιά και Γαλάνη, μου λέει: «Γιατί δεν λες ένα λαϊκό στον Χατζιδάκι;», οπότε εγώ αντέδρασα: «Τι λες, ρε Βαγγέλη, που θα πάω να πω λαϊκά στον Χατζιδάκι;» Τον καιρό εκείνο έκανα παρέα με τον Γιώργο Σκούρτη, τον Μήτσο Ευθυμιάδη, τον Τσικληρόπουλο, τους συγγραφείς. Τους συναντώ στο «Πολύτροπον», που το είχε ο Βαγγέλης Σκούρτης, ο αδερφός του Γιώργου. 

Γνωρίζω πως ο Βαγγέλης Σκούρτης είχε μεγάλη αδυναμία στη Φλέρυ Νταντωνάκη και σε εσάς.

Το ξέρω, αλλά δεν θέλω να τα λέω εγώ αυτά…Εντάξει, όταν τραγουδάω κι από κάτω κλαίνε, είναι κάτι σύνηθες. Αλλά να με βλέπουν στο δρόμο τώρα, να έρχονται να μου μιλήσουν και πάλι να κλαίνε; Πάντα νόμιζα ότι το κοινό μου είναι μικρό, αλλά τελικά δεν είναι τόσο μικρό όσο πίστευα. Με τρελαίνουν τα ψώνια, μη μ’ ακούσουν τώρα όσοι δεν με ξέρουν και με πάρουν για ψώνιο! 

Δεν θα σας πάρει κανείς έτσι, μην ανησυχείτε. Συνεχίστε με το «Πολύτροπον», όμως.

Με το που φτάνω, πετάγεται ο Γιώργος ο Σκούρτης: «Ρε Βούλα, γιατί δεν λες ένα λαϊκό στον Χατζιδάκι;» Μου έγινε ένα κλικ ξαφνικά. Ο άντρας μου ήταν ευφυής, δεν μίλαγε πολύ, αλλά με μια κουβέντα ήτανε μέσα! Για να μου το λένε και οι φίλοι μου…Αυτό σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή…Σε χρόνο dt, ούτε κατάλαβα πότε έφτασε η σειρά μου και λέω: «Μπορώ να σας πω ένα λαϊκό;» Σιωπή απ’ τον Χατζιδάκι και μετά από λίγο: «Πέστε μας». Μικρή τότε, μπορεί να μην του γέμιζα το μάτι. Μού’ρχεται ένα τραγούδι, που δεν ξέρω τώρα να σας το πω! Θυμάμαι μόνο πως ξεκίναγε: «Μάνα μου, γιατί να με γεννήσεις»! Πως μού’ρθε, δεν κατάλαβα ποτέ…Φαίνεται, απ’ τους φίλους του άντρα μου, που ήταν ωραίοι τύποι, κιμπάρηδες και τραγουδούσαν λαϊκά τραγούδια, θα τό’χα συγκρατήσει από κει. Βλέπω τον Χατζιδάκι να σηκώνεται απ’ τη θέση του! Ήταν μία σκηνή, που πιστεύω θα την έχουν αποτυπώσει, όσοι ήταν παρόντες. Ο Χατζιδάκις ήταν ημικαθισμένος και μου έκανε μια κίνηση με το χέρι του, του στυλ «Μη σταματάς, μη σταματάς»! Αυτό ήθελα κι εγώ! Μετά του είπα το «Είπα να σβήσω τα παλιά» και ένα ακόμη, που δεν το θυμάμαι. Σταματάει ο Χατζιδάκις την οντισιόν και τηλεφωνεί κατευθείαν στη Φωφώ Βασιλακάκη και στον Φρέντυ Γερμανό, τους είπε όσα έλεγε και στη συνέχεια για μένα. 

Ο Μάνος Χατζιδάκις με τη Βούλα Σαββίδη στη φωτογραφία από τη δισκογραφική έκδοση «Τα Πέριξ» (1974)

Θέλω να μου περιγράψετε τα συναισθήματα σας όταν κρατάτε πρώτη φορά στα χέρια σας το βινύλιο με «Τα Πέριξ».

Είχα κολλήσει με το εξώφυλλο του Γιάννη Μόραλη! Τι λατρευτός! Δεν μπόρεσα να πάω να τον δω στα τελευταία του, αφού το οδοιπορικό μου με έφερε ξανά εδώ στη Θεσσαλονίκη. Γνώριζα την ανιψιά του και μας έδινε το σπίτι στον Άγιο Στέφανο και κάναμε πρόβες με την ορχήστρα μάλιστα. Τι καλά παιδιά, έχω να τους δω χρόνια. Σπουδαία καλλιτέχνις και η Χριστίνα, ήταν η κόρη του αδερφού του Μόραλη. Είχαμε πει να με πάει να τον δω. Είναι μια κάστα ανθρώπων που δεν θα ξαναϋπάρξουν…Πως να φανταστείς την ποιότητα αλλιώς; Θυμάμαι τον Μόραλη να φτιάχνει το πορτραίτο μου μεσ’ στο καμαρίνι και τις συζητήσεις που ανοίγαμε! Με το ουισκάκι του, μιλάγαμε όχι μόνο ενόσω με ζωγράφιζε…Τέλος πάντων, έχοντας προηγηθεί η απογοήτευση μου από το…(ψάχνει την κατάλληλη φράση)

Το δισκογραφικό κύκλωμα!

Τους δίνουμε αξία αν τους χαρακτηρίσουμε «κύκλωμα», πιστεύω. Για νά’σαι κύκλωμα πρέπει νά’χεις και τις υποδομές. Τέλος πάντων, αυτό με είχε κάνει να μην καταλάβω αμέσως όλο αυτό που κατάλαβε ο Χατζιδάκις την ώρα της δημιουργίας του δίσκου! Πέρασε αρκετός καιρός για να καταλάβω ότι ήταν μία δουλειά που θα έμενε! 

Μπορεί να ήταν και η άγνοια της νεότητας.

Ή ίσως που είμαι και ένα άτομο με έντονη την αίσθηση της ματαιότητας. Νομίζω ότι είμαι ένα άτομο που δεν βαυκαλίζεται και δεν ναρκισσεύεται και που έκανε ένα πέρασμα από την οχλαγωγία του κόσμου. Ήτανε σαν να έπρεπε να τα δω όλα για να πάω στο φυσικό μου χώρο, χωρίς να κάνω εκπτώσεις. Άφησα λίγο να με προσπεράσει…

Σας είχε ξενίσει που η φωνή σας έμπαινε σε ρεμπέτικα, στα οποία δεν υπήρχε καν μπουζούκι; 

Ο Χατζιδάκις είχε ενοχληθεί από τα μεροκάματα των μπουζουξήδων που ήταν πολύ υψηλά τότε. Έπαιζαν στα νυχτομάγαζα, καταλαβαίνετε. Αυτό θυμάμαι απ’ τις κουβέντες μας με τον Χατζιδάκι. Εκεί αποφάσισε να αντικαταστήσει το μπουζούκι με μαντολίνο. 

Ήταν σχεδόν μία ανατρεπτική πράξη.

Ναι, τα είχε αυτά ο Χατζιδάκις! Εγώ πάλι δεν ήμουν συνειδητοποιημένη και στο χώρο αυτό λειτουργούσα πιο πολύ με το ένστικτο μου. Απέκτησα συνείδηση στην πορεία των χρόνων. Αργότερα, δεν το συζητώ! Αν κάτι εκτιμώ στον Χατζιδάκι είναι ο αναρχικός του χαρακτήρας, ας μη φοβόμαστε να λέμε τη λέξη, καθώς τον αναρχισμό τον ταυτίζουμε με πέντε – δέκα παιδάκια που δεν ξέρουμε και τι ρόλο παίζουν ή από που προέρχονται. Αυτοί είναι αναρχικοί; Εγώ είμαι παιδί των Εξαρχείων χωρίς να είναι από κει όλες μου οι παρέες. Είχα όμως τα στέκια μου και γνώρισα εξαιρετικούς ανθρώπους αντιεξουσιαστές στη δεκαετία του ’80. Τους πιο ωραίους ανθρώπους, που πήρα απ’ αυτούς! Αναρχικός δεν είναι αυτό που παρουσιάζουν, γιατί ο αναρχικός πρωτίστως και πάνω απ’ όλα σέβεται τον συνάνθρωπο του. Έχουμε διαβάσει και Κροπότκιν και Μπακούνιν και ξέρουμε κάποια πράγματα.

Α, έχετε περάσει κι απ’ αυτά.

Εντάξει, ναι…Αποκτάς μια σφαιρική γνώση έτσι.

Πήρατε χαμπάρι τι έγινε τις προάλλες στα Εξάρχεια, μια και με «πήγατε» εκεί, που έγδυσαν τον άνθρωπο οι μπάτσοι;

Λέτε να μην το έμαθα; Μόνο αυτό; Έχουνε δαιμονοποιήσει τα Εξάρχεια για να αποσπάσουν τον κόσμο από τις ανακολουθίες τους! Ξέρετε, η εξουσία είναι επιστήμονας στη λοβιτούρα κι εγώ ανέκαθεν υπήρξα αριστερή σαν συνείδηση και σαν ιδεολογία. 

Τι σημαίνει αριστερός;

Να έχεις μια συνεχή αναζήτηση, αγωνία για την ομορφιά και το καλό, για την αισθητική. Για μένα όλα, μα όλα, είναι αισθητική! 

Μήπως ακούγεται κάπως εστέτ αυτό;

Θέλω να πω ότι ακόμη και η βαρβαρότητα ή η απανθρωπιά ζήτημα αισθητικής είναι!

Πιστεύετε ότι μας κυβερνά η πιο σκληρή δεξιά από τη Μεταπολίτευση και μετά αυτή τη στιγμή;

Ναι, το πιστεύω! Είχαμε πολλά χρόνια να δούμε τέτοια συντηρητική και σκληρή δεξιά! Με τρομάζει, φοβάμαι τη συνέχεια που μπορεί να’ναι ανεξέλεγκτη. Φοβάμαι ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις. Δεν θέλω να κάνω βαρύγδουπες προβλέψεις, αλλά αν δεν «συμμαζευτούν» φοβάμαι μήπως εκτραχυνθούν τα πράγματα και μετά είναι αργά. Μα, τέτοια συντηρητικοποίηση; Εκεί ποντάρουν! Ακόμη και το ότι πήραν την εξουσία, είναι αποτέλεσμα συντηρητικοποίησης και του πως αυτή δημιουργήθηκε. Μέσα απ’ το φόβο που καλλιέργησαν!

Είναι σαν μια πετυχημένη γελοιογραφία που κυκλοφόρησε τελευταία: Παιδάκια στην τηλεόραση που έλεγε πως το πρόγραμμα περιέχει ρατσισμό, ξενοφοβία, μισογυνισμό και ομοφοβία, άρα είναι κατάλληλο για όλους!

Τι ωραίο! Το ξέρετε ότι έχω κλείσει για μήνες την τηλεόραση μου; 

Παρομοίως!

Θα συνιστούσα όλους να το κάνουν, είναι υγεία! Τέτοια μηντιακή δικτατορία, αν εξαιρέσω τη χούντα, δεν θυμάμαι ποτέ άλλοτε, αλήθεια το λέω! Πρωτίστως εγώ τα «έχω» μ’ αυτούς που έφεραν τους καταστροφείς ξανά στα πράγματα και ένα κομμάτι, που δεν ξέρω αν είναι το μικρότερο, εμείς δηλαδή, πρέπει να πληρώσουμε την επιλογή του κοπαδιού των αγελαίων. Μια κοινωνία προβάτων θα βγάλει αναπόφευκτα κάποια στιγμή μια κυβέρνηση λύκων. Βασική τροφή των προβάτων είναι το χόρτο. Βασική τροφή των λύκων είναι τα πρόβατα. Οι λύκοι το ξέρουν εκ των προτέρων, ενώ τα πρόβατα το γνωρίζουν εκ των υστέρων.  

Ανέκαθεν λέγατε τη γνώμη σας έξω απ’ τα δόντια;

Είμαι ένας άνθρωπος που σιωπώ εξοργιστικά και μπορεί η σιωπή πολλές φορές να’ναι πιο ηχηρή. Η σιωπή δεν είναι απαραίτητα αδυναμία, το να μη θες να βάλεις τον εαυτό σου σε αναταράξεις. Ξέρεις ότι στις περισσότερες φορές το παιχνίδι είναι χαμένο και θα χαθείς κι εσύ μεσ’ στην οχλαγωγία. 

Τη θαυμάζετε τη σιωπή σας;

Τη θαυμάζω και παράλληλα τη μισώ! Και τα δύο! Είναι κι ένα βάρος η σιωπή, σαν να περιορίζεις τον εαυτό σου μέχρι να γίνει η έκρηξη.

Μιλάτε ενοχικά τώρα;

Όχι, ενοχές δεν έχω. Δεν σημαίνει ότι με το να βγαίνεις να μιλάς, να καταγγέλλεις και να φωνάζεις, είσαι και συνεπής. Η στάση ζωής σου σού καθορίζει τη συνέπεια, οι πράξεις σου. 

Η ομορφιά θα νικήσει, κυρία Σαββίδη;

Ναι…Εγώ είμαι εκ φύσεως αισιόδοξη. Ζούμε ένα μεταβατικό στάδιο ώσπου να πάμε σε κάτι εντελώς διαφορετικό.

Υποφέρει ο κοσμάκης, όμως.

Λίγος κόσμος υποφέρει, λίγος κόσμος χάθηκε; Είμαστε σ’ ένα πλήρες αδιέξοδο, όχι μόνο η χώρα μας. Σ’το λέω «βουλιακά» τώρα, απ’ το «Βούλα», αλλά αισθάνομαι ότι το σύμπαν διέπεται από μία μουσικότητα. Όταν υπάρχει τόσος πόνος γύρω μας είναι σαν το φάλτσο που μας στερεί την αρμονία. Το λέω απλουστευμένα, όπως το αντιλαμβάνομαι. Πώς τό’χε πει σε σας η Σωτηρία Λεονάρδου; «Μια ζωή μας μάθανε να βγάζουμε χαρτιά για να πληρώνουμε άλλα χαρτιά». Αυτό δεν κάνουμε; Για ποιους δουλεύουμε;

Αυτό, όμως, συμβαίνει από καταβολής οργανωμένων κοινωνιών.

Κάποτε δεν πρέπει να τελειώσει όλο αυτό το παρατράγουδο; Εγώ είμαι, άλλωστε, οπαδός της ουτοπίας, οπότε θεωρώ πως η φαντασία είναι το πιο πραγματικό μέρος του ανθρώπου. Άσε με, λοιπόν, να φαντασιώνομαι ότι κάτι μπορεί να συμβεί.

Προχωρά ο κόσμος με την ουτοπία, λέτε;

Ναι, παρόλο που θεωρείται ως κάτι μη πραγματοποιήσιμο, εγώ πιστεύω ότι κάποια στιγμή μπορεί να συμβεί.

Έχω την εντύπωση πως η πίστη στην ουτοπία αφορά τον καθένα προσωπικά και δεν ανταποκρίνεται σε συλλογικό επίπεδο. 

Γιατί αποκλείετε να υπάρξει κάποια στιγμή αφύπνιση της συλλογικής συνείδησης;

Δεν το αποκλείω, απλά σας ερωτώ.

Ίσως τώρα να καταλάβετε πόσο αισιόδοξο άτομο είμαι.

Γελάτε εύκολα;

Ναι. Και κλαίω εύκολα, συγκινούμαι εύκολα.

Τι μπορεί να σας συγκινήσει μέχρι δακρύων;

Πρόσφατα είδα στο διαδίκτυο την εικόνα ενός μικρού παιδιού μέσα σ’ ένα κουτί και μ’ ένα απίστευτο βλέμμα. Αρχικά ντράπηκα και μετά βούρκωσα, πως να το πω…Για πρόσφυγες μιλάω. Ξέρετε, εγώ είμαι παιδί προσφύγων και τις μανάδες μας, επειδή ήταν πολύ καθαρές, τις λέγανε παστρικές. Επειδή συμβαίνει και οι δύο γονείς μου να προέρχονται από αστικές οικογένειες, κανείς δεν ξέρει τι είχαν υποστεί μέχρι να έρθουν εδώ. Καταλαβαίνετε την ευαισθησία μου απέναντι σ’ όλο αυτό το κύμα των προσφύγων και θεωρώ το φόβο πηγή του τρόπου σκέψης των πολλών.

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης

Ο φόβος τρώει τα σωθικά, λοιπόν.

Ακριβώς. Μην ξεχνάτε, μιλάμε αυτή τη στιγμή σε μία πόλη που υπήρξε τεράστιο καλλιτεχνικό και εμπορικό κέντρο ειρηνικής συνύπαρξης των λαών: Έλληνες, Τούρκοι, Εβραίοι, Σεφαραδίτες…Μετά ήρθε η Κατοχή και εκδιώχθηκαν οι Εβραίοι. Εμείς νομίζαμε ότι εδώ ζούσαν μόνο οι έμποροι ωραία και καλά, ξέρετε τι γκέτα όμως υπήρξαν στο λιμάνι; Τράβηξαν πολλά οι άνθρωποι αυτοί στη Θεσσαλονίκη. 

Πείτε μου κατά πόσο η πολιτική σας βούληση συνάδει με την καλλιτεχνική πορεία σας.

Και όχι μόνο, αλλά και με τους ανθρώπους που συνάντησα. Πρωτίστως, όμως, το τονίζω, για μένα η πιο σπουδαία σχολή ήταν η σχολή του άντρα μου. Θήτευσα στην καλύτερη σχολή! Τι σημαίνει ανθρωπιά, σεμνότητα, δοτικότητα, μέτρο, γενναιοδωρία…

Παράξενο είναι που όποτε μιλάτε για τον άντρα σας, φαίνεται σαν να είναι εδώ, να μην έχει «φύγει».

Απλά τον εμπεριέχω πολύ και όμορφα. Πέρασα το στάδιο που ήταν βασανιστικό…Οι δύο μεγάλες απώλειες της ζωής μου ήταν αυτή του άντρα μου και του Γιάννη Ζουγανέλη, του τουμπίστα. Επιπλέον πάντα πίστευα πως θα ήμουν μισή αν είχα μόνο το κομμάτι της οικογένειας μου κι όχι κι αυτό των φίλων. 

Σας ρώτησα με τι συγκινείστε κι αυτή τη στιγμή είστε σχεδόν δακρυσμένη. Το ίδιο και πριν, όταν μου μιλήσατε ιδιωτικά για τον μοναχογιό σας.

Λίγο είναι στις μέρες μας ένα παιδί να νοιάζεται τόσο πολύ για τη μάνα του; Συμβάλαμε κι εμείς, όμως, ως γονείς! Η στάση ζωής σου δρομολογεί και τη ζωή του παιδιού σου. Είναι παράδοξο γονείς να μιλάνε στα παιδιά για ηθική και νά’ναι ανήθικοι. Εμείς ποτέ δεν συμβουλεύσαμε τον γιο μας! Οι πράξεις μας του έδειξαν το δρόμο.

Εκτιμώ πολύ καλλιτέχνες που έχουν μιαν αρμονική οικογενειακή ζωή, όσο κι αν αυτό τους δυσκολεύει στην καλλιτεχνική τους πορεία. 

Εμένα δεν μου βάλανε φραγμό, ούτε ο άντρας μου, ούτε ο γιος μου. Ο άντρας μου ήταν ο πιο φανατικός θαυμαστής μου, αλλά και ο πιο αυστηρός κριτής. Έχει τύχει σε παράσταση να με χειροκροτάει ο κόσμος όρθιος κι αυτός, όταν πήγαμε σπίτι, να μου λέει: «Μα γιατί είχες γυρισμένη την πλάτη σου όσο τραγουδούσες;» Μέχρι εκεί, δεν θα μου γκρίνιαζε! Τώρα βέβαια που το σκέφτομαι, σχεδόν είναι άθλος αυτό που’χω καταφέρει. Συνδύασα την ενασχόληση μου με το τραγούδι, ούσα παράλληλα μια κλασική μάνα και σύζυγος. Δεν μου επέβαλαν τίποτα, όλα τα έκανα επειδή τους αγαπούσα. Το σπίτι μου ήταν δεδομένο, ποτέ δεν θα ήταν ασιδέρωτοι ή χωρίς φαγητό. Δεν είναι εύκολο, ξέρετε, να σιδερώνεις, να καθαρίζεις κι εγώ έκανα ότι θά’κανε μια κλασική νοικοκυρά. 

Και η ατάκα του Δημήτρη Χορν στην «Κάλπικη λίρα»; «Ο καλλιτέχνης δεν πρέπει να παντρεύεται ποτέ»;

Σε μένα δεν ισχύει αυτό. Ο Βαγγέλης ήταν η ασφάλεια μου, ο βράχος μου κι αισθανόμουν ότι δεν μπορεί να με πειράξει κανείς. Δεν νομίζω ότι θα άντεχα, όσο άντεξα τέλος πάντων, χωρίς νά’χω τον άντρα μου δίπλα μου. 

Θυμάμαι μια φορά πριν χρόνια που σας είχα επισκεφτεί εδώ πάλι στη μικρή γκαρσονιέρα σας…

Ναι, είναι ένα διαμερισματάκι 37 τετραγωνικά και το λέω γιατί κάπου έγραψαν ότι ήταν 25 τετραγωνικά, θέλοντας να τονίσουν το «Κοίτα πως ζει η Βούλα η Σαββίδη»…Το αγαπώ πολύ αυτό το διαμέρισμα!

Σας το λέω, διότι σε αντίθεση με όσων είπατε περί νοικοκυροσύνης, εκεί μέσα δεν θα έβλεπες κανένα διακοσμητικό, τίποτα περιττό! 

Όταν έπαθε το πρώτο έμφραγμα ο άντρας μου, έπρεπε να έρθουμε να μείνουμε με τον γιο μου εδώ στο κέντρο και να κλείσουμε όλα μας τα πράγματα σε ένα κτίριο – πρώην βιοτεχνία. Μετά από εφτά χρόνια, που έχασα τον Βαγγέλη από το δεύτερο έμφραγμα, πήγαμε να πάρουμε τα πράγματα και ήταν όλα κατεστραμμένα. Το σπίτι αυτό, λοιπόν, που μένω την τελευταία δεκαετία είναι το σπίτι που έμενε ο γιος μου πριν παντρευτεί. Πήγα κι έμεινα εκεί όπως ήμουν, γιατί δεν είχα και τίποτα άλλωστε. Να πω και κάτι, όμως; Μια χαρά μου έκατσε! Απαλλάχτηκα από την ύλη! Έχω κερδίσει χρόνο και δεν μου λείπει τίποτα. 

Τι θα την κάνουμε πια αυτή την ύλη; Βάσανο, έτσι;

Βέβαια! Φαντάζομαι τι αρχείο θα κρατάτε εσείς και πόσο θα πρέπει να διαβάσετε προτού συναντήσετε κάποιον. Εγώ, πάλι, είμαι το αντίθετο. Ότι περνάει, σαν να μη μ’ ενδιαφέρει. Δεν το λέω απαξιωτικά, αλλά να, εγώ δεν έχω καν δικά μου CD, το καταλαβαίνετε;

Τίποτα, κανένα;

Όχι κανένα, αλλά κάποια στιγμή δεν θά’χω τίποτα! Ούτως ή άλλως δεν ακούω τον εαυτό μου στο σπίτι.

Θα σας φαινόταν αφύσικο αν το κάνατε;

Δεν σκέφτομαι ότι αυτοθαυμάζομαι, παρά μόνο ότι η φωνή μου είναι αυτή που με αποκαλύπτει περισσότερο. Η φωνή μου δύναται να με συστήσει πιο πολύ απ’ τον καθένα. Αυτό μου δημιουργεί μια μεγάλη θλίψη. Είναι καλό που συνειδητοποίησα ότι είμαι μόνη μου, όχι εγώ, αλλά ο καθένας μας. Μία μέρα στην Αθήνα, έλειπε ο άντρας μου γιατί ο πεθερός μου, ο πατέρας του, ήταν πολύ άρρωστος στην κλινική και φοβόμασταν για το μοιραίο. Ο γιος μου, επίσης, υπηρετούσε στο Τατόι. Είμαι μόνη μου, παίρνω κάτι μεγάλα σουβλάκια με χοντρά κομμάτια πιπεριά ανάμεσα και τα έχω σε ένα δίσκο. Τρώω και βλέπω τηλεόραση στο δωμάτιο μου. Δεν το κατάπια, αλλά ένα κομμάτι κρέας σφηνώθηκε στο λάρυγγα μου! Χανόμουν, δεν μπορούσα να αναπνεύσω κι εκείνη την ύστατη στιγμή, ποια ήταν η τελευταία σκέψη; «Πω, πω, για κοίτα, εγώ έχω παιδί, οικογένεια, αλλά είμαι μόνη μου»! Συνειδητοποίησα σε μία οριακή στιγμή μου την ανθρώπινη μοναξιά. 

Εγώ μένω στο ότι ακόμη κι αυτή την οριακή στιγμή σας, όπως είπατε, μπήκατε σε βαθύ σκεπτικισμό.

Θυμάμαι όταν πηγαίναμε στο σπίτι του αγαπημένου μου, του Γιάννη Ζουγανέλη. Είχε σιωπή η διαδρομή κι αυτός γύρναγε και μού’λεγε: «Βουλάκι, το θολωμένο μου μυαλό;» Το είχαμε σαν μότο μας.

Δεν πρέπει να σας φοβίζει ιδιαίτερα ο θάνατος.

Δεν ξέρω, δεν τό’χω σκεφτεί.

Στο πλαίσιο της αισιοδοξίας που σας χαρακτηρίζει;

Μπορεί, μπορεί…Τώρα εντάξει, αλλά επειδή έχω ασχοληθεί και λίγο μ’ αυτούς, τι έλεγε ο Επίκουρος, βρε παιδί μου; «Όσο υπάρχεις, δεν υφίσταται ο θάνατος κι όταν ο θάνατος επέλθει, δεν θα υφίστασαι εσύ». Σου έλεγε πως στην ουσία είναι αδιανόητο να απασχολεί τον άνθρωπο η σκέψη του θανάτου. Απ’ την άλλη, κάνοντας βόλτα στην παραλία συχνά με τον άντρα μου, τώρα με πιάνω να λέω: «Κοίτα τι έχασε και δεν το βλέπει, δεν το ζει». Όχι, δεν με έχει απασχολήσει ο θάνατος, μη λέω τώρα πράγματα απλά για να απαντήσω κάτι. Ίσως έχω κερδίσει την αιωνιότητα (γέλια)

Γιατί γελάτε, ένας καλλιτέχνης δεν κερδίζει όντως την αιωνιότητα με το έργο που αφήνει;

Να σου πω, παιδάκι μου, εγώ έχω τώρα να τραγουδήσω, αυτά θα σκέφτομαι; Στην τελική, άμα «φύγω» εγώ, δεν με νοιάζει τίποτα. Δεν τα καταλαβαίνω αυτά, ούτε καν τα αγάλματα που στήνουν. Αφού κι αυτά άμα τα δεις με σβησμένες επιγραφές είναι απ’ την κακοκαιρία. Ειλικρινά εσένα σε θαυμάζω που ασχολείσαι τόσο πολύ με το «μέσα» του συνομιλητή σου και γενικά. Χαρά στο κουράγιο σου (γέλια)

Σας απασχολεί ή σας απωθεί η σκέψη ότι μετά από πενήντα χρόνια που δεν θα υπάρχουμε…

Καλά, μην είσαι βέβαιος, μπορεί και να υπάρχουμε! Που ξέρεις τι γίνεται; Πλάκα κάνουμε τώρα για να το διασκεδάσουμε και λίγο…

Σας ερωτώ να μου πείτε τι σκέφτεστε αν μετά από πενήντα χρόνια κάποιοι κρατάνε ακόμη «Τα Πέριξ» στα χέρια τους…

Σάμπως θα καταλαβαίνω εγώ τίποτα; (γέλια) Αν ο εγγονός μου, ας πούμε, έχει ένα σημείο αναφοράς, να λέει «Να η γιαγιά μου», μέχρι εκεί…Εμένα προσωπικά δεν με νοιάζει καθόλου η υστεροφημία.

Χαίρεστε που γίνατε γιαγιά;

Πολύ, πάρα πολύ! Είδα όλες τις κοινοτοπίες που λένε οι γιαγιάδες κι οι παππούδες, τελικά να ισχύουν. 

Την περπατάτε συχνά αυτή την όμορφη πόλη;

Και που περπατάω, δεν βλέπω γύρω μου. Δεν μ’ αρέσει η φασαρία και αν είχα την οικονομική άνεση να είχα ένα σπίτι σε ένα βουνό με όλη τη φύση δίπλα μου, νομίζω ότι θα ήμουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου! 

Σας ενθουσιάζουν τα ταξίδια;

Τα ωραιότερα ταξίδια είναι του μυαλού! 

Την περίμενα αυτή την απάντηση.

Ωραία δεν είναι; Όπου πάμε, κουβαλάμε ότι έχουμε μέσα μας. Ένα τοπίο θα το δεις, θα σε ενθουσιάσει, θα σε εκπλήξει, αλλά δεύτερη – τρίτη, θα το βαρεθείς. Δε νομίζω ότι αυτό καθορίζει τη συναισθηματική και ψυχολογική μας διάσταση, όσο αυτό που έχουμε δουλέψει και το κουβαλάμε. 

Σας έχουν πει ποτέ: «Βούλα Σαββίδη, ζηλεύω τον κόσμο που ζεις»;

Όχι, αλλά κοιτάξτε να δείτε, βλέπω καμιά φορά κάποιες νοικοκυρές που ζουν εντός συγκεκριμένου πλαισίου, δεν έχουν ανησυχίες, δεν έχουν παρεκκλίσεις από το πρόγραμμα τους και αναρωτιέμαι μήπως αυτές είναι πιο ευτυχισμένες τελικά…Βέβαια, αν με ρωτήσεις που κατέληξα, θέλω νά’μαι αυτό που είμαι εγώ, τέλος πάντων ότι είμαι. 

Τι είστε τελικά;

Να σκιαγραφηθώ εγώ τώρα; Πως να γνωρίζω τι εκπέμπει η αντανάκλαση μου στον άλλο; Αν με ρωτήσεις πάλι «Σ’ απασχολεί;», θα σου πω ότι θέλω νά’μαι όσο μπορώ ο εαυτός μου. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή, ή ζεις μεσ’ στον κόσμο ή πας στα βουνά. Για να είσαι μεσ’ στον κόσμο, τους μικροσυμβιβασμούς τους κάνεις, αλλιώς δεν μπορείς να συνυπάρξεις. Εγώ, ας πούμε, όταν πάω στην ταβέρνα, επειδή δεν το αντέχω το ποτό, έχω μόνο το τσιγάρο. Δύο φορές συνέβη να μου πουν: «Βούλα, ”πίνεις” κάνα τσιγάρο;» και δεν κατάλαβα τι εννοούσαν. Όταν τό’πιασα και απάντησα «Δεν έχω κάνει ποτέ», με κοιτούσαν σαν εξωγήινη. Δεν το λέω ηθικοπλαστικά, μην παρεξηγηθώ, αλλά δεν έτυχε να καπνίσω χασίσι, ούτε να μ’ απασχολήσει. Οι άλλοι λαθεμένα συνδυάζουν το πάθος μιας φωνής και το πόσα ντεσιμπέλ εκπέμπει με τις ουσίες. Το όπιο εγώ τό’χω εδώ! (δείχνει το λαιμό της) 

Μελαγχολείτε με το αλκοόλ;

Ακριβώς αυτό θά’λεγα, με μισό ποτηράκι είμαι μια χαρά, χαλαρώνω κι έχω μια μελαγχολία, αυτή τη μελαγχολία και τη θλίψη που με χαρακτηρίζουν γενικότερα. Μου λένε: «Βούλα, είσαι καλά;» και μετά ξανά «Είσαι καλά;» και τους κάνω «Παιδάκι μου, μια χαρά είμαι» και το εννοώ. Πρέπει κατά ένα τρόπο η εικόνα σου να ικανοποιεί την ομήγυρη! Ε, δεν θέλω να χαχανίζω, τι να κάνω δηλαδή;

Έχετε δει ποτέ στον ύπνο σας τον Μάνο Χατζιδάκι;

Όχι, ποτέ! 

Τους άλλους ανθρώπους που αγαπάτε;

Ναι, τελευταία βλέπω συχνά τον άντρα μου και το βρίσκω όμορφο. Τι μου θύμισες τώρα…Εδώ στη Θεσσαλονίκη τον πατέρα μου τον έχασα πάρα πολύ μικρή, 11 ετών. Σκεφτόμουν έντονα πως κοντεύω να ξεχάσω τη μορφή του και πως είναι δυνατό να μην τον έχω δει ούτε μια φορά στο όνειρο μου; Την επόμενη ή ίσως λίγες μέρες μετά, όχι πολλές, τον είδα στον ύπνο μου κι ήταν υπέροχα. Δεν ξέρω αν προήλθε απ’ την έντονη επιθυμία μου. Είχα δεκαετίες να τον δω!

Συγκλονιστικό.

Και πολύ ωραίο!

Απ’ τη συνέντευξη αυτή, που έφτασε στο τέλος της, φάνηκε ότι θέλετε να ξανατραγουδήσετε.

Έτσι όπως το λέτε, με ενοχλεί.

Τώρα μετανιώνετε για τον ενθουσιασμό σας, μου φαίνεται.

Μα δεν αισθάνομαι απούσα. 

Δηλώνετε απλά πόσο αγαπάτε το τραγούδι. 

Ναι και άσε να ξέρω εγώ πόσο μου λείπει το τραγούδι.

Ποια φωνή θεωρείτε σημείο αναφοράς;

Τη Φλέρυ Νταντωνάκη φυσικά!  

Τελειώσαμε. Σας ευχαριστώ πολύ.

(γελάει) Και να σου πω, βγήκε τίποτα καλό λες; Σου έχω απόλυτη εμπιστοσύνη! 

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *