Ο βιασμός της Ιστορίας παρ’ ημίν

Η κυβέρνηση αποφάσισε να αφιερώσει το 2020 στον εορτασµό των 2.500 χρόνων από τη ναυµαχία της Σαλαµίνας και τη µάχη των Θερµοπυλών. 

Το 480 π.Χ. οι Πέρσες του βασιλιά Ξέρξη επιχείρησαν τη δεύτερη εισβολή τους στον ελλαδικό χώρο µε σκοπό να καταλάβουν τις ελληνικές πόλεις. Τι θέλει να σηµατοδοτήσει η κυβερνητική πρωτοβουλία; Τη νίκη των συνασπισµένων Ελλήνων κατά των βαρβάρων, ασχέτως εάν ο όρος στην αρχαιοελληνική σηµασιολογία συνιστούσε απλώς τον ξένο. Τα ιδεολογικά σηµαινόµενα είναι µάλλον προφανή: το εύψυχον, η γενναιότητα των Ελλήνων απέναντι στη βαρβαρική επιδροµή.

Η χρήση της Ιστορίας για λόγους πολιτικής

∆εν µπορώ να αποφύγω τον πειρασµό να επισηµάνω την προφανή συσχέτιση των σηµερινών Ελλήνων µε τους αρχαίους που προσδίδει αυτόµατα η κυβερνητική απόφαση. Μόνο που πλανάται το ερώτηµα: το «µολών λαβέ» σε ποιον απευθύνεται άραγε; Και εξίσου το «οι Μήδοι δεν θα περάσουν»; Συνειρµικά γίνεται προβολή των νικών επί των Περσών στο σήµερα, προσφέροντας µοναδική ευκαιρία σε ορισµένους να εξισώσουν την εισβολή των βαρβάρων από την Περσία µε την «εισβολή» των χιλιάδων προσφύγων εξ Ανατολής. Οπως τότε, έτσι και τώρα κινδυνεύει ο πολιτισµός µας.

Την ίδια στιγµή, οι ξένες κυβερνήσεις για το 2020 χρηµατοδοτούν σηµαντικά πρότζεκτ για τα 250 χρόνια από τη γέννηση του Μπετόβεν. Με τη σειρά τους τα Ηνωµένα Εθνη έχουν αναγορεύσει την κλιµατική αλλαγή πρώτο θέµα παρεµβάσεων στον πλανήτη. Το ίδιο εξαγγέλλεται και από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Εδώ, παρ’ ηµίν, η πολιτεία θα ασχοληθεί µε τις ένδοξες νίκες επί των Μήδων! Επειδή, λέει, διασώθηκε ο δυτικός πολιτισµός. Οποίος βιασµός της Ιστορίας! Ειρωνικά και µόνο για τους οπαδούς του «εθνικού αφιερώµατος» θυµίζουµε ότι το 480 π.Χ. είναι το έτος γέννησης του κορυφαίου τραγωδού Ευριπίδη. Θα ήταν κυριολεκτικά πρόκληση για την ελληνική πολιτεία να αφιερώσει το 2020 στη µελέτη του έργου, τη διάχυσή του µε σύγχρονους τεχνολογικά τρόπους στην εκπαίδευση, την ανάδειξη της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας και του Ευριπίδη ειδικότερα. Αλλά πού; Η ιδεολογική χρήση της Ιστορίας για λόγους τρέχουσας πολιτικής ήταν ανέκαθεν στο προσκήνιο της κυρίαρχης πολιτικής εξουσίας.

Θα νόµιζε κάποιος ότι βρισκόµαστε στις παραµονές ενός σχεδιαζόµενου πολέµου και η κυβέρνηση επιχειρεί να ενισχύσει την ψυχολογία του στρατού και των πολιτών της! Κι όµως. ∆εν είναι τίποτε παραπάνω από τον τρόπο µε τον οποίο η επίσηµη εξουσία δεξιώνεται την Ιστορία από συστάσεως του ανεξάρτητου κράτους. Η νίκη και η πάντα τιµητική ήττα στους πολέµους, η γενναιότητα του Ελληνα µαχητή, η υπεροχή του φρονήµατος για µάχες υπέρ βωµών και εστιών, οι ηρωισµοί των νεκρών, παντού κυριαρχεί ο θάνατος! ∆εν προβάλλονται –παρά σπάνια– γεγονότα όπως η ειρήνευση, η καθιέρωση της δηµοκρατίας έναντι της µοναρχίας, κοινωνικές και πολιτισµικές κατακτήσεις. Και εννοείται ότι σε µια τέτοια εκδοχή της Ιστορίας ο ξένος βαπτίζεται σε προαιώνιο εχθρό, υστερεί σε πολιτιστικές αξίες, προβαίνει σε βίαιους θανάτους και λεηλασίες. Στην καλύτερη περίπτωση, όταν πρόκειται για τις µεγάλες δυνάµεις της Ιστορίας, ο ξένος είναι αυτός που µας αδικεί στις συνθήκες ειρήνης, αφού πάντοτε οι παρεµβάσεις του είναι εναντίον των εθνικών συµφερόντων. Ετσι καθιερώνεται η αίσθηση της εθνικής υπεροχής, που προκύπτει από τα υψηλά ιδανικά της ελληνικής ψυχής. Ο Ελληνας έχει στο DNA του τη νίκη, όπως είχε δηλώσει αυτάρεσκα µια αστραποβολούσα από τα αναβολικά ολυµπιονίκης στην Ολυµπιάδα του 2004.

Η δηµόσια Ιστορία και οι εθνικές ψευδαισθήσεις

Ο ηρωισµός του Ελληνα στη µάχη και το µίσος για τον «άλλο» είναι εµφανή σχεδόν σε κάθε σελίδα της εγκύκλιας Ιστορίας, που είναι το αντικείµενο της διδασκαλίας στις σχολικές αίθουσες. Μια σχολική αγωγή που στοχεύει απευθείας στη στρέβλωση του µαθητή µέσω της µαθησιακής χειραγώγησης περί την Ιστορία, που φορτίζει την ιδεολογική εικόνα σε βάρος της οντολογικής. Κι όταν επιχειρήθηκε και πρόσφατα ο αναπροσανατολισµός της ύλης του µαθήµατος, πέρα από το ότι έγινε µε κακό τρόπο, έπεσαν θεοί και δαίµονες επί της κεφαλής των συγγραφέων. Στην πράξη ο ιστορικός που αναλαµβάνει τη δέσµευση να συγγράψει βιβλία Ιστορίας για την εκπαίδευση νιώθει ανελεύθερος λόγω της αυτολογοκρισίας στην οποία υποχρεούται να προβεί.

Κι από κοντά οι εθνικές τελετές, µε τα χύδην ιδεολογήµατα µιας άκρατης ρητορείας και τη βαρύγδουπη παρουσία των αρχών, ένας επαναλαµβανόµενος επί χρόνια µηχανισµός που επενεργεί και κατασκευάζει τη µνήµη ενός ένδοξου κατά τους πολέµους παρελθόντος. Η «αποστασιοποίηση» από αυτές τις επιδράσεις είναι και σήµερα ακόµη επώδυνη, στο παρελθόν µάλιστα υπήρξε και αιµατηρή.

Αν τελικά η Ιστορία έχει κάποια αξία, δεν είναι επειδή µας διδάσκει πώς θα επαναλάβουµε ένδοξες µάχες ή πώς θα αποφύγουµε λάθη και ήττες µπροστά στους υπαρκτούς ή ανύπαρκτους κινδύνους, όπως επιχειρεί το κυβερνητικό αφιέρωµα, αλλά µόνο ως συνειδητοποίηση µιας ιστορικής διαδροµής που περικλείει τη δράση των ατόµων και των συλλογικοτήτων, µόνο ως απαιτούµενο για την επίγνωση του φορτίου που ενέχει η δηµόσια Ιστορία καθώς εκτρέφει εθνικές ψευδαισθήσεις. Η Ιστορία είναι πράγµατι ιµπεριαλιστική ως επιστήµη στην κατανόηση του παρόντος. Συνεπώς προκύπτει η προτεραιότητα της ενίσχυσης της ιστορικής παιδείας κι όχι η ιδεολογική χρήση της· συνειδήσεις ελεύθερων πολιτών διαµορφώνει η Ιστορία. Αφού τελικά –για να παραφράσω τον Σπύρο Ασδραχά– οι «Μήδοι» πάντοτε θα εµφανίζονται και στο απώτατο µέλλον το ίδιο θα υπάρχουν και οι «Θερµοπύλες», άρα οι πολίτες, ως ελεύθεροι, δεν µπορούν ποτέ να εφησυχάζουν στην προέλαση των κάθε λογής «Μήδων», εφόσον προασπίζονται το αυτονόητο.

Πηγή: Βασίλης Καρδάσης, ιστορικός, καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης -“Documento

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *