«Βαριά φορτία φεύγαν…»

Κάποτε, όχι πολύ παλιά, ήμασταν εμείς οι «άπλυτοι σκούροι». Αύριο μπορεί να ξαναγίνουμε.

Γνωρίζετε τι είναι το ημιγρέσο; Επιτρέψτε μου να σας διαφωτίσω. Έτσι αποκαλούν οι Ελληνοαμερικανοί την υπηρεσία Μετανάστευσης, όχι μόνο σήμερα, αλλά ανέκαθεν. Από τότε που την πρωτογνώρισαν, τρομαγμένοι κουρελήδες. Ιmmigration. «Ημιγρέσο».

Οι πόρτες της Αμερικής άνοιξαν για τους επίδοξους μετανάστες στις 1 Ιανουαρίου 1892, αλλά όχι διάπλατα. Η διαδικασία αποδοχής ή απόρριψης γινόταν στο νησί Έλις, στα ανοιχτά του Μανχάταν, όπου σχηματίστηκαν ατελείωτες ουρές ελπίδας και απελπισίας.

Ανάμεσα στους 12 εκατομμύρια μετανάστες που αιτήθηκαν βίζα από τους τελωνειακούς του «Ημιγρέσου» στα επόμενα 62 χρόνια, ήταν περίπου 500 χιλιάδες Έλληνες. Έφτασαν, σχεδόν όλοι, με ψωριάρικα βαπόρια που χρειάζονταν 22 μέρες για να διασχίσουν τον Ατλαντικό.

Κάποιοι από αυτούς στάθηκαν τυχεροί και έγιναν δεκτοί από τους βλοσυρούς θεματοφύλακες της «Γης της Ελευθερίας». Άλλοι υποχρεώθηκαν να επιβιβαστούν στο ίδιο καράβι και να επιστρέψουν πίσω-μπρος στους ίδιους ανθρώπους που είχαν αποχαιρετήσει δακρυσμένοι σχεδόν έναν μήνα νωρίτερα.

Ακόμα και οι τυχεροί που άκουσαν το πολυπόθητο «yes» δεν ήταν τελικά τόσο τυχεροί.

Σύμφωνα με το ηλεκτρονικό περιοδικό Praxis Review, από όπου δανείζομαι τα στοιχεία, οι Έλληνες εμιγκρέδες αντιμετωπίστηκαν στις ΗΠΑ σαν άπλυτοι ανεπιθύμητοι παρείσακτοι. Τους αποκαλούσαν «λιγδιάρηδες» (greaseballs) και «βρωμιάρηδες».

Σε κάποια εστιατόρια της εποχής, οι καταστηματάρχες κρέμασαν πινακίδες που απαγόρευαν την είσοδο στους Έλληνες: «No Greeks. No rats». Στους Έλληνες και στους αρουραίους. Το ίδιο κάνει.

Η νομοθεσία, ιδίως στις υπερσυντηρητικές Πολιτείες του Νότου, δεν θεωρούσε τους μαυροκέφαλους Έλληνες λευκούς. Ό,τι απαγόρευε στους «αραπάδες» το απαγόρευε και στους Έλληνες.

Τους χρέωναν την εγκληματικότητα, τους απέκλειαν από τις θέσεις εργασίας και τους θεωρούσαν μιάσματα. Δημοσιεύματα της εποχής μιλούν για «αυθόρμητες» επιθέσεις όχλου ενάντια σε Έλληνες, ακόμα και για λυντσαρίσματα.

Όταν ξέσπασε το κραχ του 1929, οι ξενόφερτοι μετανάστες βυθίστηκαν ακόμη βαθύτερα στο μάτι του κυκλώνα, αφού οι δουλειές ήταν ελάχιστες και η ανεργία μάστιζε τη χώρα.

Πολλοί Έλληνες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις μεγαλουπόλεις της Ανατολικής Ακτής και έφυγαν τυφλά προς τη Δύση, όπου τους περίμεναν δουλέμποροι με ανοιχτές αγκάλες και ορθάνοιχτα πορτοφόλια. Μια δεύτερη μετανάστευση.

Σε αρκετές περιπτώσεις, οι επιτήδειοι κερδοσκόποι ήταν και εκείνοι Έλληνες. Σας κάνει εντύπωση; Ίσως να φορούσαν και κουκούλες.

Οι πάμπτωχοι συμπατριώτες μας έβγαλαν το ψωμί τους σκάβοντας υπονόμους, τοποθετώντας σιδηροδρομικές ράγες ή καθαρίζοντας χωράφια από τα ξερόχορτα. Έκαναν την άγρια Δύση λιγότερο άγρια.

Μεταφέρονταν από τόπο σε τόπο με φορτηγά τρένα, σε συνθήκες όχι πολύ καλύτερες από εκείνες των γεμάτων ασθένειες πλοίων, με τα οποία εγκατέλειψαν την πατρίδα τους.

Το γεύμα του εργάτη ήταν ένα ξεροκόμματο ψωμί και μερικά φασόλια.  Το κρεβάτι του, ένα σκληρό στρώμα στον κοιτώνα κάποιου γκέτο, όπου οι μετανάστες διαχωρίζονταν ανά εθνικότητα.

Η ασφάλεια ήταν άγνωστη λέξη και η αβεβαιότητα κανόνας. Πολλοί πέθαναν άκλαυτοι σε φριχτά εργατικά ατυχήματα και φυσικά αντικαταστάθηκαν αμέσως, από τα επόμενα υποψήφια θύματα.

Η μοναδική παρηγοριά τους ήταν οι νοσταλγικές αναμνήσεις από την πατρίδα, όπως τις αποτύπωσαν στα πρωτορεμπέτικα τραγούδια τους μετανάστες βάρδοι σαν τον Γιώργο Κατσαρό, τη Μαρίκα Παπαγκίκα και τον Κώστα Δούσα.

Ναι, ήταν βαριά τα φορτία, που φεύγαν τότε. Οι στίχοι του Θανάση Παπακωνσταντίνου, «Στην Αμερική», σχίζουν την καρδιά. Θα ‘πρεπε, τουλάχιστον, να τη σχίζουν…

Η εύκολη και ανέξοδη ευχή είναι να μη ξαναζήσει ποτέ ο τόπος μας το βασανιστήριο της υποχρεωτικής μετανάστευσης και της προσφυγιάς. Θα μου επιτρέψετε, όμως, να ευχηθώ κυνικά το ακριβώς αντίθετο, για τη δεκαετία που ξεκίνησε.

Ίσως χρειάζεται να βιώσουμε εκ νέου στο πετσί μας τα μαρτύρια στα οποία εμείς υποβάλλουμε τους μετανάστες, όχι τόσο η πολιτεία όσο η πεφωτισμένη κοινωνία μας, μήπως και ανακαλύψουμε τη χαμένη μας Ανθρωπιά.

Δυστυχώς, μόνο έτσι καταλαβαίνει ο νεοέλληνας. Παθαίνοντας, μαθαίνει. Και όχι πάντα.

Εφ’ όσον ξεχάσαμε τόσο γρήγορα την ιστορία μας, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα την ξαναζήσουμε, αργά ή γρήγορα. Το ημιγρέσο δεν θα λογαριάσει τη χαμένη μας ευμάρεια ούτε θα μας θεωρήσει ανώτερη φυλή.

Εάν και εφ’ όσον μας ανοίξει την πύλη, πράγμα φυσικά αμφίβολο, θα είμαστε και πάλι εμείς οι «σκούροι» και οι «άπλυτοι».

Πηγή: Νίκος Παπαδογιάννης – “Κουτί της Πανδώρας”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *