Απελευθέρωση φυλακισμένων Σπάρτης (13 Φλεβάρη 1947) από τον ΔΣΕ, Συγκρότημα Πάρνωνα – Μαίναλου – Ταϋγέτου

Προσωπική μαρτυρία του Αντάρτη Γιάννη Παναρίτη (Κούλη)

..Αρχές Φλεβάρη φύγαμε και πήγαμε στους Αγριάνους. Το χωριό αυτό ήταν ελεύθερο και άδειο, τους είχαν διώξει όλους. Ο αριθμός της δύναμης του τμήματός μας του Πάρνωνα ήταν γύρω στους 120 με 130.

Όταν πηγαίναμε στους Αγριάνους, βγάζαμε μόνιμο φυλάκιο πάνω στο ύψωμα με το εκκλησάκι που ερχόταν ο δρόμος από τα Τσίντζινα. Την ημέρα αυτή, στις 9 Φεβρουαρίου, ήμασταν φυλάκιο η ομάδα πολυβόλου. Το μεσημέρι ήρθαν και μας είπαν να κατέβουμε στο χωριό και μας πήραν το πολυβόλο, ότι θα το κρύψουν για λίγες μέρες. Καταλάβαμε ότι θα πάμε σε κάποια μάχη αλλά ποτέ δεν φανταζόμαστε ότι θα πάμε για τη Σπάρτη.

Ξεκινήσαμε με πορεία προς τα Τσίτζινα σε απόσταση περί τα τρία τέταρτα της ώρας. Μόλις κατηφορίσαμε από το εκκλησάκι και προτού φτάσουμε στην άκρη του χωριού, θυμάμαι το εξής: Μας ειδοποίησε η ομάδα της εμπροσθοφυλακής ότι στο χωριό είδαν κάποια κίνηση. Αλλά η διοίκηση μας απάντησε «Προχωράτε, είναι δικοί μας». Φτάνοντας στην πλατεία, βρήκαμε το τμήμα του Μαίναλου, γύρω στους 25, μεταξύ αυτών ο Σταθάκης Μανόλης, ο Πέρδικας και ο Μπέλας. Επίσης το μικρό τμήμα του Ταϋγέτου, με άλλους καμιά σαρανταριά, με τον Κονταλώνη, τον Μπασακίδη και τον Ξυδέα. Σύνολο στους διακόσιους. Αυτό ήταν το πολυάριθμο τμήμα των «συμμοριτών», όπως είπαν τότε οι κυβερνώντες, που έκανε την απίστευτη και αποφασιστική επιχείρηση της Σπάρτης.

Μόλις ανταμώσαμε, άρχισε η χαιρετούρα και τα αγκαλιάσματα, και θυμάμαι το Σταθάκη Μανώλη που μας αγκάλιαζε και μας έλεγε, «Πού είσαστε, μωρέ Παρνωνίτες;» Ήταν μια από τις ωραιότερες συναντήσεις. Χιόνιζε συνεχώς και όλες οι βουνοκορφές ήταν γεμάτες. Στα Τσίτζινα καθίσαμε δυο μέρες. Το βράδυ στις 11 του μηνός Φεβρουαρίου πάλι σε πορεία και το πρωί στις 12 φτάσαμε πίσω από το βουνό Σταματήρα και λημεριάσαμε μέσα σε κάτι μαντριά.
Ο καιρός είχε γυρίσει νοτιάς και έβρεχε όλη την ημέρα. Μας μοίρασαν από λίγα πυρομαχικά και μας είπαν να καθαρίσουμε τα όπλα. Καταλάβαμε ότι πάμε για μάχη, αλλά μας ήταν άγνωστο για πού μέχρι την τελευταία στιγμή. Με το βασίλεμα του ήλιου συνταχτήκαμε έξω και προτού μας μιλήσουν ξεχώρισαν το κάθε τμήμα με την αποστολή που είχε.

Κάθε επικεφαλής τμήματος ήξερε και την ώρα της αποχώρησης που είχαν ορίσει μετά την μάχη. Όλα είχαν μελετηθεί και καθοριστεί με μαθηματική ακρίβεια. Μας είπαν «Μεγάλη προσοχή στα πυρομαχικά!» – η πιο μεγάλη μας αρρώστια που μας βασάνιζε σε όλη τη διάρκεια του εμφυλίου και μας έδενε τα χέρια.

Σε μια στιγμή μέσα στη σιωπή που υπήρχε μέχρι αυτή την ώρα και περιμένοντας ανυπόμονοι την ανακοίνωση της μάχης, που πάντοτε για λόγους ασφαλείας γινόταν προτού ξεκινήσουμε, βγαίνει ο Ρογκάκος και αρχίζει ως εξής: «Συναγωνιστές, από τη σοβαρότητα της αποψινής επιχείρησης και την εξέλιξή της θα κριθούν πολλά πράγματα για το κίνημά μας στην Πελοπόννησο αλλά και γενικότερα. Πάμε να απελευθερώσουμε τους φυλακισμένους συναγωνιστές μας».

Για μια στιγμή μείναμε άφωνοι, κοιτούσε ο ένας τον άλλον.
Συνέχισε για λίγο και τελείωσε ως εξής: «Εάν κάποιος συναγωνιστής έχει διαφορετική άποψη και δεν συμφωνεί να μας το πει». Και μέσα από αυτή τη σιωπή ακούστηκε από όλους σαν μια φωνή: «Όχι! Να ξεκινήσουμε!»

Κάθε τμήμα είχε την αποστολή του. Ο Σαρρήγιαννης με το Γιωργόπουλο, αν θυμάμαι καλά, θα πήγαιναν για τις φυλακές, ο Σταθάκης με τον Μπελά, στην επαγγελματική σχολή που υπήρχε κάποια διλοχία ή τάγμα στρατού. Άλλο τμήμα θα πήγαινε για την ανατίναξη του ηλεκτρικού σταθμού. Ο Μπασακίδης θα έπιανε τις ενέδρες προς την Τρύπη. Ο Κωνστανταράκος θα πήγαινε στο κτήριο Διοίκησης Χωροφυλακής. Στου Κωνστανταράκου το τμήμα άνηκα και εγώ σαν γεμιστής σε κάποιο τσέχικο οπλοπολυβόλο. Αυτή ήταν η διάταξη και η αποστολή κάθε τμήματος.

Η βροχή είχε σταματήσει. Η πορεία ξεκίνησε και μέσα σε δυο με τρείς ώρες, κατά τις εννέα με δέκα, είχαμε φτάσει έξω από τη Σπάρτη. Στη γέφυρα του Ευρώτα βρισκόταν μια ομάδα από πρωτύτερα. Το τμήμα το δικό μας περάσαμε τη γέφυρα, μετά βαδίσαμε δεξιά της γέφυρας, περάσαμε τη δεξαμενή, κατεβήκαμε και πιάσαμε το δρόμο που έβγαινε στην ευθεία της Διοίκησης Χωροφυλακής. Από δεξιά μας και αριστερά ήταν όλο περιβόλια. Όπως βαδίζαμε με μεγάλη προσοχή και προτού πλησιάσουμε τη Διοίκηση, από τη δεξιά πλευρά μέσα στα περιβόλια, ακούσαμε κάποιο θόρυβο. Σταματάμε αμέσως στην άκρη του δρόμου και τότε μας φωνάζει κάποιος «Αλτ! Ποιοι είσαστε;» Ο Κωνστανταράκος, με την ψυχραιμία που τον διέκρινε πάντα, του λέει: «Συνάδερφοι είμαστε και ερχόμαστε για κάποια αποστολή, πλησίασε πιο κάτω να συνεννοηθούμε».

Μας πλησίασε σε κοντινή απόσταση και, προτού καταλάβει περί τίνος πρόκειται, αστραπιαία ο Κωνστανταράκος του κάρφωσε το πιστόλι και τον έπιασε. Αυτά όλα έγιναν μέσα σε χρόνο λεπτού. Ο άλλος το έσκασε, το βάζει στα πόδια και άρχισε να ρίχνει. Αλλά ευτυχώς την ώρα αυτή άναψε το τουφεκίδι σε όλα τα σημεία της Σπάρτης. Όλα τα τμήματα είχαν φτάσει στις θέσεις τους. Σε λίγο ακούμε την πρώτη νάρκα να ανατινάζει τον ηλεκτρικό σταθμό. Η Σπάρτη βυθίζεται στο σκοτάδι. Μετά από λίγο σκάει και η δεύτερη νάρκα στις φυλακές για να γκρεμίσουν τη μάντρα να βγουν οι φυλακισμένοι. Στην αρχή οι φυλακισμένοι τα έχασαν, πανικοβλήθηκαν. Νόμιζαν ότι ήταν Χίτες για να τους δολοφονήσουν. Η φρουρά της φυλακής αιφνιδιάστηκε και το ‘βαλε στα πόδια. Εμείς πλησιάσαμε τη Διοίκηση Χωροφυλακής και τους χτυπούσαμε για να τους καθηλώσουμε, για να μην βγουν έξω. Δεν μπορούσαμε να βάλουμε νάρκα, γιατί υπήρχαν κρατούμενοι στο κτήριο.
Έτσι τελείωσε το πανηγύρι προτού φτάσει η καθορισμένη ώρα. Τα πυρά άρχισαν αναραιώνουν. Αντίσταση δεν υπήρχε πουθενά. Οι άντρες του τάγματος που βρισκόταν πιο πέρα από τις φυλακές, μέσα σε κτήρια, στην αρχή έκαναν κάποια κίνηση να βγουν αλλά τους καθήλωσαν.

Οι φυλακισμένοι έβγαιναν ο ένας ένας και σε φάλαγγα μαζί με τους αντάρτες τραβούσαν προς την γέφυρα του Ευρώτα. Σιγά σιγά όλα τα τμήματα αποχωρούσαν χωρίς καμιά αντίσταση. Απώλειες δικές μας μηδέν, ούτε τραυματία. Ο εχθρός είχε ένα μικρό αριθμό νεκρούς. Στις φυλακές πιάσαμε κι ένα φύλακα αιχμάλωτο, το Σταρόγιαννη.

Σε λίγη ώρα όλα τα τμήματά μας είχαν αποσυρθεί περνώντας από τη γέφυρα του Ευρώτα οι περισσότεροι. Όταν απομακρυνθήκαμε λίγο, κάναμε μια ολιγόλεπτη στάση. Εκεί έγινε μεγάλο πανηγύρι, αγκαλιές, φιλιά, χαιρετούρες με τους φυλακισμένους, ρωτούσε ο ένας τον άλλον για κάποιο γνωστό δικό του. Έτσι άρχισε κι έτσι τέλειωσε αυτή η μεγαλειώδης και ανεπανάληπτη επιχείρηση.

Έπρεπε όμως να φύγουμε να απομακρυνθούμε για κάθε ενδεχόμενο, όσο ακόμα ήταν νύχτα. Ξεκινάει λοιπόν μια φάλαγγα διπλή σε αριθμό, γιατί από τους 200 περίπου που ήμασταν διπλασιάστηκε η δύναμή μας με τους 218 απελευθερωθέντες.

Έγινε αυτό που μας είπε ο Ρογκάκος προτού ξεκινήσουμε, για τη σοβαρότητα και τις εξελίξεις αυτής επιχείρησης. Πραγματικά είχε τέτοια αντίκτυπο, όχι μόνο στη Λακωνία και στην Πελοπόννησο, αλλά σε όλη την Ελλάδα ακόμη και στο εξωτερικό.

Γιατί στο εξωτερικό είχε πολιτικό κόστος γι’ αυτούς – όταν πήγαιναν στον ΟΗΕ, τους ρωτούσαν: «καλά στην Βόρειο Ελλάδα μας λέτε ότι εισβάλλουν από τις Κομμουνιστικές Χώρες, εκεί κάτω τί γίνεται;» σε όλη την Ελλάδα δεν είχε γίνει τέτοια επιτυχία.

Πορεία λοιπόν και το βράδυ φτάσαμε στα Τσίτζινα κατάκοποι και κουρασμένοι και πολύ περισσότερο οι φυλακισμένοι. Το μεγάλο και άλυτο πρόβλημα και τότε και πάντοτε ήταν η τροφή, η ενδυμασία και ο οπλισμός γενικά. Εμείς από απόψεως πυρομαχικών και οπλισμού ούτε εργοστάσια είχαμε, ούτε αποθήκες, ούτε βοήθεια από πουθενά. Η μόνη πηγή ήταν ό,τι παίρναμε από τις μάχες και μερικά σκουριασμένα όπλα που είχαμε κρύψει μετά την παράδοση του ΕΛΑΣ. Το ίδιο και με την τροφοδοσία, ό,τι παίρναμε από μάχες και διάφορες επιμελητειακές εξορμήσεις που κάναμε στη γύρω περιοχή. Τώρα έμπαινε και το πρόβλημα οπλισμού των φυλακισμένων.

Την άλλη μέρα 14 Φλεβάρη, φύγαμε μια ομάδα με επικεφαλής τον Πάνο Κωνστανταράκο και με αποστολή να πάμε στο Παλιοχώρι να πάρουμε ορισμένα τρόφιμα. Στο Παλιοχώρι υπήρχε κόσμος. Φτάσαμε το μεσημέρι. Πήραμε ορισμένα τρόφιμα, αλλά το απόγευμα προτού φύγουμε, ήρθε σύνδεσμος και μας είπε να μείνουμε, γιατί όλο το Συγκρότημα μετακινήθηκε για το Παλιοχώρι. Το βραδάκι έφτασαν όλοι. Εκεί καθίσαμε καμιά δεκαριά μέρες.
Ο χειμώνας ήταν βαρύς, χιόνιζε συνέχεια. Στο Παλιοχώρι οπλίστηκαν και οι φυλακισμένοι. Έφεραν όπλα από διάφορες κρύπτες, ήταν σκουριασμένα και είδαν κι έπαθαν να τα φέρουν σε λογαριασμό .

Κατά τα τέλη Φεβρουαρίου έγινε ανασυγκρότηση. Ένας αριθμός των φυλακισμένων έφυγε προς το Μαίναλο, άλλος προς τον Ταΰγετο και άλλος έμενε στον Πάρνωνα. Αρχές Μαρτίου έφυγε ο Σαρρήγιαννης για τα χωριά μας στο Ζάρακα με ένα τμήμα. Φύγαμε και το υπόλοιπο Συγκρότημα και πήγαμε στο Πλατανάκι. Καθίσαμε εκεί καιμά δεκαριά ημέρες. Γύρισε και ο Σαρρήγιαννης και έφερε και ορισμένους νεοσύλλεκτους.

Πηγή: Όταν αφηγείσαι αντιστέκεσαι, Λακωνία 1946 – 1949
Έκδόσεις Ιδιομορφή, Σπάρτη – Δεκέμβρης 2003

Συγγραφέας Γιάννης Παναρίτης (Κούλης),
1922 – 2013 (14 Γενάρη)

..Την ιστορία -λένε- τη γράφουν οι νικητές. Την ιστορία του ελληνικού εμφυλίου όμως δεν την έγραψαν αυτοί, ίσως γιατί δεν νίκησαν..Εδώ και αρκετά χρόνια τη γράφουν οι ηττημένοι…

Πηγή: Αυτοοργανωμένη Συλλογικότητα Νισάφι

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *