Ο Φιλίπ Φιλίποβιτς και η δικτατορία του προλεταριάτου – ‘Η με τη δικτατορία του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου ή με τη δικτατορία του προλεταριάτου.

Ο Φιλίπ Φιλίποβιτς, γεννημένος στην πόλη Τσατσάκ της Σερβίας στις 21 Ιουνίου του 1878, ξεκίνησε ως μέλος της δεύτερης γενιάς σέρβων σοσιαλιστών στοχαστών, οι οποίοι επηρεάστηκαν ταυτόχρονα από τους ορθόδοξους μαρξιστές και τους λεγόμενους «ουτοπικούς σοσιαλιστές», όπως ο Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν, ο Ρόμπερ Όουεν, ο Βάσα Πέλαζιτς και ο Σβετοζάρ Μάρκοβιτς.

Στα πρώτα του χρόνια, το ρεύμα του ορθόδοξου μαρξισμού θριάμβευσε και η επιτυχία του στέφθηκε με την ίδρυση του Σερβικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SSDP), το οποίο είχε ως βάση τις αρχές της Δεύτερης Διεθνούς, το 1903. Ο ίδιος ο Φίλιποβιτς ήρθε κοντά με αυτό το ρεύμα. Στην ηλικία των δεκαεννέα ετών, ως φοιτητής, έγινε μέλος της Λέσχης Σοσιαλιστών της Ανώτατης Εκπαίδευσης και του Εργατικού Σωματίου στο Βελιγράδι.

Λόγω της επαναστατικής του δραστηριότητας, το 1899 βρέθηκε στη Ρωσία, με σκοπό να αποφύγει την καταπίεση που δέχονταν οι σοσιαλιστές από τον βασιλιά Μίλαν Γ’ Ομπρένοβιτς . Εισήχθη στη σχολή μαθηματικών στην Αγία Πετρούπολη, όπου αποφοίτησε το 1904. Εν τω μεταξύ, εντάχθηκε στους Μπολσεβίκους του Λένιν και συμμετείχε στα επαναστατικά γεγονότα του 1905.

Μετά την επανάσταση, παρέμεινε στη Ρωσία, όπου εργάστηκε ως καθηγητής μαθηματικών και περιστασιακά ως ανταποκριτής απ’ την Αγία Πετρούπολη για την σοσιαλιστική εφημερίδα «Radničke novine» (μτφ: «Η εφημερίδα των Εργατών»), η οποία διακινούταν στο Βελιγράδι. Το 1912 επέστρεψε στη Σερβία, όπου εργαζόταν ως ανταποκριτής των Βαλκανίων για την γνωστή Μπολσεβικική εφημερίδα Πράβντα, καθώς και ως συντάκτης της εφημερίδας των Εργατών.

Έγινε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Σερβικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και γραμματέας του Επιμελητηρίου Εργαζομένων, που ήταν μια μορφή επιθεώρησης για την επίβλεψη της εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας. Βοηθούσε τους εργαζόμενους σε απεργίες, δικαστικές υποθέσεις και άλλους αγώνες κατά των εργοδοτών και κατέγραφε τις συχνές εργοδοτικές παραβιάσεις του νόμου και τους θανάτους εργαζομένων στους χώρους εργασίας.

Κατά τη διάρκεια της Αυστρο-Ουγγρικής κατοχής της Σερβίας, συνελήφθη και, κατόπιν αιτήματος των Αυστριακών Σοσιαλδημοκρατών, αντί για κράτηση σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, φυλακίστηκε στη Βιέννη. Έχοντας αναπτύξει επαφές με τη ριζοσπαστική αριστερή πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας, στα τέλη του 1918 μετακόμισε στη Βουδαπέστη και στη συνέχεια μετακόμισε στο νεοσύστατο Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. Έγινε Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Γιουγκοσλαβίας στο Συνέδριο Ενοποίησης τον Απρίλιο του 1919.

Λίγο αργότερα, συνελήφθη για πρώτη φορά με την κατηγορία ότι προετοίμαζε «κομμουνιστικό πραξικόπημα», αλλά απελευθερώθηκε. Τον Αύγουστο του 1920 εξελέγη δήμαρχος του Βελιγραδίου, αλλά η βασιλική εξουσία δεν του επέτρεψε να αναλάβει καθήκοντα. Λίγους μήνες αργότερα, εξελέγη στη Συντακτική Συνέλευση, όμως το φθινόπωρο του 1921 συνελήφθη και καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκισης.

Με την απελευθέρωσή του από τη φυλακή στα τέλη του 1923, ο Φιλίποβιτς έγινε πρόεδρος του νόμιμου Ανεξάρτητου Εργατικού Κόμματος της Γιουγκοσλαβίας (NRPJ) και το επόμενο έτος πήγε στη Μόσχα και εκπροσώπησε το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας (CPY) στο πέμπτο συνέδριο της Κομιντέρν. Παρόλο που ήταν αρχικά κοντά στις θέσεις της “δεξιάς” φράξιας, θα υπακούσει στην πειθαρχία του κόμματος και τις αποφάσεις της πλειοψηφίας, και τελικά θα ταχθεί πλάϊ στην “αριστερή” φράξια του CPY. Εργάστηκε για την Κομιντέρν, κυρίως στην Αυστρία και τη Γερμανία, και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε μόνιμα στην ΕΣΣΔ. Έγινε μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1926. Επανεξελέγη πολλές φορές στην Κεντρική Επιτροπή και στο Πολιτικό Γραφείο του CPY και το 1928 ήταν ένας από τους υπεύθυνους υλοποίησης της «αντι-φραξιονιστικής» ανοιχτής επιστολής της Κομιντέρν, που στόχευε στην παύση της διχόνοιας μέσα στο κόμμα.

Ως πειθαρχημένο μέλος που ποτέ δεν συμμετείχε σε ενδοκομματικές διαμάχες, μετά τον θάνατο του Τζούρο Τζάκοβιτς, εκλέχτηκε οργανωτικός γραμματέας του CPY. Κάτω από συνθήκες που δεν είχαν αποσαφηνιστεί πλήρως, το 1932 απολύθηκε από όλες τις θέσεις του CPY και της Κομιντέρν.

Έπειτα, αποπέμφθηκε από το CPY, αλλά η απόφαση αυτή ανατράπηκε μετά από αίτημα του νέου αρχηγού του κόμματος, Μίλαν Γκόρκιτς. Έκτοτε δεν κατείχε καμία θέση στο Κομμουνιστικό Κόμμα ή στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, εκτός από το 1935 όπου ήταν εκπρόσωπος του CPY στο 7ο Συνέδριο της Κομιντέρν. Έργαστηκε στο Διεθνές Αγροτικό Ινστιτούτο και δημοσίευσε αρκετές επιστημονικές εργασίες, κυρίως για αγροτικά και εθνικά θέματα στα Βαλκάνια. Συνελήφθη στις 7 Φεβρουαρίου 1938 και εκτελέστηκε άδικα δύο μήνες αργότερα, με αβάσιμες κατηγορίες για συμμετοχή σε “αντι-σοβιετική τροτσκιστική φράξια εντός του CPY”.

Ο Φίλιποβιτς ήταν ένας από τους ελάχιστους αρχηγούς του κόμματος, του οποίου το όνομα δεν δημοσιεύθηκε στο διάσημο άρθρο σχετικά με τις αποπομπές από το CPY, το οποίο έγραψε ο Τίτο στο μυστικό έντυπο Proleter τον Μάιο του 1939. Ήδη στη δεκαετία του 1950, μετά την επιδείνωση των σχέσεων ανάμεσα στη Γιουγκοσλαβία και την ΕΣΣΔ, απευθυνόταν στους γιουγκοσλαβικούς επιστημονικούς κύκλους, τόσο ως μαθηματικός όσο και ως επαναστάτης.

Αποκαταστάθηκε απ’ την ΕΣΣΔ στις 3 Οκτωβρίου 1957 και στη δεκαετία του 1960 άρχισε να υπάρχει ενδιαφέρον για το επιστημονικό του έργο. Δρόμοι και δημοτικά σχολεία, ειδικά στο έδαφος της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Σερβίας, πήραν το όνομά τους από τον Φίλιπ Φιλίποβιτς, σε πόλεις όπως η Νις και η (γενέτειρά του) Τσατσάκ. Πιθανώς το πιο διάσημο υλικό μνημείο που συνδέεται με αυτόν, το οποίο στη συνέχεια τέθηκε υπό κρατική προστασία, είναι το γκράφιτι “Ψήφος στον Filip Filipovic”, που βρίσκεται ακόμα στον τοίχο ενός κτηρίου στην οδό Sremska στο Βελιγράδι σήμερα, και είναι το παλαιότερο διατηρημένο γκράφιτι στην πόλη.

Τα επιλεγμένα γραπτά του δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά το 1962 και το 1979 κυκλοφόρησε η πρώτη ολοκληρωμένη βιογραφία του. Ένα χρόνο αργότερα, ο σκηνοθέτης Μίλος Ραντιβόεβιτς έκανε την ταινία “Τα όνειρα, η ζωή, ο θάνατος του Φίλιπ Φιλίπλιβιτς”, όπου τον Φίλιποβιτς υποδύθηκε ο γνωστός σέρβος ηθοποιός Αλεξάντερ Μπερτσέκ. Στις 13 Απριλίου 1978, η προεδρία της Κεντρικής Επιτροπής της Ένωσης Κομμουνιστών Γιουγκοσλαβίας αποφάσισε να συλλέξει όλα τα έργα του Φιλίποβιτς και την ίδια χρονιά πραγματοποιήθηκε επιστημονική διάσκεψη για τον χαρακτήρα και το έργο του.

Με βάση έγγραφα από τη διάσκεψη, το 1983, δημοσιεύθηκε η συλλογή “Φίλιπ Φιλίποβιτς – Επαναστατική Σκέψη και Εργασία”. Τα συλλεχθέντα έργα δημοσιεύθηκαν σε δεκατέσσερις τόμους στο διάστημα 1987 και 1989, από το Ινστιτούτο Σύγχρονης Ιστορίας. Το τέλος του σοσιαλισμού και η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας οδήγησαν σε μια απότομη απόρριψη του ενδιαφέροντος για τον Φιλίποβιτς και η δημοσίευση των έργων του έμεινε ουσιαστικά απαρατήρητη. Η οδός Filip Filipovic στη Βρατσάρ, η οποία είχε αυτή την ονομασία από το 1952, μετονομάστηκε το 1997, κατά τη διάρκεια της μοναρχίας του «Σέρβικου Κινήματος της Ανανέωσης» (SPO) και του «Δημοκρατικού Κόμματος» (DS) στο Βελιγράδι. Το σπίτι του Φιλίποβιτς στην οδό Takovska 37 στο Βελιγράδι, το οποίο ήταν προστατευόμενο πολιτιστικό μνημείο από το 1984, κατεδαφίστηκε το 2018.

Ιστορικό πλαίσιο:

Την εποχή του Α ‘Παγκοσμίου Πολέμου, ο Φιλίποβιτς, όπως και η συντριπτική πλειοψηφία του Σερβικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, είχε αναπτύξει σαφείς αντιπολεμικές θέσεις. Κατά συνέπεια, κατά τη διάρκεια της Αυστρο-Ουγγρικής κατοχής της Σερβίας, συνελήφθη και στάλθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Με την υποστήριξη των τότε συντρόφων του από το Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα της Αυστρίας, τον Μάιο του 1917 μεταφέρθηκε στη Βιέννη. Παρόλο που η ελευθερία μετακίνησης και η δραστηριότητά του ήταν υπό περιορισμούς, ασχολήθηκε εντατικά με το θεωρητικό του έργο και ήρθε σε επαφή με πολλές εργατικές οργανώσεις στην Αυστρία.

Έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στην θεωρία του ιμπεριαλισμού και της αυτοδιάθεσης, ζητήματα γύρω απ’ τα οποία επικεντρώθηκαν και σπουδαίες προσωπικότητες της επανάστασης, όπως ο Λένιν, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ο Τρότσκι και ο Καρλ Ράντεκ.

Τον Δεκέμβριο του 1917, ο Φιλίποβιτς εντάχθηκε στην παράνομη μπολσεβικική οργάνωση στη Βιέννη μαζί με μια ομάδα ρώσων που είχαν μεταναστεύσει στην πόλη αυτή. Τον Νοέμβριο του 1918 συνελήφθη στη Βιέννη για συμμετοχή σε διαδήλωση. Την περίοδο που οι πρώην σύντροφοι του απ’ το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα ήταν στην κυβέρνηση, ο Φίλιποβιτς τους έστειλε μια αιχμηρή ανοικτή επιστολή όπου καταδίκαζε την υποκρισία τους, τη δίωξη των εργατών και την κατάληψη της εξουσίας για την εγκαθίδρυση μιας αστικής δημοκρατίας.

Από τη Βιέννη έφυγε για τη Βουδαπέστη, όπου συνάντησε τον Μπέλα Κούν, γνωστό για τον ηγετικό του ρόλο στο κομμουνιστικό κίνημα της Ουγγαρίας εκείνη την περίοδο. Μετά από ένα μήνα πηγε στο Ζάγκρεμπ. Κατά την άφιξή του στο νεοσύστατο Βασίλειο των Σέρβων, των Κροατών και των Σλοβένων, ο Φιλίποβιτς αφιερώθηκε στη συγκρότηση των εργατικών οργανώσεων και την προετοιμασία για την ίδρυση Κομμουνιστικού Κόμματος. Παράλληλα, από τη διαμονή του στη Βιέννη, ο Φιλίποβιτς άρχισε να γράφει θεωρητικά κείμενα για την εφημερίδα «Φωνή της Ελευθερίας» (Glas slobode) που εκδιδόταν στο Σαράγιεβο και στη συνέχεια για την εφημερίδα «Λαϊκή Βούληση» (Narodnaja Volja) στην Πόζεγκα. Σκοπός αυτών των άρθρων ήταν να διαδόσει τις ιδέες του επαναστατικού σοσιαλισμού στους νέους της εργατικής τάξης. Στο παρακάτω κείμενο, ο Φιλίποβιτς έρχεται σε θεωρητική διαμάχη με τον Eduard Kürschner, ο οποίος ήταν αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος και δήμαρχος της Πόζεγκα από το 1904 έως το 1918, απαντώντας στις τοποθετήσεις που είχε κάνει ενάντια στον Μπολσεβικισμό.

Αυτό το κείμενο του Φιλίποβιτς πρόκειται για χαρακτηριστικό παράδειγμα ιδεολογικής και πολιτικής υπεράσπισης του πρώιμου Μπολσεβικισμού. Η έμφαση δίνεται πρωτίστως στην βάρβαρη εμπειρία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, του οποίου η αιματοχυσία απείλησε τόσο τα καπιταλιστικά κόμματα όσο και την παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία, η πλειοψηφία της οποίας υποστήριξε τη συμμετοχή στον πόλεμο του 1914, γεγονός που στους επαναστατικούς κύκλους θεωρήθηκε ως προδοσία.

Εξαιτίας της βαθιάς δυσπιστίας απέναντι στους υπάρχοντες θεσμούς της αστικής κοινωνίας, ένας τεράστιος αριθμός του πληθυσμού δημιούργησε εργατικά συμβούλια ή Σοβιέτ (που επίσης υπήρχαν στην επικράτεια του Βασιλείου των Σέρβων, των Κροατών και των Σλοβένων, συχνά ως αντίβαρο των «λαϊκών συμβουλίων» που εκπροσωπούσαν αποκλειστικά το «εθνικό συμφέρον» μιας συγκεκριμένης εθνοτικής ομάδας).

Ο Φίλιποβιτς εξηγεί πώς τα συμβούλια των εργαζομένων στη Ρωσία λειτουργούσαν ως μια νέα, πιο αντιπροσωπευτική μορφή δημοκρατίας. Αν και δεν είναι ιδιαίτερα λεπτομερής, η περιγραφή που κάνει χρησιμεύει επίσης ως μια καλή απεικόνιση του χάσματος που υπήρχε μεταξύ της λειτουργίας των Σοβιέτ στην αρχή της Ρωσικής Επανάστασης και της επακόλουθης μεταβολής τους. Επιπλέον, ο Φιλίποβιτς εξετάζει με προσοχή τα επιχειρήματα σχετικά με τη δικτατορία και την επαναστατική βία, ζητήματα για τα οποία οι πολιτικοί αντίπαλοι επιτίθενται συχνότερα στους Μπολσεβίκους.

Μεταξύ άλλων, υπενθυμίζει τη δημοκρατική στάση των Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών της εποχής, όπου απαίτησαν από τα μέλη των αστικών κομμάτων, αν εναντιώνονται στη βία, να στηρίξουν τη δημιουργία ενός γιουγκοσλαβικού κράτους και την πτώση της δυναστείας των Αψβούργων, που ασκούσε βία και καταπίεση στον λαό. Τέλος, το κείμενο αναδεικνύει, σε γενικές γραμμές, τη σημασία της επαναστατικής συμπόρευσης της εργατιάς και της αγροτιάς, που ήταν ένα είδος αναθέματος προς τους ορθόδοξους μαρξιστές της Δεύτερης Διεθνούς. Ωστόσο, παρόλο που ο Φιλίποβιτς ήταν ένας από τους γιουγκοσλάβους κομμουνιστές που ήταν πιο κοντά στον Μπολσεβικισμό, ακόμη και σε αυτό το σημείο δεν προχωρά σε μια εις βάθος ανάλυση του αγροτικού ζητήματος και της σημασίας του για την επανάσταση, αλλά παραμένει σε γενικές θέσεις και συνθήματα για την εργατική-αγροτική ενότητα.

Το άρθρο εδώ δημοσιεύεται στον πέμπτο τόμο των συλλεχθέντων έργων του Φίλιπ Φιλίποβιτς, που εκδόθηκε από τον Τόμα Μιλένκοβιτς, στην έκδοση του Ινστιτούτου Σύγχρονης Ιστορίας το 1987.

Κείμενο:

«Σχετικά με τη δικτατορία του προλεταριάτου»

Αν και η Οκτωβριανή επανάσταση μας έδειξε το δρόμο για την οικοδόμηση μιας κομμουνιστικής (σοσιαλιστικής) κοινωνίας, πολλοί αστοί και σοσιαλ-σοβινιστές πολιτικοί προσπαθούν να αποδείξουν ότι η πορεία προς τον σοσιαλισμό δεν οδηγεί στη δικτατορία του προλεταριάτου. Ένας απ’ αυτούς είναι ο κ. Kürschner, ο οποίος, στην εφημερίδα «Ο αγγελιοφόρος της Πόζεγκα» γράφει συνειδητά ή ασυνείδητα για τη δικτατορία της εργατικής τάξης ως ένα φρικτό φαινόμενο.

Ο κ. Kürschner θέλει να παρουσιάσει τη δικτατορία της εργατικής τάξης ως κάτι φρικιαστικό, διότι, όπως λέει, καταστρέφει κάθε ελευθερία . Οπότε για αρχή, θα απαντήσουμε στον κ. Kürschner τι είναι η δικτατορία του προλεταριάτου.

Η δικτατορία της εργατικής τάξης είναι η εργατική εξουσία που καταλαμβάνει τη διακυβέρνηση του κράτους, και έχει ως καθήκον να μετατρέψει την καπιταλιστική κοινωνία σε κομμουνιστική. Και αυτή η εργατική δύναμη μπορεί να προκύψει μόνο από την σοσιαλιστική επανάσταση της εργατιάς, η οποία ανατρέπει το αστικό κράτος και την εξουσία του και, πάνω στα ερείπια τους, δημιουργεί μια νέα εξουσία, την εξουσία του ίδιου του προλεταριάτου και της αγροτιάς. Αμέσως μετά τη Παρισινή Κομμούνα, ο Ένγκελς έγραψε ότι «έχει αποδειχθεί ξανά και ξανά στο Παρίσι ότι δεν μπορεί να υπάρξει άλλη επανάσταση πέρα από την προλεταριακή». Διευκρίνισε ότι «το καθήκον των μελλοντικών επαναστάσεων δεν είναι να μετακινήσουν τη γραφειοκρατική στρατιωτική μηχανή από τα χέρια του ενός στα χέρια ενός άλλου, όπως συνέβη μέχρι τώρα», αλλά ότι «αυτό είναι που πρέπει να σπάσει». Το προλεταριάτο πρέπει να κατακτήσει την πολιτική εξουσία για να εφαρμόσει τον σοσιαλισμό, αλλά πριν από αυτό πρέπει να καταστρέψει τη μηχανή του αστικού κράτους.

Η εργατική τάξη δεν μπορεί ποτέ να επιτύχει τίποτα, με το να αποπειράται να διαπραγματευτεί και να πείσει τους καπιταλιστές. Μόνο μέσω της επανάστασης μπορεί να απελευθερωθεί. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οποιαδήποτε επανάσταση σημαίνει βία εναντίον των προηγούμενων κυρίαρχων. Η ιστορία μας παρέχει πολλά παραδείγματα: Στη ρωσική επανάσταση του Φλεβάρη του 1917, η βία ξέσπασε σαν χείμαρρος εναντίον του αυτοκράτορα Νικόλαου Β’. Στην Οκτωβριανή επανάσταση του 1917 υπήρξε βία από τους προλετάριους και τους χωρικούς εναντίον των εργοδοτών και της μπουρζουαζίας. Οι επαναστάσεις στη Γερμανία, την Αυστρία και την Ουγγαρία άσκησαν βία ενάντια σε αυτοκράτορες και βασιλιάδες, όπως ο Γουλιέλμος και ο Κάρολος, ενάντια σε στρατηγούς και φεουδάρχες. Και η βία εναντίον εκείνων που καταπιέζουν εκατομμύρια εργάτες και αγρότες, όχι απλώς δεν είναι σκουριασμένη, τουναντίον, είναι άλλοτε περισσότερο άλλοτε λιγότερο αναγκαία, είναι άγια. Όποιος φοβάται αυτού τους είδους τη βία δε μπορεί να λέγεται επαναστάτης. Θα μπορούσε κ. Kürschner να υφίσταται το γιουγκοσλαβικό κράτος αν δεν υπήρχε η βία ενάντια στην Αυστρο-Ουγγρική μοναρχία;

Μετά την σοσιαλιστική επανάσταση, η εργατική τάξη και η αγροτιά στη Ρωσία έπρεπε να υπομείνουν σε μια έκρυθμη μάχη με τους εξωτερικούς και τους εσωτερικούς εχθρούς τους. Και για έναν τέτοιο αγώνα χρειάστηκε μια οργάνωση, ισχυρή, μεγάλη και ενωμένη, που θα έχει στη διάθεσή της όλα τα απαραίτητα μέσα μάχης… Και μια τέτοια εργατική οργάνωση είναι το προλεταριακό κράτος. Κι όπως κάθε κράτος, έτσι κι αυτό είναι μια οργάνωση της άρχουσας τάξης (στην περίπτωση αυτή η άρχουσα τάξη είναι το προλεταριάτο). Και ως τέτοια, είναι η οργάνωση της βίας, αλλά μιας βίας της πλειοψηφίας του λαού ενάντια σε μια ισχνή μειοψηφία: είναι η βία των εργαζομένων και των αγροτών ενάντια στην αστική τάξη. Ωστόσο, σήμερα συμβαίνει το αντίθετο. Το αστικό κράτος είναι η οργάνωση της βίας μιας μειοψηφίας κατά της πλειοψηφίας, διότι επιβάλλει τη δικτατορία του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου. Και το εργατικό κράτος είναι η δικτατορία του προλεταριάτου. Ενόσω λοιπόν η μπουρζουαζία, με τους υπηρέτες της, τους σοσιαλσοβινιστές και τους κεντρώους, είναι εναντίον αυτής της δικτατορίας, μέχρι στιγμής οι κομμουνιστές όλων των χωρών τάσσονται στο πλευρό της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Ο κ. Kürschner εξακολουθεί να βρίσκει τον εαυτό του στις παραδόσεις και τις αυταπάτες της ξεπερασμένης μορφής του κοινοβουλευτικού αστικού κράτους. Δεν φαίνεται να έχει επηρεαστεί από αυτόν τον παγκόσμιο πόλεμο. Εξακολουθεί να ζει σε αυτή την παλιά ψευδαίσθηση, λες και το κοινοβούλιο εκφράζει τη βούληση των περισσότερων λαών. Ωστόσο, για όλους όσους βρίσκονται στην πλευρά των καταπιεσμένων, είναι σαφές ότι μόνο μια νέα μορφή κυβέρνησης – η σοβιετική εξουσία – μπορεί να σώσει την ανθρωπότητα από την καταστροφή στην οποία ρίχτηκε προς όφελος αυτού του παγκόσμιου πολέμου. Η εξουσία των εργατικών, στρατιωτικών και αγροτικών συμβουλίων αντικαθιστά το κοινοβουλευτικό καπιταλιστικό κράτος. Η αστική τάξη, οι σοσιαλσοβινιστές και οι κεντρώοι ευλογούν τον κοινοβουλευτισμό. Φωνάζουν παντού εναντίον της σοβιετικής κυριαρχίας. Και γιατί αυτό; Επειδή απλά φοβούνται τη δύναμη των εργαζομένων και θέλουν η εξουσία να παραμείνει στα χέρια της μπουρζουαζίας. Συνεπώς, ο κ. Kürschner είτε δεν έχει ενημερωθεί ακριβώς για τη σοβιετική πολιτική και, ως εκ τούτου, έχει μια λανθασμένη γνώμη, ή αν είναι ενημερωμένος, τότε συνειδητά και εσκεμμένα υποστηρίζει ένα κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης, επειδή είναι αντίπαλος της εργατικής και αγροτικής εξουσίας.

Τώρα, τίθεται ένα νέο ερώτημα: δηλαδή, ποια είναι η κύρια διαφορά μεταξύ ενός κοινοβουλευτικού κράτους και μιας σοβιετικής δημοκρατίας;

Στη Σοβιετική Ρωσία, οι τάξεις εκείνες που δεν εργάζονται και δεν παράγουν τίποτα δεν έχουν δικαίωμα ψήφου και δεν συμμετέχουν στην κυβέρνηση. Τα εργατικά, αγροτικά και στρατιωτικά συμβούλια (Σοβιέτ) κυβερνούν το κράτος και από εκεί εκλέγονται οι εργαζόμενοι μέσω εργοστασίων, εργαστηρίων, ορυχείων και χωριών. Το παπαδαριό, οι τραπεζίτες, οι ενοικιαστές, οι αξιωματικοί και άλλα κοινωνικά παράσιτα δεν έχουν πολιτικά δικαιώματα. Τα θεμέλια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας τρίζουν απ’ τα χτυπήματα που δέχονται. Το ανώτατο όργανο της Σοβιετικής Δημοκρατίας είναι το Συνέδριο των Σοβιέτ. Στην αντίπερα όχθη, εντός του κοινοβουλευτικού εκλογικού σώματος, πέρα από τους εργάτες και τους αγρότες, βλέπουμε ότι κυριαρχούν οι επίσκοποι, οι βιομήχανοι, οι ιδιοκτήτες γης, οι νοικοκυραίοι και άλλοι καπιταλιστές. Στα Σοβιέτ, μόνο οι εργάτες, οι αγρότες και οι φτωχοί χωρικοί έχουν κυρίαρχο ρόλο, δηλαδή μόνο εκείνοι που παράγουν και δημιουργούν τον πλούτο του λαού. Στο αστικό κράτος γίνονται εκλογές μόνο μία φορά μέσα σε 4-5 χρόνια, ενώ στο σοβιετικό καθεστώς κάθε 5 – 6 μήνες.

Ο κ. Kürschner είναι εξαιρετικά γελασμένος αν ειλικρινά πιστεύει ότι μόνο ένα κοινοβουλευτικό κράτος αποτελεί την αντανάκλαση της θέλησης του λαού, επειδή υποτίθεται ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται από την πλειοψηφία. Έχοντας στα χέρια της τον Τύπο, τις εφημερίδες, τα περιοδικά, τον μεγάλο πλούτο και μέσα από δωροδοκίες υπαλλήλων και ψηφοφόρων, μέσα από τη στελέχωση χιλιάδων έμμισθων πρακτόρων και με το παπαδαριό να ελέγχει τους πιστούς, η αστική τάξη μηρυκάζει πάντοτε το δικαίωμα του εκλέγειν και της αυτοδιάθεσης του λαού. Η μπουρζουαζία δεν εγκαταλείπει ποτέ την εξουσία. Υπό το πρόσχημα της δημοκρατίας, το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο είναι αυτό που κυβερνάει. Με πιο απλά λόγια, κάθε προλετάριος αισθάνεται στο πετσί του τι σημαίνει η κυριαρχία της αστικής τάξης, ανεξάρτητα από τις όποιες μορφές μπορεί να λαμβάνει.

Η σοβιετική εξουσία είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Η βασική διαφορά έγκειται στο ότι η κυβέρνηση στηρίζεται στις ανώτατες εργατικές και αγροτικές οργανώσεις και υπάρχει διαρκής και στενή σχέση μεταξύ της κεντρικής επιτροπής και των τοπικών συμβουλίων. Ας πάρουμε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα για να εξηγήσουμε την αρχή της σοβιετικής κυριαρχίας: Την εθνικοποίηση (κοινωνικοποίηση) των βιομηχανικών επιχειρήσεων διαχειρίζεται το Ανώτατο Σοβιέτ Εθνικής Οικονομίας. Το συμβούλιο αυτό περιλαμβάνει εκπροσώπους του κύριου συμβουλίου επιχειρήσεων, συνεταιρισμών, συμβούλων ελέγχου εργοστασίου και άλλων οργανώσεων. Σε αυτό το Σοβιέτ, καταρτίζονται σχέδια για παραγωγή, τόσο από μεμονωμένα επαγγέλματα όσο και ως σύνολο. Μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία, οι σοβιετικές οργανώσεις συμμετέχουν στην οικοδόμηση της νέας σοσιαλιστικής τάξης. Επιπλέον, κάθε εργαζόμενος ασκεί επιρροή στο κράτος όχι μόνο επειδή ψηφίζει και εκλέγει αντιπροσώπους για τα Σοβιέτ, αλλά και επειδή έχει το δικαίωμα να υποβάλει προτάσεις ή εργασιακά σχέδια και εάν η πρότασή του εγκριθεί από το συμβούλιο, αποκτά την ισχύ του νόμου.

Ο κ. Kürschner θα εκπλαγεί σίγουρα αν του πούνε ότι δεν υπάρχαν δήμοι, κομητείες και ιερές σύνοδοι στη Σοβιετική Δημοκρατία. Οι εργαζόμενοι και οι αγρότες δεν αναγνωρίζουν πλέον αυτά τα όργανα, από τα οποία έχουν δεχτεί καταπίεση και εκμετάλλευση για τόσους αιώνες. Δημιουργούν εργατικά συμβούλια τόσο στη Ρωσία όσο και στη Γερμανία, τόσο σε τοπικό όσο και σε κεντρικό επίπεδο, όπου συζητώνται και διευθετούνται όλα τα πολιτικά και οικονομικά ζητήματα. Τα Σοβιέτ επιβάλλουν όλες οι επιχειρήσεις να βρίσκονται υπό τον έλεγχο των εργαζομένων, εθνικοποιούν τις τράπεζες, θεσπίζουν το κρατικό μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου, συνεργάζονται για την οργάνωση του Κόκκινου Στρατού και τη συγκρότηση των σχολείων, των εξωσχολικών μαθημάτων, της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κοκ. Στα συμβούλια αυτά ανοίγει ένα ευρύ πεδίο για την αυτοαπασχόληση και την πρωτοβουλία των εργατών και των αγροτών. Και αν ο εργαζόμενος είναι πιο ενεργός, πιο ευκίνητος, όσο αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και αυτοοργανώνεται, τόσο καλύτερο για τη σοβιετική εξουσία. Στο αστικό κράτος, αντίθετα, αν ο εργαζόμενος είναι πιο παθητικός, κι όσο λιγότερο ενδιαφέρεται για την πολιτική, τόσο καλύτερα για τους καπιταλιστές.

Κάνεις τεράστιο λάθος κ. Kürschner όταν λες ότι «οι μπολσεβίκοι ασκούν τη δικτατορία τους με τρόμο: σκοτώνουν, καταστρέφουν τους αντιπάλους τους …» και ότι «δεν έχουν με το μέρος τους την πλειοψηφία του λαού». Θα σε παρότρυνα να πας στη Μόσχα το συντομότερο δυνατόν προκειμένου να δεις με τα ίδια σου τα μάτια και να πειστείς ότι αυτό είναι ένα άσχημο ψέμα και μια κακή συκοφαντία. Εάν δεν μπορείς να ταξιδέψεις στη Σοβιετική Ρωσία, τότε θα πρέπει τουλάχιστον να εξοικειωθείς με τη ρωσική δημοσιογραφία και την επαναστατική λογοτεχνία που δημοσιεύεται τώρα στη Ρωσία, που θα σε πείσει για τις σπουδαίες επιτυχίες της σοβιετικής κυριαρχίας σε όλους τους τομείς. Όποιος γνωρίζει τις ρωσικές στατιστικές γνωρίζει πολύ καλά ότι η εργατική τάξη και οι φτωχοί χωρικοί αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού στη Ρωσία. Και ο κ. Kürschner λέει, “… όποιος έχει την πλειοψηφία του λαού δίπλα του, δεν πρέπει να επιβάλλει την εξουσία του”. Όμως ποιοι ασκούν βία κατά του λαού σήμερα; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλοι οι νοήμονες άνθρωποι θα παραδεχτούν ότι οι καπιταλιστές στη χώρα αποτελούν μειοψηφία ακόμη και όταν κυβερνούν. Κι αυτό σημαίνει ότι η βία τους είναι μειοψηφική και στρέφεται κατά της πλειοψηφίας. Δεν υπάρχει μέση λύση σήμερα! Κ. Kürschner θα πρέπει να επιλέξεις:

ή με τη δικτατορία του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου ή με τη δικτατορία του προλεταριάτου.

Βελιγράδι, 20 Φεβρουαρίου 1919. Φιλίπ Φιλίποβιτς

Μετάφραση Aegri Somnia από εδώ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *