Το κίνημα του Παπουλάκου: Ο θρίαμβος του σκοταδισμού και της θρησκοληψίας

Τον Απρίλη του 1852 φτάνει στη Μονεμβασιά ένας μισότρελος, θρησκόληπτος «καλόγερος», γνωστός ως Παπουλάκος, κι από κει θα πάει στο Γύθειο και στη μέσα Μάνη. Γιατί αυτό ενδιαφέρει την ιστορία; Γιατί τον ακολουθούν σταθερά πάνω από 6.000 (!) άντρες, γυναίκες και παιδιά ενώ είχε και προσωπική φρουρά 500 ενόπλων που τους διοικούσαν αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού όπως ο Φάσος κι ο Μαυροειδής. (Το σύνολο του Ελληνικού στρατού δεν ξεπερνούσε τότε τις 3.000 άνδρες)! Στη Μέσα Μάνη θα κηρύξει επίσημα ανταρσία κατά του Όθωνα. Θα ακολουθήσει εκστρατεία(!) των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων εναντίον του μισότρελου καλόγερου!

Για να κατανοήσουμε όμως αυτήν την απίστευτη ιστορία παρακμής, σκοταδισμού και θρησκοληψίας, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Ο Παπουλάκος ο 1ος

Το 1825, ο Ιμπραήμ σάρωνε την Πελοπόννησο, απόγνωση και τρόμος. Σε τέτοιες στιγμές χαίρονται αγύρτες και μαυραγορίτες. Ένας τέτοιος αγύρτης από τη Ζάκυνθο, σύμφωνα με τον Τρικούπη, ή από την Ιθάκη, σύμφωνα με τον Φραντζή, έφτιαξε ένα ψευτο – μοναστήρι στα Τριπόταμα της Ηλείας και άρχισε να κηρύσσει, να προβλέπει το μέλλον και να βεβαιώνει πως ο Ιμπραήμ θα χαθεί από «άγγελο Κυρίου», άρα δεν χρειαζόταν η Επανάσταση. Οι αφελείς συνέρρεαν κατά χιλιάδες προσφέροντας πολύτιμα δώρα στον «Παπουλάκο», όπως τον ονόμασαν. Εκμεταλλεύτηκε πολλούς και, το χειρότερο, δημιούργησε μεγάλο πρόβλημα καλλιεργώντας τη μοιρολατρία. Ολόκληρα σώματα επαναστατών διαλύθηκαν.

Τελικά, τη λύση την έδωσε ο Ιμπραήμ που, μη ανεχόμενος τις «προφητείες» του, τον έσφαξε. Στο «μοναστήρι» του βρέθηκαν έξι μεγάλες κάσες με χρυσό, ασήμι και κοσμήματα που θα έφταναν να θρέψουν για μήνες τους άντρες του Κολοκοτρώνη…

Ο Παπουλάκος ο 2ος

Δυο δεκαετίες αργότερα, θα εμφανιστεί ο «διάδοχος». Στα Άρμπουνα, χωριό κοντά στα Καλάβρυτα, ζούσαν 4 αδέρφια, οι Παναγιωτόπουλοι, εκτροφείς χοίρων και χασάπηδες. Ένας από αυτούς, ο Χριστόφορος, αυτοχρίστηκε καλόγερος, έφτιαξε κι αυτός ένα μοναστήρι και άρχισε να διδάσκει. Γρήγορα η κατάσταση άρχισε να ξεφεύγει: Αυτός δεν ήταν απλά ένας απατεώνας, ήταν ένας φανατικός θρησκόληπτος. Αν και εντελώς αμόρφωτος, είχε ιδιαίτερη ικανότητα να αντιλαμβάνεται την ψυχολογία της μάζας και να την εκμεταλλεύεται. Το κυριότερο ήταν η συγκυρία: Στα μέσα του 19ου αιώνα η ύπαιθρος του νέου ελληνικού κράτους ήταν βουτηγμένη στη φτώχεια, την εγκατάλειψη, τον αναλφαβητισμό.

Είναι εξαιρετική η περιγραφή του Δ. Φωτιάδη:

«Μαύρη κι άραχλη η ζωή του χωριάτη. Αγωνίστηκε για τη λευτεριά της πατρίδας του και δε χάρηκε μιαν άσπρη μέρα… Σκλάβος του μπέη πριν, σκλάβος των τσιφλικάδων τώρα. Έβλεπε τρεις δαίμονες να τον αρμέγουν: τον κομματάρχη, τον τοκογλύφο και τον χωροφύλακα.  Έτσι, μέσα στην απελπισία του και την αμορφωσιά του στήριξε τις ελπίδες του σε κάποιο θαύμα. Όταν όμως πέσεις σε τέτοιο κατάντημα, θα τυλιχτείς στα δίχτυα του πρώτου αγύρτη…»

Ένας λαός ακολουθεί έναν αγύρτη      

Στις αρχές του 1848 άφησε το μοναστήρι που είχε φτιάξει στην κορυφή της Γκαμήλας και άρχισε τις περιοδείες. Για 4 χρόνια γύριζε όλη την Πελοπόννησο και τα νησιά του Αργοσαρωνικού. Πριν φτάσει σε ένα χωριό οι πιστοί του χτυπούσαν τις καμπάνες και τα πλήθη συνέρρεαν. Φανατικοί οπαδοί του βεβαίωναν απίστευτα θαύματα, έσχιζαν το ράσο του και το έκαναν φυλαχτό, ο Παπουλάκος φορούσε καινούργιο κι αυτό λογιζόταν σαν «μέγα θαύμα», τα ρούχα του δεν πάλιωναν ποτέ. Στις  Σπέτσες, την τελευταία πλάκα της προβλήτας που πάτησε την κονιορτοποίησαν και τη σκόνη την έβαζαν στο προζύμι του ψωμιού! Στο Κρανίδι, όπου σταματούσε έστηναν σταυρό. Όταν κυκλοφόρησε η φήμη πως οι χωροφύλακες κατέβασαν τους σταυρούς οι χωρικοί κατέλαβαν και κατέστρεψαν τον σταθμό της χωροφυλακής. Στην Καλαμάτα έστησαν ξύλινη εξέδρα για να μιλήσει και μετά πουλούσαν τα κομμάτια της ως «τίμιο ξύλο»! Στη Μάνη, όταν ένα απόσπασμα χωροφυλακής επιχείρησε να τον συλλάβει φώναξε «πού είστε γυναίκες μου;» και εκατοντάδες γυναίκες επιτέθηκαν με πέτρες και ξύλα και κατατρόπωσαν το απόσπασμα!

Απίστευτα κι όμως αληθινά…

Η «διδασκαλία» του

Η διδασκαλία του ήταν ένα παραλήρημα, καθόλου αθώο:

O πρώτος εχθρός ήταν η γνώση. Κήρυττε πως όλα όσα πρέπει να γνωρίζει ο άνθρωπος βρίσκονταν στα Ευαγγέλια, στους Ψαλμούς και στην Οκτώηχο. Όλα τα άλλα βιβλία ήταν «άθεα». Τα σχολεία έπρεπε να κλείσουν και πολλοί «πιστοί» γονείς σταματούσαν τα παιδιά τους. Ο Σεραφείμ Παναγάκης, δάσκαλος στα Λαγκάδια της Γορτυνίας, γράφει: «Κυρίως ύβρισεν το καθιερωθέν πρόγραμμα εκπαιδεύσεως το οποίον απεκάλεσεν «άθεα γράμματα» ικανά να οδηγήσουν το έθνος εις τον αφανισμόν και το αίμα… όπου περνά καθίσταται προβληματική και αύτη ακόμη η λειτουργία ενός δημοτικού σχολείου».

Ιδιαίτερο μίσος καλλιεργούσε για την Επιστήμη: όργανο του Σατανά και το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν οι «καρότσες του Διαβόλου», όπως ονόμαζε τα ατμόπλοια που κυριαρχούσαν πια στις θαλάσσιες συγκοινωνίες και μεταφορές. Ήξερε που χτυπούσε: Τα ατμόπλοια εκτόπιζαν τα παραδοσιακά ιστιοφόρα, στα πανιά των οποίων στηριζόταν η ζωή ολόκληρων περιοχών της Ελλάδας, ειδικά των νησιών. Η Ύδρα και οι Σπέτσες βρίσκονταν σε μεγάλη κρίση, ο κόσμος άρχισε να πεινάει εγκαταλελειμμένος από το κράτος. Ο Παπουλάκος έγινε ο εκφραστής του μίσους τους και όταν η Ιερά Σύνοδος εξέδωσε καταδικαστική εγκύκλιο, 3.000 Σπετσιώτες, κυρίως γυναίκες, κατέστρεψαν το σπίτι του εκκλησιαστικού επιτρόπου ενώ ο Έπαρχος σώθηκε τελευταία στιγμή.

Όργανα του Σατανά ήταν κι οι γιατροί και η ιατρική επιστήμη, μόνο η θεία θέληση θα  έσωζε. Εννοείται πως πέθαναν πολλοί και πολλές που τον άκουσαν. Η νομική επιστήμη και ο θεσμός της δικαιοσύνης ήταν επίσης σατανικές, τα δικαστήρια τα ονόμαζε «γυφτόσπιτα». Ακουμπούσε το μίσος των φτωχών χωρικών για τη «δικαιοσύνη» που μόνο δίκαια δεν δίκαζε.

Κορωνίδα της διδασκαλίας του ήταν τα θέματα της ηθικής. Ταύτιζε κάθε ερωτική σχέση με την αμαρτία. Η διαφθορά εκπορευόταν από τις πόλεις, την πρωτεύουσα την αποκαλούσε «πορνεύουσα». Οι γυναίκες έπρεπε να απαρνηθούν τον έρωτα, ακόμα και τον συζυγικό.

Όλα αυτά τα δίδασκε η μία και μόνη αληθινή θρησκεία, η Ορθόδοξη. Όλες οι άλλες ήταν του Σατανά. Αμαρτωλοί και οι επίσκοποι, που τους αποκαλούσε «κατάσκοπους». Φυσικά οι απλοί παπάδες, στη συντριπτική πλειοψηφία τους, τάχτηκαν με το μέρος του. Αμόρφωτοι, φτωχοί και θρησκόληπτοι οι περισσότεροι, μισούσαν κι αυτοί τους επισκόπους.

Και, βέβαια, αφού ήταν μια η θρησκεία, ο Όθωνας ήταν «αβάφτιστος αμαρτωλός» ενώ η μόνη ελπίδα ήταν το «ξανθό, ομόθρησκο γένος», οι Ρώσοι δηλαδή. Κι εδώ, πιάνουμε την πολιτική…

Θρησκοληψία και πολιτική

Στα μέσα του 19ου αιώνα τα τρία κόμματα που γεννήθηκαν την περίοδο της Επανάστασης φθίνουν και σύντομα θα πάψουν να υπάρχουν. Στη χειρότερη θέση βρισκόταν το Ρωσικό κόμμα το οποίο ουσιαστικά δεν είχε κανέναν λόγο ύπαρξης εκτός από την εμμονική υπεράσπιση της «Ορθοδοξίας» από τους «Φράγκους». Στην περίπτωση του Παπουλάκου επιδίωξε τη νεκρανάστασή του, υιοθέτησε το σύνθημα για τον «αβάφτιστο» (καθολικό) Όθωνα, θεωρώντας αυτό αιτία όλων των δεινών.

Με πρωτοβουλία του ρωσικού κόμματος συγκροτήθηκε η «Φιλοορθόδοξος Εταιρεία» με αρχηγό τον κεφαλονίτη Κοσμά Φλαμιάτο, που ζούσε στην Πάτρα. Ο Άννινος γράφει γι αυτόν: «ανήρ μετριωτάτης παιδεύσεως, θρησκομανής, εσκοτισμένον έχων τον νουν…». Προσεταιρίστηκε την πλειοψηφία των καλογέρων των μοναστηριών της Πελοποννήσου οι οποίοι ονομάστηκαν «φύλακες της αμπέλου» και χαρακτηρίζοντας δημόσια τον Όθωνα «νοητόνΕωσφόρον» προσεταιρίστηκαν τον Παπουλάκο . Ας ξαναγυρίσουμε στον Άννινο: «Οι Φιλοορθόδοξοι ιδόντες τον ζήλον του και εννοήσαντες πόσο επωφελής θα ήτο η συμμαχία του προσηταιρίστηκαν αυτόν… Ούτος επήρθη και θεώρησεν εαυτόν προορισμένον να επιτελέσηπολιτικήν και κοινωνικήν μεταβολήν.»!

Είναι αναγκαία μια σύντομη παρένθεση: Για πολλές δεκαετίες και με έμμεσο ή άμεσο τρόπο καλλιεργήθηκε (κι από προοδευτικούς ιστορικούς) η αντίληψη πως το Ρωσικό κόμμα ήταν πατριωτικό και λαϊκό.  Η αλήθεια είναι πως την περίοδο της Επανάστασης, πολλοί από τους αγωνιστές που αντιστάθηκαν στην μετατροπή της Ελλάδας σε αγγλικό προτεκτοράτο στράφηκαν προς τη Ρωσία, ως αντίβαρο. Ο Κολοκοτρώνης, ο Κανάρης, ο Νικηταράς είναι χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός πως το Ρωσικό κόμμα ήταν βαθιά αντιδραστικό στην πολιτική του αντίληψη, υποστήριζε τον τσαρικό δεσποτισμό και όχι τις συνταγματικές ελευθερίες και, πάνω από όλα, ήταν φορέας θρησκοληψίας και σκοταδισμού. Αυτό, με τη σειρά του, δεν δικαιώνει ούτε την εθελοδουλεία των «Μπαρλαίων» (αγγλόφιλοι) του Μαυροκορδάτου ούτε τον αμοραλισμό και τη διαφθορά των «Μοσχομαγγιτών» (γαλλόφιλοι) του Κωλέττη. Οι «Ναπαίοι» όμως, το ρωσικό κόμμα δηλαδή, ήταν πολιτικά το πιο αντιδραστικό, αυτό δεν μπορεί να αποκρύπτεται.

Η αντίδραση της κυβέρνησης και το τέλος του Παπουλάκου           

Το Μάιο του 1852 η κυβέρνηση του Όθωνα κατανόησε πως βρίσκεται μπροστά σε μια αληθινή εξέγερση. Αρχικά προχώρησε στη σύλληψη του Φλαμιάτου και 150 οπαδών της «Φιλοορθοδόξου». Με τον Παπουλάκο όμως ήταν πιο δύσκολα τα πράγματα  βρισκόταν στη Μάνη και η νότια Πελοπόννησος ήταν φανατικά μαζί του. Για τη σύλληψή του λοιπόν οργανώθηκε εκστρατεία: Από ξηράς το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού στρατού (πεζικό, ιππικό και πυροβολικό) με επικεφαλής τον Γενναίο Κολοκοτρώνη. Από τη θάλασσα το σύνολο του στόλου με επικεφαλής τη ναυαρχίδα, την κορβέτα «Όθων».

Ο Παπουλάκος επιχείρησε, στις 27 του Μάη, να καταλάβει την Καλαμάτα, χωρίς επιτυχία. Στις 30 του Μάη, η κορβέτα «Αμαλία» αποβίβασε στρατό στην καρδιά της Μάνης υπό τη διοίκηση του συνταγματάρχη Πιερράκου. Στάθηκε αδύνατον να συλλάβουν τον Παπουλάκο, οι πάντες τον έκρυβαν. Δύο ολόκληρους μήνες τον έψαχνε όλος ο ελληνικός στρατός και τελικά τον έπιασαν με τον κλασικό τρόπο: Βρέθηκε προδότης, ο περιβόητος Παπαβασίλαρος, και στις 23 Ιούλη συνελήφθη σε ένα ερημοκλήσι του Ταΰγετου, στου «Τζέγκου».

Για να μην ξεσηκωθεί η Μάνη τον μετέφεραν αστραπιαία στην κανονιοφόρο « Κανάρης», από κει στη γολέτα «Ματθίλδη» και από κει στη ναυαρχίδα του στόλου, για να χαθούν τα ίχνη, και έφυγαν τρέχοντας για Πειραιά! Οι οπαδοί του αρχικά  δεν το πίστεψαν. Στη συνέχεια διαδόθηκε πως το πλοίο που τον μετέφερε το βούλιαξε «άγγελος», σώθηκε μόνο αυτός. Για βδομάδες χιλιάδες οπαδοί του ξημεροβραδιάζονταν σε παραλίες για να τον δουν να γυρνά πάνω σε δελφίνια. Ο προδότης Παπαβασίλαρος εξαφανίστηκε για να σωθεί, δεν τα κατάφερε, οι Μανιάτες τον βρήκαν και τον σκότωσαν.

Τον Παπουλάκο τον έκλεισαν αρχικά στις φυλακές του Ρίου και στη συνέχεια τον μετέφεραν στην Αθήνα. Δεν τόλμησαν να τον δικάσουν. Από τη μια έτρεμαν ταραχές από την άλλη είμαστε στα 1853, παραμονές του Κριμαϊκού πολέμου: Η ελληνική κυβέρνηση αλλά και η πλειοψηφία της κοινωνίας ονειρεύεται νίκη των «ομόθρησκων» Ρώσων και περιπάτους στην Κόκκινη Μηλιά. Το κλίμα δε σήκωνε σύγκρουση με τα «θρησκευτικά συναισθήματα», ετοιμαζόμασταν για «επίθεση».Την επόμενη χρονιά τα όνειρα και την «επίθεση» θα τα πληρώσει ακριβά η ελληνική κοινωνία αλλά τα παθήματα δε θα γίνουν μαθήματα.

Μέσα σε αυτήν τη δίνη των εξελίξεων ο Παπουλάκος μεταφέρθηκε στο μοναστήρι της Παναχράντου στην Άνδρο όπου πέθανε ξεχασμένος το 1861. Αραιά και πού θα τον θυμηθούν παρεκκλησιαστικά φυλλάδια ή «κομμουνιστοφάγοι διανοούμενοι» σαν τον Κωστή Μπαστιά (ο οποίος θα τιμηθεί για τα «εξαιρετικά» πρότυπά του με τη θέση του διευθυντή της Κρατικής Ραδιοφωνίας).

Επίλογος

Αυτή η απίστευτη ιστορία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «κωμικοτραγική», δεν υπάρχει τίποτα το κωμικό. Ειδικά στην εποχή μας γεννά αναπόφευκτους συνειρμούς: Κάθε εξέγερση που έχει μαζική στήριξη, ακόμα κι αν στρέφεται κατά μιας αντιδραστικής εξουσίας, δεν είναι αυτοδίκαια προοδευτική. Παραδείγματα όπως των «πορτοκαλί» εξεγέρσεων είναι αδιάψευστοι μάρτυρες.

Την ίδια στιγμή η υποχώρηση των απελευθερωτικών και ανθρωπιστικών ιδεών έχει αφήσει ελεύθερο το πεδίο για την επέλαση του ανορθολογισμού, των αντιεπιστημονικών απόψεων, της θρησκοληψίας. Στην εποχή της πανδημίας του κορoνοϊού το βιώνουμε έντονα. Η γνώση και η επιστήμη, οι κοινωνικές τους διαστάσεις βρίσκονται στο στόχαστρο. Κυριαρχούν οι κραυγές για «συνωμοσίες των αντίχριστων» κι οι θαυματοποιοί που προτείνουν «ενέσεις με αντισηπτικά». Η μάχη για την ιστορική μνήμη είναι λιθαράκι στη μάχη για την ήττα των φαινομένων αυτών και απαιτεί από εμάς να αποτινάξουμε και τη δική μας «αρχαία σκουριά» στην προσέγγιση του παρελθόντος.

Για να μπορέσουμε να αποκαλύψουμε  τα ψέματα αυτής της τσούλας, της επίσημης ιστορίας, αλλά και τις σιωπές της. Στη συγκεκριμένη περίπτωση σιωπά εκκωφαντικά, βλέπετε είναι κι αυτή η σχέση κράτους – Εκκλησίας…


Βιβλιογραφικές αναφορές

Δ. Φωτιαδη, «Όθωνας, η Έξωση»

Σπ. Τρικούπη «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως»

Π. Καρολίδη, «Ιστορία του ΙΘ΄Αιώνος»

Μπ. Άννινου, «Χρονικά της βασιλείας του Όθωνος»

Γ. Φιλαρέτου, «Ξενοκρατεία και Βασιλεία εν Ελλάδι»

Πηγή: Σπύρος Αλεξίου – kommon

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *