Η επόμενη ημέρα της πανδημίας

«Είναι πιο εύκολο να εξαπατήσεις τους ανθρώπους, παρά να τους πείσεις ότι έχουν εξαπατηθεί»

Μάρκ Τουέιν

Τώρα πια ακόμα και οι πλέον καλοπροαίρετοι έχουν καταλάβει ότι η κατάσταση «έκτακτης ανάγκης» στην οποία έχουν μπει οι κοινωνίες δεν προβλέπεται να λήγει σύντομα. Και παρότι από την κυβέρνηση τα περιοριστικά μέτρα εξακολουθούν να εξαγγέλλονται ως ορισμένης μόνο διάρκειας (π.χ. τώρα μέχρι την 7η Ιανουαρίου), ολοένα και περισσότεροι πιστεύουν πως αυτός είναι απλώς ένας τρόπος για να μην ειπωθεί ανοιχτά ότι τα μέτρα «ήρθαν για να μείνουν» και ετούτες εδώ τις «επόμενες δυο βδομάδες που είναι πολύ κρίσιμες» θα ακολουθήσουν άλλες δυο εξίσου κρίσιμες – αφού άλλωστε και οι προηγούμενες, από την άνοιξη και μετά, έτσι χαρακτηρίζονταν από τους αρμόδιους.

Η νέα «κανονικότητα»

Αυτή η «νέα κανονικότητα» λοιπόν δεν προβλέπεται να λήγει σύντομα. Αλλά ακόμα και όταν και όποτε λήξει, σε ένα ή δύο χρόνια ή και παραπάνω (οτιδήποτε άλλο, ελεγχόμενο ορθολογικά, κατατάσσεται στην απλή προπαγάνδα με άλλες σκοπιμότητες), αυτό που θα μας περιμένει θα είναι σίγουρα κάτι πολύ διαφορετικό από ό,τι ονομάζαμε «ζωή» πριν από όλα ετούτα:

Η παιδεία θα έχει πλήρως αποδιαρθρωθεί μετατρεπόμενη σε μια διαδικτυακή διαδικασία εκπομπής γνώσεων και εξ αποστάσεως αξιολόγησης με υποβαθμισμένες τη μεταδοτικότητα, τη σχέση διδάσκοντος-διδασκόμενου και άφαντη την έννοια της εκπαιδευτικής κοινότητας. Θα είναι δε πολύ πιο ταξική σε σχέση με ό,τι υπήρξε στις προηγούμενες δεκαετίες ξεπετώντας στο χώρο του λειτουργικού αναλφαβητισμού χιλιάδες παιδιά που πρακτικά θα «χάσουν» 2-3 τάξεις ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια της εκπαίδευσης. Οι ιστορίες για τα παιδιά που δεν μπορούν να παρακολουθήσουν το διαδικτυακό σχολείο επειδή δεν έχουν υπολογιστή και σύνδεση ίντερνετ ή που αναγκάζονται να παρακολουθούν μέσω κινητού ή κλεμμένου wifi θυμίζουν τραγικά τις ιστορίες των δεκαετιών περί τον πόλεμο όπου παιδιά έπρεπε να περπατήσουν καθημερινά στη βροχή και στο χιόνι χιλιόμετρα για να βρεθούν στον φυσικό χώρο του σχολείου – σήμερα αυτά τα «χιλιόμετρα» καλούνται τα φτωχότερα παιδιά να τα διανύσουν στον ψηφιακό χώρο.

Η δημόσια περίθαλψη μετατρέπεται ταχύτατα σε μια «ΕΜΑΚ υγείας», ένα σύστημα «πρώτων βοηθειών» του οποίου αντικείμενο είναι η παροχή συνδρομής στα κατεπείγοντα, στα απειλητικά για τη ζωή και στις πανκοινωνικές απειλές δημόσιας υγείας, ενώ όλες οι υπόλοιπες ανάγκες υγείας και περίθαλψης της κοινωνίας στρέφονται προς τον ιδιωτικό τομέα αναλόγως του βαλαντίου των πασχόντων. Η υποβάθμιση κάθε δημόσιας υπηρεσίας υγείας που απευθύνεται στην κάλυψη χρόνιων αναγκών περίθαλψης του πληθυσμού, η αποδιάρθρωση κέντρων πραγματικής αριστείας και εξειδίκευσης, η επ’ αόριστον αναστολή των τακτικών λειτουργιών, η ανυπαρξία πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, η εκχώρηση όλης πλέον της διάγνωσης και του προληπτικού ελέγχου στον ιδιωτικό τομέα παγιώνονται και το δημόσιο σύστημα αναγνωρίζεται πια σαν ένα καταφύγιο «έκτακτης ανάγκης» μόνο και όχι ως βασικός πυλώνας της ολόπλευρης κάλυψης των υγειονομικών αναγκών της κοινωνίας.

Η εργασία αποδιαρθρώνεται ως προς οποιοδήποτε κανονιστικό πλαίσιο είχε μείνει όρθιο από την καταιγίδα της προηγούμενης δεκαετίας: οι απολύσεις και το ωράριο απελευθερώνονται, οι απλήρωτες υπερωρίες και ο εργασιακός δεσποτισμός παγιώνονται, τα μεροκάματα είναι σε ελεύθερη πτώση. Και δεν είναι μόνο τα θεσμικά μέτρα που συμβάλλουν σε αυτό. Η εκτόξευση της ανεργίας –πολλώ δε μάλλον με την ολοένα και μεγαλύτερη διόγκωσή της από το οριστικό κλείσιμο μικρομεσαίων επιχειρήσεων και τη λήξη των προγραμμάτων παροδικής επιδότησης σε κλάδους που επλήγησαν ιδιαίτερα από τα μέτρα (εστίαση, τέχνη, τουρισμός κ.λπ.)– θα κάνει το εργασιακό τοπίο εφιαλτικό. Η παράταση της «κατάστασης εκτάκτου ανάγκης» έχει ήδη καταφέρει καθοριστικό χτύπημα στα μικρομάγαζα και τους αυτοαπασχολούμενους (καθώς, φυσικά, δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν με ίσους όρους στον ανταγωνισμό με τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους στο πεδίο της ηλεκτρονικής προβολής, των διαδικτυακών υπηρεσιών τύπου delivery, click away κ.ά.) απειλώντας έτσι έναν από τους πυλώνες της εγχώριας παραγωγής.

Η δημοκρατία μπήκε σε καθεστώς μιας ιδιότυπης μερικής αναστολής με άρθρα και του ίδιου του Συντάγματος να καταστρατηγούνται, με πρωτοφανείς απαγορεύσεις σε ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα να επιβάλλονται και μάλιστα με απλές διοικητικές αποφάσεις, με τη χώρα πρακτικώς να κυβερνιέται διά διαταγμάτων. Κάθε συμμετοχικός θεσμός και κάθε διαδικασία κοινωνικού ελέγχου επί της εξουσίας είτε υποβαθμίστηκε σε ρόλο απλού χειροκροτητή των κυβερνώντων είτε παρακάμφθηκε τελείως. Η δε ενημέρωση από στήριγμα της δημοκρατίας κατέληξε μίσθαρνο όργανο των κυβερνητικών επιλογών που δεν ορρωδεί προ καμίας αναπαραγωγής κάθε είδους ψευδολογίας, δεν διστάζει να κατασκευάζει «εχθρούς του λαού» και να αναμασά ανερυθρίαστα τετριμμένες κοινολογίες. Η αστυνομία και εσχάτως και ο στρατός αναλαμβάνουν να περιπολούν στους δρόμους «για το καλό μας» και ένα μέρος των ένστολων μοιάζει να έχει ανακτήσει τη στάση απέναντι στον πολίτη που είχε ο ομόλογός τους της Βασιλικής Χωροφυλακής τη δεκαετία του 1950…

Αν αυτά αφεθούν να εξελιχθούν όπως πάει μέχρι σήμερα το πράγμα, τότε μάλλον ο Ιταλός φιλόσοφος Τζόρτζιο Αγκάμπεν, που μίλαγε στις απαρχές της πανδημίας για τον κίνδυνο οπισθοχώρησης σε μια «γυμνή ζωή» η οποία θα προσφέρει απλώς και μόνο την επιβίωση, μοιάζει να δικαιώνεται πλήρως. Και εκτός των άλλων όλα αυτά θα επιφέρουν και πολύ περισσότερους θανάτους σε σχέση με τους όποιους θανάτους της τρέχουσας πανδημίας, ιδιαίτερα στους οικονομικώς αδυνάτους τα επόμενα χρόνια

Ήταν οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν μονόδρομος;

Ήταν όμως όλα αυτά αναγκαία; Τώρα πια μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα πως η αισιοδοξία που καλλιεργήθηκε με το ανοιξιάτικο lockdown ήταν τελείως έωλη και αποπροσανατολιστική. Σήμερα η Ελλάδα, από μια χώρα χαμηλής θνησιμότητας της πανδημίας την άνοιξη, έχει πλέον φτάσει στη 45η θέση στην παγκόσμια κατάταξη των χωρών αναφορικά με τη θνησιμότητα από την πανδημία, και ανεβαίνει διαρκώς. Αν συνεχιστεί έτσι το πράγμα, ως το καλοκαίρι μάλλον θα ξεπεράσει… τη Σουηδία (η οποία, παρεμπιπτόντως, από το καλοκαίρι που βρέθηκε κάποια στιγμή στη 12η θέση στην παγκόσμια αυτή κατάταξη συνεχώς κατεβαίνει, όντας σήμερα στην 24η θέση). Και ανεξαρτήτως τού τι θα λένε τότε τα ελληνικά ΜΜΕ (μήπως θα αναπαράγουν ακόμα προειδοποιήσεις του τύπου «να μη γίνουμε Σουηδία»;) ο οποιοσδήποτε θα μπορεί να σκεφτεί ότι μάλλον θα έχουμε καταφέρει και τους θανάτους των παππούδων και γιαγιάδων να μην αποτρέψουμε (παρά τα κροκοδείλια δάκρυα…) και την οικονομία και την κοινωνία να βουλιάξουμε στην κρίση και στην καταστροφή.

Φυσικά κανείς μπορεί σε κάθε περίπτωση να πιστεύει πως, αν δεν είχαμε πάρει τα περιοριστικά μέτρα που πήραμε, θα θρηνούσαμε ακόμα περισσότερα θύματα. Ωστόσο σε ολόκληρο τον πλανήτη οι πλέον «τρομοκρατικές» προβλέψεις της άνοιξης για εκατομμύρια νεκρούς από κορονοϊό δεν επιβεβαιώθηκαν πουθενά: από τα 2,2 εκατομμύρια νεκρούς στις ΗΠΑ που προέβλεπε ο Φέργκιουσον του Imperial College έως τους εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς στη Σουηδία που προέβλεπε το Ινστιτούτο Μετρήσεων και Αξιολόγησης Υγείας του Σιάτλ (επαναλαμβάνοντας την ίδια πρόβλεψη για τον επόμενο μήνα κάθε βδομάδα και μετακινώντας τη στο χρόνο για πάνω από 20 βδομάδες…).

Δεν ήταν γνωστά αυτά και προβλέψιμα από πριν; Φυσικά, όσο προχωράει η πανδημία τόσο περισσότερα δεδομένα γίνονται διαθέσιμα σε όλους. Ωστόσο οι προειδοποιήσεις για την καταρράκωση της οικονομικής και κοινωνικής ζωής είχαν διατυπωθεί από κάποιες περιθωριακές φωνές, και όχι (μόνο): το ότι η χώρα μας είναι πολύ πιο ευάλωτη στις οικονομικές επιπτώσεις των περιοριστικών μέτρων σε σχέση με τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης το είχαν διατυπώσει ήδη από την άνοιξη σε έκθεσή τους οργανισμοί όπως ο ΟΟΣΑ και το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ. Το ότι περιοχές τα μέτρα των οποίων μοιάζει να αντιγράφουμε (με μια ιδιαίτερη… βαλκανική πινελιά), όπως η Γαλλία, το Βέλγιο ή η Πολιτεία της Νέας Υόρκης, είναι από τα μέρη με την υψηλότερη θνησιμότητα στον κόσμο επίσης είναι δεδομένο. Γιατί λοιπόν επιμένουμε, και μάλιστα υπερθεματίζοντας (η χώρα μας στην αξιολόγηση του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης βρίσκεται πλέον σταθερά πρώτη στην Ευρώπη σε αυστηρότητα των περιοριστικών μέτρων), σε μια αποτυχημένη (ως προς τον έλεγχο της πανδημίας) και καταστροφική (ως προς την κοινωνία) επιλογή;

Εμβόλια και θεραπείες

Τέλος, υπάρχει και η τεχνηέντως καλλιεργούμενη από ΜΜΕ και υγειονομικούς διαμορφωτές της κοινής γνώμης προσδοκία πως η γενίκευση των εμβολιασμών θα «μας σώσει» από την καραντίνα και την οικονομική καταστροφή. Πολύ φοβούμαστε πως και αυτές οι ελπίδες θα αποδειχθούν σύντομα φρούδες (όπως π.χ. οι προσδοκίες που εναποτέθηκαν στην καθιέρωση της μάσκας: ποιος θυμάται τον πρωθυπουργό να λέει σε διάγγελμά του ότι «η μάσκα είναι το εμβόλιο πριν από το εμβόλιο», και σε λιγότερο από δυο βδομάδες να αναγκάζεται να εξαγγείλει νέο lockdown; Φυσικά, κανένας δεν αναρωτήθηκε αν τελικώς ήταν αβάσιμες εκείνες οι προσδοκίες που το διάγγελμα δημιουργούσε, ούτε κανένας εισαγγελέας κάλεσε τον πρωθυπουργό να δώσει εξηγήσεις για «διασπορά ψευδών ειδήσεων»…). Ήδη άλλωστε η δημοσιοποίηση του περιορισμένου αριθμού των διαθέσιμων επί του παρόντος εμβολίων (αρχικά 300.000 και ύστερα 20.000 μόνο..) διαλύει τις αυταπάτες ότι επίκειται κάποια αλλαγή πολιτικής με βάση την έναρξη του εμβολιαστικού προγράμματος.

Και βεβαίως κάθε σκεπτικισμός απέναντι στα αναπτυχθέντα εμβόλια δεν ισοδυναμεί με γενική άρνηση των εμβολίων και της χρησιμότητάς τους. Είναι απολύτως λογικό κάποιος αποδεχόμενος εν γένει την αξία των εμβολιασμών να δυσπιστεί ως προς την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα συγκεκριμένων εμβολίων που παρήχθησαν με διαδικασίες fast-track. Γιατί βεβαίως, παρά τους 40.000 συμμετέχοντες στη μια κλινική δοκιμή ή τους 28.000 που συμμετείχαν στην άλλη, τα συμπεράσματα για την αποτελεσματικότητα εξήχθησαν από δείγματα μόλις 177 και 95 ατόμων αντιστοίχως τα οποία και είχαν εμβολιαστεί και προσβλήθηκαν από τον κορονοϊό. Και μακριά από μας η οποιαδήποτε δαιμονολογική παραφιλολογία περί του «κέρδους των πολυεθνικών του φαρμάκου»: φυσικά και οι ίδιες οι εταιρείες θα ήθελαν πάρα πολύ αντί για μια-δυο εκατοντάδες να είχαν μερικές δεκάδες χιλιάδες στα δείγματά τους.

Ο χρόνος όμως και ο παγκόσμιος ανταγωνισμός δεν δίνουν τέτοια περιθώρια παρά μόνο εκ των υστέρων. Όπως επίσης, εξ αιτίας του περιορισμένου χρόνου των κλινικών δοκιμών (1-2 μήνες), δεν είναι παράλογη και η επιφυλακτικότητα για την ασφάλεια αλλά πολύ περισσότερο η πλήρης άγνοια επί του παρόντος για τη χρονική διάρκεια τής όποιας προστασίας παρέχουν τα διαθέσιμα εμβόλια (η οποία, αν τυχόν αποδειχθεί πολύ βραχύβια, θα καταστήσει την ωφέλεια σημαντικά μικρότερη). Φυσικά, όλα αυτά θα ξεκαθαριστούν με το χρόνο. Και όλοι ευχόμαστε και ελπίζουμε κάποια από τα καμιά εξηνταριά πρωτόκολλα ανάπτυξης εμβολίων για τον κορονοϊό που πραγματοποιούνται τους τελευταίους μήνες παγκοσμίως να αποδώσουν αποτελέσματα ασφαλή και με μακρά και ευρεία προστασία.

Και εξυπακούεται ότι, για ομάδες πληθυσμού λίαν ευπαθείς όπως π.χ. οι άνω των 70 ετών για τους οποίους το Αμερικανικό Κέντρο Ελέγχου Νοσημάτων δίνει εκτίμηση του δείκτη θνητότητας από τον κορονοϊό 0,054, η λογική λέει πως η χρήση και τώρα αμέσως ενός όχι και τόσο ελεγμένου ακόμα εμβολίου είναι επιβεβλημένη ελλείψει άλλης διαθέσιμης παρέμβασης (παρ’ όλα αυτά η αξίωση των εταιρειών να απεκδυθούν κράτη και πολίτες κάθε δικαιώματος αποζημίωσης προκαταβολικά για τυχόν παρενέργειες των εμβολίων είναι ανήκουστη). Το ίδιο ισχύει και για τους ανοσοκατασταλμένους και άλλα ευπαθή άτομα. Για τις υπόλοιπες πληθυσμιακές ομάδες όμως; Για τον γενικό πληθυσμό; Για τα παιδιά – για τα οποία η ίδια πηγή υπολογίζει τον δείκτη θνητότητας στο 0,00003; Είναι λογική μια τέτοια επιλογή;

Για τη δε τεχνητή αντιπαράθεση που καλλιεργείται στα ελληνικά Μέσα ανάμεσα σε εμβόλια και θεραπευτικές τεχνικές ενάντια στον κορονοϊό μια ορθολογική εξέταση δεν βρίσκει τίποτα το αξιόλογο: κάθε κοινωνία αυτονόητα πρέπει να επιδιώξει και τα μεν και τα δε. Το ζήτημα δεν είναι να επιλέξει κανείς ένα από τα δυο – το ζήτημα είναι πόσο αποτελεσματικά και ασφαλή είναι και τα μεν και τα δε.

Σε κάθε περίπτωση όμως, τα εμβόλια σε μαζικές ποσότητες δεν φαίνεται να μπορούν να είναι διαθέσιμα πριν από την επόμενη σεζόν (με ό,τι σημαίνει κάτι τέτοιο και θετικά –τη συσσώρευση περισσότερων γνώσεων γι’ αυτά– και αρνητικά – τον κίνδυνο μεταλλάξεων που θα τα καθιστά αναποτελεσματικά). Εξ ου και ο εμβολιασμός καθαυτός είναι δύσκολο να επηρεάσει επί της ουσίας την εξάπλωση της επιδημίας σε αυτήν τη φάση και άρα τα μέτρα που επιλέγουν οι κοινωνίες για να την αντιμετωπίσουν. Με ορατό το ενδεχόμενο τη στιγμή που θα είναι διαθέσιμα τα όποια εμβόλια οι κοινωνίες ήδη να έχουν φθάσει ή να πλησιάζουν τα απαιτούμενα επίπεδα έκθεσης για την επίτευξη «ανοσίας αγέλης». Σε κάθε περίπτωση πάντως η χαλάρωση των μέτρων δεν μοιάζει να είναι ορατή παρά μόνο με μια αλλαγή πολιτικής στην αντιμετώπιση της πανδημίας (και όχι ως αποτέλεσμα απλώς των όποιων θετικών τεχνολογικών εξελίξεων στο θέμα).

Η ανάγκη αλλαγής πορείας

Καθώς το 2020 βαίνει προς το τέλος του, οι επίσημες καταγραφές πάνε να κλείσουν γύρω στους 1.750.000 νεκρούς από τον κορονοϊό παγκοσμίως. Οι ίδιες επίσημες καταγραφές ωστόσο πάνε να κλείσουν με ίδιο πάνω-κάτω αριθμό θυμάτων παγκοσμίως (ίσως λίγες δεκάδες χιλιάδες περισσότεροι) από φυματίωση. Μια νόσο που επίσης μεταδίδεται με τον ίδιο τρόπο με τον κορονοϊό και για την οποία υπάρχουν διαθέσιμα εδώ και δεκαετίες και εμβόλια και φάρμακα. Πράγμα που σημαίνει πως η πανδημία δεν πρόκειται να λήξει με την ανάπτυξη του ενός ή του άλλου θεραπευτικού ή προληπτικού μέσου.

Δευτερευόντως σημαίνει πως η φυματίωση μάλλον εξακολουθεί να είναι πολύ φονικότερη απειλή για την ανθρωπότητα σε σχέση με τον κορονοϊό. Ο διάσημος Σκωτσέζος επιδημιολόγος Τόμας Μακκιούαν ήδη από τη δεκαετία του 1960 απέδειξε πως η θνησιμότητα από φυματίωση στον σύγχρονο κόσμο είχε αρχίσει να πέφτει και εξακολούθησε να πέφτει με τον ίδιο πάνω-κάτω ρυθμό ανεξάρτητα από την ανακάλυψη των αντιφυματικών φαρμάκων και του εμβολίου για τη φυματίωση. Και πως η βελτίωση αυτή θα πρέπει μάλλον να αποδοθεί στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου των κοινωνιών και ιδιαίτερα των φτωχότερων κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων τους. Πώς ακριβώς γίνεται και συμβαίνει κάτι τέτοιο έχει έκτοτε ερευνηθεί εκτενώς και επιβεβαιωθεί και για άλλα νοσήματα.

Το πρόβλημα εδώ είναι ότι, με την αντιμετώπιση που πρυτάνευσε στο μεγαλύτερος μέρος του πλανήτη αναφορικά με τον κορονοϊό, οι φτωχοί θα γίνουν δραματικά φτωχότεροι. Αυτό, εκτός από τη θνησιμότητα από τον κορονοϊό, θα επηρεάσει σίγουρα τη θνησιμότητα των κοινωνιών και δη των χαμηλότερων κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων τους από καρδιαγγειακά, καρκίνους και άλλα μείζονα νοσήματα της εποχής μας. Δεδομένων λοιπόν αυτών είναι εύλογο πως για τις κοινωνίες αλλά και για όλα τα επιμέρους κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα τίθεται το ερώτημα της πολιτικής διαχείρισης της πανδημίας. Ένα ζήτημα που κακώς αντιμετωπίζεται ως «τεχνοκρατικό ζήτημα ειδικών» αφού αυτό αφορά τις ζωές όλων (είναι άλλο να ζητάει η κοινωνία ενδελεχή πληροφόρηση από τους ειδικούς και άλλο να εκχωρεί το δικαίωμα των αποφάσεων σε κάποιους).

Στα πλαίσια αυτά γίνεται επιτακτικότερη από ποτέ η σύμπτυξη μιας πλατιάς ριζοσπαστικής αντιαπαγορευτικής πολιτικής που θα θέσει το αίτημα της επανάκτησης του ελέγχου της ζωής μας και της ανάταξης της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής της κοινωνίας μας. Μιας πολιτικής που πλάι στο πρωταρχικό αίτημα της άρσης του απαγορευτικού πλαισίου «έκτακτης ανάγκης» που μας επιβλήθηκε θα θέτει επίσης το θέμα της άμεσης λήψης μέτρων για την προστασία των ευάλωτων, την αλληλεγγύη στους πληττόμενους και την επένδυση στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας της κοινωνίας. Γιατί γι’ αυτά αρμόδια να αποφασίσει είναι μόνο η ίδια η κοινωνία.

Πηγή: Γιώργος Νικολαΐδης -tvxs

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *