Οταν σε πάνε στην κρεμάλα, δε ζητάς να επιλέξεις το δήμιο…

Η διαφορά μιας κυβέρνησης από ένα μπουρδέλο είναι ότι, στην περίπτωση του δεύτερου, η αλλαγή «κοριτσιών» μπορεί να φέρει αύξηση του κύκλου εργασιών, ενώ στην περίπτωση της πρώτης η αλλαγή –μικρή ή μεγάλη- υπουργών και υφυπουργών δεν φέρνει αύξηση της εκλογικής επιρροής. Διότι μια κυβέρνηση ασκεί πολιτική και η πολιτική της είναι δεδομένη. Η αλλαγή προσώπων μπορεί να τροφοδοτήσει το παραπολιτικό κουτσομπολιό για μερικές μέρες και… τέρμα.

Καμιά φορά, ο πρωθυπουργός και οι σύμβουλοί του θέλουν ν’ αλλάξουν την πολιτική σε κάποιον τομέα και τη συμβολίζουν με αλλαγή του προσώπου του υπουργού. Αυτό συμβαίνει όλο και πιο σπάνια πλέον και σίγουρα δεν συνέβη με τον ανασχηματισμό που ανακοίνωσε σήμερα το μεσημέρι ο Ταραντίλης, νέος κυβερνητικός εκπρόσωπος του Κούλη.

Κάθε φορά, όμως, η αλλαγή των προσώπων σε ένα αστικό κυβερνητικό σχήμα εξυπηρετεί εσωτερικές ισορροπίες, ενώ αντανακλά και τις πιέσεις διάφορων καπιταλιστικών «λόμπι», που θέλουν δικούς τους ανθρώπους στην κυβέρνηση, μη αρκούμενα στην επιρροή που ασκούν στη διαμόρφωση της γενικής πολιτικής.

Κάπως έτσι, η νέα κυβέρνηση Κούλη έφτασε τα 57 άτομα, έναντι 52 που είχε η προηγούμενη! Θυμίζουμε ότι το… μικρό και ευέλικτο κυβερνητικό σχήμα του Κούλη ξεκίνησε τον Ιούλη του 2019 με 51 άτομα. «Ζωή να ‘χουν, μπορεί να αυξηθούν με την πάροδο του χρόνου, όπως συμβαίνει με όλες τις αστικές κυβερνήσεις», γράφαμε τότε (και δεν πέσαμε έξω). Ο Κούλης, για να τους βολέψει όλους, έχει φτιάξει μια από τις πολυπληθέστερες κυβερνήσεις στην ιστορία του ελληνικού αστικού κοινοβουλευτισμού.

Μιμούμενοι τους παλιούς πολιτικούς συντάκτες, θα λέγαμε ότι ο σημερινός ανασχηματισμός του ήταν… ανέμπνευστος. Εδιωξε τρία «βαριά ονόματα» (Θεοδωρικάκο, Βρούτση, Κουμουτσάκο), έβαλε ελάχιστα νέα πρόσωπα (ξεχωρίζουμε τη Σοφία «το μαλλί πώς είναι;» Βούλτεψη!) και όλες οι άλλες αλλαγές προέκυψαν από καραμπόλες.

Καινούργιοι πασόκοι δεν προέκυψαν, γιατί αυτό θα ξεσήκωνε τη γαλάζια κοινοβουλευτική ομάδα. Δεν έφυγε, όμως, κανένας από τους πασόκους που συμμετείχαν στο κυβερνητικό σχήμα. Οι σαμαρικοί διατήρησαν την ποσόστωσή τους, καθώς έφυγε ο Βρούτσης και ήρθε η Βούλτεψη. Για να βολευτούν συγκεκριμένα συμφέροντα στον Πειραιά, προστέθηκε ένα υφυπουργείο στο Ναυτιλίας (με αρμοδιότητα τον… Κλάδο Πλοίων), στο οποίο τοποθετήθηκε ο Κώστας Κατσαφάδος, γαμπρός του Βασίλη Μιχαλολιάκου.

Για να βολευτούν όλοι, έγινε και νέα ανακατανομή αρμοδιοτήτων, ενώ δύο γενικές γραμματείες μετατράπηκαν σε υφυπουργεία. Στο Πολιτισμού, για να αναβαθμιστεί από γενικός γραμματέας σε υφυπουργό ο Γιατρομανωλάκης (για τις ψήφους της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, ρε γαμώτο), και στο Εργασίας, για να αναβαθμιστεί από γενική γραμματέας σε υφυπουργό η Συρεγγέλα.

Με τον Κουμουτσάκο δεν ξέρουμε τι ακριβώς «έχει» ο Κούλης. Οσο η ΝΔ ήταν στην αντιπολίτευση, ήταν τομεάρχης Εξωτερικών. Στην πρώτη κυβέρνηση, τον έκανε αναπληρωτή υπουργό με αρμοδιότητα τη Μετανάστευση, στο υπερυπουργείο του Χρυσοχοΐδη. Οταν έφτιαξε χωριστό υπουργείο Μετανάστευσης, έκανε υπουργό τον Μηταράκη και τον έβαλε πάνω από τον αναπληρωτή υπουργό Κουμουτσάκο. Τώρα του δίνει μια κλωτσιά και τον πετάει εκτός κυβέρνησης. Οχι βέβαια για το γνωστό φωτο-σόου με τη μεταλαβιά. Κάτι άλλο «τρέχει» μεταξύ τους.

Και με τον Θεοδωρικάκο φαίνεται πως κάτι «τρέχει». Προεκλογικά ήταν ο πιο στενός σύμβουλος του Μητσοτάκη. Θεωρούνταν ο αρχιτέκτονας της πολιτικής του στρατηγικής, από τότε που διεκδίκησε την αρχηγία της ΝΔ μέχρι τότε που κέρδισε τις εκλογές. Στην πρώτη κυβέρνηση βρέθηκε εκτός Μαξίμου (άρα εκτός κέντρου λήψης των αποφάσεων). Τώρα βρίσκεται και εκτός κυβέρνησης. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι τελευταία τον «κοπάνησαν» άγρια και ο Παπαχελάς από το Συγκρότημα Αλαφούζου και ο Μαυρίδης από το liberal.gr. Δεν πρόκειται, πάντως, για κάποιο σπουδαίο πολιτικό μέγεθος. Ενας μετρίων δυνατοτήτων καριερίστας είναι, που ακολουθώντας την τακτική του σαλίγκαρου ξεκίνησε από την ΚΝΕ ως «πουλέν» του Ανδρουλάκη, μετά ακολούθησε τον μέντορά του στο ΠΑΣΟΚ, εκεί «φτιάχτηκε» συνεργαζόμενος με την οικογένεια Καλογρίτσα που δημιούργησε την GPO και από τη GPO βρέθηκε στην «αυλή» του Κούλη. Ισως θεωρείται πλέον «στυμμένη λεμονόκουπα», ίσως και να προορίζεται για πόστο στο παρασκήνιο, καθώς έχουμε και εκλογές στον ορίζοντα. Θα φανεί…

Τον Βρούτση δεν τον «έφαγαν» μόνο το «σκόιλ ελικίκου» (που δεν ήταν αποκλειστικά δικό του σκάνδαλο, άλλο αν αυτός το «σήκωσε») και το μόνιμο στασίδι στου Αυτιά (αν ήταν έτσι, ο πρώτος που θα είχε φύγει θα ήταν ο ακροδεξιός τηλεπλασιέ-υπουργός Μπουμπούκος, που ξημεροβραδιάζεται στα ραδιοκάναλα), αλλά η ανικανότητά του να διαχειριστεί ένα υπουργείο που θα πρέπει να προωθήσει σωρεία αντεργατικών ρυθμίσεων, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις του κεφαλαίου στη φάση της νέας κρίσης. Ο Βρούτσης με τον Μηταράκη (τον πρώτο υφυπουργό του) δεν έλεγε ούτε καλημέρα, ενώ τον Τσακλόγλου (τον νέο υφυπουργό του) τον είχε «χεσμένο». Και γενικά κρίνεται «λίγος».

Γι’ αυτό και δεν αντικαταστάθηκε από κάποιον του δικού του μικρομεσαίου πολιτικού αναστήματος, αλλά από ένα από τα πρωτοκλασάτα στελέχη της οικογένειας Μητσοτάκη, τον σκληρό νεοφιλελεύθερο και πολιτικά αδίστακτο (παρά το μειλίχιο ύφος του) Κωστή Χατζηδάκη, ο οποίος αναμένεται να κάνει δίδυμο-δυναμίτη ενάντια στα εργατικά δικαιώματα με τον άτεγκτο «εκσυγχρονιστή» τεχνοκράτη (του σημιτικού μπλοκ) Πάνο Τσακλόγλου.

Ο Βορίδης πρέπει να πλέει σε πελάγη ευτυχίας. Οι καραμπόλες τον έστειλαν σε ένα υπουργείο για τις αρμοδιότητες του οποίου ήταν πανάσχετος. Εκανε υπομονή, πέταγε συνεχώς τη μπάλα στην εξέδρα, αρκούμενος σε μια «χαμηλού προφίλ» διαχείριση, δεν προκάλεσε, δεν υπερεκτέθηκε και τώρα πάει σε ένα πρωτοκλασάτο υπουργείο, το οποίο και λεφτά διαχειρίζεται και τις εκλογές θα πρέπει να ετοιμάσει. Στη θέση του πήγε ο Λιβανός, που αναβαθμίστηκε από κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ, θέση που προτείνεται… τιμής ένεκεν στον Βρούτση (δεν νομίζουμε ότι θα την αρνηθεί).

Οι άλλαγές υφυπουργών έχουν ή χαρακτήρα καραμπόλας ή υπακούουν στη λογική «φύγε εσύ, έλα εσύ». Δε γουστάριζε η Κεραμέως τη Ζαχαράκη, που ήταν αυτονομημένη, ο Κούλης της έβαλε τη Ζέττα Μακρή και έστειλε τη Ζαχαράκη στο Τουρισμού, βγάζοντας εκτός κυβέρνησης τον Κόνσολα. Επρεπε να γίνει υφυπουργός ο Συρίγος, του βρήκαν μια θέση υφυπουργού στο Παιδείας, διώχνοντας τον Διγαλάκη. Αναβαθμίστηκε ο Σκρέκας από υφυπουργός Γεωργίας σε υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μπήκε στη θέση του ο Γιάννης Οικονόμου, πρώην σύμβουλος του Κούλη, πρωτοεκλεγείς βουλευτής το 2019, αντίβαρο στον Σταϊκούρα στη Φθιώτιδα. Διώχτηκε ο Δημήτρης Οικονόμου από το Περιβάλλοντος και Ενέργειας (είχε γίνει κόκκινο πανί, καθώς ακόμα και δεξιοί δήμαρχοι τον κατήγγειλαν στην ΚΕΔΕ ως «διαπλεκόμενο»), άδειασε μια θέση για να μπει ο Αμυράς, για να υπάρχει στην κυβέρνηση και κάποιος που εκλέγεται στην Ηπειρο). Επρεπε να γυρίσει στο Μαξίμου ο Λιβάνιος, για να ασχοληθεί με τις εκλογές, πήγε στη θέση του ως υφυπουργός Εσωτερικών ο Πέτσας, που είχε «καεί» ως κυβερνητικός εκπρόσωπος (ήταν… ο αμνός του Μαξίμου, ο αίρων τας αμαρτίας του Κούλη). Στο διακοσμητικό υφυπουργείο Μακεδονίας-Θράκης τοποθετήθηκε ο Καλαφάτης αντί του Καράογλου, για να διατηρηθούν οι ισορροπίες στη Θεσσαλονίκη και να προσεγγιστούν οι παοκτ(σ)ήδες (δεν ξεχνάμε τη δήλωση Καλαφάτη: «Τελικά, το φως θα νικήσει το σκοτάδι», όταν τιμωρήθηκε σε πρώτο βαθμό ο ΠΑΟΚ).

Μια-δυο αλλαγές και προσθήκες ακόμα (ο βουλευτής Επικρατείας και «κολλητός» του Κούλη, Ταραντίλης, στη θέση του Πέτσα, ως κυβερνητικός εκπρόσωπος, ο Κώτσηρας στο Δικαιοσύνης, όπου δημιουργήθηκε υφυπουργείο, ο Στύλιος στη θέση του Ζαριφόπουλου στο Ψηφιακής Πολιτικής), συν η αναβάθμιση σε αναπληρωτή υπουργό του «πιστού» Κοντοζαμάνη κι αυτό ήταν όλο.

Ας μη συζητάμε για… αξιοκρατία και για τους… μπλε φακέλους που είχε δώσει ο Κούλης στους υπουργούς, βάσει των οποίων θα τους αξιολογούσε με το ηλεκτρονικό σύστημα αξιολόγησης του Σκέρτσου και τα υπόλοιπα φαιδρά που διαβάζαμε και ακούγαμε. Αυτά είναι προπαγάνδα για αφελείς «νοικοκυραίους». Εδώ δεν τόλμησε να διώξει ούτε τις πιο «κραγμένες» περιπτώσεις (Κικίλια, Θεοχάρη, Μηταράκη), και για να μη φανεί ότι… υποχωρεί στην πίεση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά κυρίως για να μη φανεί ότι «κάτι δεν πάει καλά». Αν έδιωχνε τον Κικίλια, ο κόσμος θα το ερμήνευε ως ομολογία αποτυχίας της κυβερνητικής πολιτικής στον κρισιμότατο τομέα της Υγείας. Και θα φόρτωνε την ευθύνη στον ίδιο τον Κούλη. Αν έδιωχνε τον Θεοχάρη, θα ήταν σαν να επιβεβαίωνε αυτό που βρίσκεται πλέον στα χείλη όλων: ότι το άνοιγμα των συνόρων στον τουρισμό προκάλεσε την έκρηξη του δεύτερου κύματος της πανδημίας (υπεύθυνος δεν ήταν βέβαια ο ασήμαντος Θεοχάρης). Ετσι, έμεινε στα κρύα του λουτρού και ο Ρουσόπουλος, που είχε σπεύσει να διαρρεύσει ότι ορκίζεται υπουργός Τουρισμού (ίσως αυτή η διαρροή να του στοίχισε τελικά και να οδήγησε στην κυβέρνηση, αντ’ αυτού, τον Λιβανό).

Μιλώντας με όρους αστικής παρα-πολιτικής, αυτή η κυβέρνηση δεν μπορεί να δώσει κανέναν «αέρα» στον Μητσοτάκη. Το «νέα χρονιά – νέο ξεκίνημα», που επαναλάμβανε χθες σαν παπαγάλος ο Πέτσας, ακούγεται σαν ανέκδοτο ακόμα και από τους νεοδημοκράτες. Αυτό, όμως, αφορά τον ανταγωνισμό των αστικών φατριών για τον έλεγχο των μηχανισμών διακυβέρνησης. Αφορά τον ανταγωνισμό για τις επόμενες εκλογές, καθώς όλοι έχουν αντιληφθεί ότι ο Μητσοτάκης αναζητά «παράθυρο» για να πάει σε πρόωρες εκλογές (το αν θα καταφέρει να το βρει είναι ζητούμενο).

Τον ελληνικό λαό, τους εργαζόμενους, τους άνεργους, τους συνταξιούχους, τους νέους, άλλα πρέπει να τους απασχολούν. Οταν σε οδηγούν στην αγχόνη δε ζητάς να επιλέξεις το δήμιο. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια διπλή κρίση. Από τη μια την υγειονομική κρίση, που προκαλεί η πανδημία του κοροναϊού και η εγκληματική διαχείρισή της από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, επειδή αυτό απαιτούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου, και από την άλλη την οικονομική κρίση, που ωρίμαζε προτού ξεσπάσει η πανδημία, η οποία τη βάθυνε απότομα, κατά τη διαχείριση της οποίας μέλημα της κυβέρνησης είναι να φορτώσει τα βάρη στις πλάτες της εργατικής τάξης και του λαού.

Σ’ αυτή τη διπλή κρίση πρέπει να επικεντρώσουμε την προσοχή μας και όχι στα πρόσωπα που επιλέγονται για να τη διαχειριστούν. Αν δεν υπάρξει κοινωνική παρέμβαση, αν δεν πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας, οι συνέπειες θα είναι ακόμα πιο δραματικές και στα δυο επίπεδα.

Πηγή: ΚΟΝΤΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *