Μια ιστορική αναδρομή με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου

Κάθε χρόνο, η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου γίνεται αφορμή για την διεξαγωγή μιας ιδιότυπης ιστορικής συζήτησης, που φανερώνει δυστυχώς τα μεταπολιτευτικά σύνδρομα που έχουμε σαν κοινωνία και την ιδεοληπτική λίγδα.

Ο δικτάτορας Μεταξάς πιστεύει λοιπόν ότι ο Μουσουλίνι δε θα επιτεθεί εναντίον της Ελλάδας, εφόσον η τελευταία τηρήσει ουδετερότητα και δεν επιτρέψει στην Αγγλία να αποκτήσει βάσεις στο ελληνικό έδαφος ή να καταλάβει κάποια νησιά. Εξακολουθεί μέχρι και την τελευταία μέρα να τρέφει αυταπάτες, παρ’ όλο που τα τηλεγραφήματα από τους Έλληνες πρεσβευτές σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες του ορίζουν και τη μέρα της επίθεσης.

Ο Μεταξάς λοιπόν από την αρχή της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας υπήρξε γερμανόφιλος, θιασώτης της γερμανικής πολιτικής, θαυμαστής της χιτλερικής Γερμανίας. Παράλληλα, δεν έχανε ευκαιρία να δηλώνει την αντίθεσή του προς τον κοινοβουλευτισμό και να κηρύσσει τη “χρεοκοπία” των υπαρχόντων κομμάτων. Παράλληλα όμως είναι γνωστή η φιλοβασιλική του προσήλωση.

Υπήρξε παλιός φίλος της βασιλικής οικογένειας και σύμβουλος του Κωνσταντίνου. Διαδραμάτισε σοβαρό ρόλο στην πραξικοπηματική παλινόρθωση του Γεωργίου Βου ή Γου δεν θυμάμαι καλώς. Παρίστανε το συμφιλιωτή και κηρυσσόταν υπέρ της αμνηστίας, μετά την επάνοδο του Γεωργίου, ακριβώς για να παραπλανήσει τον πολιτικό κόσμο και το λαό. Μόνιμος και σταθερός σκοπός του παρέμενε η κατάληψη της εξουσίας. Το όνειρο του πραγματοποιείται. Ο Γεώργιος νομιμοποιεί την κατάλυση του κοινοβουλευτισμού. Και φυσικά για κάτι τέτοιο θα είχε την έγκριση της Αγγλίας, την θετή και πνευματική του πατρίδα.

Η βασιλομεταξική, λοιπόν, δικτατορία υπήρξε αγγλικό κυρίως κατασκεύασμα. Το παράξενο ήταν πώς οι Άγγλοι συμφώνησαν να ενισχύσουν έναν παλαιό άνθρωπο του γερμανικού επιτελείου στρατού, ο οποίος έπαιξε το γνωστό ρόλο στο διχασμό και τάχθηκε κατά της Αντάντ. Αυτή όμως η “λογική” αντίφαση εντάσσεται αρμονικά στη λογική της πολιτικής του Φόρεϊν Όφφις, το οποίο λίγο πριν υποστήριζε ή τουλάχιστο ανεχόταν το Μουσολίνι και το Χίτλερ, συμφώνησε στον επανεξοπλισμό της Γερμανίας, συνυπόγραψε με τους ηγέτες του φασισμού στο Μόναχο το διαμελισμό της Τσεχοσλοβακίας.

Ο αγγλικός ιμπεριαλισμός προσπαθούσε να θέσει φραγμό στο εργατικό κίνημα της Ευρώπης και να σπρώξει τη Γερμανία προς Ανατολάς, για να τσακίσει τη Σοβιετική Ένωση. Εξάλλου, η Αγγλία ήταν εκείνη που στη δεκαετία του 1910 ήταν αντίθετη με τη δυναστεία των Γλύξμπουρκ, ενώ κατά τη δεκαετία του 1930 προετοίμασε την παλινόρθωσή της.Αλλά, για την περίπτωση Μεταξά υπάρχει και ένας άλλος ομφάλιος λώρος, που τον συνδέει με την Αγγλία. Η περίοδος της θητείας του στο υπουργείο Συγκοινωνιών στις οικουμενικές κυβερνήσεις της περιόδου 1927-1928. Τότε ο Μεταξάς χρειάστηκε να πάρει αποφάσεις υπέρ δύο σημαντικών αγγλικών επενδύσεων στην Ελλάδα, η τύχη των οποίων είχε ανατεθεί στις ενέργειες της αγγλικής εξωτερικής πολιτικής. Και τις πήρε εκείνες τις αποφάσεις έχοντας στέρεη την πεποίθηση ότι έτσι θα εξασφάλιζε για το πρόσωπό του την εύνοια του Λονδίνου η οποία του ήταν απαραίτητη για την πραγματοποίηση των φιλόδοξων ονείρων του, για την κατάκτηση δηλαδή της εξουσίας.

Ο Μεταξάς είχε την ανάγκη της Αγγλίας, είχε την ανάγκη του Γεωργίου, για να παραμείνει στην εξουσία, χωρίς όμως να αρνείται και την υποστήριξη της χιτλερικής Γερμανίας, η οποία συμπαθούσε το γερμανόφιλο δικτάτορα και το καθεστώς του, συγγενικό άλλωστε προς το χιτλερικό. Ο Μεταξάς, παρ’ όλο που είχε προσχωρήσει με την Αγγλία,είχε προσκαλέσει τον Γκεμπελς για να του τονίσει τους αγώνες του κατά του μποσελβικισμού για τους οποίους δεχθηκε και θερμά συγχαρητήρια.Και ο φίλτατος επίσης Μανιαδάκης αντάλλασσε αλληλογραφία με τον κύριο Χιμλερ για τις τακτικές που ακολουθούσε ο καθένας.

Να προσθέσω ακόμη ότι το φθινόπωρο του 1937 ήρθε στην Ελλάδα ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας της Γερμανίας, για να υπογράψει με την ελληνική Κυβέρνηση συμφωνία για την παραχώρηση από τη Γερμανία προς την Αθήνα ενός δανείου 350 εκατ. δρχ. Αυτές οι στενές σχέσεις του Μεταξά με τη χιτλερική Γερμανία ανησυχούσαν κατά καιρούς την Αγγλία και το βασιλιά. Ο Έλληνας όμως δικτάτορας επανειλημμένα δήλωνε και έγραφε ότι η Ελλάδα δεν μπορούσε παρά να ταχθεί στο πλευρό των δυτικών δυνάμεων. Μέσα από μια τέτοια πολιτική διέβλεπε να σώζεται ο ίδιος και το καθεστώς του.

Ο Μεταξάς απέφευγε να ζητήσει από την Αγγλία να συνάψει μαζί του συμμαχία, που να καθόριζε τις συμβατικές υποχρεώσεις της για το είδος και το μέγεθος της βοήθειας προς την Ελλάδα. Και αυτό, γιατί δεν ήθελε να προκαλέσει το φασιστικό Άξονα. Προσπαθούσε, δηλαδή, να ματαιώσει κάθε εμπλοκή της Ελλάδας στα αγγλογαλλικά σχέδια άμυνας απέναντι σε ενδεχόμενη επίθεση του Άξονα. Ωστόσο, και οι Άγγλοι δεν έδειχναν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για σύναψη συμμαχίας με την Ελλάδα. Προτιμούσαν περισσότερο την Τουρκία.
Στο μεταξύ έχουν αρχίσει οι ιταλικές προκλήσεις προς την Ελλάδα. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο 1940 τρία ιταλικά βομβαρδιστικά χτυπούν ελληνικά σκάφη και αντιτορπιλικά, ρίχνουν βόμβες στον Κορινθιακό και αλλού. Ο Μεταξάς, για να μην προκαλέσει το Μουσολίνι και να μη μεγαλώσει την ανησυχία της ελληνικής κοινής γνώμης, απαγορεύει να δημοσιευτεί οποιαδήποτε πληροφορία.

Και φτάνουμε στις 15 Αυγούστου, όταν θα βυθιστεί το καταδρομικό Έλλη μες στον όρμο της Τήνου. Οι ελληνικές αρχές είχαν από την αρχή στα χέρια τους τα στοιχεία ότι το υποβρύχιο που χτύπησε το Έλλη ήταν ιταλικό. Ο Μεταξάς, όμως, συνεχίζοντας την υποχωρητικότητά του απέναντι στη φασιστική Ιταλία, δεν επιτρέπει να γνωστοποιηθεί τίποτε σχετικό. Ο τορπιλισμός πάντως της Έλλης συγκλόνισε το πανελλήνιο. Και παρά τις προσπάθειες της κυβερνητικής προπαγάνδας, κανένας δεν αμφέβαλε ότι το έγκλημα ήταν ιταλικής προέλευσης. Ο κυβερνήτης όμως της χώρας πίστευε ότι με τις υπαναχωρήσεις του δε θα προκαλούσε την Ιταλία και έτσι θα απέφευγε την επίθεση. Με βάση τα μέχρι εδώ, μπορούμε να εκτιμήσουμε και να αξιολογήσουμε την άρνηση του Μεταξά στο ιταλικό τελεσίγραφο της 28ης Οκτωβρίου.

Δεν είχε άλλη επιλογή ο Μεταξάς. Αν έλεγε ΝΑΙ, γνώριζε πολύ καλά ότι θα ανατρεπόταν από τον αγγλόφιλο βασιλιά Γεώργιο μέσα σε λίγες ώρες κάτι που δεν το ήθελε. Ενδεχόμενο ήταν επίσης να έβλεπε να καταλαμβάνεται η χώρα ταυτόχρονα από τους Ιταλούς και τους Άγγλους αλλά και τότε δε θα βρισκόταν αυτός στην εξουσία. Άλλωστε, ο ίδιος το είχε δηλώσει στους δημοσιογράφους ότι η ελλάς που θα δημιουργούσαν εννοείται κάτω απο αυτές τις εξελίξεις οι Άγγλοι θα κυβερνιόταν από τους δημοκρατικούς Έλληνες υπό την κάλυψη του βρετανικού στόλου στα νησιά.

Επειδή, λοιπόν, δεν είχε άλλη προσωπική επιλογή οδηγήθηκε ο Μεταξάς στο ΟΧΙ. Που δεν ήταν ΟΧΙ. Αλλά μια διαπίστωση: “Ώστε έχουμε πόλεμο”. Ο ελληνικός λαός ομόψυχα απάντησε στο προσκλητήριο του πολέμου. Αυτήν την ομοψυχία τη φοβόταν ο Μεταξάς.

Ο λαός, αντίθετα, το πίστεψε το ΟΧΙ .Η πολιτική και στρατιωτική του ηγεσία όχι. Ας σημειώσω, τελειώνοντας, και άλλη μια παράμετρο. Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου, όπως κάθε ανελεύθερο καθεστώς φοβάται το λαϊκό παράγοντα, φοβάται τις δημοκρατικές ιδέες. Αυτά τα είχε υπόψη του ο Μεταξάς. Αν πράγματι πίστευε στο “ΟΧΙ”, που είπε στο Γκράτσι τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου, θα προχωρούσε ταυτόχρονα στην επαναφορά των απότακτων και απόστρατων δημοκρατικών αξιωματικών και στην απελευθέρωση των εκτοπισμένων και φυλακισμένων εχθρών της δικτατορίας, δημοκρατών, πατριωτών, κομμουνιστών.

Οι εξόριστοι κομμουνιστές και οι κλεισμένοι στις φυλακές ζητούν να απελευθερωθούν, για να λάβουν μέρος στον πόλεμο. Αρνείται ο Μεταξάς. Και θα παραμείνουν εκεί, για να παραδοθούν από τις ελληνικές αρχές μετά την κατάρρευση στους Γερμανούς. Είναι, δηλαδή, προφανές ότι ο Μεταξάς ακόμη και αυτήν την κρίσιμη για τη χώρα στιγμή είχε στο νου του μόνο το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και τον εαυτό του. Για αυτό δεν ήθελε ο πόλεμος να πάρει πανεθνικό, παλλαϊκό χαρακτήρα και αντιφασιστικό περιεχόμενο.

Το ΟΧΙ του Μεταξά, θα πάρει ουσιαστικό περιεχόμενο χάρη στο λαϊκό παράγοντα. Οι Έλληνες στρατιώτες και οι πατριώτες αξιωματικοί, με στοιχειώδη πολεμικό εξοπλισμό και οργανωτικές αδυναμίες, χωρίς κεντρική επιτελική διεύθυνση των επιχειρήσεων, αλλά με την ολόψυχη και ολόπλευρη συμπαράσταση του λαού, κέρδισαν μια σειρά από νίκες.

Και από εκείνη τη μέρα θα αρχίσει να χάνει τη σταθερότητά του το μεταξικό φασιστικό καθεστώς. Και ο Μεταξάς, «ο μόνος Έλληνας που μπορούσε να πει το ΝΑΙ, είπε το ΟΧΙ», όπως χαρακτηριστικά παρατήρησε ο Καφαντάρης, για να σώσει το καθεστώς του, αλλά δε συνειδητοποίησε ότι «η μέρα εκείνη δεν επεκύρωνε, αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου», όπως εύστοχα έχει γράψει ο Σεφέρης.

Στερνόγραφο( επίσης κουραστικό):

Ο πόλεμος του ελληνικού λαού και η μετέπειτα αντίσταση, ήταν αντίσταση στο ναζισμό και τον φασισμό. Αντίσταση σε πολιτικά καθεστώτα που έπνιξαν στο αίμα την τότε Ευρώπη προκειμένου να διασώσουν ένα κοινωνικό σύστημα, τον καπιταλισμό,που μετά την κρίση του 1929 κλυδωνίζονταν επικίνδυνα και ο πόλεμος στη συγκεκριμένη φάση ήταν η μόνη πραγματική διέξοδος σωτηρίας του. Ο φασισμός και ο ναζισμός πάλεψαν για την κυριαρχία των χωρών τους, που βγήκαν ηττημένες από τον προηγούμενο πόλεμο και ριγμένες στο μοίρασμα της αποικιοκρατικής λείας.

Ο φασισμός εκμεταλλεύτηκε τους άδικους όρους για τον γερμανικό λαό της συνθήκης των Βερσαλλιών προκειμένου να τον μετατρέψει σε κρέας για τα κανόνια του επόμενου πολέμου και να μεγαλώσει την εξαθλίωσή του. Και τέλος εννοείται, για να συντριβεί στρατιωτικά το πρώτο σοσιαλιστικό εγχείρημα που γνώρισε μέχρι τότε η ανθρωπότητα, η Σοβιετική Ένωση. Το όνειρο του Χίτλερ για την Ευρώπη, που κάποιοι δεν τον άφησαν να πραγματοποιήσει και τώρα το χτίζουν οι ιδεολογικοί του επίγονοι και συγγενείς με πιο αργούς ρυθμούς και με πιο μελετημένα βήματα το βλέπετε στην καθημερινότητα.

Είναι ξεκάθαρο. Όλα έχουν πάρει τον δρόμο τους.
Ξέρεις γιατί ευδοκιμούν οι Ναζί ακόμα, μέσα στο πέρασμα των δεκαετιών, παρά την σιχαμάρα και αποστροφή που προκαλεί στον κόσμο η σιχαμένη “ιδεολογία” τους; Γιατί υπάρχουν οι απολιτίκοι αδιάφοροι, οι απαίδευτοι, οι μικροαστοί, οι ανιστόρητοι και το χείριστο όλων οι αμνήμονες.

Η ιστορική μνήμη δεν έχει καμιά οργανική σύνδεση πλέον με το παρόν και για αυτό είναι εντελώς απαξιωμένη. Η ιστορική μνήμη δεν έχει να προσφέρει σε συνειδήσεις που είναι ριγμένες στο εφήμερο και στον εύκολο όσο και απατηλό πλουτισμό των ευρωπαϊκών προγραμμάτων και των τραπεζικών δανείων. Παράλληλα η απαξίωση της ιστορικής μνήμης υπήρξε προιόν της νεοφιλελεύθερης-εκσυγχρονιστικής ιδεολογίας, που μέσα από την κρατικοποίηση της ιστορικής έρευνας και το χρήμα των ευρωπίων προγραμμάτων φρόντισε να περιθωριοποιήσει κάθε ριζοσπαστικό προσανατολισμό και προβληματισμό από την ιστορία. Σε αυτό το πλαίσιο άνοιξε ο δρόμος για το λεγόμενο αναθεωρητικό εγχείρημα στη δεκαετία του 1990, στην προσπάθεια του να αποκαταστήσει τον πολιτικό και ένοπλο δωσιλογισμό της κατοχικής περιόδου.

Σήμερα που η μικροαστική καταναλωτική ευμάρεια διακόπηκε βίαια και απότομα από τις πολιτικές της μνημονιακής λεηλασίας , οι πικροί καρποί της απαξίωσης της ιστορίας εμφανίζονται ως απτό πολιτικό αποτέλεσμα: Την εντονότερη εμφάνιση του φασισμού στην ελληνική κοινωνία. Ο φασισμός της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα εμφανίζεται με όρους που μοιάζουν περισσότερο στα καθεστώτα του μεσοπολέμου, παρά τον συγκεκριμένο από τον οποίο έχουν εμφανιστεί μέχρι τώρα οι διάφορες αυταρχικές λύσεις στην Ελλάδα. Εμφανίζεται ως λαϊκό ρεύμα με αντιμνημονιακό προσωπείο και αντίστοιχη ρητορική.

Αν μείνεις στο να εξισώνεις τα άκρα, θα ξυπνήσεις μια μέρα, υποχρεωμένος να χαιρετάς τον εκάστοτε φύρερ “αρχαιοελληνικά”.

Της Π.Μ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *