Ο ανάποδος χρόνος

Ήταν αστείος έτσι όπως ανέβαινε τη σκάλα, κατεβαίνοντάς την, προς την έξοδο.
Μπορεί πάλι και να μην ήταν καθόλου αστείο και να ήταν μόνο θλιβερό, να βλέπεις ένα γέρο χρόνο να κουτσαπηδάει ανάποδα στις σκάλες.

Και να πεις πως ήταν πραγματικά γέρος; Ενός χρονού βλαστάρι και να στέκονται κάτι γριές στην έξοδο και να του γνέφουν, «ξουτ-ξουτ, μπρε», λες κι αυτός ευθυνόταν για τα πάθη τους.
«Έτσι είναι οι άνθρωποι» σκέφτηκε, «ρίχνουν σ’ εμένα το κρίμα, αντί να τα βάλουν μ’ αυτούς που έφεραν τον κόσμο ανάποδα».
Έλαχε εκείνο τον ανάποδο χρόνο, όλα να πηγαίνουν ανάποδα.

Τα πουλιά γκάριζαν αντί να κελαηδούν, οι κότες γεννούσαν τζούφια αυγά, οι πεταλούδες έκαναν ανάποδα τον κύκλο της μικρής τους ζωής κι εκεί που πετούσαν στον αέρα γινόντουσαν κάμπιες, οι άνθρωποι έπεσαν σε χειμέρια νάρκη, τα παιδιά, αντί να παίζουν στις αλάνες, είχαν γίνει τυφλοπόντικες, οι δείκτες των ρολογιών έτρεχαν σαν τρελοί προς τα πίσω και τα φίδια έμειναν ξύπνια όλο το χειμώνα.

Μερικά πράγματα, βέβαια, είχαν μείνει τα ίδια αλλά ήταν εκείνα, που έτσι κι αλλιώς ήταν ανάποδα κι όλα τα προηγούμενα χρόνια.

Οι άστεγοι συνέχισαν να είναι αόρατοι, αλλά καθώς οι πεζοί περπατούσαν ανάποδα και δεν έβλεπαν την τύφλα τους, έπεφταν πάνω στα χαρτόκουτα και τα πεζοδρόμια έμοιαζαν με πίστες τσίρκου, μόνο που κανένας δε γελούσε μ’ εκείνα τα ακροβατικά.

Τα γυφτάκια εξακολουθούσαν να πλένουν τζάμια αυτοκινήτων στις διασταυρώσεις, μα καθώς τα αυτοκίνητα κινούνταν με την όπισθεν, χανόντουσαν μέσα στη γκρίζα ομίχλη των εξατμίσεων.
Τα υπόγεια συνέχισαν να είναι κάτω από τη γη, οι μαθητές συνέχισαν να χασμουριούνται στο μάθημα, οι προστάτες του πολίτη έδερναν αλύπητα κι έκαναν τράμπες και οι τηλεπαρουσιαστές εξακολουθούσαν να αφοδεύουν μέσα απ’ τις οθόνες.

Αυτά, τα από πάντα ανάποδα που έμειναν ανάποδα, έδιναν ας πούμε, μια αίσθηση κανονικότητας στον ανάποδο χρόνο κι έτσι κανένας πια σχεδόν δεν αντιλαμβανόταν, πως οι δείκτες των ρολογιών έτρεχαν προς τα πίσω.

Όταν ο ανάποδος χρόνος βγήκε πισωπατώντας απ΄ την έξοδο κι έδωσε τη σκυτάλη στον καινούργιο, του ψιθύρισε εμπιστευτικά, «Αναποδογύρισε όσα ανάποδα έμειναν ανάποδα και φρόντισε τα λίγα όμορφα που δεν αναποδογύρισαν. Η κανέλα συνεχίζει να μοσχοβολά κανέλα, ο έρωτας ακόμη μυρίζει μανταρίνι κι είδα ένα παιδί, που δεν έγινε τυφλοπόντικας, με γδαρμένα γόνατα στο πάρκο».

Πηγή: Νίνα Γεωργιάδου – f/b

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *