Προσωρινά στρατιωτικά συμπεράσματα από τον πόλεμο στην Ουκρανία

H Δύση δεν ασκεί πια προπαγάνδα γύρω από τον πόλεμο: κατασκευάζει μια εναλλακτική πραγματικότητα.

πως πολύ σωστά έχουν αναφέρει κάποιοι από τους λίγους μη προπαγανδιστές της δυτικής προσέγγισης στον πόλεμο στην Ουκρανία (των οποίων οι λογαριασμοί με το ζόρι επιβιώνουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης), η Δύση δεν ασκεί πια προπαγάνδα γύρω από τον πόλεμο στην Ουκρανία: κατασκευάζει μια εναλλακτική πραγματικότητα.

Η κατασκευή της εναλλακτικής πραγματικότητας λαμβάνει χώρα με βασικούς δρώντες τα ιδιωτικά μονοπώλια του διαδικτύου, τα οποία μαζί με το κράτος των ΗΠΑ έχουν διαμορφώσει το κρατικο-πληροφοριακό σύμπλεγμα. Αυτό το σύμπλεγμα έχει επιτυχώς αντικαταστήσει και υπερκεράσει την παλιά λογοκρισία, υπό την έννοια ότι έχει συνολικώς, «ιδιωτικοποιήσει» το πλαίσιο του εκφερόμενου δημοσίου λόγου, έχοντας αποκτήσει την δυνατότητα να στερεί από οποιονδήποτε, τις ισχυρότερες και σχεδόν μοναδικές, πλατφόρμες εκφοράς του δημοσίου λόγου (youtube, google, meta) κτλ.

Το γεγονός ότι μιλούμε για μονοπώλια σε συνεργασία με την κυβέρνηση των ΗΠΑ διαμορφώνει γιγαντιαίο ζήτημα δημοκρατίας, αλλά και εθνικής κυριαρχίας, όπως και ασφάλειας για οποιοδήποτε κράτος δεν υποτάσσεται.

Το πρώτο συμπέρασμα λοιπόν αυτού του πολέμου είναι ότι πρέπει κανείς να μπορεί να περιορίσει τον ρόλο αυτών των ιδιωτικών μονοπωλίων, γενικώς και ιδίως σε καιρούς κρίσης.

Το δεύτερο συμπέρασμα, συνίσταται στο ότι δεν πρέπει κανείς να πιστεύει την προπαγάνδα της δικής του πλευράς, ιδίως όταν γίνεται τερατώδης. Η προπαγάνδα η οποία αναπτύσσεται από τη Δύση και από την Ουκρανία σε ό,τι αφορά την εξέλιξη του πολέμου, μας κάνει να αναρωτιόμαστε γιατί δεν προελαύνουν οι ουκρανικές δυνάμεις ήδη στο Ροστόφ. Το πρόβλημα με αυτού του μεγέθους την προπαγάνδα είναι ότι δυσκολεύει τους διπλωματικούς χειρισμούς, ιδίως σε συνδυασμό με την παρέμβαση των ΗΠΑ. Όταν διατρανώνεις ότι συντρίβεις τον αντίπαλό σου, η συνθηκολόγηση γίνεται ακόμα πιο επώδυνη. Είναι προφανές αυτό το οποίο είχαμε γράψει και παλαιότερα: οι ΗΠΑ θα πολεμήσουν την Ρωσία μέχρι τον τελευταίο Ουκρανό και οι Ουκρανοί δεν μπορούν να κάνουν τίποτα για αυτό, πέρα από το να «αγοράζουν» δυτικώς διαμορφωθείσα προπαγάνδα.

Τρίτο συμπέρασμα: τα «περίεργα» μεγέθη στο πεδίο. Η Ρωσία ξεκίνησε με ένα εκστρατευτικό σώμα 150.000 ανδρών. Σε αυτό πρέπει να προσθέσουμε κάποιες μικρότερες δυνάμεις από τις δύο «Λαϊκές Δημοκρατίες» του Ντονιέτσκ και του Λουγκάνσκ. Κατά τους Ουκρανούς, η ρωσική πλευρά έχει χάσει ήδη περίπου το 10% αυτού του σώματος, ίσως και παραπάνω.

Παρόλα αυτά, ο ρωσικός στρατός ελέγχει ήδη μια τεράστια έκταση χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων (σύμφωνα με ορισμένους αναλυτές, ίση με εκείνη του Ηνωμένου Βασιλείου) χωρίς ουσιαστική αντίσταση έξω από τα μεγάλα αστικά κέντρα, έχοντας εδώ και αρκετές μέρες επιβάλλει μια σαφή αμυντική διάταξη του κύριου όγκου των ουκρανικών δυνάμεων, μέσα στο Κίεβο, στο Χάρκοβο και στην Οδησσό.

Στη Μαριούπολη διεξάγονται εκκαθαριστικές επιχειρήσεις (μάλλον εναντίον των πλέον μάχιμων μονάδων, όπως είναι το τάγμα Αζόφ), προκειμένου η πόλη να καταληφθεί πλήρως, χωρίς οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις να κατορθώνουν ή και να τολμούν πλέον να βοηθήσουν τους αμυνομένους.

Σε άλλα αστικά κέντρα, τα οποία αποπειρώνται να περικυκλώσουν οι Ρώσοι, επίσης δεν εντοπίζουμε δυνατότητα μετακίνησης ουκρανικών δυνάμεων προς ενίσχυση των αμυνομένων, από περιφέρεια σε περιφέρεια, ούτε και σοβαρές δυνατότητες της κεντρικής διοίκησης των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων να σταματήσουν και να ακυρώσουν τους ρωσικούς ελιγμούς, οι οποίοι αποπειρώνται να περικυκλώσουν μεγάλο όγκο των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων, ιδίως στα ανατολικά.

Οι αντεπιθέσεις των Ουκρανών είναι σποραδικές και εξαντλούνται μέχρι τώρα σε επιχειρήσεις παρενόχλησης των ρωσικών δυνάμεων, οι οποίες φαίνεται ότι πέφτουν θύματα των επιτυχιών τους, υπό την έννοια της πολύ γρήγορης κατάληψης, πολύ μεγάλης ουκρανικής επικράτειας και επομένως της υπερεπέκτασης των γραμμών ανεφοδιασμού τους.

Προκύπτει επομένως ότι τα κέντα διοίκησης, επικοινωνιών, η αεράμυνα και η αεροπορία, οι πυραυλικές δυνατότητες και ο τακτικός ουκρανικός στρατός έχουν συντριβεί ή τουλάχιστον περιοριστεί ως προς την μαχητική τους δυνατότητα, σημαντικά. Μάλιστα, όπως δειλά-δειλά ακόμα και συστημικοί δυτικοί αναλυτές αναγνωρίζουν, οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις πολεμούν σχεδόν «με το ένα χέρι δεμένο». Οι βομβαρδισμοί τους είναι πολύ προσεκτικοί και πολύ λιγότεροι σε σχέση με τους αντίστοιχους αμερικανικούς.

Εδώ όμως προκύπτει το τέταρτο συμπέρασμα, αυτό της στράτευσης του ουκρανικού λαού. Με έναν πληθυσμό 44 εκ. και με γενική επιστράτευση στις ηλικίες 18-55, ακόμα και αν δεν προσδοκούσε κανείς το μέγιστο ποσοστό (περί το 10% του πληθυσμού) αλλά έμενε στο 5%, θα έπρεπε να έχουν παραταχθεί ουκρανικές δυνάμεις περί των 2 εκατομμυρίων. Ακόμα και αν αυτό φαντάζει πολύ μεγάλο και πηγαίναμε σε ένα ταπεινό 2,5%- δηλαδή σε μια εν πολλοίς αποτυχημένη γενική επιστράτευση- οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις θα έπρεπε να μπορούν να παρατάξουν σε έναν υπέρ πάντων αγώνα, περίπου 1.000.000 ενόπλους. Ένα εκατομμύριο απέναντι σε 150.000 ή 200.000 θα έπρεπε να έχει οδηγήσει σε πλήρη αδυναμία του επιτιθεμένου να ενεργήσει ελιγμούς στο εχθρικό έδαφος. Αντιθέτως προς όλα αυτά, φαίνεται ότι οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις ουκρανικών δυνάμεων δεν ξεπερνούσαν μέχρι πριν από λίγες ημέρες τις 70.000 στα ανατολικά, συμπεριλαμβανομένων και ξένων μισθοφόρων-«εθελοντών». Κοινώς, καθίσταται προφανές ότι ο ουκρανικός λαός δεν κινητοποιήθηκε σε μαζική κλίμακα, προκειμένου να πολεμήσει. Αυτό δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι επιθυμεί τη ρωσική εισβολή. Δείχνει όμως ότι είτε λόγω αδυναμίας του κρατικού μηχανισμού, είτε και απροθυμίας των πολιτών, η λαϊκή κινητοποίηση, ώστε να υποστηριχθεί η πολεμική προσπάθεια απέτυχε παταγωδώς.

Βεβαίως, μια γενική επιστράτευση συνιστά έναν περίπλοκο γρίφο από απόψεως τόσο πολεμικής ικανότητας και εκπαίδευσης, όσο και επιμελητείας- παραγωγικής ικανότητας (βλ Talcott Williams, The Annals of the American Academy of Political and Social Science Vol. 78, Mobilizing America’s Resources for the War (Jul., 1918), σσ. 1-6). Ακόμα και έτσι όμως δεν δικαιολογείται η μη κινητοποίηση των ίδιων των Ουκρανών, στα δικά τους εδάφη.

Το τεράστιο προσφυγικό ρεύμα μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες δεν μπορεί ασφαλώς να συμπεριλαμβάνει μόνο και αποκλειστικώς, υπερήλικες και γυναικόπαιδα. Έχουμε δει αρκετά βίντεο με άνδρες σε μάχιμη ηλικία να παίρνουν τον δρόμο της προσφυγιάς. Το ερώτημα είναι πώς είναι δυνατό να φεύγουν από την χώρα ή να μετακινούνται μεταξύ πόλεων χωρίς να επιστρατεύονται.

Πέμπτο συμπέρασμα, είναι η έλλειψη ακόμα και σήμερα, ένοπλης αντίστασης στα εδάφη τα οποία έχουν καταλάβει οι Ρώσοι. Έχουμε δει (μάλλον μικρές) διαδηλώσεις, αλλά καθόλου ένοπλη αντίσταση. Αντιθέτως, βλέπουμε ολοένα πιο αυταρχικές τακτικές στο εσωτερικό της Ουκρανίας. Απαγόρευση πολιτικών κομμάτων (κυρίως αριστερών) και εξευτελισμοί πολιτών που κατηγορούνται ως φιλορώσοι – με ό,τι κι αν σημαίνει αυτό προφανώς – προδίδουν έναν μάλλον διάχυτο φόβο μέσα στις ελεγχόμενες από την Ουκρανία περιοχές, περί ρωσόφιλων στοιχείων, παρά το αντίστροφο, δηλαδή φόβο στις ελεγχόμενες από την Ρωσία περιοχές, περί ύπαρξης ένοπλων, ουκρανικών πυρήνων αντίστασης.

Αυτό μάλιστα, όταν σε σχέση με τις ανάγκες της κατοχής μιλούμε για ένα ελάχιστο εκστρατευτικό σώμα. Αν μιλήσουμε για συνολική κατοχή της Ρωσίας στην Ουκρανία θα έχουμε 3,4 Ρώσους στρατιώτες ανά 1000 Ουκρανούς, όταν οι συμμαχικές δυνάμεις που κατέλαβαν τη Γερμανία το 1945 είχαν 89,3 στρατιώτες σε 1.000 κατοίκους, οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ στη Βοσνία το 1995 είχαν 17,5 στρατιώτες σε 1.000 κατοίκους, οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ στο Κοσσυφοπέδιο το 2000 είχαν 19,3 στρατιώτες σε 1.000 κατοίκους και οι διεθνείς δυνάμεις στο Ανατολικό Τιμόρ το 2000 είχαν 9,8 στρατιώτες σε 1.000 κατοίκους. Μένει να αποδειχτεί στο μέλλον το αν και κατά πόσο θα μπορέσουν οι ρωσικές δυνάμεις να υλοποιήσουν μια τέτοια αποστολή. Ωστόσο σήμερα δεν προκύπτει ακόμα διάθεση του ουκρανικού λαού για αντίσταση.

Έκτο συμπέρασμα: χωρίς να γνωρίζουμε μετά βεβαιότητας τους ακριβείς αριθμούς, είναι προφανές ότι οι ρωσικές δυνάμεις έχουν σημαντικές απώλειες. Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, στην θριαμβευτική για τους Ναζί μάχη της Γαλλίας, οι γερμανικές ένοπλες δυνάμεις είχαν μέσα σε διάστημα 45 ημερών περίπου 27.074 νεκρούς και 111.034 τραυματίες. Εναντίον της Πολωνίας μέτρησαν 16.343 νεκρούς και 27.280 τραυματίες. Ο σημερινός πόλεμος μπορεί να συγκριθεί με αυτούς τους πολέμους και όχι με επεμβάσεις όπως των ΗΠΑ στο Ιράκ, οι οποίες από απόψεως επάρκειας των ιρακινών δυνάμεων, πεδίου σύγκρουσης των αντιπάλων και μορφών χρήσης βίας ήταν τελείως διαφορετικές. Με άλλα λόγια, είναι σαφές ότι οι ρωσικές δυνάμεις θα υποφέρουν απώλειες που θα μετριούνται σε χιλιάδες και όχι σε εκατοντάδες. Φαίνεται μάλιστα ότι οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις προσανατολίστηκαν τις πρώτες ημέρες σε πολύ γρήγορες προελάσεις βαθιά μέσα στην επικράτεια της Ουκρανίας, διακινδυνεύοντας περισσότερα θύματα. Δεν είναι σαφές εάν επρόκειτο ωστόσο, περί λανθασμένης τακτικής ή περί σχεδίου διάτρησης σε διαφορετικές περιοχές των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων, ούτως ώστε να τις καθηλώσουν σε πολλαπλά μέτωπα, χωρίς να τις επιτρέπουν να συνταχθούν σε μεγάλους αριθμούς, στο κύριο θέατρο επιχειρήσεων, στα νοτιοανατολικά της χώρας τους.

Όλα τα παραπάνω θα επιβεβαιωθούν ενδεχομένως τις επόμενες ημέρες, εάν φυσικά δεν δούμε έναν γενικευμένο πόλεμο να ξεκινάει.

Πηγή: Θέμης Τζήμας – Κοσμοδρόμιο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *