Καθημερινές ιστορίες “δημιουργικής καταστροφής”

Όπως έχουμε δει τόσες και τόσες φορές, το κεφάλαιο “πρέπει” να οδηγήσει αμέτρητους εργάτες, αλλά και μικροαστούς, ακόμα και μερικούς κεφαλαιοκράτες, στην πλήρη εξόντωση.

Αυτός ο αποδεκατισμός είναι “απαραίτητος”, προκειμένου μακροπρόθεσμα οι εναπομείναντες εργάτες να αποδεχτούν να εργάζονται σε συνθήκες μεσαιωνικής εκμετάλλευσης.

Άλλωστε, η παρουσία πάμπολλων εργατών σε χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, κτλ διασφαλίζει ότι υπάρχει άφθονη εργατική δύναμη για να καλύψει τις ανάγκες του κεφαλαίου, που προφανώς βλέπει τους υπόλοιπους ως “περισσευόμενους”.

Οι εργάτες είναι “αναλώσιμοι” – τα κέρδη τους όμως όχι, και είναι “αναγκαία” η μεγιστοποίηση αυτών των κερδών, προκειμένου να αποδεχτούν οι κεφαλαιοκράτες να ξαναεπενδύσουν.

Η εξόντωση είναι 100% βέβαιη για σημαντικά κομμάτια του πληθυσμού, και η εξαθλιωση είναι εξίσου βέβαιη για πολλούς από αυτούς που θα επιζήσουν.

Η οργάνωση με σκοπό την ανατροπή της σημερινής άρχουσας τάξης είναι η μοναδική προοπτική που προσφέρει ελπίδα για το μέλλον. Έως τότε, περιστατικά όπως τα επόμενα, που τώρα έχουν ξεκινήσει να πολλαπλασιάζονται, θα έχουν γίνει τόσο συχνά που θα αποτελούν “μέρος της καθημερινότητας μας” και δε θα προκαλούν καν ντροπή, θλίψη και οργή όπως τουλάχιστον προκαλούν τώρα:

Συσσίτια στην Ελλάδα επί Κατοχής

Ένα παιδί λιποθύμησε τη Δευτέρα στο σχολείο του. Οι δάσκαλοι το μετέφεραν στο νοσοκομείο και η διάγνωση μάς έστειλε όχι στο 2004, που λέει ο καλοθρεμμένος υπουργός Οικονομικών, αλλά στο 1944: υ-πο-σι-τι-σμός.

Το είπε και το παιδάκι, όταν το πίεσαν οι γιατροί, με κατεβασμένο το κεφάλι από την ντροπή: δεν είχαν κάτι στο σπίτι για να φάει.

Υποσιτισμός: Αυτή η ωραία, αποφορτισμένη λέξη ήταν άγνωστη στον Κνουτ Χάμσουν, άγνωστη στα παιδιά με τα πεταγμένα από τις κόγχες μάτια που ζητιάνευαν ένα κομμάτι ψωμί από τους άλλους πεινασμένους στην Ελλάδα των άλλων Γερμανών.
Ο επιστημονικός όρος, βλέπετε, καλύπτει, κουκουλώνει μιαν από τις πιο άγριες έννοιες, την πείνα

Το έμαθε η υπουργός Παιδείας, που είναι και μάνα; Και τι έκανε;

Το έμαθε ο υπερφίαλος υπουργός Οικονομικών, που παλεύει με νύχια και με δόντια για να μη φορολογηθούν οι πελάτες του; Και τι έκανε;

Το έμαθε ο κρυψίνους που επέτρεψε να δημοσιευτεί αυτός ο προκλητικός απολογισμός της διετίας που κυβερνά το ΠΑΣΟΚ; Και τι έκανε;

Αν αύριο καταλήξει (έτσι θα πουν στα δελτία τα παπαγαλάκια τους) ένα παιδί από υποσιτισμό, θα πει κανείς από τους παραπάνω ότι πέθανε από την πείνα;

(σ.σ. Το άρθρο της “Αυγής” καλά κάνει και στοχεύει εναντίον της κυβέρνησης, αλλά κακώς απευθύνεται, έστω και ρητορικά, σε αυτούς για απαντήσεις. Αυτοί κάνουν ότι κάνουν διότι αυτό είναι που εξυπηρετεί τα συμφέροντα τους. Το θέμα είναι τι θα κάνει ο κόσμος. Βλέπετε, πολλοί λένε “δεν πάει άλλο”, ωστόσο αν αυτό δε μετουσιωθεί σε πράξεις που όντως θα ανατρέψουν την άρχουσα τάξη, τότε υπάρχει και παρα-υπάρχει κι άλλο. Πχ έναν αιώνα πριν τα παιδάκια που τώρα αναφέρει το συγκεκριμένο άρθρο όχι απλά υποσιτίζονταν, όχι απλά πέθαιναν από την πείνα, αλλά επιπλέον τα έβαζαν να δουλεύουν σε απάνθρωπες πάλιστα συνθήκες και σε σκληρές δουλειές, με αποτέλεσμα πολλά να μην αντέχουν. Παρομοίως και για όλους του εργαζόμενους, κάθε ηλικίας και κλάδου)

Δεν το αξίζουμε και δεν μας αξίζει! Φτάνει!

Εδώ και περίπου δέκα χρόνια διατηρούμε στην Θέρμη, λίγο έξω από την Θεσσαλονίκη, ένα μικρό διαμέρισμα (νεόκτιστο τότε), το οποίο χρησιμοποιούσαμε όποτε, αρκετά συχνά, επισκεπτόμασταν τη νύφη του Βορρά, είτε για επαγγελματικούς σκοπούς είτε για επίσκεψη. Καθώς όμως οι δουλειές πια έχουν πέσει, το ίδιο και τα εισοδήματα, οι επισκέψεις στην λεβεντομάνα έχουν περιοριστεί σε τέτοιο σημείο που το σπίτι αυτό ουσιαστικά καθόταν. Η ανάγκη μας έφερε λοιπόν και πήραμε την απόφαση να το νοικιάσουμε.

Σήμερα το πρωί λοιπόν βρέθηκε ένας νέος φοιτητής μαζί με τον πατέρα του που είδαν το σπίτι, τους άρεσε, όλα καλά και πήρανε την απόφαση ότι το θέλουν. Μας τηλεφωνούν λοιπόν και μας λένε ότι προχωράμε, αν και υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα με την πολυκατοικία. Είναι κομμένο το γκάζι!

Επικοινωνούμε με τον διαχειριστή της πολυκατοικίας και μαθαίνουμε πως όντως το γκάζι κόπηκε, αφού έχουν να πληρωθούν κοινόχρηστα πάνω από έξι μήνες! Στην ερώτηση γιατί συμβαίνει αυτό, η απάντηση είναι απλή. Αποστομωτική. Γιατί στην πολυκατοικία, των δώδεκα διαμερισμάτων, είναι όλοι άνεργοι.

Έχουν περάσει ώρες από την στιγμή εκείνου του τηλεφωνήματος. Ακόμα και τώρα, καθώς επανέρχονται στο μυαλό μου οι λέξεις που περιγράφουν τις καταστάσεις αισθάνομαι ζαλάδα. Μια σκοτεινιά πέφτει μπροστά στα μάτια μου. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι ξένοι. Δεν είναι απρόσωποι. Δεν ζουν σε μια μακρινή γωνιά του πλανήτη. Τους ανθρώπους αυτούς τους ξέρω, έχουν πρόσωπα, χαρακτήρα και ζωές που τις ήξερα κάποτε. Τότε. Που είχαν ζωές.

Η ιστορία πια μας προσπερνά. Οι μέρες τρέχουν με ρυθμούς ιλιγγιώδεις. Σαν την αμαξοστοιχία που, ώσπου να την δούμε να έρχεται, μας έχει σαρώσει, έχει φύγει, κι εμείς μένουμε ξαπλωμένοι στις ράγες, κοιτάζοντας το άσπρο φως να πλησιάζει, να αναρωτιόμαστε τι είναι αυτό που μας σάρωσε. Τι είναι αυτό που ήρθε, μας πήρε τη ζωή σε μια στιγμή, κι έφυγε δίχως να ρωτήσει.

Νιώθω την ανάγκη να πιαστώ από την πνοή μου. Να σηκωθώ όρθιος, να σταθώ, να πάρω μια βαθιά, πολύ βαθιά ανάσα και να φωνάξω ένα τεράστιο, ένα γιγάντιο, ΟΧΙ. Ένα όχι τόσο δυνατό που να ακουστεί από όλους! Ένα όχι τόσο ισχυρό που να με ακολουθήσουν όλοι! Ένα όχι που θα μας μαζέψει όλους, μαθητές και γονείς, εργάτες και ανέργους, αφεντικά και υπαλλήλους, όλους σε μία γροθιά. Την γροθιά που θα χτυπήσει και θα λιώσει την εξουσία τους. Την γροθιά που θα διαλύσει το σύστημά τους. Την γροθιά που θα μας βγάλει όλους από την μιζέρια, την κατάθλιψη και το σοκ που μας έχουν απλόχερα μοιράσει.

Είναι αυτή η τρεμάμενη από δύναμη γροθιά της λύσσας. Της λύσσας που νιώθεις όταν έχεις απέναντί σου αυτόν που σου κλέβει το όνειρό σου. Αυτόν που σου κλέβει τη ζωή σου. Αυτόν που σου εκμηδενίζει το μέλλον. Αυτόν που γκρεμίζει τον κόσμο γύρω σου!

Ξημέρωσε νύχτα

Είμαι στα 37 μου.

Δουλεύω απ’ τα 16 μου.

Στην Αθήνα ζω απ’ τα 24 μου.

Δε θυμάμαι εποχή που να ‘χω μείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα άνεργη. Θυμάμαι πολλές εποχές που βρέθηκα να κάνω δυο δουλειές ταυτόχρονα. Τα τελευταία οκτώ χρόνια για παράδειγμα. Θυμάμαι εποχές που τα πράγματα ήταν καλά, κι άλλες που ήταν δύσκολα και στριμωγμένα. Ποτέ μου όμως, ούτε στις πιο άγριες “πείνες” των φοιτητικών μου χρόνων, δε βρέθηκα στην κατάσταση που είμαι τώρα.

Δεκατρία χρόνια σ’ αυτή την πόλη, δούλεψα, μόχθησα, στάθηκα στα πόδια μου, αλλά τώρα πια παράδωσα τα όπλα.

Είμαι δέκα μήνες άνεργη. Γνωρίζοντας από νωρίτερα πως θα χάσω τη δουλειά μου, άρχισα να ψάχνω από πέρισυ το Πάσχα. Έστειλα 120 περίπου βιογραφικά σ’ αυτό το διάστημα, σε διάφορες δουλειές, και καμιά 35αριά σε εκδοτικούς οίκους για μετάφραση.
Πήρα δύο απαντήσεις από εκδοτικούς οίκους, οι οποίοι με ενημέρωναν πως δεν χρειάζονται συνεργάτες.

Οι υπόλοιποι 153 προφανώς λυπήθηκαν το χρόνο που χρειάζεται να στείλεις ένα απορριπτικό email.

Για πρώτη φορά στη ζωή μου αντιμετωπίζω μια έξωση στο τέλος του τρέχοντος μήνα. Η σπιτονοικοκυρά έχει αφρίσει και πλέον θα μιλάμε με τους δικηγόρους της. Έχει δίκιο φυσικά. Τα λεφτά της θέλει, δεν είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα. Τα 8 χρόνια που μένω στο σπίτι της και το ότι ποτέ δεν της καθυστέρησα ή έφαγα νοίκια, δεν παίζουν κανένα ρόλο. Ούτε οι εργασίες που έκανα στο σπίτι με δικά μου έξοδα και κόπο. Άλλωστε όπως είπε κι η ίδια, “δεν έχω πια αξιοπρέπεια”, κι όπως υπερθεμάτισε η κόρη της “είμαι απατεώνας που ζω εις βάρος τρίτων”.

Οι μεταφορείς που ήρθαν για να μου δώσουν τιμή για μετακόμιση και αποθήκευση μου ζήτησαν 150 ευρώ μηνιαίως για αποθήκευση σε κοντέινερ τους και 600-750 για τη μετακόμιση μέχρι την αποθήκη. Για μετακόμιση ως το πατρικό μου στο Βόλο μου ζητούν περίπου 1200 ευρώ.

Δεν έχω τα χρήματα ούτε για το ένα, ούτε για το άλλο. Ακόμη κι αν έβρισκα τα χρήματα για τη μετακόμιση ως το Βόλο, η μητέρα μου ζει σ’ ένα μικρό διαμέρισμα των 40 τετραγωνικών όπου μετά βίας να χωρέσω εγώ κι ο υπολογιστής μου, ίσως και κάποια από τα ρούχα μου.

Όλα τα υπόλοιπά μου πράγματα, το νοικοκυριό 10 και βάλε χρόνων, θα πάει πιθανόν για βρούβες.

Η εφορία μου ζητά τα 300 ευρώ του φόρου επιτηδεύματος κι ο τόκος τρέχει 3% το μήνα. Η ΔΕΗ σε λίγο θα μου στείλει το τελευταίο μπουγιουρντί ενώ υπολόγισα πως ο φόρος που θα μπει ενσωματωμένος θα είναι περίπου 420 ευρώ.

Το τελευταίο δίμηνο του ΤΕΒΕ το πλήρωσα με αίμα και κυριολεκτικά τελευταία στιγμή.
Η επόμενη πληρωμή στο τέλος του Νοέμβρη δε θα γίνει. Η τρέχουσα εισφορά μου είναι 640 ευρώ, αλλά εγώ είμαι χωρίς μετάφραση.

Η εταιρεία με την οποία συνεργάζομαι μου δήλωσε πως δεν ξέρουν αν και πότε θα μου ξαναδώσουν δουλειά και πως δεν μπορούν να μου εγγυηθούν πως θα έχω σταθερή συνεργασία μαζί τους. Σε περίπτωση που είχα, αυτή η σταθερή συνεργασία θα μου απέφερε το αστρονομικό ποσό των 420 ευρώ το μήνα. Για την ώρα όμως, δεν υπάρχει ούτε αυτό το δεδομένο.

Η πόλη στην οποία έζησα δεκατρία χρόνια τώρα, με φτύνει στο περιθώριο σαν σκουπίδι.
Είμαι δειλή για να δώσω μια και να πηδήξω απ’ το μπαλκόνι, και ζει ακόμα η μάνα μου, δεν της αξίζουν τέτοιες καράφλες στα ογδόντα της.

Δεν ξέρω ούτε πού θα πάω, ούτε πού θα σταθώ. Για πρώτη φορά στη ζωή μου νιώθω κυριολεκτικά επί ξύλου κρεμάμενη, χωρίς τόπο να πατήσω και να κρατηθώ…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *