
Γράφει ο Βελισσάριος Κοσσυβάκης
«ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ» το art-house διαμάντι του Ντούσαν Μακαβέγιεφ από τη NEW STAR από 7/9 στους κινηματογράφους. ΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΕΝΗ
Η ταινία που ώθησε τον ΜΑΝΟ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ να αποζητήσει τη συνεργασία του με τον Ντούσαν Μακαβέγιεφ.
«Σαν είδα πρώτη φορά στο Λονδίνο τα Μυστήρια του οργανισμού, ενθουσιάστηκα, χειροκρότησα, κι είπα σε φίλους μου πως θα ‘ταν μεγάλη η χαρά μου σαν τύχαινε και δούλευα μ’ αυτόν τον σκηνοθέτη.» – ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
«Ίσως είναι σαν καθρέφτης. Οι άνθρωποι το κρατούν μόνοι τους και βλέπουν να αντικατοπτρίζεται μόνο αυτό που τους προσβάλλει περισσότερο» – ΝΤΟΥΣΑΝ ΜΑΚΑΒΕΓΙΕΦ
«Η επιστήμη του Ράιχ καταδικάστηκε από το FDA, τα βιβλία του κάηκαν από την κυβέρνηση των ΗΠΑ και πέθανε στη φυλακή. Βλέπετε πόσο επικίνδυνο είναι το σεξ. Τέτοιες ταινίες είναι πλέον αδύνατες.» – ROGER EBERT
Βραβεία/Διακρίσεις:
Βραβείο FIPRESCI – Ειδική Μνεία, Βραβείο Interfilm
Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου 1971, Χρυσός Hugo Καλύτερης ΤαινίαςΦεστιβάλ Κινηματογράφου του Σικάγο 1971
ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ
Σκηνοθεσία: Dušan Makavejev
Σενάριο: Dušan Makavejev
Διεύθυνση φωτογραφίας: Alexander Petković, Pega Popović
Μοντάζ: Ivanka Vukasović
Μουσική: Bojana Marijan
Ηθοποιοί: Milena Dravić, Ivica Vidović, Jagoda Kaloper, Tuli Kupferberg, Zoran Radmilović, Jackie Curtis, Miodrag Andrić
Παραγωγοί: Dušan Makavejev, Svetozar Udovicki
Χρώμα :Έγχρωμο
Χώρα Παραγωγής: Γιουγκοσλαβία
Έτος Παραγωγής: 1971
Διάρκεια: 85΄
ΣΥΝΟΨΗ
Το σουρεαλιστικό αυτό κράμα ντοκιμαντέρ-μυθοπλασίας ξεκινάει ως σπουδή στη ζωή και το έργο του αμφιλεγόμενου στοχαστή και ψυχολόγου Βίλχελμ Ράιχ, για να εξελιχθεί στη συνέχεια σε μια αυτοσχέδια εξιστόρηση της σεξουαλικής απελευθέρωσης μιας νεαρής Σλάβας καλλονής. Συνδυάζοντας πολιτική και σεξουαλικότητα, η ταινία του Μακαβέγιεφ, η οποία απαγορεύτηκε στην πατρίδα του, είναι παιχνιδιάρικη και ταυτόχρονα τολμηρή· αναμφίβολα, ένα art-house διαμάντι.
Θαυμαστής του Βίλχελμ Ράιχ, επηρεάστηκε σημαντικά από τη θεωρία του, και η ταινία του «Τα μυστήρια του οργανισμού» είναι -θα μπορούσαμε να πιούμε- μια κινηματογραφημένη μεταφορά του έργου του μεγάλου ψυχαναλυτή. Ταινία γυρισμένη την εποχή όπου ιδεολογικοί αντιρρησίες και ανένταχτα πνεύματα επιστρατεύουν την τότε φρέσκια και γι’ αυτό ανοχύρωτη τέχνη του κινηματογράφου προκειμένου να δώσουν μια νέα πνοή σε μια προσεκτικά οροθετημένη πραγματικότητα.
ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ – ΝΤΟΥΣΑΝ ΜΑΚΑΒΕΓΙΕΦ
Το 1973 ο Μακαβέγεφ ζούσε στο Παρίσι αυτοεξόριστος. Ο Μάνος Χατζιδάκις είχε δει τα «Μυστήρια του οργανισμού», είχε ενθουσιαστεί και είχε δηλώσει, ήδη από το 1971, ότι θα ήθελε να δουλέψει μ’ αυτόν τον ανατρεπτικό σκηνοθέτη. Με μια έντονη δραστηριότητα, που περιλάμβανε μουσική για ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου, ο Χατζιδάκις ενδιαφέρθηκε να γνωριστεί με τον Μακαβέγεφ όταν πληροφορήθηκε πως ετοίμαζε τη νέα ταινία του, δηλαδή το «Sweet movie». Η ιστορία λέει πως ο Χατζιδάκις συνάντησε για πρώτη φορά τον Γιουγκοσλάβο σκηνοθέτη το 1973 στο παρισινό διαμέρισμά του. Ζούσε σ’ ένα άθλιο υπόγειο. Εκεί που μιλούσαν με τον Χατζιδάκι ένας αρουραίος βγήκε από μια κρυψώνα, πήρε ένα κομμάτι τυρί από ένα πιάτο στο πάτωμα και εξαφανίστηκε. «Είναι ο συγκάτοικός μου» ενημέρωσε ο Μακαβέγεφ τον εμβρόντητο Χατζιδάκι. Και τότε ο Χατζιδάκις είπε μέσα του: «Αυτός ο νέος μαρξιστής σκηνοθέτης μ’ αρέσει και θα του γράψω μουσική».[…]
Ο ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΤΟΥΣΑΝ ΜΑΚΑΒΕΓΙΕΦ
“Με τραγική σατιρική φλέβα μέσα του και με γνήσια αίσθηση χιούμορ, κεντροευρωπαίκού τύπου θάλεγα, απορρίπτει φανατικά κάθε διανοητική έκφραση στις ταινίες του και χειρίζεται το μόνιμο θέμα του – την απελευθέρωση του σύγχρονου ανθρώπου απ’ τα εσωτερικά δεσμά του, τα “καταλλήλως επιβληθέντα εντός μας”, όπως θάλεγεν ο ποιητής Καβάφης – με ανεξίτηλες εικόνες, αδιάκοπες ευρηματικές ιδέες και με δίχως φραγμό αντιμετώπιση της αλήθειας στις ανθρώπινες σχέσεις.
Δεν είναι «στρατευμένος». Δεν κάνει εύκολη πολιτική. Αλλά το αποτέλεσμά του είναι πολιτικό, μια και τον χαρακτηρίζει η βαθειά γνώση του σημερινού μας κόσμου.
Θα πρόσθετα ακόμη, πως ίσως δεν φανερώνει τους συγκεκριμένους στόχους του. Όμως είναι ολοφάνερη η βαθύτατη ανθρωπιά του και η προσπάθειά του να μας αναστατώσει για να σκεφτούμε κι έτσι να ξαναβρούμε μια διαφορετική σύνθεση μέσα μας. Και μια διαφορετική σύνδεση με τον περίγυρό μας.
Δεν περιέχει συμβολισμούς αλλά μεταχειρίζεται σύμβολα. Δεν περιέχει συνθήματα, αλλά μεταχειρίζεται τραγούδια. Μα πάνω απ’ όλα, μας χαρίζει εικόνες και ιστορίες διαφορετικές, που κινιούνται παράλληλα αλλά κι ανεξάρτητα μεταξύ τους, για να καταλήξουνε όλα σε μια χοάνη, που τελικά χαρακτηρίζεται από τον τίτλο της ταινίας κι από τον ζωντανό κόσμο που περιέχει ο ίδιος ο Μακαβέγιεφ, σύγχρονος, οραματιστής και με ποιητική συνείδηση του παρόντος Χρόνου.
Πολλοί και μάλιστα θαυμαστές του, επιχειρούν ανάλυση της εργασίας του κι ατελείωτα φιλολογούν γύρω απ’ αυτήν, βρίσκοντας νοήματα, σκέψεις και ερμηνείες απίθανες και περιοριστικές για την γεμάτη ορμή ασταμάτητη φαντασία του Μακαβέγιεφ, που τόσο αντιπαθεί ο ίδιος τα σύμβολα και την διανόηση. Μα πάλι, αυτός ο ίδιος, σαν πονηρός Βαλκάνιος, δέχεται με ηδονή όλες τις απόψεις και επιβεβαιώνει με άνεση και χιούμορ τις εντελώς αντίθετες πλάνες των «σκεφτομένων» θαυμαστών του. Όχι γιατί κερδίζει τίποτα. Απλώς, γιατί διασκεδάζει αυτοσατυρίζοντας την αυξανόμενη επιτυχία της εργασίας του. Τρεις μέρες συζητούσε σ’ ένα απ’ τα Φεστιβάλ της Ιταλίας μ’ έναν καθολικό επίσκοπο, που ενθουσιασμένος ο επίσκοπος, είχε βρει το Sweet Movie θρησκευτική ταινία και βασισμένη μάλιστα στο Ευαγγέλιο. Τρεις μέρες κουβέντιαζε μαζί του για να τον πείσει πως ήτανε ο μόνος που ανακάλυψε το πραγματικό περιεχόμενο της ταινίας του. Ούτε βέβαια ο επίσκοπος ήταν αφελής, ούτε ο Μακαβέγιεφ αργόσχολος. Μα ο διάλογος, ήτανε μέσα στο παιχνίδι του.” –
Αφήστε μια απάντηση