«Γειά σου σύντροφε…» (2)

Η ξεχασμένη αντικαπιταλιστική πολιτική

Η κυρίαρχη Αριστερά, έχοντας φετιχοποιήσει και διαχω­ρίσει σχεδόν απόλυτα τον άμεσο ταξικό πολιτικό αγώνα, έχοντας ταυτόχρονα καθηλώσει τη στρατηγική της εργατι­κής επανάστασης σε μια αποκοινωνικοποιημένη εκδοχή της «εξουσίας», δεν μπορούσε τελικά να διανοηθεί άλλη υλική μορφή «αλλαγής των συσχετισμών» πέρα, απ’ την επίδρασή της στις κατευθύνσεις του μεταπολιτευτικού κυβερ­νητικού σκηνικού.

Αλλά και οι ανατρεπτικές κριτικές τάσεις, ακόμα και όσες (προς τιμή τους) διαχωρίζονταν ριζικά απ’ τον κυβερνητισμό και τον «καθεστωτισμό» της κυρίαρχης Αριστεράς και προωθούσαν το δρόμο του μαχητικού κινήματος», δεν μπόρεσαν να χειραφετηθούν απ’ τις ομόκεντρες σχεδόν με την κυρίαρχη Αριστερά αντιφάσεις τους.

Η, από μέρους τους, «εξάντληση» της στρατηγικής της επανάστασης προς τον κομμουνισμό στις πρώτες μεγάλες, αλλά όχι ακόμα «καθοριστικές» κατακτήσεις της, η προσαρμογή τους τελικά με διάφορες μορφές στις μη σοσιαλιστικές εξου­σίες, η αυτάρκεια ως προς τις στρατηγικές λύσεις, οδηγούσε σε ταυτόχρονη αυτάρκεια και ως προς την επαναστατική τακτική και τη σύνδεσή της με τον στρατηγικό στόχο. Οδηγο­ύσε στην τυπική διαχείριση της τακτικής με την «ανεμελιά» της απλής αριθμητικής ενός – δύο επαναστατικών αξιωμάτων, που παρ’ όλη τη σημασία τους δεν επαρκούν για τη λύση των μεγάλων και πάντα πρωτότυπων προβλημάτων του «επανα­στατικού δρόμου» και της μεταβαλλόμενης πραγματικότητας.

Σ’ αυτά τα πλαίσια οι τάσεις της αριστερής κριτικής και αμφισβήτησης συχνά αναμασούσαν (και σε μεγάλο βαθμό αναμασούν και σήμερα) «απ’ τα αριστερά», μερικές απ’ τις πιο διαδεδομένες διαστρεβλώσεις αυτών των αξιωμάτων από μέρους της μεταλλαγμένης Αριστεράς.

Μια από τις πιο βασικές, αφορά το λεγόμενο «αντικαπιταλιστικό» περιεχόμενο των στόχων και των μορφών του «άμε­σου» πολιτικού αγώνα και τη σχετική, πάντα, σε διάφορα επίπεδα, δυνατότητα υλοποίησης και επιβολής τους στο έδα­φος της καπιταλιστικής κυριαρχίας, σε αποφασιστικές καμπές της ταξικής πάλης και όχι μόνο σε συνθήκες γενικής επαναστατικής κρίσης (όπου δεσπόζουν τα καθήκοντα της, επανάστασης). Αφορά την αδυναμία διάκρισης των «κοινών στοιχείων» και των αντιθέσεων ανάμεσα στον χαρακτήρα των στόχων και των κατακτήσεων του ρεφορμισμού από τη μια μεριά, τον χαρακτήρα των βασικών «αντικαπιταλιστικών» στόχων και των αντίστοιχων κατακτήσεων στο έδαφος της διατηρούμενης αστικής κυριαρχίας από την άλλη και το δια­φορετικό), και απ’ τα δύο προηγούμενα επίπεδα, χαρακτήρα των επιδιώξεων σε συνθήκες γενικής επαναστατικής κρίσης και, πολύ περισσότερο, επαναστατικής εξουσίας.

Είναι, λίγο πολύ, γνωστό πως οι πολύπλευρες εκδηλώ­σεις των διάφορων νόμων της καπιταλιστικής κυριαρχίας στα ζητήματα της οικονομίας – εργασίας, της δημοκρατίας, των διεθνών σχέσεων και του γενικού πολιτισμού, μπορεί να «συμπυκνωθούν» (έστω κάπως σχηματικά) σε δυό βασι­κούς νόμους:

Αυτοί επιβάλλουν, κυρίως, απ’ τη μια μεριά τη διαρκή σχε­τική επιδείνωση της οικονομικο-κοινωνικής θέσης της καταπιεζόμενης εργασίας και από την άλλη, την αδιατάρακτη αναπαραγωγή της ηγεμονίας της αστικής πολιτικής και των αστικών μορφών και θεσμών, (εσωτερικών και διεθνών) απέ­ναντι στο πολιτικό και (πολιτιστικό) κίνημα των εργαζομένων και στην τάση του για δικούς του αγωνιστικούς «θεσμούς» ανεξάρτητους σε πολιτικό περιεχόμενο και μορφές.

Οι ρεφορμιστικοί στόχοι και «κατακτήσεις» δεν αμφισβητούν, ουσιαστικά δεν επιδιώκουν να αναιρέσουν και δεν υπερ­βαίνουν σχετικά, με υλικό τρόπο, αυτούς τους δυο βασικο­ύς νόμους της καπιταλιστικής κυριαρχίας.

Αντίθετα, απ’ την άλλη μεριά, οι βασικοί αντικαπιταλιστι­κοί στόχοι και οι αντίστοιχες μορφές στο έδαφος της διατη­ρούμενης αστικής κυριαρχίας όχι μόνο διεκδικούν και συγ­κρούονται, αλλά, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, μπο­ρούν να «ανατρέπουν», με υλικό τρόπο και να υπερβαίνουν σχετικά, για ένα διάστημα, ή μια φάση της ταξικής πάλης, τη «συνέχεια» αυτών ακριβώς των βασικών καπιταλιστικών νόμων. (Αυτό σημαίνει π.χ. ριζική ανατροπή της εισοδηματικής πολιτικής, ανατροπή του πολιτικού «σκηνικού» υπέρ του ρόλου του εργατικού πολιτικού κινήματος – και δεν σημαίνει μόνο τις πολύτιμες ανατροπές σε επιμέρους χώρους και σε επιμέρους εκδηλώσεις αυτών των νόμων).

Και μια απ’ τις πιο βασικές προϋποθέσεις, γι’ αυτό το τακτικό ρήγμα στη «συνέχεια» των βασικών καπιταλιστικών νόμων είναι η επιδίωξη και σχετική κατάκτηση της αυτοτε­λούς ενωτικής συγκρότησης του επαναστατικού και του πολιτικού αντικαπιταλιστικού μαζικού κινήματος των εργαζομένων απέναντι στους θεσμούς, στις κυβερνήσεις και στις διάφορες μορφές της αστικής εξουσίας.

Δεν υπάρχει κανένας κοινωνικός νόμος που να βρίσκεται έξω απ’ την ταξική πάλη. Δεν υπάρχει καμιά σιδερένια κοι­νωνική νομοτέλεια που να λειτουργεί χωρίς αντίρροπες δυνάμεις και τάσεις, χωρίς χάσματα και «ασυνέχειες», χωρίς αναπτυσσόμενες αντιφάσεις. Αν αυτό ισχύει για τις επαναστατικές νομοτέλειες, ισχύει (με άλλο τρόπο) και για τις νομοτέλειες της αστικής κυριαρχίας. Μάλιστα αυτό ισχύει, πολύ περισσότερο σήμερα, σε μια εποχή κυοφορίας ενός ανώτερου κύκλου ιστορικής κρίσης του αστικού συστήματος και αφάνταστα πιο προωθημένων αντικειμενικών τάσεων ουσιαστικής επικράτησης της κομμουνιστικής δυνατότητας. Αν η σύγχρονη επιστήμη ανακαλύπτει την πολυπλοκότητα του χαρακτήρα και της λειτουργίας των φυσικών νόμων και υπερβαίνει τις παλιές «κομφορμιστικές» προσεγγίσεις, αυτό ανταποκρίνεται πολύ περισσότερο στην αλήθεια για τους κοινωνικούς νόμους, που λειτουργούν με την παρέμβαση των πολλαπλών θελήσεων των κοινωνικών ανθρώπων.

Αντίθετα με τη χρόνια πολιτική αφασία της μεταλλαγμένης Αριστεράς (και όχι μόνο), οι επιτακτικές ανάγκες της ταξι­κής πολιτικής πάλης για την επιβίωση των εργαζομένων, οι αντικαπιταλιστικοί στόχοι και κατακτήσεις τους μπορούν, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, να επιβάλλουν σχετικά τη «διακοπή της συνέχειας», τη σχετική ανατροπή αυτών των βασικών καπιταλιστικών νόμων προς όφελος των άμεσων εργατικολαϊκών συμφερόντων και της επαναστατικής επιδί­ωξης, με τη δύναμη ενός πολιτικά μετασχηματισμένου «μαζικού κινήματος».

Βάζουν έτσι σε αμφισβήτηση, «κλονί­ζουν», προσωρινά, σε ένα επίπεδο την αστική ηγεμονία και κυριαρχία υπέρ των πραγματικών «θέσεων» των εργαζομένων και του κινήματος τους. Αλλά, απ’ την άλλη μεριά, αυτές οι κατακτήσεις δεν παύουν να λειτουργούν «κάτω» απ’ τη στρα­τηγική υπεροχή αυτής της κυριαρχίας και κάτω απ’ τον αδιάλλακτο ρεβανσισμό της, στο βαθμό που δεν έχει διαμορ­φωθεί και με τη δική τους συμβολή (αλλά όχι μόνο) η γενική επαναστατική κρίση και η δυνατότητα άμεσης επιβολής της επαναστατικής εργατικής εξουσίας.

Γι’ αυτό, σ’ αυτή την περίπτωση, απέναντι στις όποιες αντικαπιταλιστικές κατακτήσεις, υπερισχύει ακόμα η γενικότερη στρατηγική «συνέχεια» και όχι το άμεσο τακτικό ρήγμα των βασικών νόμων της καπιταλιστικής κυριαρχίας, με απο­τέλεσμα αυτές να έχουν πάντα ιδιαίτερα σχετικό και αντιφατικό χαρακτήρα, από άποψη περιεχομένου, μορφής και προοπτικής. Ένα χαρακτήρα που περιέχει δεσπόζουσες τάσεις αναδίπλωσης και υποχώρησης, μέχρις ότου αναδημιουργη­θούν οι προϋποθέσεις για καινούριες αντεπιθέσεις. Ένα χαρακτήρα που είναι αναστρέψιμος, διαρκώς διαφιλονικούμενος, και όχι βέβαια συνεχής και πολύ περισσότερο μόνι­μος, με μικρές και μεγάλες νίκες και αντίστοιχες υποχωρή­σεις ή ενδεχόμενες ήττες, μέχρις ότου δημιουργηθούν οι συν­θήκες της γενικής επαναστατικής κρίσης και της νικηφόρας αντικαπιταλιστικής εξουσίας προς τον κομμουνισμό.

Με βάση αυτή την καθοριστική αντίφαση, – σχετικό, προ­σωρινό «τακτικό ρήγμα» στη «συνέχεια» των νόμων της αστικής κυριαρχίας απ’ την μια μεριά – όχι ριζική αντιστροφή της «στρατηγικής υπεροχής» αυτής της συνέχειας και συνο­λική κατάργησή της απ’ την άλλη, οι πολιτικές αντικαπιταλιστικές ανατροπές και οι «προοπτικές» τους στο έδαφος της αστικής κυριαρχίας, δεν «εξομοιώνονται» με τους στρατηγικούς στόχους.

Κατακτούν μια ριζικά προωθημένη ενότητα, αλλά δεν ξεπερνούν τη δεσπόζουσα ανάθεση, που υπάρχει σε σχέση με τις ανώτερες επιδιώξεις της γενικής επαναστατικής κρίσης και πολύ περισσότερο της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής εξουσίας που αποτελεί το πρώτο στρατηγικό ρήγμα στη «συνέχεια» των καπιταλιστικών νόμων. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει, για άλλη μια φορά την αναγκαιότητα της αυτοτελούς συγκρότησης και του ιδιαίτερου ρόλου της ευρύτερης, δυνατής, κομμουνιστικής πρωτοπορίας μέσα στο ενωτικό αντικαπιταλιστικό και επαναστατικό κίνημα.

Οι βασικοί πολιτικοί αντικαπιταλιστικοί στόχοι, οι αντί­στοιχες μορφές και οι σχετικές κατακτήσεις τους συνιστούν μια ανώτερη ποιοτική καμπή της ταξικής πάλης στο έδαφος της αστικής κυριαρχίας, αλλά δεν αποτελούν αυτόματο συνώνυμο της επαναστατικής κατάστασης. Δεν επιβάλλουν κάποια προεγγυημένη γραμμική πορεία προς αυτή και πολύ περισσότερο προς τη νίκη της επανάστασης, δεν ταυτίζονται μαζί τους. Η ανάπτυξη της ταξικής πάλης είναι, ασφαλώς, πάντα πρωτότυπη και απρόβλεπτη. Κανείς δεν αποκλείει τη διαμόρφωση συνθηκών γενικευμένης επαναστατικής κρί­σης, ακόμα και νικηφόρας έναρξης της επανάστασης, χωρίς να έχουν επιτευχθεί αντικαπιταλιστικές ανατροπές.

Ωστόσο, οι νικηφόρες επαναστάσεις απαιτούν υψηλό επίπεδο ετοιμότητας και συνειδητοποίησης του υποκειμενικού παράγοντα και απ’ αυτή την άποψη αυτός ο υποκειμενικός παράγοντας θα είναι, αντικειμενικά, αφοπλισμένος και ανέτοιμος, όχι αν δεν έχει μπορέσει να κατακτήσει αντικαπιταλιστικές νίκες, αλλά αν έχει προκαταβολικά παραιτηθεί απ’ αυτές.

Συχνά γίνεται σύγχυση γύρω απ’ τη σχετική διάκριση που υπάρχει ανάμεσα στο περιεχόμενο των «στόχων» και των επιδιώξεων της αντικαπιταλιστικής πάλης απ τη μια μεριά και το περιεχόμενο, τη μορφή και το εύρος των βασι­κών αντικαπιταλιστικών ρηγμάτων, που μπορεί να επιβλη­θούν τελικά στο έδαφος της διατηρούμενης αστικής κυριαρχίας. Αυτά τα δύο δεν ταυτίζονται φυσικά.

Κανείς στην ταξική πάλη δεν κατέχει το χάρισμα των προγνωστικών για το ποιος κρίκος απ’ τις πολλαπλές εκφράσεις των βασικών νόμων της αστικής κυριαρχίας και της αστικής πολιτικής θα μπορεί να οδηγήσει τελικά στο βασικό αντικαπιταλιστικό ρήγμα προς όφελος των εργαζο­μένων. Και κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει προκαταβολικά το εύρος αυτού του ρήγματος, τη διάρκειά του και γενικό­τερα την εξέλιξη της ταξικής πάλης.

Απ’ αυτή την άποψη, οι αντικαπιταλιστικοί στόχοι του άμεσου προγράμματος αναφέρονται σ’ όλες τις συγκεκριμέ­νες εκδηλώσεις και πλευρές της αστικής κυριαρχίας και πολιτικής, εφ’ όσον κάθε πραγματικό βασικό αντικαπιταλιστικό ρήγμα επιδρά καταλυτικά στο σύνολο των εκφράσεών τους και συγκροτεί μια σχετική αντικαπιταλιστική ανατροπή της συγκεκριμένης στρατηγικής του κεφαλαίου. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι είναι δυνατό να ανατραπούν, όλες ταυτόχρονα οι εκφράσεις της αστικής στρατηγικής και πολύ περισσότερο να ανατραπούν σταθερά και μόνιμα. Η αντικαπιταλιστική πολιτική υπολογίζει, κάθε φορά, τη συγκεκρι­μένη δυνατότητα των πιο ώριμων προβλημάτων – κρίκων γι’ αυτό το βασικό τακτικό ρήγμα και συγκεκριμενοποιεί τις συνολικές προτάσεις της. Κι αυτό το κάνει χωρίς φυσικά να τις μετρά με το υποδεκάμετρο κατά πόσο ακριβώς «χωράνε» στις ενδεχόμενες διαστάσεις ή στην αποκλειστική αρμοδιό­τητα του ρήγματος που μπορεί, τελικά, να προκύψει. Άλλω­στε, η επανάσταση προς τον κομμουνισμό αποτελεί καθοριστικό στρατηγικό οδηγό για την κατεύθυνση της αντικαπιταλιστικής πάλης και, έτσι, οι αντικαπιταλιστικοί στόχοι μπορεί και πρέπει να σημαδεύονται άμεσα και υλικά απ’ το περιεχόμενο της γενικότερης επαναστατικής επιδίωξης.

Το βασικό ζήτημα δεν είναι το αν οι βασικοί αντικαπιταλιστικοί στόχοι του άμεσου αγώνα περιέχουν πλευρές που ανάγονται στην επαναστατική προοπτική, εφόσον κάτι τέτοιο είναι και επιδιωκόμενο και αναγκαίο και αναπό­φευκτο. Το βασικό είναι οι συνολικοί αντικαπιταλιστικοί στόχοι να μην αποτελούν αποκλειστικά στόχους «ζύμωσης», χωρίς υλική – πολιτική υπόσταση. Το βασικό είναι να απο­τελούν οδηγό για δράση για την πραγματική και δυνατή επιβολή μιας πραγματικής (παρ’ όλο τον «τακτικό» της χαρακτήρα) αντικαπιταλιστικής ανατροπής προς όφελος των άμεσων και γενικότερων θέσεων και των επαναστατικών επιδιώξεων των εργαζομένων. Το βασικό είναι να συνδέο­νται υλικά – πολιτικά, και από την άποψη των ιδεών, με την ανώτερη αναγκαιότητα της επαναστατικής εξουσίας, να μην ταυτίζονται μηχανιστικά μαζί της, να μην την αντιμε­τωπίζουν αντικειμενικά σαν άλλοθι για την παραίτηση, ουσιαστικά, απ’ την αντικαπιταλιστική πάλη.

Ταυτόχρονα, οι αντικαπιταλιστικοί στόχοι και κατακτήσεις βρίσκονται σε σχέση ενότητας και κυρίως αντίθεσης, άλλου τύπου, με τις ρεφορμιστικές τάσεις και «βελτιώσεις», ας οποί­ες σε καμιά περίπτωση δεν δαιμονοποιούν ιδιαίτερα όσο έχει σχέση με τη «βάση» των αγωνιζόμενων δυνάμεων. Βασικός κρί­κος ενότητας και διαπάλης απέναντι σ’ αυτές τις τάσεις είναι οι πολύ σημαντικές επιμέρους αντικαπιταλιστικές κατακτήσεις του ταξικού κινήματος, καθώς και εκείνες οι αγωνιστικές κατακτήσεις του, που επιβάλλονται σαν «υποπροϊόν» της αντι­καπιταλιστικής πάλης. Αλλά, βέβαια, ούτε οι επιμέρους, ούτε οι βασικές πολιτικές αντικαπιταλιστικές κατακτήσεις εξασφαλίζουν «εφ’ άπαξ» και γραμμικά την αντικαπιταλιστική ηγεμο­νία μέσα στο εργατικό κίνημα, ή, πολύ περισσότερο, την κατάρ­γηση των ρεφορμιστικών τάσεων, την ανάγκη για παραπέρα ενότητα και διαπάλη για τον ριζικό μετασχηματισμό του συνο­λικού κινήματος στον επαναστατικό δρόμο.

Αντίθετα με τις αναπτυσσόμενες ανάγκες και δυνατότη­τες, ιδιαίτερα στις συνθήκες της σημερινής καπιταλιστικής κρίσης, οι αντικαπιταλιστικοί στόχοι του εργατικού κινήμα­τος αντιμετωπίζονται από τη μεταλλαγμένη «ρεαλιστική» αρι­στερά (και όχι μόνο), κυρίως, σαν στόχοι «μη υλοποιήσιμοι» και εφικτοί» ούτε καν σχετικά, χωρίς την νομή ή «κατάλη­ψη» της εξουσίας.

Έτσι, οι συνολικοί πολιτικοί αντικαπιταλιστικοί στόχοι (που πηγάζουν απ’ την άμεση αναγκαιό­τητα των εργατικών συμφερόντων) απογυμνώνονται απ’ το υλικό τους περιεχόμενο (και απ’ την αμεσότητά τους). Μετατρέπονται – υποβαθμίζονται σε στόχους προσαρμογής στον αστικό κυβερνητισμό, ή στην καλύτερη περίπτωση σε στόχους ζύμωσης και προπαγάνδας, σε στόχους «ιδεολογι­κής», φαντασιακής και όχι υλικής – πολιτικής «σύνδεσης» με την επαναστατική στρατηγική.

Είναι γνωστό πως οι πολλαπλές ενστάσεις για τη δυνα­τότητα επιβολής σχετικού τακτικού ρήγματος στη «συνέ­χεια» των βασικών νόμων της αστικής κυριαρχίας, σε απο­φασιστικές καμπές της ταξικής πάλης και όχι μόνο σε συν­θήκες γενικής επαναστατικής κρίσης, έχουν αντικειμενική βάση. Αυτή αφορά τη μηδενική ανοχή κατ τον διαρκή ρεβανσισμό του συστήματος, που διατηρεί τη στρατηγική υπεροχή, αφορά τον «προληπτικό» πολιτικό και κοινωνικό του πόλεμο απέναντι στις αντικαπιταλιστικές τάσεις των εργαζομένων κ.λπ. Αφορά τις ιδιόμορφες δυσκολίες «συνά­ντησης» των αντικειμενικών προϋποθέσεων (όξυνση των αντιφάσεων του συστήματος κ.λπ.) με την, ακόμα πιο δύσκολη, υποκειμενική συγκέντρωση των δυνάμεων που μπορούν να επιβάλλουν τις αντικαπιταλιστικές ρήξεις.

Πάνω απ’ όλα όμως οι ενστάσεις αυτές έχουν υποκειμε­νική βάση. Συνδέονται με τη χρόνια υποχώρηση της επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής κάτω απ’ την ηγεμονία της αντεπαναστατικής Αριστεράς.

Συνδέονται, ιδιαίτερα, με τη χρόνια αντίληψη και πρακτική της κυρίαρχης Αριστεράς για τον «εξελικτικό» γραμμικό χαρακτήρα της ταξικής πάλης στο έδαφος του καπιταλισμού, για τον γραμμικό χαρακτήρα των κοινωνικών νόμων, αλλά και για τους ίδιους τους μετασχηματισμούς του καπιταλισμού (πχ θεωρούν ότι ο καπιταλισμός μένει, ποιοτικά, ίδιος, τουλάχιστον απ’ το 1900 μέχρι σήμερα). Έχουν σχέση, αντίστοιχα, με την εξελι­κτική και σχηματική αντεπαναστατική γραμμή, που επιβλή­θηκε στις «σοσιαλιστικές χώρες» ως προς τη λύση των μεγά­λων στρατηγικών προβλημάτων της επανάστασης προς τον κομμουνισμό. («Εξουσία» + κρατικοποίηση = κομμουνισμός, που «νικά» περίπου γύρω στο ’80, κυρίως, μέσα απ’ τα συνέ­δρια του κόμματος και έξω απ’ την ταξική πάλη).

Έχουν σχέση με τον «φόβο» και την χρόνια αδυναμία ερμηνείας του πραγματικού χαρακτήρα των, μικρότερων ή μεγαλύτερων, «επαναστατικών» γεγονότων» στο έδαφος της αστικής κυριαρχίας, των μη «συνηθισμένων» καμπών της ταξικής πάλης, που ανατρέπουν τους υπάρχοντες ρυθμούς και συσχετισμούς της, χωρίς συνήθως να συνιστούν ακόμα μια γενική επαναστατική κρίση. (π.χ. ’65, ’73 – ’75 στη χώρα μας» Γαλλικός Μάης – που σημειωτέον ανέτρεψε ριζικά τη σχέση κερδών, μισθών – Ιταλικός Μάης, Αργεντινή, Βενε­ζουέλα σήμερα κ.λπ.). Έχουν σχέση, κυρίως, με την υπο­βάθμιση του ρόλου του πολιτικού προγράμματος στην υπο­κειμενική συγκρότηση του αντικαπιταλιστικού κινήματος.

Αντίθετα με όλα αυτά, οι «άμεσοι» αντικαπιταλιστικοί στόχοι και πολύ περισσότερο οι υλικές (και όχι επικοινωνιακές) αντικαπιταλιστικές ανατροπές, αποτελούν τον βασικό «κρίκο», το βασικό «όπλο» του εργατικού κινήματος για τις μεγάλες, ή και τις πιο μικρές νίκες, τις αγωνιστικές κατακτήσεις και αντι­στάσεις του σε διαρκή αντιπαράθεση με τη διαρκή αδιαλλα­ξία και τους θεσμούς του συστήματος. Φτάνει να τις διεκδι­κεί κανείς στα σοβαρά και να μην τις ευτελίζει.

Ταυτόχρονα, ανοίγουν πραγματικά τον δύσβατο, αντιφα­τικό και καθόλου «προχρονομετρημένο» επαναστατικό δρόμο της έμπρακτης συνειδητοποίησης των εργαζομένων για την προώθηση και τη νίκη της επανάστασης, μέσα απ’ το ανεξάρτητο από το κράτος μαζικό πολιτικό τους κίνημα, μέσα απ’ τις νίκες και τις ήττες του, τις υποχωρήσεις και τις αναπόφευκτες αντεπιθέσεις του. Αυτή η αναγκαία αντικαπιταλιστική πολιτική με γενικό στόχο μια αναγεννημένη εργατική επανάσταση, είχε διαστρεβλωθεί και ξεχαστεί ουσιαστικά για δεκαετίες, είχε υπονομευθεί και αντιστρα­φεί στα χρόνια της δικτατορίας και στα χαράματα της νέας εποχής, παραμένει παραμελημένη και «υπανάπτυκτη» ακόμα και στις σημερινές δραματικές όσο και κοσμογονι­κές συνθήκες και δυνατότητες.

Ο αγώνας και τα προγραμματικά ελλείμματα «συνεχίζονται».

Στη νέα εποχή, η νεορεφορμιστική Αριστερά, από ένα ση­μείο και μετά, αναπροσαρμόζει την τακτική της, προκειμένου να υπερβεί τη μεταπολιτευτική χρεοκοπία της και να «επι­κοινωνήσει» με την αγανάκτηση και το ογκούμενο ρεύμα της αντιφατικής πολιτικής διαμαρτυρίας των εργαζομένων και με τη γενικότερη τάση απονομιμοποίησης των σύγχρο­νων αστικών δογμάτων. Πρόκειται για ένα ρεύμα που εκπορεύεται απ’ τον κυοφορούμενο νέο, ανώτερο κύκλο της ιστορικής κρίσης του καπιταλισμού, η οποία εκδηλώνεται σε μια πρώτη μορφή με τις πρωτοφανείς και απρόβλεπτες διαστάσεις του οικονομικού (και όχι μόνο) κραχ, που ζούμε όλοι αυτή την περίοδο.

Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση, η «κυρίαρχη» Αριστερά εμμένει πεισματικά στα καταδικασμένα στην πράξη στρα­τηγικά πρότυπα είτε του ευρωσοσιαλισμού, είτε του «νικηφόρου σοσιαλισμού» της δεκαετίας του ’30 και στις ανάλο­γες χρεοκοπημένες «τακτικές» τους. Κι αυτό το κάνει αντι­κειμενικά με βάση τον μη εργατικό τελικά χαρακτήρα της, χωρίς αίσθηση των νέων ιστορικών συνθηκών, χωρίς κατα­νόηση της στρατηγικής κρισιμότητας της σημερινής περιό­δου για τις επιπτώσεις της κρίσης στη ζωή και στο κίνημα των εργαζομένων. Πορεύεται στον ίδιο γνωστό δρόμο μιας αυτιστικής στρατηγικής, χωρίς την παραμικρή αυτοκριτι­κή, χωρίς καμιά προσπάθεια ουσιαστικής ανασυγκρότησης της ταξικής πολιτικής πάλης στο σήμερα και της επανα­στατικής μετάβασης στον κομμουνισμό, χωρίς αξιοποίηση των νέων επαναστατικών ευκαιριών και δυνατοτήτων ενός ενωτικού αντικαπιταλιστικού κινήματος.

Σ’ αυτά, τα πλαίσια, θεωρεί πως η επιτακτικότητα των αντικαπιταλιστικών στόχων και αναγκών σε συνδυασμό με την «αδυναμία» σχετικής υλοποίησής τους χωρίς «εξουσία» και την απουσία, ακόμα, συνθηκών (και διάθεσης) για την επαναστατική εξουσία, επαναφέρουν πιο κοντά στην «ημε­ρήσια διάταξη» τις παλιές εκδοχές μιας αριστερής μεταρ­ρύθμισης ή κάποιου είδους «επαναστατικής αντιμονοπω­λιακής» αναμόρφωσης της αστικής τελικά εξουσίας.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, η κυρίαρχη Αριστερά καταλήγει εκ νέου, με διάφορες παραλλαγές, σε μια, δήθεν, πιο άμεση, μίνι «στρατηγική γραμμή», σε μια «μίνι εξουσία», κάπως λιγότερο ή πολύ λιγότερο, «αντικαπιταλιστική» σε σχέση με την «ανώριμη» αντικαπιταλιστική επανάσταση, κάπως ή πολύ λιγότερο «επαναστατική», κάπως ή πολύ λιγότερο «κινηματική», (κάπως περισσότερο ή πολύ περισσότερο αστική στην ουσία) και με μεγαλύτερες, δήθεν, δυνατότη­τες συσπείρωσης αγωνιζόμενων δυνάμεων και πιθανότητες επιτυχίας. Ωστόσο, όπως φάνηκε και στον αντιδικτατορικό και μεταπολιτευτικό αγώνα και όπως αποκαλύπτεται, ιδια­ίτερα, στη σημερινή εποχή, (Γαλλία, Ιταλία κ.λπ.) πρόκειται για έναν ουσιαστικά ανέφικτο, κουτσουρεμένο και αυτολογοκριμένο μίνι στρατηγικό στόχο, είτε με τη μορφή της «αριστερής κυβέρνησης» της πλειοψηφίας του ΣΥΝ (εάν η έμφαση πέφτει στο αριστερή) είτε και με την «ανώτερη» μορφή της «λαϊκής εξουσίας» του ΚΚΕ.

Πρόκειται για ένα στόχο χωρίς πραγματική αμεσότητα, χωρίς ουσιαστική δυνατότητα ευρύτερης συσπείρωσης, όχι απλά «οπαδών», αλλά αγωνιζόμενων αντικαπιταλιστικών δυνάμεων που να μπορούν να νικήσουν πραγματικά την εντεινόμενη επιθετικότητα του κεφαλαίου. Πρόκειται για ένα στόχο χωρίς προοπτική, που καταφέρνει μόνο να προ­σθέτει ένα ακόμα φράγμα, απέναντι στην άμεση αντικαπιταλιστική πολιτική ενωτική γραμμή και στη γενικότερη αναγκαιότητα της αντικαπιταλιστικής επανάστασης, ενώ κυρίως συγκροτεί ένα άλλοθι – κρίκο για τις ενδεχόμενες πιο άμεσες και προσγειωμένες κυβερνητικές «τακτικές» επιδιώξεις της κυρίαρχης Αριστεράς.

Μέχρι τότε, στην πραγματικότητα, αυτή η Αριστερά, στις διάφορες εκδοχές της, διατηρεί το πραγματικό «άμεσο πολιτικό πρόγραμμα» και την «τακτική» της, στο επίπεδο της γενικής πολιτικής ιδεολογικής και επικοινωνιακής διαμαρτυρίας. Ενώ στο καθαυτό «υλικό» – πολιτικό επίπεδο προωθεί, τελικά, τις επιμέρους μεταρρυθμίσεις του «μικρό­τερου κακού», που σε καμιά περίπτωση δεν αναχαιτίζουν την σαρωτική, ιδιαίτερα σε συνθήκες κρίσης, επιδείνωση της ζωής των εργαζομένων, την απογείωση της σύγχρονης εξαθλίωσης και πολιτικής καταπίεσης.

Έτσι, πάνω απ’ όλα και σχεδόν αποκλειστικά, προωθεί την πολιτική των εκλογικών της στόχων και τη «διεμβόλιση» της αστικής εξουσίας. Συμβάλλει αντικειμενικά στην ενί­σχυση της ηγεμονίας της αστικής πολιτικής και των μορ­φών της, στην επανασταθεροποίηση του δικομματισμού. Διευκολύνει, έτσι, αντί να καταπολεμά τη γενική ανάπλαση της πολιτικής του συστήματος για την «έξοδο» από τη σύγχρονη κρίση του μέσω ενός νέου πλάνου μακρόχρονης κοινωνικής οικειοποίησης, εξουθένωσης και πολυδιάσπα­σης του κόσμου της εργασίας, πολιτικής και «στρατιωτι­κής»» πειθάρχησής του σ’ ένα καθεστώς θεσμικού «Γκουαντάναμο» και διαρκούς προληπτικού πολέμου απέναντι στην αναπόφευκτη άνοδο των κοινωνικών και πολιτικών ξεσπασμάτων. Στη βάση αυτής της πολιτικής πρακτικής βρίσκεται, εκτός των άλλων, η αντίληψη των σιδερένιων νόμων της καπιταλιστικής κυριαρχίας, που απαγορεύουν τη σχετική υλοποίηση βασικών αντικαπιταλιστικών επιδιώ­ξεων και τη ριζική ενωτική ανασυγκρότηση του μαζικού κινήματος σε μια τέτοια κατεύθυνση.

Οι αγωνιστές, λοιπόν, της κυρίαρχης Αριστεράς (και όχι μόνο) παλεύουν, συνήθως, με ειλικρίνεια και πάθος στα πλαίσια του κινήματος, συχνά με υψηλές εξαγγελίες ρήξεων και ανατροπών, πιστεύοντας, ωστόσο, κατά βάθος ότι αλλού παίζεται το παιχνίδι. Ψιλά γράμματα θα πει κανείς, αν ρίξει μια ματιά στη σημερινή κατάσταση του κινήματος κατ στα μεγάλα δομικά του ελλείμματα. Ωστόσο, άλλο εντελώς «πρόγραμμα», χαρακτήρα και προοπτική έχει η συμμετοχή σου σ’ ένα μαζικό κίνημα που πρέπει και μπορεί να επι­βάλλει βασικές πολιτικές ανατροπές, και άλλο όταν όχι. Άλλο χαρακτήρα και δυναμική παίρνει το ίδιο το κίνημα και η γενικότερη ανατρεπτική του δυνατότητα στη μία περίπτω­ση και άλλο στην άλλη. Απ’ την άλλη μεριά, τότε αλλά και ιδιαίτερα σήμερα, οι πιο συνήθεις πρακτικές της αριστερής αμφισβήτησης φαίνεται να υπολογίζουν πως οι ίδιοι, περί­που, σχηματικοί παράγοντες, η αντικειμενική αμεσότητα των αντικαπιταλιστικών στόχων σε συνδυασμό με την αποδοχή και «κατανόηση» της αδυναμίας υλοποίησής τους χωρίς την εξουσία, είναι αυτοί που, κυρίως, υπερβαίνουν την έλλειψη των επαναστατικών συνθηκών, και φέρνουν στην «επικαιρότητα» την εργατική επανάσταση.

Παρ’ όλη την πολύ σημαντική, αντίθετη σκοπιά τους, κοινός παρανομαστής τους με τη συμβιβασμένη Αριστερά, σ’ αυτό το ζήτημα, είναι η άρνηση, τελικά, της δυνατότητας (επόμενα και της ιδιαίτερης «αξίας») σχετικών αντικαπιταλιστικών κατακτήσεων με την καθοριστική δύναμη του πολιτικού μαζικού κινήματος, μια άρνηση που έχει, σε άλλο επίπεδο, τη σημασία της, ακόμα και για τις συνθήκες της επαναστατικής εξουσίας.

Κατά τη γνώμη αυτών των αντιλήψεων, δεν είναι η δύσκολη πρακτική των βασικών αντικαπιταλιστικών κατα­κτήσεων, η έμπρακτη κατανόηση της αναγκαιότητας, της δυνατότητας και της υλικής προσφοράς τους απ’ την μια μεριά, όσο και η έμπρακτη κατανόηση της σχετικότητας και των ορίων τους, απ’ την άλλη, που οδηγούν στον καθοριστικό στόχο της επανάστασης, μέσα από απρόβλεπτες και αλλεπάλληλες καμπές της ταξικής πάλης. Αλλά είναι, συνήθως απ’ την μια μεριά, η όσο γίνεται πιο «πλουσιοπά­ροχη» προπαγάνδιση αυτών των αναγκαίων άμεσων αντικαπιταλιστικών στόχων και απ’ την άλλη η «προεξοφλημέ­νη» περίπου από μέρους τους και η σχεδόν αυτόματη διά­ψευση και αποτυχία τους χωρίς επανάσταση, που φέρνουν την εργατική εξουσία πιο κοντά στο προσκήνιο.

Είναι αυτοί οι παράγοντες, κατά την γνώμη τους, που φέρνουν πιο κοντά στην άμεση εμπειρία των εργαζομένων, όχι όπως γίνεται συνήθως, την άρνηση της ρεαλιστικότητας της αντικαπιταλιστικής πάλης και της επαναστατικής της προοπτικής, όχι τη διαρκώς μεταμφιεζόμενη «αμεσότητα» του ρεφορμισμού, αλλά την «αμεσότητα» της επανάστασης, φτάνει να την τοποθετήσει κανείς όσο πιο κοντά γίνεται σ’ αυτή τη θέση. Το μόνο που καταφέρνουν έτσι, επί της ουσί­ας είναι, αντίθετα, να ξεκόβουν την άμεση αναγκαιότητα της αντικαπιταλιστικής πολιτικής και ακόμα περισσότερο το στόχο της επαναστατικής εξουσίας απ’ την εμπειρία και την δράση των εργαζομένων, να υποβαθμίζουν την επίδρασή τους, στον άμεσο ταξικό πολιτικό αγώνα. Το μόνο που καταφέρνουν, αντικειμενικά, είναι η ουσιαστικά παθητική αναμονή και όχι η προώθηση, όσο περνάει απ’ το χέρι τους, μιας γενικευμένης επαναστατικής κατάστασης και κυρίως, είναι η διατήρηση μιας μόνιμης στασιμότητας και ανετοι­μότητας του ταξικού εργατικού και αντικαπιταλιστικού κινήματος για τέτοιες ενδεχόμενες επαναστατικές συνθή­κες. Καμιά επαναστατική τάξη δεν «μαθαίνει» χωρίς μικρές η μεγάλες ήττες, αλλά και καμιά δεν προσεγγίζει την ανα­γκαιότητα και τη δυνατότητα της επανάστασης μόνο μέσα από ήττες. Κανένα ταξικό κίνημα δεν «διαπαιδαγωγείται» επαναστατικά μέσα από συνεχείς διαψεύσεις, και αποτυχί­ες των αντικειμενικά αναπτυσσόμενων, επιτακτικών αντικαπιταλιστικών αναγκών και διεκδικήσεών του.

Κατά τα άλλα και μέχρι τότε, οι πιο συνήθεις πρακτικές της αριστερής κριτικής έχοντας ξεμπερδέψει, πλασματικά, με το ζήτημα της σύνδεσης με τη στρατηγική της επανάστα­σης, έχοντας, όσο περνάει απ’ το χέρι τους, δρομολογήσει την έλευσή της «στο σήμερα», μπορούν, επί της ουσίας, να συνε­χίζουν ανυποψίαστες να διατηρούν το πραγματικά «άμεσο πολιτικό πρόγραμμα» και την τακτική τους στο επίπεδο της κινηματικής και (ίσως λιγότερο) της πολιτικής ιδεολογικής διαμαρτυρίας. Μπορούν, έτσι, επιπλέον να ξεκόβουν σχεδόν απόλυτα και τον ιδιαίτερο στόχο – κρίκο της επαναστατικής εξουσίας απ’ τη στρατηγική ουσία του και το κομμουνιστικό του περιεχόμενο. Εξορίζουν, έτσι, συνήθως, έξω από την πολιτική πάλη και την υλική του επίδραση σ’ αυτήν τον συνο­λικό στρατηγικό στόχο της «επανάστασης προς τον κομμουνισμό». Καθηλώνουν την ανάγκη ριζικής ανασυγκρότησης της στρατηγικής του κομμουνισμού κάπου στα σεμινάρια και στις επετείους ή στις εσωκομματικές τάσεις, όπως πχ κάνουν πρακτικά ακόμα και οι πιο ελπιδοφόρες δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στην Γαλλία.

Έτσι τελικά, συνεχίζουν να υποβιβάζουν την πραγματική «τακτική» τους στη διεκδίκηση προχωρημένων μεν αλλά στην προώθηση «προσγειωμένων» δε και «ανεκτών» κατα­κτήσεων στους επιμέρους κοινωνικούς χώρους. Κυρίως, συνεχίζουν, αντικειμενικά να την κόβουν και να τη ράβουν στα μέτρα της «κομματικής» ή εκλογικής τους αυτοσυντήρησης, ως συμπληρωματική αριστερή πτέρυγα και αντιπο­λίτευση του υπάρχοντος μαζικού κινήματος και της συμβι­βασμένης σοσιαλιστικής ή «κομμουνιστικής» αριστεράς.

Φυσικά, δεν υπάρχει «βασιλική οδός» για τη λύση των προγραμματικών ελλειμμάτων και την ανατροπή των αρνη­τικών συσχετισμών που έχουν διαμορφωθεί με αποφασιστική, μάλιστα, ευθύνη του «δικού» τους κινήματος. Δεν ανα­τρέπεται με κάποια, «μαγική κίνηση» η χρόνια παραίτηση της κυρίαρχης Αριστεράς (και όχι μόνο) από τη συνολική προβολή και την έμπρακτη «σύνδεση» των στρατηγικών στό­χων της επανάστασης και του σοσιαλισμού μέσα στον «σημερινό» ταξικό αγώνα. Ούτε, φυσικά, ανατρέ­πεται με αντίστοιχο τρόπο η χρόνια εγκατάλειψη, στις διάφορες παραλλαγές του μεταρρυθμισμού, της αναγκαίας επαναστατικής τακτικής.

Όλα αυτά δεν ξεπερνιούνται αυτόματα με το να προσθέ­τει κανείς γραμμικά και λίγο στη ζούλα το στόχο της ανατροπής του αστικού κράτους (με όλες, έστω, μαζί τις προ- διαγραφές του Λένιν) όσο γίνεται πιο «κολλητά» στo όποιο επιτακτικό «άμεσο πολιτικό πρόγραμμα», ολικά αντικαπιταλιστικό ή μη. Μια «παύλα» ή ένα διφορούμενο «ρήμα» δεν αναπληρώνει τη χρόνια στρατηγική αφασία, δεν υποκαθιστά την ανάγκη της επαναστατικής τακτικής και τον ιδιαίτερο, κάθε φορά, τρόπο σύνδεσής της με την επαναστατική εξουσία. Κανένα πρόχειρο προγραμματικό «λυσάρι» δεν υπερβαίνει τις αναγκαίες καμπές, τα μακρά ή βραχέα κύματα της ταξικής πάλης και του επαναστατικού δρόμου, που η κυρίαρχη Αριστερά (και όχι μόνο) μετέτρεψε, από «αναγκαστικά» πεδία εργατικής κατάκτησης θέσεων και επαναστατικής συνειδητοποίησης, σε αιωνίως απαγορευμένα σύνορα για την επαναστατική δυνατότητα.

Η πιο χαρακτηριστική εκδήλωση» τότε και τώρα, των δια­στρεβλώσεων της επαναστατικής τακτικής – στρατηγικής, από μέρους της συμβιβασμένης Αριστεράς, αλλά και γενι­κότερα της μη επαναστατικής Αριστεράς, είναι η άρνηση, στην ουσία με διάφορες μορφές, της πολιτικής συγκρότησης του εργατικού και γενικότερου «λαϊκού» κινήματος, του λεγόμενου «μαζικού κινήματος», του «αγώνα που συνε­χίζεται». Είναι η άρνησή τους να προωθήσουν τη θεωρία και την πρακτική του «κυρίαρχου» πολιτικού ρόλου του, της αυτοτέλειάς του απ’ τους θεσμούς της αστικής εξουσί­ας, αλλά με άλλο τρόπο και της «κυρίαρχης» σχετικής του αυτοτέλειας απ’ τα επαναστατικά κόμματα κατ τις πρωτο­πορίες. Είναι η αδυναμία τους για τη σύνδεση περιεχομένου μορφής της αντικαπιταλιστικής πολιτικής της επανα­στατικής τακτικής και στρατηγικής. Όπως το περιεχόμενο των αντικαπιταλιστικών διεκδικήσεων, έτσι, αντίστοιχα, και οι μορφές τους δεν θεωρείται ότι μπορούν να «υλο­ποιηθούν» σχετικά, στις σημερινές συνθήκες σε σύγκρουση με το νόμο της ηγεμονίας της αστικής πολιτικής» χωρίς κάποιου είδους συμμετοχή στην αστική εξουσία για τη ρεφορμιστική αριστερά, χωρίς επαναστατική κατάσταση και επαναστατική εξουσία για τις πιο αριστερές τάσεις.

Έτσι, το λεγόμενο μαζικό κίνημα συνεχίζει να διατηρεί­ται καθηλωμένο στον «οικονομικό αγώνα», σε διαρκή ακρωτηριασμό στα όρια της πολιτικής εργολαβίας της ταξι­κής πάλης από τις όποιες κομματικές πρωτοπορίες, γεγονός που υποβαθμίζει τόσο το μαζικό κίνημα όσο και τον απο­φασιστικό ρόλο των πρωτοποριών.

Συγκροτείται, τελικά, σε μια νεφελώδη κατάσταση πολιτικής και οργανωτικής «εικονικότητας», υποκριτικής ενότητας και αντίστοιχης πολυδιάσπασης, αδιέξοδων ή υπόγειων ανταγωνισμών που εκπροσωπούν και διαιωνίζουν την αστική κατεύθυνση. Αντίθετα, η προώθηση της αυτοτελούς συγκρότησης του εργατικού μαζικού κινήματος, ο κυρίαρχος ρόλος του στον καθορισμό του «προγράμματος» του εργατικού αγώνα μέσα από μια όχι πλασματική ενότητα και διαπάλη των διαφο­ρετικών πρακτικών, η συγκεκριμένη επίδρασή του στον πολιτικό συσχετισμό, αποτελούν τον βασικό «υλικό» τρόπο, τη βασική μορφή αντικαπιταλιστικής κατάκτησης συνολι­κών κοινωνικών και πολιτικών θέσεων της εργατικής τάξης στις διάφορες καμπές της ταξικής πάλης.

Η επίσημη Αριστερά τροποποιεί, όταν το κάνει, τη δράση της «στα μουγκά», όσον αφορά τη γενική πολιτική γραμμή και πολύ περισσότερο την πολιτική του μαζικού κινήματος. Συνήθως αυτοδικαιώνεται, γιατί στην «αυτοκριτική» της επικρατεί το γνωστό αστικό «επικοινωνιακό» (τηλεοπτικό) σχήμα «τα καινούρια προβλήματα ρίχνουν στη λήθη τα παλιά». Ποιος θυμάται σήμερα τις υποκλοπές ή το σκάνδαλο του χρηματιστήριου, ποιος θυμάται τις αλλεπάλληλες «συγκυβερνήσεις» με τον ρεφορμισμό του συνόλου της κυρίαρχης αριστεράς στη ΓΣΕΕ, απ’ όλους όσους σωστά διαμαρτύρονται για τη ρεφορμιστική κατάντια του σημερινού συνδικαλιστικού κινήματος;

Η βασική αιτία γι’ αυτή τη στάση της Αριστεράς είναι η άρνησή της, ακόμα και στις σημερινές συνθήκες της καπι­ταλιστικής κρίσης, να προχωρήσει σε ριζικές τομές στην πολιτική και τη στρατηγική της και ιδιαίτερα σε πολιτικές τομές γύρω απ’ τον πολιτικό ρόλο του εργατικού μαζικού κινήματος και την ενωτική συμβολή σ’ αυτή την επιτακτική κατεύθυνση.

Επιστροφή στο μέλλον – Οι δυό επιλογές

Στη μεταβατική φάση της πτώσης της δικτατορίας, οι αγωνιστές της ανατροπής δεν αιφνιδιάστηκαν από τις εσπευσμένες διαδικασίες των αστικών δυνάμεων για «αλλαγή φρουράς» σε συμβιβασμό με τις χουντικές δομές, προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι κίνδυνοι για τη διεθνή θέση τους και πάνω απ’ όλα οι κίνδυνοι για μια ανεξέλεγ­κτη πολιτική εξέλιξη του μαχητικού κινήματος των εργαζο­μένων και της νεολαίας. Ούτε αιφνιδιάστηκαν απ’ τη σχε­τικά γρήγορη προσαρμογή αυτών των δυνάμεων, κάτω απ’ την λαϊκή πίεση και τις διεκδικήσεις του κινήματος, σε μια σταδιακή αποκόλλησή τους απ’ τα αρχικά σχέδια για μια δημοκρατία «αλά Τούρκα».

Αιφνιδιάστηκαν, όμως, περισσότερο ή λιγότερο, απ’ την πολύ γρήγορη και ανοικτή προσαρμογή της παραδοσιακής Αριστεράς (πιο πέρα ακόμα και απ’ τα αμφιλεγόμενα ντο­κουμέντα της) σε μια γραμμή απλής απόρριψης των συμπράξεων με τους χουντικούς και διεκδίκησης «καλύτερων» θέσεων στα πλαίσια της συμβολής της στην «οικοδόμηση» τελικά της «Νέας Δημοκρατίας». Σε μια γραμμή χωρίς άλλη αυτοτελή άμεση πρόταση άλλου ταξικού, πολιτικού χαρακτήρα, τόσο για τα «ζητήματα της δημοκρατίας», όσο και για τα καθοριστικά «κοινωνικά ζητήματα» και τα ζητήματα της γενικότερης προοπτικής.

Δεν υπήρξε προσπάθεια άμεσης διεκδίκησης και προώθησης μιας άλλης κοινωνικής – πολιτικής «μεταπολίτευσης», που θα στηρίζεται κυρίως στην κατάκτηση πραγματικών πολιτικών – κοινωνικών θέσεων του εργατικού και δημοκρατικού κινήματος, προώθησης των ανεξάρτητων «πολιτικών οργάνων» της εργατικής πολιτικής και της μαζικής πάλης σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Δεν υπήρξε αυτοτελές «πολιτικό σχέδιο» της Αριστεράς, εκτός απ’ τα ιδιαίτερα πλάνα πλασαρίσματος κυρίως στο «κεντρικό παιχνίδι», για συσπείρωση και πολιτική ενωτική συγκρό­τηση ευρύτερων μαχόμενων εργατικών δυνάμεων σε ουσια­στικά διαχωρισμό απ’ την κυρίαρχη αστική στρατηγική και τις πολιτικές μορφές της. (Κάτι που σε άλλες συνθήκες και μόνο σ’ ένα βαθμό, αλλά με τις ίδιες περίπου γενικότερες προδιαγραφές και καταλήξεις, επιχειρήθηκε, ωστόσο, στην Πορτογαλία πχ). Όλα αυτά, βέβαια έρχονταν από πολύ μακριά, από μια μη αντικαπιταλιστική και επαναστατική προδικτατορική και αντιδικτατορική γραμμή, απ’ τη γενι­κότερη ιστορική – πολιτική εξέλιξη αυτών των δυνάμεων σε διεθνή κλίμακα, που σ’ ένα βαθμό, γνωρίζουμε, σήμερα, σε ποιούς δρόμους οδήγησαν.

Σ’ εκείνες τις συνθήκες οι αγωνιστές της ανατροπής μέσα στο αντιδικτατορικό κίνημα, παρ’ όλη τη σφοδρή μεταξύ τους αντιπαράθεση και την παραζάλη του πολιτικού ακτιβισμού, ήρθαν ουσιαστικά «πιο κοντά» με βάση τα επανατροφοδοτούμενα, αναπάντητα ερωτήματά τους. Σ’ εκείνες τις συνθήκες ήρθαμε πιο κοντά και με το Χάρη Γαϊτανίδη. «Και τι θα γίνει τώρα, με την ριζική ανατροπή και τη μεγάλη μας την Επανά­σταση»; Ο αγώνας, βέβαια, συνεχίζεται. Από καλύτερες θέσεις; Ποιες όμως είναι οι συγκεκριμένες υλικές – πολιτικές θέσεις και οι γενικότερες προοπτικές των ίδιων των εργαζο­μένων, της νεολαίας, του κινήματος τους σε διαχωρισμό απ’ τις «νομοτέλειες» της νέας αστικής δημοκρατίας;

Ας μου επιτραπεί να αναφέρω μια σκηνή έξω από το χώρο της ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ, όταν συζητήθη­κε η στάση του ΚΚΕ για την αποδοχή από μέρους του ή όχι προκειμένου να «νομιμοποιηθεί», της υπογραφής του περιβόητου νόμου του νέου καθεστώτος για πολιτική δέσμευση της δράσης των κομμουνιστών και των εργατι­κών δυνάμεων στα πλαίσια των «βασικών νόμων» και των «ειρηνικών διαδικασιών» του συστήματος. Τότε η αντιπρο­σωπεία της νεολαίας στην ολομέλεια, (Γόντικας Δ., Κάππος Κ. κ.λπ.) είχαμε ταχθεί βέβαια κατά της υπογραφής. Η ολο­μέλεια αποφάσισε το αντίθετο. (Θεμιτός, γόνιμος, νεανικός ενθουσιασμός, είπαν τελικά για τη στάση μας οι «ανώτε­ροι».) Ο Χάρης περίμενε έξω με αγωνία. Γνώριζε προκατα­βολικά την απόφαση. «Και τι θα γίνει με το κίνημα», ήταν η ερώτησή του. Λοιπόν, Χάρη, και πάλι, τι θα γίνει με το κίνημα; Τι θα γίνει με τον κομμουνισμό, με την επανάσταση, με την τακτική, με το κόμμα, με το περιλάλητο νέο επαναστατικό πρόγραμμα; Σε συμβιβασμό ή σε σύγκρουση με τους βασικούς νόμους του αστικού συστήματος, που προ­ωθούν τη διαρκή κοινωνική αλλά και πολιτική εξαθλίωση των ίδιων των εργαζομένων;

Μια αγωνιστική απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, σε καμιά περίπτωση, δεν αρκεί. Αυτό δεν είναι, ένα ηθικό – πολιτικό ζήτημα. Είναι, κυρίως στη σημερινή κοσμογονική εποχή, το θεωρητικό και πρακτικό ζήτημα του υλικού – πολιτικού περιεχομένου, των εργατικών πολιτικών μορφών, των υλι­κών δυνατοτήτων και της νικηφόρας πάλης όχι μόνο του άμεσου αντικαπιταλιστικού αγώνα, αλλά της γενικής στρα­τηγικής της επανάστασης, της μετάβασης στον κομμουνι­σμό, του συνολικού προγράμματος της εργατικής τάξης, από τώρα και μέχρι το τέλος.

Η ερώτηση του Χ. Γαϊτανίδη για το «κίνημα» δεν σήμαι­νε πως ο ίδιος και οι συναγωνιστές του το «φετιχοποιούσαν», όπως άλλωστε δεν φετιχοποιούσαν και τους καπιτα­λιστικούς νόμους. Μαθημένοι όμως, οι περισσότεροι κυρί­ως σε πολιτική δράση σε συνθήκες δικτατορίας, είχαν «δια­παιδαγωγηθεί» όχι μόνο να σέβονται το λεγόμενο μαζικό κίνημα, αλλά και να το θεωρούν, όπως και είναι, το καθο­ριστικό πεδίο άσκησης της εργατικής πολιτικής. Ήταν και είναι το βασικό πεδίο μιας ντε φάκτο επιβολής του «αγωνιστικού δικαίου» των εργαζομένων και της νεολαίας, σε διαρκή «παραβίαση», σύγκρουση και υπέρβαση, απέναντι στους βασικούς νόμους της καπιταλιστικής κυριαρχίας.

Αυτό ήταν και είναι: το κορυφαίο δημοκρατικό «Σύνταγμα» της ταξικής πάλης, ο καταστατικός χάρτης των σύγχρονων ελευθεριών, ο ανώτερος δείκτης ωριμότητας της εργατικής τάξης και η συμπυκνωμένη υλική μορφή τη «δημοκρατίας», ειδικά στην σημερινή εποχή.

Βέβαια, o Χ. Γαϊτανίδης και οι συναγωνιστές του γνώρι­ζαν ότι οι συνθήκες για ένα τέτοιο εργατικό πολιτικό κίνη­μα ήταν πολύ πιο σκληρές και δύσκολες (και είναι πολύ περισσότερο σήμερα) σε σχέση με το σπουδαστικό κίνημα όλων των εποχών. Γνώριζαν ότι το νεολαιίστικο αντιδικτα­τορικό και φοιτητικό κίνημα είχε αναγκαστικά άλλη, πιο προσεκτική, ταξική αντιμετώπιση από τις βασικές δυνά­μεις του συστήματος. Γνώριζαν ότι όχι μόνο οι αστικές δυνάμεις, αλλά, με διαφορετικό τρόπο, και η Αριστερά προσπάθησαν να το αντιμετωπίσουν και σαν ειδικό μοχλό πολιτικής πίεσης για ενδεχόμενες αναγκαίες εναλλακτικές λύσεις, κυρίως, από τα πάνω.

Απέναντι στον πολιτικό και οικονομικό αγώνα των εργα­ζομένων για τα κοινωνικά ζητήματα και τις ελευθερίες τους, ήταν που ασκούσαν και ασκούν την πιο αδιάλλακτη τρομοκρατία οι κυρίαρχες τάξεις. Κάτω απ’ αυτή την πίεση και τις ενδογενείς της αντιφάσεις γύρω απ’ το χαρακτήρα του πολιτικού αγώνα, η κυρίαρχη Αριστερά υποβάθμιζε σ’ όλη την διάρκεια του αντιδικτατορικού κινήματος την πολιτική πάλη για τα κοινωνικά ζητήματα. Υποβάθμιζε ταυτόχρονα και την αναγκαία ιδιαίτερη πρόταση και παρέμβασή της για τα ζητήματα της δημοκρατίας από τη σκοπιά της κατάκτησης μιας άλλης κεντρικής θέσης του μαζικού κινήματος στον συνολικό πολιτικό αγώνα και όχι μόνο προσωρινά, λόγω των συνθηκών της δικτατορίας και της «παρανομίας».

Απ’ αυτή την άποψη είναι χαρακτηριστικό το πόσο ρηχά και «αφ’ υψηλού» αντιμετωπίστηκαν από διάφορες δυνά­μεις στη διάρκεια της εξέγερσης του Πολυτεχνείου (και κατοπινά) οι αδύναμες και «δειλές» προσπάθειες να «μπο­λιασθεί» το κεντρικό πολιτικό ζήτημα της επαναστατικής ανατροπής της δικτατορίας κ.λπ. με την πολιτική ουσία των οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων των εργαζο­μένων και της νεολαίας (ακόμα και αντίστοιχα ζητήματα του φοιτητικού και νεολαιίστικου κινήματος «σνομπαρίστηκαν» από ορισμένους σαν «μη πολιτικά»).

Υπήρχαν, άραγε, δυνατότητες για μια άλλη εξέλιξη τουμαζικού πολιτικού εργατικού κινήματος και του ρόλου του στα αγωνιστικά χρόνια της μεταπολίτευσης; Υπάρχουν, άραγε, δυνατότητες, ιδιαίτερα σήμερα; Ασφαλώς και υπήρ­χαν. Ασφαλώς και υπάρχουν πολύ περισσότερο σήμερα. Δεν φταίνε κυρίως οι δυσκολίες, φταίνε οι πολιτικές υποκειμε­νικές πρακτικές της Αριστεράς, οι πολιτικές επιλογές όλων μας. Τηρουμένων των αναλογιών, το αντιδραστικά μεταλλαγμένο αστικό σύστημα δεν μπορεί να ξεμπερδέψει εδώ και 35 ολόκληρα χρόνια και ούτε θα ξεμπερδέψει ποτέ με τα πολιτικά χαρακτηριστικά, τα επαναστατικά σκιρτήματα και τις ατελείς έστω κατακτήσεις του φοιτητικού και σπουδαστικού κινήματος» που θεμελίωσαν κάποτε οι αγωνιστές σαν τον Χάρη Γαϊτανίδη.

Τα μηνύματα του αντιδικτατορικού αγώνα έχουν σχετική σημασία για τα μεγάλα και πρωτότυπα προβλήματα της σημερινής εποχής. Ορισμένα ωστόσο από εκείνα που κάπως προσέγγισαν ο Χ, Γαϊτανίδης και οι σύντροφοί του μπορεί να βοηθήσουν, αν μετασχηματισθούν και αναπτυ­χθούν με τη θεωρία και την ταξική εμπειρία του σήμερα και των ιστορικών γεγονότων που κυοφορούνται. Το πιο καθοριστικό και ταυτόχρονα το πιο άμεσο καθήκον των επαναστατών, ιδιαίτερα στην κατάσταση της εμφανιζόμενης νέας ιστορικής κρίσης του συστήματος, είναι να υπε­ρασπίζονται τη δυνατότητα και την προοπτική μιας νέας και ανώτερης από κάθε άλλη φορά επανάστασης προς τον κομμουνισμό. Μιας επανάστασης που θα στηρίζεται στις ποιοτικά προωθημένες απαιτήσεις, τις ιστορικές εμπειρίες και τις κατακτήσεις του κοινωνικού και εργατικού πολιτι­σμού της εποχής μας.

  • Αυτό το καθήκον δεν σημαίνει ότι ευτελίζεις την επανά­σταση σε ζήτημα άμεσης επιβολής, σε προγραμματικό ελιξίριο «για όλες τις χρήσεις», όταν δεν υπάρχουν ακόμα οι επαναστατικές συνθήκες και οι συσχετισμοί, όταν κορυ­φώνεται, όπως συμβαίνει σήμερα, η αντίθεση ανάμεσα στις νέες αντικειμενικές αναγκαιότητες – δυνατότητες και στην ανετοιμότητα και στην καθήλωση του υποκειμενι­κού παράγοντα κατ του συνολικού εργατικού κινήματος.

– Αντίθετα σημαίνει ότι η μετασχηματισμένη στρατηγική της επανάστασης γίνεται οδηγός για δράση, «παίκτης – προπονητής για το σχετικά αυτοτελές άμεσο πολιτικό πρόγραμμα, για την ενωτική αντικαπιταλιστική πάλη και την ανατροπή της εξοντωτικής επίθεσης του κεφαλαίου, για την επιβίωση και τις ελευθερίες των εργαζομένων.

  • Αυτό το καθήκον σημαίνει συμβολή στην προσπάθεια κατάκτησης του δικού τους εργατικού «επαναστατικού δρόμου» με την αγωνιστική εμπειρία και με τη σκέψη τους.
  • Σημαίνει σε κάθε περίπτωση αυτοτελής αντικαπιταλιστική πολιτική γραμμή και πάλη σε περιεχόμενο και μορφή, γύρω απ’ όλα τα μεγάλα προβλήματα της επιβίωσης της ελευθερίας και της συνολικής χειραφέτησης σε αντιπαράθεση με τα σύγχρονα δόγματα, τη στρατηγική, τις κυβερ­νήσεις, τούς θεσμούς και την ηγεμονία της αστικής πολιτικής και των μορφών της.
  • Σημαίνει διαπάλη για ηγεμονία της αντικαπιταλιστικής πολιτικής «μέσα απ’ την αγωνιστική ενότητα» σ’ ένα μετασχηματιζόμενο μαζικό πολιτικό κίνημα των εργαζομένων και της νεολαίας, και όχι το αντίστροφο.
  • Σημαίνει πάλη για τη συγκρότηση της νέας ευρύτερης εργατικής κομμουνιστικής πρωτοπορίας με βάση τις γνώ­σεις και τις δυνατότητες της εποχής μας για τον ριζικό μετασχηματισμό και την ενιαία δράση του πολιτικού μαζικού εργατικού κινήματος.
  • Σημαίνει Κόμμα για το εργατικό κίνημα και όχι εργατικό κίνημα για το κόμμα.
  • Σημαίνει πάλη για υλικές – πολιτικές κατακτήσεις, για μικρές και μεγάλες νίκες, για φωτεινά μονοπάτια στην εμπειρία των εργαζομένων, που να μπορούν να μετατρέ­πουν και τις ήττες σε ανώτερη σκέψη και πράξη.
  • Σημαίνει μέτωπο απέναντι στον πολιτισμό της ατομικής ιδιοκτησίας των ιδεών, της πολιτικής και των κοινωνικών ανθρώπων μέσα στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα.
  • Σημαίνει μαχόμενη επαναστατική αυτοκριτική, αυτοϋπέρβαση των αποτυχημένων προσπαθειών μας, προώθη­ση ενός συνολικού εργατικού διαφωτισμού στη θεωρία και στην οργάνωση του νέου επαναστατικού κόμματος του επαναστατικού και εργατικού αγώνα.

Ως γνωστόν, ανεξάρτητα από προθέσεις, υπάρχει η λεγό­μενη «ιδεολογική» χρήση της ιστορίας, υπάρχει η επετειακή, η γραφειοκρατική, η γραφική, η δασκαλίστικη, η βαριεστημένη κλπ, αλλά, φυσικά υπάρχει κυρίως η ουσιαστική και πάντα σχετική αλήθεια της ιστορίας ως οδηγός για δράση (αυτή η δύσκολη επιστήμη των επιστημών και φιλοσοφία των φιλοσοφιών).

Τι μπορεί να προσφέρουν σ’ αυτήν την ιστορία οι μαρτυ­ρίες για την αντιδικτατορική πάλη των Κεφαλλονιτών και για την ωραία και ταπεινή (μ’ όλο τον φοβερό πληθωρισμό της) περίπτωση του Χάρη Γαϊτανίδη; Τι μπορούν να προ­σφέρουν οι αλλεπάλληλες επισκοπήσεις για τα τριανταπεντάχρονα του Πολυτεχνείου; Αυτό κρίνεται, τελικά, από την κατεύθυνση της δράσης που επιλέγει κανείς μέσα στη σημερινή συγκλονιστική εποχή.

Οι ίδιοι οι σημερινοί σκληροί όροι της πάλης για επιβίω­ση και ελευθερία, η εντεινόμενη χρεοκοπία της αγίας αγο­ράς και του νεοκυνισμού επιβάλλει στις νέες γενιές των εργαζομένων να αποτινάζουν την κούραση από τις τόσες φλυαρίες για το πανεθνικό πανσχολικό «Πολυτεχνείο». Τις ωθεί ξανά και ξανά στα μεγάλα αγωνιστικά γεγονότα και όχι στα σήριαλ της κομματικής ιστορικής αυτοδικαίωσης ή της πολιτικής χαμοζωής, προκειμένου να απαντήσουν στα ερωτήματα του μέλλοντος τους.

Και όσο και αν φαίνεται παράξενο, το Πολυτεχνείο και οι αγωνιστές του θα κριθούν από το ποια αντιδικτατορική παράταξη θα επιλέξουν τελικά αυτές οι νέες εργατικές γενιές. Την πρώτη ή τη δεύτερη; Την παραδοχή τελικά και το μακιγιάρισμα της κυρίαρχης κατάστασης ή την ανατρο­πή και την Επανάσταση; Τον Αντώνη Τρίτση, (για να ανα­φερθώ, μ’ όλο το προσωπικό σεβασμό, σ’ έναν επίσης Κεφαλλονίτη αγωνιστή) ή τον Χάρη Γαϊτανίδη;

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *