Εικόνες μιας άλλης εποχής – Με αφορμή ότι σαν σήμερα πέθανε η μεγάλη τραγουδίστρια Ρίτα Αμπατζή

Μια μοναδική φωνή που μας άφησε αθάνατα Σμυρναίικα, Ρεμπέτικα, αλλά και δημοτικά τραγούδια φεύγει απ’ την ζωή σαν σήμερα στις 17 Ιούνη του 1969, αφού ταλαιπωρήθηκε αρκετά από τον καρκίνο. Η Ρίτα Αμπατζή.

Μας γράφει ο Παναγιώτης Κουνάδης: Από μικρή είχαν όλοι αντιληφθεί τις τεράστιες φωνητικές δυνατότητες και έτσι, όταν λίγο πριν από το 30, βρέθηκε σ’ ένα γάμο στην γειτονιά της όπου παίζανε ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Δημήτρης Κωνσταντινίδης (ή Μακαρόνας), ο Κώστας Νούρος και άλλοι, μετά από ένα τραγούδι την «αρπάζουν» όλοι και έτσι η καριέρα της. Βέβαια, ακολούθησε αμέσως, ένας άτυχος γάμος κι ένα παιδί (όταν ήταν μόλις 16 χρονών), που όμως δεν ανέκοψαν την δισκογραφική της πορεία που αρχίζει τον επόμενο χρόνο. 

Τραγουδίστρια με πιο «σκληρή» και ρεμπέτικη φωνή, έγινε γρήγορα η μούσα όλων των μεγάλων συνθετών του ρεμπέτικου, όπως των:  Παναγιώτη Τούντα, Κώστα Σκαρβέλη, Ιωάννη Δραγάτση, Ευάγγελου Παπάζογλου, Κώστα Καρίπη, Μανώλη Χρυσαφάκη, Σταύρου Παντελίδη, Στέλιου Χρυσίνη, Δημήτρη Σέμση, Γρηγόρη Ασίκη, Σωτήρη Γαβαλά, Κώστα Τζόβενου και άλλων. Όλοι αυτοί παίρνουν σειρά στις δισκογραφικές εταιρείες για να τραγουδήσει η Ρίτα τα τραγούδια τους. Ενδιαφέρον είναι να σκεφτούμε ότι μερικά από τα βαριά χασικλίδικα ρεμπέτικα τραγουδήθηκαν από την εικοσάχρονη τότε φωνή της Ρίτας Αμπατζή.

Εμείς θέλοντας να σας δώσουμε μια εικόνα από το κλίμα της εποχής, στην οποία μεγαλούργησε αυτή η τραγουδίστρια σας παραθέτουμε ένα κεφάλαιο απ’ το καταπληκτικό βιβλίο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας», στο οποίο αναφέρεται και η συγκεκριμένη ερμηνεύτρια.

 Καφενείο του Μπάτη 

Πολλοί μάγκες ήταν μαζεμένοι στο καφενείο του Μπάτη. Φάτσες φοβερές. Ο Μαρίνος ο Μπουστάκιας, διαβόητος φονιάς, που κάθεται σε μια καρέκλα και έχει δίπλα του, ανεβασμένο σε σκαμνί, ένα επίφοβο μπουλντόκ, κρατημένο με αλυσίδα. Πίνει αργιλέ, όπως κι άλλοι. 

Ο Νίκος ο Τρελάκιας, νταής κι ανερχόμενος στιχουργός του Περαία, ο Στράτος ο Τεμπέλης, ο Ανέστης Δελιάς, κρατώντας μπουζούκι – τον μύησε σ’ αυτό πριν από δυο χρόνια ο Μάρκος.

Η τραγουδίστρια Ρίτα Αμπατζή κάθεται δεξιά, σ’ ένα τραπεζάκι. Αριστερά είναι καθισμένες κάνα-δυο πουτάνες με αγαπητικούς της φάρας.

Η γυναίκα του Μπάτη – γύρω στα τριάντα κάτι, ντυμένη σαν πιτσιρίκα, είναι πίσω απ’ τον πάγκο: τρελό χτένισμα, κάπως νεάζει, πεταχτή-καπνίζει τσιγάρο.

Το μαγαζί είναι γύρω στα δέκα τραπεζάκια, μεγάλη παγωνιέρα και κουζινάκι κάπως χωριστά. Κυρίαρχος είναι ο πάγκος γεμάτος ποτηράκια και δίσκους σερβιρίσματος. Εχει μουσλούκι από πίσω και κάπως ψηλά, από κάτω της τσιμεντένια γούρνα. Και δεξιά πάνω ένα καφάσι για το ψωμί και για καπνιστά αλλαντικά.

Μια μακρόστενη ταμπέλα, καρφωμένη στον έναν τοίχο γράφει με ζωγραφιστά γράμματα:

Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας.

Και στον απέναντι άλλη ταμπέλα:

Ο θεός να σε φυλάει από τους φίλους.

Ενθεν και ένθεν κρέμονται μπουζούκια και μπαγλαμάδες. Κάτω από τα όργανα, άλλη μια μικρή ταμπέλα με ζωγραφιστό ποτηράκι γράφει:

Κοπάνα το, κοπάνα το

Και μη φοβάσαι θάνατο.

Ο πολυτεχνίτης Μπάτης, όρθιος στο κέντρο του μαγαζιού, με παπιόν και ημίψηλο, βγάζει λόγο:

– Αγαπητοί μάγκες, κοπρόμαγκες και σκυλόμαγκες, απόψε έχουμε απαρτία ….

Και γυρίζοντας στον Δελιά:

– Ανεστάκι, που είναι ο Μάρκος;

Ο Δελιάς:

– Ε, δεν ξέρεις που είναι ο τρελοκαψούρης; Στα παράθυρα της δικιάς του …

Ο Μπάτης συνεχίζει:

– Ας’ τονα … θα ρθει αργότερα. Λοιπόν, απόψε έχουμε απαρτία της μαγκιάς. (Δείχνοντας:) Ο Μαρίνος ο Μουστάκιας, δεν ξέρω πόσοι φόνοι και φυλακές, οι μουσικοί Καρυδάκης κι ο Νίκος ο Τρελάκιας, αρχιμάγκας της ψαραγοράς

Μαζί μας ο θείος μου ο Γαβρήλος, που έκανε το σφάλμα να μου χαρίσει έναν μπαγλαμά που τον έμαθα όταν ήμουνα στις Στρατιωτικές Φυλακές. Ο μέγας Σκριβάνος, που σε σφάζει μόνο και μόνο επειδή του είπες καλημέρα. Ο μπουζουξής ο Κερομύτης, καλής οικογένειας που ήρθε με τα ποδάρια απ’ το Βάβουλα τη γούβα

Ο Μιμίκος ο Μπογιατζής, πρώτος γδάρτης. Ο Γιάννης ο Παπαϊωάννου, ο ψηλέας, μπαλαδόρος και καλός στην πενιά, Ολοι αυτοί ήρθανε να ακούσουνε μια φωνή απόψε. 

Τη Ρίτα, ρε, τη Ρίτα Αμπατζή. Χειροκροτήστε την, ρε …

Η Ρίτα σηκώνεται όρθια.

Ο Μπάτης συνεχίζει:

– … Και δεν θέλω μαχαίρια και πιστόλια απόψε, εντάξει; Θα την βρούμε στη ζούλαΝυφούλες να είσαστε. Παναγιές. Με τα αργιλεδάκια μας και με το αρνί μας. 

– Φέρε, γυναίκα το αρνί.

Η γυναίκα του πάει μέσα στο κουζινάκι και φέρνει ένα ψητό αρνί με τρία κεριά καρφωμένα απάνω του, σαν να ναι τούρτα.

– Ο Μπάτης αρχίζει να το τακτοποιεί λέγοντας:

– Το πιο νόστιμο αρνί, μάγκες μου. Το είχα δυο χρόνια στην αυλή και το βιοσκούσα. Και τι του έδινα να φάει αντί για τριφύλλι; Του έδινα τρίφυλλο ρε … Προυσαλιά μαυράκι …

– Χειροκροτήματα από κάτω.

Σηκώνει ψηλά το μαχαίρικαι λέει τελετουργικά:

– Αρνί, αρνί, λαμά σαβαχθανί …

Κατεβάζει, καρφώνει το μαχαίρι κι αρχίζει να διαμελίζει επιδέξια το κρέας του ζώου.

Μετά:

– Αντε, Ανεστάκι, πιάσε σιγά σιγά το μπουζούκι. Και μετά το φαΐ και τους αργιλέδες, σας έχω δυο ταψιά μπακλαβά. Σιροπάτο, κωσταντινουπολίτικο. Για να φύγουνε τα ζαφείρια απ’ το λαιμό.

Και γυρνώντας στον Μαρίνο τον Μουστάκια:

– Μουστάκια, το σκυλί σου έχει να φαΐ πολύ κόκκαλο απόψε … Πάσχα θα κάνει, ρε …

Ο Δελιάς με το μπουζούκι, ένας με κιθάρα κι άλλος με βιολί, ξεκινάνε ένα ταξίμι.

Σηκώνεται η Ρίτα με τσαχπινιά, τακτοποιεί τα μαλλιά της. Μετά μπαίνει με το ορίτζιναλ σμυρναίικο, της παρέας:

Από τα πολλά που μου ‘χεις καμωμένα

Δεν σε θέλω πια, δεν σε θέλω πια …

Ο Γιάννης ο Παπαϊωάννου, σηκώνεται –πανύψυλος- και αρχίζει να χειροκροτεί με μανία, φωνάζοντας:

– Α, ρε Ρίτα, τι μου θύμισες … την Κιο την πατρίδα μου, εκεί πάνω στην προποντίδα …

Ο Μπάτης αφήνει το μαχαίρι, πάει ξεκρεμάει έναν μπαγλαμά απ’ τον τοίχο. Ερχεται και στέκεται μπροστά στη Ρίτα και πιάνει το ρυθμό, συνοδεύοντας, κάνοντας υποκλίσεις.

Το μπουλντόκ του Μαρίνου του Μουστάκια έχει μυρίσει το ψητό αρνί και αρχίζει να γαυγίζει. Ο Μουστάκιας βγάζει γρήγορα απ’ την τσέπη του ένα πέτσινο φίμωτρο και του το φοράει επιδέξια, εκείνο δυσανασχετεί κουνώντας την κεφάλα του πέρα δώθε.

Η Ρίτα, σεινάμενη με χάρη:

Τα σωθικά μου τα ‘χεις μαυρισμένα

Δεν σε θέλω πια, δεν σε θέλω πια …

Ο Δελιάς, φωνάζει, ανάμεσα σε πενιές:

– Γεια σου Σμύρνη, με τα σταυροδρόμια σου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *