Δεκαοκτώ άνθρωποι πνίγηκαν ανοιχτά της Κρήτης.
Δεκαοκτώ ζωές χάθηκαν 26 ναυτικά μίλια νότια της Ιεράπετρας.
Και η είδηση πέρασε στα “ψιλά”.
Σαν να επρόκειτο για τροχαίο. Σαν να έπεσε ένα ακόμα νούμερο στο κοντέρ του θανάτου. Ούτε οργή, ούτε σοκ, ούτε πένθος. Μόνο μια ξύλινη ανακοίνωση από το λιμενικό, κάτι μονόστηλα στα sites και μετά επιστροφή στην “κανονικότητα”.
Αυτή η κανονικότητα όμως είναι εγκληματική.
Γιατί αυτοί οι άνθρωποι δεν πέθαναν από ατύχημα.
Τους σκότωσε η Ευρώπη-φρούριο.
Τους σκότωσαν τα κλειστά σύνορα.
Τους σκότωσαν οι επαναπροωθήσεις.
Τους σκότωσε η πολιτική που μετατρέπει τη Μεσόγειο σε υγρό μακελειό και τη μεταναστευτική δυστυχία σε “διαχείριση”.
Δεν “κινδύνεψαν”. Δεν “ρίσκαραν”.
Σπρώχτηκαν στον θάνατο.
Γιατί όταν δεν σου επιτρέπεται να φύγεις νόμιμα από την κόλαση, θα φύγεις παράνομα. Όταν σου κλείνουν κάθε δρόμο, θα μπεις στη λέμβο. Όταν δεν έχεις τίποτα να χάσεις, θα παίξεις τη ζωή σου κορώνα-γράμματα. Και σχεδόν πάντα, το νόμισμα πέφτει στον πάτο.
Κι εμείς;
Εμείς τι κάνουμε;
Μετράμε πτώματα.
Συνηθίζουμε.
Ξεχνάμε.
Αν ήταν 18 Ευρωπαίοι τουρίστες, θα είχε παγώσει ο πλανήτης.
Τώρα ήταν πρόσφυγες και μετανάστες. Άρα “εντάξει”. Άρα “συνέβη”.
Αυτή είναι η ηθική χρεοκοπία του καπιταλισμού.
Αυτοί οι δεκαοκτώ δεν ήταν “παράπλευρες απώλειες”.
Ήταν προγραμματισμένοι θάνατοι.
Όσο ο κόσμος χωρίζεται σε ζώνες ζωής και ζώνες θανάτου, όσο κάποιοι γεννιούνται με διαβατήριο και κάποιοι με καταδίκη, όσο θεωρείται “φυσιολογικό” να πνίγονται άνθρωποι για να μη “διαταραχθεί η ισορροπία”, τα ναυάγια δεν θα είναι εξαίρεση. Θα είναι ο κανόνας.
Και το χειρότερο δεν είναι μόνο ότι πνίγονται.
Είναι ότι πνίγονται μέσα στη σιωπή.
Η Μεσόγειος έχει γίνει ο μεγαλύτερος παράνομος μαζικός τάφος του πλανήτη. Χωρίς σταυρούς. Χωρίς ονόματα. Χωρίς δικαιοσύνη. Και πάνω απ’ όλα, χωρίς ντροπή.
Οι 18 ανοιχτά της Κρήτης δεν “χάθηκαν”.
Δολοφονήθηκαν από ένα σύστημα που μετράει τις ζωές με γεωπολιτικό τιμολόγιο.
Και όσο εμείς θα συνεχίζουμε να προσπερνάμε,
να “συνηθίζουμε”,
να λέμε “τι να κάνουμε”,
τόσο το κύμα θα συνεχίσει να ξεβράζει πτώματα.
Όχι γιατί “έτσι είναι ο κόσμος”.
Αλλά γιατί έτσι τον ανεχόμαστε.

Αύριο που θα πεθαίνουμε εμείς έτσι, κανείς δεν θα μας κλαίει. Με το ίδιο νόμισμα θα πληρωθεί η αδιαφορία μας. Γιατί τελικά η υποτίμηση της εργασίας περνάει από την υποτίμηση της ίδιας της ζωής.