Τάσος Κωστόπουλος – Η αυτολογοκριμένη μνήμη (Μέρος 1ο)

Θα παραθέσουμε σε συνέχειες το βιβλίο του Τάσου Κωστόπουλου «Η αυτολογοκριμένη Μνήμη. Τα τάγματα ασφαλείας και η μεταπολεμική Εθνικοφροσύνη».

Τα Τάγματα Ασφαλείας είναι ο μεγάλος απών από την επίσημη εικόνα της δεκαετίας του ‘40 που φιλοτεχνήθηκε στα μεταπολεμικά χρόνια. Μπορεί τα στελέχη τους να ενσωματώθηκαν πλήρως στο μετεμφυλιακό «κράτος των εθνικοφρόνων», φτάνοντας επί χούντας μέχρι την κορυφή της κρατικής ιεραρχίας, αναγκάστηκαν όμως να αποσιωπήσουν το κατοχικό παρελθόν τους: οι νικητές του Εμφυλίου αντλούσαν τη νομιμότητά τους από τις εξόριστες βασιλικές κυβερνήσεις, όχι από τον Ράλλη και τον Τσολάκογλου. Ο μόνος τρόπος να χωρέσουν οι ταγματασφαλίτες στην κυρίαρχη αφήγηση, ήταν ως θύματα του κοινού εχθρού. Από τό Βαθύλακο και το Κιλκίς ως τό Μελιγαλά και τους Γαργαλιάνους, η πτωματολογία των «αγρίως σφαγιασθέντων» από τη μάχαιρα της «ερυθράς τρομοκρατίας» κάλυψε έτσι τα κενά και τις αποσιωπήσεις της επίσημης ιστορίας, κατασκευάζοντας την εικόνα μιας ενιαίας εθνικοφροσύνης που έδωσε (και κέρδισε) τη μάχη για τη σωτηρία του «ελεύθερου κόσμου». Η εικόνα αυτή κυριάρχησε στο δημόσιο λόγο μέχρι τη Μεταπολίτευση –όσο, δηλαδή, η νομοθεσία περί «αναμόχλευσης παθών» και η σκιά του χωροφύλακα καθόριζαν μονομερώς τα όρια της ιστοριογραφικής νομιμότητας.

“Η αυτολογοκριμένη μνήμη” από τις εκδόσεις “Φιλίστωρ” καταγράφει την επιχειρηματολογία και τα ιδεολογήματα, βάσει των οποίων επιχειρήθηκε μεταπολεμικά η δικαίωση του ένοπλου δωσιλογισμού. Εγχείρημα πολλαπλά επίκαιρο, καθώς στις μέρες μας η ιστορία της δεκαετίας του ‘40 ξαναγράφεται με διακηρυγμένο στόχο την προσαρμογή της ελληνικής κοινωνίας στη νεοταξική “κανονικότητα” του τέλους της Ιστορίας και της ταύτισης κάθε δομικής αντιπολίτευσης με την “τρομοκρατία”.

Εισαγωγή

 «Οσοι υπηρέτησαν εις τα Τάγματα Ασφαλείας, ας είναι βέβαιοι ότι η πατρίς τους ευγνωμονεί και ότι δόξα και τιμή θα στέφουν αιωνίως την μνήμην εκείνων, οι οποίοι έπεσαν υπέρ αυτής αγωνιζόμενοι εναντίον των κομμουνιστών.
Δόξα και τιμή θα στέφη επίσης τα μέτωπα όλων εκείνων οι οποίοι επέζησαν, πλην εξακολουθούν να δοκιμάζουν, και σήμερον ακόμη, πικρίαν εκ της μη άρσεως του εις αυτούς αποδοθέντος χαρακτηρισμού του «προδότου «, διότι θέλομεν να πιστεύωμεν, θα έλθη η ημέρα κατά την οποίαν τούτο θα πραγματοποιηθή.
Δεν είναι νοητόν, πρόσωπα υπηρετήσαντα εις τα Τάγματα Ασφαλείας να έχουν προωθηθή και να έχουν καταλάβη ανώτερα και ανώτατα της πολιτείας αξιώματα, εν τούτοις να εξακολουθούν να βαρύνωνται με τον βαρύτατον χαρακτηρισμόν του «προδότου της πατρίδος».
Τούτο, κατά την αντίληψίν μας, είναι ακατανόητον, ούτε η σιωπηρά αναγνώρισις των εθνικών των υπηρεσιών αποτελεί ικανοποιητικόν στοιχείο ν. Τούτο μετά τινα έτη θα λησμονηθή και μόνον τα γραπτά κείμενα θα αποτελούν τους μάρτυρας.
Ας ελπίσωμεν, ή μάλλον ας πιστεύσωμεν, ότι θα ευρεθούν οι άνθρωποι εκείνοι οι οποίοι, ως αρμόδιοι θα θελήσουν να εξετάσουν το όλον θέμα και να δώσουν την πρέπουσαν λύσιν».1

Δημοσιευμένες την άνοιξη του 1974 από ένα παλιό στέλεχος του Τάγματος Ασφαλείας Ναυπάκτου (και, στη συνέχεια, του μεταπολεμικού ελληνικού στρατού), τον υποστράτηγο ε.α. Βασίλειο Σταυρογιαννόπουλο, οι παραπάνω γραμμές αποτυπώνουν κατά τη γνώμη μου με τον πιο εύγλωττο τρόπο το ιδιότυπο καθεστώς εθελούσιας αυτολογοκρισίας, στο οποίο υποβλήθηκαν την επαύριο του Β’ Παγκοσμίου πολέμου όσοι επάνδρωσαν τον κατεξοχήν ένοπλο δωσιλογικό μηχανισμό της κατεχόμενης Ελλάδας.

Απαλλαγμένοι στη μεγάλη τους πλειοψηφία από κάθε ποινική ή διοικητική κύρωση, χάρη στην καθοριστική συμμετοχή τους στον Εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε την Απελευθέρωση, οι ταγματασφαλίτες ενσωματώθηκαν μεν στο στρατόπεδο των νικητών της δεκαετίας του ’40, εξαναγκάστηκαν όμως ταυτόχρονα σε μια λιγότερο ή περισσότερο διακριτική αποσιώπηση του κατοχικού παρελθόντος τους. Η διαδικασία αυτή δεν υπήρξε ούτε ομοιόμορφη ούτε απαλλαγμένη από τριβές. Παρόλες, ωστόσο, τις ενστάσεις που διατυπώθηκαν κατά καιρούς από την ακροδεξιά κυρίως πλευρά του πολιτικού φάσματος (για τη σιωπή της Αριστεράς φρόντιζε, ώς τη Μεταπολίτευση, η λογοκριτική νομοθεσία περί «αναμόχλευσης παθών»2, τα ζωντανά ακόμη βιώματα της Κατοχής ήταν τέτοια που να μην επιτρέπουν οποια¬δήποτε πανηγυρική νομιμοποίηση της ένοπλης συνεργασίας με τον κατακτητή.

Αντικείμενο τούτου του βιβλίου είναι αυτή ακριβώς η διαδρομή της δημόσιας εικόνας των ταγματασφαλιτών στον κρατικό και ημιεπίσημο εθνικόφρονα λόγο των πρώτων τριών μεταπολεμικών δεκαετιών -ουσιαστικά, μέχρι την επίσημη αναγνώριση της εαμικής Αντίστασης το καλοκαίρι του 1982. Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στην επιχειρηματολογία που επιστρατεύθηκε από τους υπέρμαχους της ηθικής και πολιτικής αποκατάστασης των Ταγμάτων Ασφαλείας, ως οργανικού τμήματος της «πολιτικά ορθής» εθνικοφροσύνης των μετεμφυλιακών χρόνων3.

Εκτός από τις δημοσιευμένες κι αδημοσίευτες γραπτές πηγές, στο τελικό αποτέλεσμα συνέβαλαν επίσης οι παιδικές μνήμες μου από τα χρόνια της χούντας και οι συζητήσεις με ανθρώπους που έζησαν τα χρόνια της Κατοχής- ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες ήταν επ’ αυτού οι συνομιλίες μου με τον Γιώργο Πασβαντίδη. Από τους φίλους και γνωστούς που βοήθησαν με κουβέντες και υλικό, θα ήθελα να ευχαριστήσω εδώ τους Δημήτρη Χριστόπουλο, Λεωνίδα Εμπειρίκο, Γιώργο Μαργαρίτη, Βαγγέλη Σακκάτο, Νικόλα Ζηργάνο, Καίτη Αναγνωστοπούλου, Κυριάκο Νικολάου, Γεωργία Κρέτση, Στράτο Δορδανά, Νίκο Κουλούρη, Βαγγέλη Τζούκα και κυρίως τους συναδέλφους μου στον «Ιό», Δημήτρη και Αγγελικά Ψαρρά. Εξυπακούεται, φυσικά, ότι όσα γράφονται εδώ βαρύνουν τον συγγραφέα και μόνο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Το κατοχικό παρελθόν

Με την ονομασία «Τάγματα Ασφαλείας» υποδηλώνονται εδώ οι ένοπλοι σχηματισμοί που συγκροτήθηκαν το 1943-44 από τις γερμανικές αρχές κατοχής για την καταπολέμηση των ανταρτών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Σκοπός του όλου εγχειρήματος, όπως αυτός αποτυπώνεται στην επίσημη υπηρεσιακή αλληλογραφία των κατοχικών αρχών, ήταν η υπόθαλψη του ενδοελληνικού εμφυλίου έτσι ώστε να αυξηθεί η ευστοχία των κατασταλτικών μέτρων εναντίον του ΕΑΜ και, το κυριότερο, «να εξοικονομηθεί γερμανικό αίμα». Σύμφωνα με την πασίγνωστη διατύπωση του στρατιωτικού διοικητή της Ελλάδας Αλεξάντερ Λέερ (24.1.44), έπρεπε «να αξιοποιηθεί πλήρως η αντικομμουνιστική μερίδα του ελληνικού λαού, έτσι ώστε να εκδηλωθεί φανερά και να εξαναγκαστεί σε απροκάλυπτη εχθρότητα κατά της κομμουνιστικής μερίδας»4.

Αν και το εγχείρημα θεωρούνταν από τους καθοδηγητές του λίγο πολύ ενιαίο, στην πράξη τα εν λόγω ένοπλα σώματα παρουσίασαν μεταξύ τους αξιοσημείωτες διαφοροποιήσεις όσον αφορά τη στελέχωση, την επάνδρωση, την οργανωτική διάρθρωση, το επίσημο πολιτικοϊδεολογικό τους στίγμα, τις σχέσεις τους με τη δωσιλογική κυβέρνηση και -τέλος- τη στάση τους απέναντι στο (δυτικό) συμμαχικό παράγοντα.

Η πρώτη τέτοια διάκριση αφορά τη σχέση των εν λόγω σχη¬ματισμών με την δωσιλογική κυβέρνηση της Αθήνας. Απ’ αυτή την άποψη, στην κατηγορία των «Ταγμάτων Ασφαλείας» εντάχθηκαν πέντε κατηγορίες ένοπλων σωμάτων:

(α) Τα «ευζωνικά» τάγματα που συγκροτήθηκαν με πρωτοβουλία και απόφαση της κυβέρνησης Ράλλη, για «να αναλάβουν την προστασίαν του κινδυνεύοντος κοινωνικού μας καθεστώτος» από «τους καταχθόνιους σκοπούς του κομμουνισμού». Η δημιουργία τους υπήρξε ένας από τους βασικούς όρους που ο ίδιος ο Ράλλης είχε θέσει στους Γερμανούς προκειμένου να δεχτεί ν’ αναλάβει την πρωθυπουργία, καθώς θεωρούσε ότι ακόμη και «η Χωροφυλακή είχεν υποστεί κάπως την επίδρασιν των κομμουνιστών»5.

Τα πρώτα τέσσερα ευζωνικά τάγματα ιδρύθηκαν δια νόμου τον Ιούνιο του 19436 και συγκροτήθηκαν στην πράξη μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς• ως «μαγιά» χρησιμοποιήθηκε η -άοπλη μέχρι τότε- Φρουρά του Αγνωστου Στρατιώτη7.

Τον Φεβρουάριο του 1944 ένας νέος νόμος προέβλεψε τη δυνατότητα επέκτασής τους στην επαρχία8 – πρακτική που είχε ήδη αρχίσει να εφαρμόζεται στην πράξη, με την αποστολή των πρώτων οργανωμένων στρατιωτικών πυρήνων από την πρωτεύουσα στη Χαλκίδα (29.12.43)9 και την Πάτρα (20.1.44)|10. Το ίδιο μοντέλο θα χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια για τη δημιουργία παρόμοιων μονάδων στο Αγρίνιο (18.2.44)11, την Κόρινθο (4.1944)12, τον Πύργο (19.5.44)13 και τη Ναύπακτο (22.6.44)14. Τελικά ιδρύθηκαν 9 ευζωνικά τάγματα, συνολικής δύναμης 5.725 ανδρών15.

(β) Τα καθεαυτό «Τάγματα Ασφαλείας», ένοπλοι δηλαδή σχηματισμοί που συγκροτήθηκαν «εθελοντικά», με πρωτοβουλία στελεχών του διαλυμένου ελληνικού στρατού και άλλων «εθνικοφρόνων» τοπικών παραγόντων που ζήτησαν όπλα από τους Γερμανούς για να καταπολεμήσουν το εαμικό κίνημα. Οι πρώτες μονάδες τους δημιουργήθηκαν το φθινόπωρο του 1943 στη Λακωνία16 και σε μικρότερο βαθμό στην Καλαμάτα17, την Ηλεία18 και την Πάτρα19, «κεχωρισμένως και τοπικιστικώς», για να ενοποιηθούν την άνοιξη του 1944, ύστερα από ζυμώσεις «πατριωτικών κύκλων» της Αθήνας με την κυβέρνηση Ράλλη, σε μια ενιαία οργανωτική δομή η οποία «τυπικώς μόνον» υπαγόταν στο Υπουργείο Ασφαλείας της δωσιλογικής κυβέρνησης20.

Η ονομασία της ήταν «Β’ Αρχηγείον Χωροφυλακής Πελοπονήσου», έδρα της ορίστηκε η Τρίπολη κι επικεφαλής της ανέλαβε (23.3.1944) ο βασιλόφρων συνταγματάρχης Διονύσιος Παπαδόγκωνας21.Ο τελευταίος, ήδη από το καλοκαίρι του 1943 είχε πραγματοποιήσει επανειλημμένα διαβήματα προς τις ιταλικές και γερμανικές κατοχικές αρχές, εισηγούμενος τον εξοπλισμό μιας δύναμης 1.000 «έμπιστων εθνικοφρόνων» υπό τις διαταγές του για την καταπολέμηση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ (και, σε μεταγενέστερο χρόνο, του ηπειρωτικού ΕΔΕΣ) -προτάσεις που απορρίφθηκαν σε πρώτη φάση, εξαιτίας του φόβου ότι αυτή η δύναμη γρήγορα θα αφοπλιζόταν από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ22. Συνολικά οργανώθηκαν πέντε τέτοια Τάγματα Ασφαλείας, με έδρες την Τρίπο¬λη, τη Σπάρτη, το Γύθειο, το Μελιγαλά και τους Γαργαλιάνους, συνολικής δύναμης 4.000 ανδρών, με επιμέρους μονάδες ή φρουρές εγκαταστημένες σε μια σειρά πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά23.

Επιμέρους εκδοχή αυτής της κατηγορίας θα πρέπει να θεωρηθεί το «Τάγμα Χωροφυλακής Χανίων» που συγκροτήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 1944 με απόφαση των τοπικών δωσιλογικών αρχών, διοικητή τον ταγματάρχη Δημήτριο Παπαγιαννάκη και αποστολή, τυπικά μεν την καταστολή της ζωοκλοπής, ουσιαστικά όμως την καταδίωξη των ανταρτών. Το «ελληνικό τμήμα διώξεως ανταρτών Παπαγιαννάκη», όπως αναφέρεται στα γερμανικά έγγραφα της εποχής24, αποτελούνταν από 180-200 εθελοντές «χωροφύλακες άνευ θητείας» και ήταν η μοναδική περίπτωση (σχετικής, έστω) επιτυχίας των προσπαθειών που κατέβαλαν οι κατακτητές για τη δημιουργία μιας ένοπλης, αντιαντάρτικης Αντικομμουνιστικής Οργανώσεως Κρήτης (ΑΟΚ) σε όλο το νησί25.

(γ) «Εθελοντικές» αντιεαμικές ένοπλες ομάδες που συγκροτήθηκαν αυτόνομα, κυρίως στην Αττική, σε στενή συνεργασία με τους «ευζώνους» και την Ειδική Ασφάλεια αλλά χωρίς υπαγωγή τους σε κάποιον ενιαίο διοικητικό μηχανισμό. Τέτοιες περιπτώσεις ήταν η 40μελής «ομάδα ασφαλείας» κάποιου Κώνστα, που έδρασε στην περιοχή Ασπρόπυργου-Χασιάς από τον Ιούλιο του 1944 και μετά26, η ομάδα των αδερφών Παπαγεωργίου στο Παγκράτι27 και η «Οργάνωσις Εθνικών Δυνάμεων Ελλάδος» (ΟΕΔΕ) των Μανιάτη και Νικολάου στα Ιλίσσια28.

Ανάλογες ομάδες θα δημιουργηθούν και σε διάφορα επαρχιακά κέντρα. Ενα τυπικό παράδειγμα αποτελεί η «Πατριωτική Οργάνωσις Κεφαλληνίας» (ΠΟΚ), η οποία ιδρύθηκε στην Κεφαλονιά την άνοιξη του 1944 από «τους πιο γνωστούς κοινωνικούς παράγοντες του νησιού» κι άλλους «υπεύθυνους πολίτες», με κεντρικό πυρήνα «μια ομάδα επιστημόνων κι επαγγελματικών του Αργοστολιού», και διέθετε «μαχητικά τμήματα» από «ομάδες χωρικών»(σύμφωνα με μια απολογητική διατύπωση) ή «έξαλλα στοιχεία»(σύμφωνα με μιαν άλλη), που «έλαβαν όπλα από τους Γερμανούς σε αγώνα ζωής ή θανάτου με τους Ελασίτες με σκληρά αντίποινα»29. Μια άλλη παρόμοια περίπτωση ένοπλης συνεργασίας ήταν αυτή των «Ενόπλων Δυνάμεων Νοτίου Νήσου» (ΕΟΝΝ) στη Λευκάδα30.

(δ) Μονάδες «εθνικιστών» της Β. Ελλάδας, οι οποίες συγκροτήθηκαν απευθείας από τους Γερμανούς, έξω από τον έλεγχο της κυβέρνησης Ράλλη.
Αν και η σύσταση «κανονικών» ευζωνικών ταγμάτων με έδρα τη Θεσσαλονίκη είχε ήδη προβλεφθεί νομοθετικά από τον Ιούνιο του 1943, τελικά οι γερμανικές αρχές αρνήθηκαν να επιτρέψουν τη δημιουργία τους -κατά πάσα πιθανότητα, για να μην θέσουν σε παραπέρα δοκιμασία την εξισορροπιστική πολιτική που ακολουθούσαν μεταξύ των (αλληλοϋποβλεπόμενων και συχνά αντιμαχόμενων) γλωσσοπολιτισμικών ομάδων της περιοχής31. Το ίδιο κενή περιεχομένου αποδείχθηκε και η εντολή του Ράλλη, τις παραμονές της αποχώρησης της Βέρμαχτ, για εσπευσμένο σχηματισμό τέτοιων μονάδων από τον Γενικό Διοικητή Μακεδονίας, Αθανάσιο Χρυσοχόου, με σκοπό να προωθηθούν στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη32. Αντί γι’ αυτό, η γερμανική διοίκηση προτίμησε να καταφύγει, ήδη από την άνοιξη του 1943, στη συγκρότηση αυτοτελών σχηματισμών υπαγόμενων αποκλειστικά και μόνο στην ίδια. Ο τελικός απολογισμός του εγχειρήματος από τον διοικητή των SS Βάλτερ Σιμάνα κατέγραψε 10 τέτοια «εθελοντικά τάγματα» στην ελληνική Μακεδονία κι άλλα 4 στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ελλάδα33. Οι σχηματισμοί αυτοί παρουσιάζουν μεταξύ τους μιαν έντονη ανομοιογένεια όσον αφορά το πολιτικοϊδεολογικό τους στίγμα ή την ύπαρξη κάποιας «μαζικής βάσης», έστω και σε τοπικό επίπεδο.

Ο «Εθελοντικός Ελληνικός Στρατός» (ΕΕΣ) του συνταγματάρχη Πούλου, λ.χ., διακρίνεται τόσο για τον αμιγώς εθνικοσοσιαλιστικό πολιτικό του λόγο (και την αποστασιοποίηση του από την επίσημη δωσιλογική «Ελληνική Πολιτεία» της Αθήνας, τα στελέχη της οποίας καταγγέλλει δημόσια σαν «όργανα των εβραιοκομμουνιστών και μασώνων επιδιώκοντα την συκοφάντησιν των Γερμανικών Αρχών Κατοχής»34), όσο και για την απουσία σοβαρών διασυνδέσεων με τον κύριο όγκο της αντιεαμικής εθνικοφροσύνης -απουσία που, μεταξύ άλλων, αντανακλάται στον εντελώς ανεξέλεγκτο και ουσιαστικά «τυφλό» χαρακτήρα των βιαιοτήτων του35. Ανάλογη απομόνωση από τον κοι¬νωνικό περίγυρο τους χαρακτήριζε επίσης τον Εθνικό Αγροτικό Σύνδεσμο Αντικομμουνιστικής Δράσεως (ΕΑΣΑΔ) στη Θεσσαλία36, καθώς και τα «ελάσσονα» τάγματα ασφαλείας της Θεσσαλονίκης: το «Εθνικό Απόσπασμα Καταδίωξης Κομμουνιστών» του Φριτς Σούμπερτ (που είχε ξεκινήσει τη δράση του στην Κρήτη, για να μεταφερθεί αργότερα στη Μακεδονία), την «Εθνική Ελληνική Ασφάλεια Πόλεως Θεσσαλονίκης» του Αντωνίου Δάγκουλα, το αντίστοιχο σώμα του Αντωνίου Βήχου, κλπ37.

Αρκετά διαφορετική φαίνεται πως υπήρξε, από την άλλη, η περίπτωση των -ως επί το πλείστον τουρκόφωνων- ποντιακών χωριών της Μακεδονίας που πήραν τα όπλα στο πλευρό της Βέρμαχτ, αρχικά ως τμήματα της ΠΑΟ κι εν συνεχεία ως «Εθνικός Ελληνικός Στρατός» (ΕΕΣ)38. Η διαφορά δεν βρίσκεται τόσο στην επίσημη πολιτικοϊδεολογική επένδυση της κίνησης, ηγετικά στελέχη της οποίας (οι Μιχάλαγας και Κιτσά Μπατζάκ) ταξίδεψαν το καλοκαίρι του 1944 στη Βιέννη ταυτιζόμενοι δημόσια με τη συνολική πολεμική προσπάθεια του Γ’ Ράιχ39, όσο στην υπαρκτή διασύνδεσή της μ’ έναν ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό περίγυρο. Μια πτυχή αυτής της διασύνδεσης ήταν η διατήρηση των σχέσεων εκπροσώπησης (και διαμεσολάβησης στην εκάστοτε κεντρική κρατική εξουσία) των βαθιά συντηρητικών και κοινωνικοπολιτικά περιχαρακωμένων τουρκόφωνων προσφυγικών κοινοτήτων από την παραδοσιακή τους ηγεσία, που σε μεγάλο βαθμό ταυτίστηκε με την καθοδήγηση του ΕΕΣ40. Μια άλλη πτυχή της υπήρξε η διατήρηση των δεσμών της ηγεσίας του ΕΕΣ με το βασικό πλέγμα της αντιεαμικής βορειοελλαδικής εθνικοφροσύνης (υπηρεσίες της Γενικής Διοικήσεως Μακεδονίας, Εκκλησία, τοπικά δίκτυα του ΕΔΕΣ και υπολείμματα της ΠΑΟ) και -μέσω αυτών- με τους Βρετανούς. Οι τελευταίοι δεν θα έχουν έτσι κανένα πρόβλημα να ενσωματώσουν, την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή, το Τάγμα Ασφαλείας Νιγρίτας του (αποκηρυγμένου από την «επίσημη» ΠΑΟ) ταγματάρχη Σπυρίδη στις δυνάμεις του Συμμαχικού Αρχηγείου Μ. Ανατολής -προνομιακή μεταχείριση που δεν επιφύλαξαν σε κανέναν άλλο ένοπλο δωσιλογικό μηχανισμό41.

(ε) Αντιεαμικές πολιτικοστρατιωτικές οργανώσεις μειονοτικών πληθυσμών, συγκροτημένες σε εθνική βάση και με αλυτρωτικό-αποσχιστικό πρόγραμμα. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει τους κομιτατζήδες της «Οχράνα» και τους Τσάμηδες παραστρατιωτικούς της «Ξίλια». Οι πρώτοι σχημάτισαν το καλοκαίρι του 1944 τρία «Εθελοντικά Τάγματα Ασφαλείας», από 2.500-3.500 ένοπλους Σλαβομακεδόνες των νομών Πέλλας, Φλώρινας και Καστοριάς, με αρχικούς πυρήνες συγκροτημένους εκτός Ελλάδας από το ΒΜΡΟ και πολιτικό πρόγραμμα (καθαρά ουτοπικό, στη δεδομένη συγκυρία) τη δημιουργία μιας ενιαίας ανεξάρτητης Μακεδονίας στα πλαίσια του Γ’ Ράιχ42. Ο απολογισμός του Σιμάνα θεωρεί αυτά τα «τάγματα Βέρνερ» (από το όνομα του γερμανού καθοδηγητή τους, Βέρνερ Χάϊντε) σαν κανονικά τάγματα ασφαλείας43, ενώ παραλείπει να κάνει το ίδιο για τις ένοπλες μονάδες της άτυπης «Εθνικής Αλβανικής Διοίκησης της Τσαμουριάς» (Keshill Kombetar Shqiptar te amerise ή «Ξίλια») που είχε συσταθεί το 1942-44 στη Θεσπρωτία. Η τελευταία διέθετε οργανωμένη πολιτοφυλακή, η οποία συμμετείχε στις επιχειρήσεις της Βέρμαχτ κατά των ανταρτών και η δύναμή της υπολογιζόταν από τα τοπικά στελέχη του ΕΔΕΣ και του ΕΑΜ μεταξύ 2.500 και 3.200 ενόπλων44.

Μολονότι δημιουργημένα από την ιταλική (κι όχι τη γερμανική) στρατιωτική διοίκηση, τα ένοπλα σώματα του «Αξονικού Μακεδονοβουλγαρικού Επαναστατικού Κομιτάτου» της Καστοριάς (κάπου 1.600 άντρες, απ’ τους οποίους το ένα τρίτο ήταν ενταγμένο σε «κινητά αποσπάσματα» καταδίωξης των ανταρτών ενώ οι υπόλοιποι σε στατικές πολιτοφυλακές)45 και της βλάχικης «Λεγεώνας»46, θα μπορούσαν επίσης να υπαχθούν στην ίδια κατηγορία.

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, κεντρική ιδέα ήταν η αξιοποίηση της δυσαρέσκειας των μειονοτικών πληθυσμών, λόγω της προηγούμενης καταπίεσής τους από το ελληνικό κράτος, για την καταπολέμηση ενός αντιστασιακού κινήματος υπό κομμουνιστική μεν καθοδήγηση, στον πολιτικό όμως λόγο του οποίου αφθονούσαν οι αναφορές στην κοινή παρακαταθήκη του νεοελληνικού εθνικισμού. Πρόκειται για μια στρατηγική που χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα σε όλη την Ευρώπη από τους φορείς της χιτλερικής «Νέας Τάξης»47 και της οποίας η εφαρμογή στο βαλκανικό νότο σχεδιάστηκε, σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε, από τους τοπικούς επικεφαλής της γερμανικής και ιταλικής αντικατασκοπίας στα Τίρανα τον Φεβρουάριο του 194348.

Mια δεύτερη διάκριση αφορά την προέλευση και τα χαρακτηριστικά των ομάδων του πληθυσμού που τροφοδότησαν τα Τάγματα με στελέχη και οπλίτες. Αν και τελικά η δυναμική της ένοπλης αναμέτρησης επέβαλε σ’ όλο αυτό το ανθρώπινο δυναμικό μια κάποια ομογενοποίηση, τουλάχιστον όσον αφορά τους «κεντρικούς» σχηματισμούς, στην πραγματικότητα οι αφετηρίες των ταγματασφαλιτών παρουσιάζουν αξιοσημείωτη ποικιλία.

Όσον αφορά λ.χ. τα στελέχη, είναι γνωστό ότι τα Τάγματα Ασφαλείας πλαισιώθηκαν από δυο διαφορετικές, και σε μεγάλο βαθμό ανταγωνιστικές μεταξύ τους, ομάδες αξιωματικών. Από τη μια ήταν οι βενιζελικοί απότακτοι του ’35, συσπειρωμένοι γύρω από τους Πάγκαλο και Γονατά, που αποτέλεσαν και τους αρχικούς σπόνσορες των Ταγμάτων -με αποτέλεσμα, βασιλόφρονες συνοδοιπόροι να τους κατηγορούν ότι σχεδίαζαν τη μεσο-πρόθεσμη «εκτροπή» τους «εις αντικαθεστωτικούς αγώνας» (παρεμπόδιση, δηλαδή, της επανόδου του βασιλιά)49. Από την άλλη οι «νομιμόφρονες», μεταξικοί και μοναρχικοί, που αργούν μεν να προσχωρήσουν στο νέο σώμα, στην πορεία όμως θα το θέσουν ολοκληρωτικά κάτω από τον έλεγχο τους. Ανάμεσα στις δυο ομάδες διεξάγεται μια αδυσώπητη πάλη για την ηγεμονία, πάλη η οποία συχνά αντανακλά περισσότερο συντεχνιακές συσσωματώσεις του παρελθόντος παρά διαφορετικές στρατηγικές όσον αφορά την τρέχουσα σύρραξη50. Αλλες αντιθέσεις που διαπερνούν τις τάξεις των βαθμοφόρων είναι αυτές μεταξύ αξιωματικών και μόνιμων υπαξιωματικών των ευζωνικών ταγμάτων51, μεταξύ αξιωματικών και «πολιτικών αρχηγών» στη Λακωνία52 ή ανάμεσα σε επαγγελματίες στρατιωτικούς κι αυτοδημιούργητους «καπετάνιους» των ένοπλων σχηματισμών της Β. Ελλάδας53. «Εντονο «τοπικιστικόν πνεύμα» επικρατεί, τέλος, στο Τάγμα Γυθείου, όπου μόνο η απειλή συλλήψεων θα κάνει τους ντόπιους αξιωματικούς να δεχθούν έναν μη μανιάτη ως επικεφαλής τους54.

Ακόμη μεγαλύτερη ποικιλία συναντάμε όσον αφορά την προέλευση και τα κίνητρα των απλών ταγματασφαλιτών. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες μαρτυρίες, η αρχική «μαγιά» προήλθε από τις αντικομμουνιστικές ομάδες που είχαν ήδη συγκροτηθεί σε τοπικό επίπεδο για την καταπολέμηση του ΕΑΜ -όπως οι «εθελοντές χωροφύλακες» της Αχαΐας55 ή οι «Εθνικές Ομάδες Αντιστάσεως» στη γειτονική Ηλεία56. Η στρατολόγηση των υπόλοιπων αρχικά γινόταν σε εθελοντική βάση57, γρήγορα όμως οι αρχές άρχισαν να καλούν στα όπλα «εθνικιστές» με ατομικές προσκλήσεις βάσει του Ν. 739/1937• στις τελευταίες αναγραφόταν η απειλή ότι, όσοι απέφευγαν να παρουσιαστούν, θα αντιμετώπιζαν «τας αυστηράς ποινάς του Νόμου και επί πλέον την δίωζιν των οικογενειών των και καταστροφήν των οικιών των»58. Στην Καλαμάτα, αξιωματικοί που αρνήθηκαν να καταταγούν στο εκεί Τάγμα Ασφαλείας φυλακίστηκαν «επί αρκετόν χρόνον» από τον Παπαδόγκωνα, μέχρι να ενδώσουν59.

Διαφορετική υπήρξε, τέλος, η διαδικασία εξοπλισμού των περισσότερων από τα χωριά που εντάχθηκαν στο όλο σύστημα. Εκεί, τις περισσότερες φορές την πρωτοβουλία παίρνουν τοπικοί παράγοντες, συχνά σε επαφή (και κάτω από την επιρροή) συγχωριανών τους ή άλλων στελεχών της εθνικοφροσύνης που είναι εγκατεστημένα στα αστικά κέντρα-βάσεις των Ταγμάτων. Σ’ αυτή την περίπτωση, η σύσταση του αρχικού ένοπλου πυρήνα δημιουργεί ένα προηγούμενο (με την εκκαθάριση ή φυγή των τοπικών στελεχών του Ε AM και την πρόκληση ενός κλίματος πιέσεων και γενικευμένης ανασφάλειας) που οδηγεί αργά ή γρήγορα σε νέες στρατολογίες, διεύρυνση του κύκλου των οπλισμένων κι επέκταση του σε διπλανούς οικισμούς. Με τελικό αποτέλεσμα, το δίκτυο του ένοπλου αντιαντάρτικου μηχανισμού να απλώνεται στην ύπαιθρο, όπως ακριβώς οι κηλίδες του μελανιού πάνω στο στυπόχαρτο60.

Παραπομπές

1.    Βασίλειος Σταυρογιαννόπουλος, Πικρές αναμνήσεις, Αθήναι 1974, σ.330.

2 Νομοθεσία ενεργή ακόμη και στη διάρκεια του φιλελεύθερου «ανοίγματος» της κυβέρνησης της Ε.Κ. Στις 13.1.1965, λ.χ., η Εισαγγελία Εφετών άσκησε δίωξη, με βάση το Ν. 509 και το Ν.Δ. 4234/62, κατά των Π. Παρασκευόπουλου και Ν. Κρίκη για κάποια -απλώς φιλοεαμικά- επετειακά δημοσιεύματα στην εφημερίδα «Αυγή» (26-27.9.64). Χρειάστηκε διεθνής κινητοποίηση (με παρεμβάσεις της Διεθνούς Ενώσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ομοσπονδιών Τύπου, κ.ά.) για να αναβάλει τελικά το δικαστήριο την εκδίκαση της υπόθεσης «επ’ αόριστον» (Η Αυγή 26.1, 10.2. & 23.2.65).

3 Μια πρώτη μορφή του βιβλίου διαβάστηκε, ως εισήγηση, στο συνέδριο «Όψεις του δωσιλογισμού στην Ελλάδα της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου» (Σαμοθράκη 2-4.7.2004).

4. Hagen Fleischer, «Νέα στοιχεία για τη σχέση γερμανικών αρχών κατοχής και Ταγμάτων Ασφαλείας», Μνήμων 8 (1980-82), σ.Ι93.

5 Γεώργιος Ράλλης (επιμ.), Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομι/xi εκ του τάφου, Αθήναι 1947, σ.58-9.

6 ΦΕΚ Ι943/Α/180, Ν. 260 της 15.6.43.

7 Andrt Gerolymatos, «The Security battalions and the Civil war», Journal of the Hellenic Diaspora XII/I (Ι991),σ.18• Mark Mazower, Η Ελλάδα του Χίτλερ, Αθήνα 1995, σ.353• PIC Paper No 55, «Greek Security Battalions» (18.7.1944), σε Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΔΙΣ), Αρχεία Εθνικής Ανάστασης (1941-1944), Αθήνα 1998, τ.8ος, σ.44-5 & 55• Έκθεση Παναγιώτη Κυριακού (8.4.1957), στο ίδιο, σ.225-6.

8 ΦΕΚ 1944/Α/48, Ν. 1249 της 25.2.44.

9 Σωτήρης Παπαστρατής, Μέρες του 1943-J 944 στην Εύβοια, Αθήνα 1995, σ.66-7Ι• Γιάννης Δουατζής, Οι Ταγματασφαλίτες, Αθήνα [1982], σ.27 & 217• PIC 18.7.44, όπ.π., σ.58• Νικόλαος Αναγνωστόπουλος, Η Εύβοια υπό Κατοχήν, τ. Α Αθήναι 1950, σ.3Ι6.

10.    Βασίλης Λάζαρης, Πολιτική Ιστορία της Πάτρας, τ. Γ’, Πάτρα 1989, σ. 138-40 PIC 18.7.44, όπ.π., σ.55 & 60• Βασίλειος Ιταυρογιαννόπουλος, Η ζωή της Κατοχής και τα Τάγματα Ασφαλείας, Αθήναι 1966, σ.80-1• Κοσμάς Αντωνόπουλος, Εθνική Αντίστασις 194/-1945, Αθήναι 1964, σ.1470.

11    Έκθεση Γεωργίου Τολιόπουλου (15.11.1955), σε ΔΙΣ 1998, τ.8ος, σ.202• Σταυρογιαννόπουλος 1966, σ.81• PIC 18.7.44, όπ.π., σ.60 & 62.

12.    Γεώργιος Οικονόμου, «Έκθεσις δράσεως του III Τάγματος Ασφαλείας Κορίνθου» (28.10.1957), σε ΔΙΣ 1998, τ.8, σ.234• Αντωνόπουλος 1964, σ.1461.

13.    ΔΙΣ/9Ι5/Β/4, έκθεση Αθανασίου Ψυχαλίνου, σ.1• Σταυρογιαννόπουλος 1966, σ.73• Κώστας Καραλής, Ιστορία των δραματικών γεγονότων Πελοποννήσου, 1943-1949, τ. Α’, Αθήναι 1958, σ.261• Αντωνόπουλος 1964, σ.1463• Γεώργιος Φαρμάκης, Ο κομμουνισμός εις την Ηλείαν, Πύργος 1969, σ.28• Παύλος Σινόπουλος, Φρουροί της νύχτας. Ένα χρονικό της γερμανικής κατοχής στον Πύργο, Πύργος 1995, σ.25.

14.    Σταυρογιαννόπουλος 1966, σ.77-8 και 1974, σ. 196-9.

15.    Fleischer 1980-82, ó.20É• Gerolymatos 1991, ó.23.

16.    ΔΙΣ/915/Α/60, Γεώργιος Ροζάκης, «Έκθεσις της πολεμικής δράσεως κατά την περίοδον Κατοχής του Τάγματος Ασφαλείας Γεώργιος», Εν Γυθείω 29.12.1954, σ.1-2• Έκθεση Λεωνίδα Βρεττάκου (1-10.1.1955), σε ΔΙΣ 1998, τ.8ος, σ.Ι64-87• ΔΙΣ/915/Α/7, Κων/νος Κωστόπουλος, «Περί της ιστορίας του Τάγματος Ασφαλείας Σπάρτης», Π. Φάληρον 12.12.1954, σ.5-6• PIC ! 8.7.44, όπ.π., σ.59-60• ΔΙΣ/915/Α/3, Παναγιώτης Δεμέστιχας, «Έκθεσις περί της οργανώσεως, σκοπών και δράσεως του Κομμουνιστικού Κόμματος ΕΑΜ- ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ και της δημιουργίας των Ταγμάτων Ασφαλείας εν Λακωνία», Εν Κρανάη Γυθείου I.II.1954, σ.4• ΔΙΣ/9Ι5/Α/9, Νικόλαος Καράμπελας, «Περιληπτική ιστορική έκθεσις περί συγκροτήσεως του Τάγματος Ασφαλείας Γυθείου», Εν Γυθείω 27.12.54, σ.1-3.

17    Σταυρογιαννόπουλος 1966, σ.24• ΔΙΣ/915/Α/1, Διονύσιος Παπαδόπουλος «Η Ιστορία των Ταγμάτων Ασφαλείας» [1952], σ.2• ΔΙΣ/1915/ Β/5, ανώνυμη έκθεση «Περί των ταγμάτων (Ασφαλείας) Χωροφυλακής Πελοποννήσου», χ.χ. (αρχές 1944), [στο εξής: Τάγματα 1944], σ.Ι-2• Φώτιος Τσαγκάρης, Αναμνήσεις της μεσσηνιακής κατοχής από την σκοπιάν της δημαρχίας Καλαμών, Αθήναι 1971, σ.21-3.

18    Σταυρογιαννόπουλος 1966, σ.76.

19    Λάζαρης 1989, σ.138• Τάγματα 1944, σ.1.

20    Τάγματα 1944, σ. 1-2.

21    Σταυρογιαννόπουλος 1966, σ.65• ΦΕΚ 1944/Α/43, Ν. 1236 της 20.2.44• Απόστολος Δασκαλάκης, Ιστορία Ελληνικής Χωροφυλακής. 1936-1950, Αρχηγείον Χωροφυλακής, Αθήναι 1973, τ. Α’, σ.Ι96 & 200.

22    Χέρμαν Φρανκ Μάγερ, Από τη Βιέννη στα Καλ,άβρυτα, Αθήνα 2003, σ. 193-6• Χάγκεν Φλάϊσερ, Στέμμα και Σβάστικα. Η Ε/Λάόα της Κατοχής και της Αντίστασης, τ. Β’, Αθήνα 1995, σ.103-4• Τσαγκάρης 1971, σ.16• Νίκος Ζερβής Καλαμάτα. Κατοχή – Αντίσταση – Απελευθέρωση, τ. Γ’, Καλαμάτα 2002, σ. 105-7 & 136.

23    Fleischer 1980-82,  Δ. Παπαδόπουλος «Η ιστορία των ταγμάτων ασφαλείας» σ.322

24    Αναφορές γερμανικών υπηρεσιών (καλοκαίρι 1944) σε ΔΙΣ 1998, τ.6ος, σ.52 & 62.

25    Τζακ Σμιθ Χιουζ, Απόρρητη αναφορά της δράσεως της SOE στην Κρήτη, 1941-1945, Αθήνα 1991,0.82-5,173 & 202-3 Δασκαλάκης Ι973,σ.237- 8• Κων/νος Αντωνίου, Ιστορία Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής, 1833-1965, Αθήναι 1965, σ. 1954-6! • Γιάννης Τσίβης, Χανιά. Κατοχή και Αντίσταση, Αθήνα 1985, σ.77-93• Βαρδής Βαρδινογιάννης, Η Αντίσταση στο Σέλινο, Αθήνα 1988, σ.256-7• Σταύρος Βλοντάκης, Η ‘Οχυρά θέσις Κρήτης’, Αθήνα 1976. σ.30-1 & 417-30.

26    Έθνος (Αθήνα) 23, 24, 27, 28 & 30.8.1948.

27    Ορέστης Μακρής, Ο ΕΛΑΣ της Αθήνας, Αθήνα 1985, σ.81 & 105-6• Γιώργος Τρικαλινός, Αναακα/έύοντας τη χόβολη της μνήμης, Αθήνα 1998, σ. 127• Θεόδωρος Γρηγορόπουλος, Από την κορυφήν του λόφου, Αθήναι 1966, σ.258.

28    Μακρής 1985, σ.75, 85, 89 & 92-4.

29    Θέμης Μαρίνος, Με οδηγό την αλήθεια, Αθήνα 1994, σ.97-9• Γεράσιμος Αποστολάτος, «παράρτημα» σε Κ.Π. Φωκάς-Κοσμετάτος, Η γερμανοϊταλική σύρραξις εν Κεφαλληνία. 1943, Αθήνα χ.χ., σ.180• Διονύσιος Μπενετάτος, Το χρονικό της Κατοχής, Αθήναι 1963, σ.271. Αναλυτικά για την ΠΟΚ: Σπύρος Λουκάτος, Τα χρόνια της ιταλικής και γερμανικής κατοχής και της εθνικής αντίστασης στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη, τ. Γ’, Αθήνα 1991, σ.238-90 & 423-72.

30    Τάσος Κσνιδάρης, Η Λευκάδα στη σκιά του εμφυλίου πολέμου. 1943Ί947, Αθήνα 1985, σ.89-106.

31    PIC 18.7.44, οπ σ.44 Gerolymatos 1991, ó.É7.

32    «Εμπιστευτική-Απόρρητος» οδηγία Ράλλη προς Χρυσοχόου (Αθήναι 20.9.44), δημοσιευμένη σε Πολύχρονης Ενεπεκίδης, Η ελληνική Αντίστασις 1941-1944, Αθήνα 1964, σ.99-100. Η πρωτοβουλία του Ράλλη είχε ήδη εγκρι¬θεί, τέσσερις μέρες νωρίτερα, από τη ναζιστική ηγεσία (Μάρτιν Ζέκεντρορφ [επιμ], Η Ελλάδα κάτω από τον αγκυλωτό σταυρό, Αθήνα 1991, σ.259).

33    Fleischer 1980-82, ó.201.  Τα δυο Τάγματα της «Κεντρικής Ελλάδας» προέκυψαν τον Ιούνιο του 1944 με την αναδιοργάνωση των συμμοριών του Θεσσαλικού ΕΑΣΑΔ από την Γερμανική «αστυνομία τάξεως» της Λάρισας.  Ως έδρες τους αναφέρονται η Λάρισα κι η Καρδίτσα (PIC 18.7.44, όπ,π., σ.62).

34    «Ο συνταγματάρχης κ. Γ. Πούλος εις την πόλιν μας». Eθνος (Φλώρινα) 14.8.1943.

35    Αποκαλυπτική επ’ αυτού μια έκθεση του τ. Νομάρχη Δράμας προς το κατοχικό Υπ. Εσωτερικών: «Τα εν Θεσσαλονίκη σχηματισθέντα εκ κοινωνικών αποβρασμάτων ιδιότυπα τάγματα ασφαλείας, υπό τον απόστρατον αξιωματικόν Πούλον, επιδείνωσαν έτι περισσότερον την κατάστασιν, ως μισούμενα υφ’ ολοκλήρου του πληθυσμού, ου μόνον ένεκα της προελεύσεώς των αλλά και λόγω της αγρίας και απανθρώπου συμπεριφοράς των» (ΙΑΥΕ/1944/1.3, Δ. Ανδρεάδης προς Υπ. Εσωτ., Εν Αθήναις 16.10.1943).

36    Για τον ΕΑΣΑΔ και την «Εθνική Αντικομμουνιστική Οργάνωση» (ΕΑΟ) του Βόλου, βλ. αναλυτικά σε Αρσενίου 1977, τ. Β’, σ.209-37 & 250- 5• επίσης: Mazower 1995, σ.363-5• PIC 18.7.44, όπ,π., σ.66-8• Λάμπρος
Καταφυγιώτης, Οι αντάρται, Εν Βόλω 1946, σ.74-7• Μαρία Καραγιώργη, Από μια σπίθα ξεκίνησε, Αθήνα 2001, σ.237 & 241.

37    Χαρακτηριστική η αποκήρυξη τους ακόμη κι από ένα επιφανέστατο στέλεχος του δωσιλογικού μηχανισμού στη Β. Ελλάδα (Αθανάσιος Χρυσοχόου, Η Κατοχή εν Μακεδονία, τ. Α . Η δράσις του ΚΚΕ, Θεσ/νίκη 1949, σ. 144-5). Αναλυτικά για τα σώματα αυτά, βλ. Ευστράτιος Δορδανάς, «Γερμανικές αρχές κατοχής και ελληνική διοίκηση» σε Β. Γούναρης & Π. Παπαπολυβίου (επιμ.), Ο φόρος του αίματος στην κατοχική θεσ/νίκη, Θεσ/ νίκη 2001, σ.112-4• για το κλίμα των ημερών: Ελευθερία Δροσάκη, Εν Θεσσαλονίκη…, Καισαριανή 1985, σ.II8-9.

38    Η ονομασία ΠΑΟ διατηρήθηκε απ’ αυτούς τους σχηματισμούς αρκετούς μήνες μετά την επίσημη εγκατάλειψη της ένοπλης δράσης από την ηγεσία της τελευταίας (Παπαθανασίου 1997, τ. Β σ.853). Σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις, διεκδικείται μέχρι σήμερα (Αχιλλέας Τριανταφυλλίδης, «Από τη δράση της Π AO στην περιοχή Κοζάνης», στο συλλογικό Η δεκαετία 1940-1050στη Δυτική Μακεδονία, Θεσ/νίκη 1998, σ.239-50). Οι βρετανικές υπηρεσίες, απ’ την πλευρά τους, εξακολουθούσαν να την χρησιμοποιούν ακόμη και το καλοκαίρι του 1944, κάνοντας ταυτόχρονα τη διάκριση μεταξύ των δυο εκδοχών της διασπασμένης -πλέον- οργάνωσης (PIC 18.7.44, όπ.π., σ.70-1).

39    Αθανάσιος Φροντιστής, Πανελλήνιος Απε/χυθερωτική Οργάνωσις, Θεσ/νίκη 1977, σ.377• Δορδανάς 2001, σ.115• Ελευθερία, 13.12.64• Θανάσης Χατζής, Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε, Αθήνα 1983, τ. Γ’, σ.372.

40 Για μια αναλυτική επισκόπηση της επιχειρηματολογίας που πρόβαλαν οι τουρκόφωνες ποντιακές κοινότητες για τη συνεργασία τους με τους ναζί, βλ. Νίκος Μαραντζίδης, Γιασασιν Μιλέτ, Ηράκλειο 2001, σ. 130-59• αρκετά διαφορετική υπήρξε η εν θερμώ εκτίμηση του βρετανού πρέσβη Ρ. Λίπερ, που την άνοιξη του 1944 απέδιδε τον εξοπλισμό τους στην «απουσία ενός βαθιά ριζωμένου αισθήματος εθνικού πατριωτισμού, όπως αυτός που πά/Jxi στην καρδιά του μέσου έ/Ληνα χωρικού» και -κυρίως- στην πρόθεσή τους να αποφύγουν το κόστος οποιασδήποτε αντιπαράθεσης με το γερμανικό στρατό (FO 371/43764/7185, Leeper to Eden, Cairo 22.4.44).

41    Παπαθανασίου 1997, τ. Β’, σ.8Ι6-7• Χρυσοχόου 1949, σ.Ι45 Ενεπε- κίδης 1964, σ.49-53.

42    Τάσος Κωστόπουλος, «’Αξονομακεδονικό’ Κομιτάτο και ‘Οχράνα* (1943-44). Μια πρώτη προσέγγιση», Αρχειοτάξιο 5 (5.2003), σ.43-45.

43    Fleischer 1980-82, ó.201 •

44    Π. Νικολόπουλος, «Έκθεσις επί της εξελίξεως της καταστάσεως εις την Θεσπρωτίαν κατά την περίοδον της Κατοχής» (25.3.45), σε ΔΙΣ 1998, τ.Ιος, σ.329• ΙΑΥΕ/1943-44/2.3, Πανηπειρωτική Επιτροπή ΕΑΜ, «Έκθεση για την Αλβανική μειονότητα της Τσαμουργιάς», 6.11.44, αρ. πρωτ. 262. Για την «Ξίλια», βλ. Ελευθερία Μαντά, Οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Ηπείρου (1923-2000), Θεσ/νίκη 2004, σ. 147-50 & 163-98 και Georgia Kretsi, «The ‘secret’ past of the Greek-Albanian borderlands», Ethnologia Balkanica 6 (2002), σ. 171-93.

45    Κωστόπουλος 2003, σ.44.

46    Παρά το πρόσφατα αυξημένο ενδιαφέρον για τις εθνοτικές συγκρούσεις της δεκαετίας του ’40, δεν υπάρχει κάποια συνεκτική κι αξιόπιστη περιγραφή της «Λεγεώνας» στην ελληνική βιβλιογραφία. Ο Ευάγγελος Αβέρωφ (Η πολιτική π/χυρά του κουτσοβλαχικού ζητήματος, Τρίκαλα 1987 [π.έ. 1948], σ.!58) εκτιμά τον αριθμό των ενόπλων λεγεωνάριων σε 2-3.000 το 1941-42 και λιγότερους από 100 το καλοκαίρι του 1943, ενώ ένα ηγετικό στέλεχος του ΕΛΑΣ τους υπολογίζει σε 2.500 στα μέσα του 1942 (Σαράντης Πρωτόπαπας- Κίκιτσας, Χη Μεραρχία του ΕΛΑΣ, Αθήνα 1978, σ.41)• ο Αρσενίου, αντίθετα, περιορίζει τον αριθμό τους σε λιγότερους από 300, ένα 15-20% των οποίων «δεν ήταν καν βλαχικής καταγωγής, μα κατώτερα στοιχεία των πόντιων. που πήγαν στη λεγεώνα για φαΐ και για πλιάτσικο» (1977, τ. Α’, σ.69). Για άφθονο πρωτογενές υλικό, βλ. επίσης το βιβλίο του Αστέριου Παπαγιάννη, Τα παιδιά της λύκαινας, Αθήνα 1998.

47    Για μια γενική επισκόπηση αυτής της στρατηγικής, βλ. Francis Arzalier, Les perdants. La dirive fasciste des mouvements autonomistes el indipendantisles an XXe siicle, Παρίσι 1990.

48     Μια εκδοχή αυτής της πολιτικής ελάχιστα γνωστή υπήρξε ο εξοπλισμός ελληνικής πολιτοφυλακής στη Χειμάρα εναντίων των Αλβανών παρτιζάνων που δρούσαν στην περιοχή  (Κώστα Ν. Δέδε, Δρυμάδες Χειμάρας, Αθήνα 1978, σ.119-44).

49    Νίκος Αντωνακέας, Φως εις το σκότος της Κατοχής, Αθήναι 1947, σ.!04 PIC 18.7.44,όπ.π., σ.44-5• Φλάϊσερ 1980-82,σ. 191 Gerolymatos 1991, σ.Ι8• Mazower 1995, σ.352• Νικ. Αναγνωστόπουλος, Η Εύβοια υπό κατοχήν, τ. Β’, Αθήναι 1973, σ.380• ‘Κίμων’ [Α. Πηλαβάκης], «Έκθεσις επί της εν Ελλάδι καταστάσεως» (15.1.44), σε Εμμανουήλ Τσουδερού, Ιστορικό Αρχείο. 1941-1944, Αθήνα 1990, [στο εξής: Αρχείο Τσουδερού], τ.Γ’, σ.842.

50    Για ένα αποκαλυπτικό εσωτερικό έγγραφο, όπου η καταστολή της «αναρχίας» και της «κοινωνικής επαναστάσεως» τοποθετείται σε ίση περίπου μοίρα με τη διαπάλη «νομιμοφρόνων» και «αποτάκτων»: ΔΙΙ/915/Β/5, «Περί των Ταγμάτων Ασφαλείας Πελοποννήσου» (1944).

51    ΔΙΣ/915/Γ/2, «Υπόμνημα περί της καταστάσεως των Μον. Υπα¬ξιωματικών από της κατατάξεως των εις τα Τάγματα Ασφαλείας μέχρι σή¬μερον», Εν Αθήναις 10.4.44.

52    ΔΙΣ/915/Α/7, Υπγος Κ. Κωστόπουλος «Περί της Ιστορίας του Τάγματος Ασφαλείας Σπάρτης», Π. Φάληρον 12.12.54, σ.8-9• Έκθεση Βρετ¬τάκου (1-10.1.1955) σε ΔΙΣ 1998, τ.8ος, σ.182-3.

53    Μαραντζίδης 2001, σ. 126-8 Τριανταφυλλίδης 1998, σ.240 & 246.

54    ΔΙΣ/915/Α/5, Υπγος Κ. Κωστόπουλος «Περί της Ιστορίας του Τάγ¬ματος Ασφαλείας Γυθείου», Π. Φάληρον 20.11.54, σ.2 & 8.

55    Λάζαρης 1989, σ.138.

56    Φαρμάκης 1969, σ.Ι5 & 28.

57    Αντωνακέας 1947, σ.104• Ράλλης 1947,σ.64• Γρηγορόπουλος 1966,σ.259.

58 Αναγνωστόπουλος 1973, σ.388-9• Δουατζής 1982, σ.126, 189-90 & 210-1. Πα το σύστημα των ατομικών προσκλήσεων, βλ επίσης: Ράλλης 1947, σ.64-5• Σταυρογιαννόπουλος 1966, σ.28 &. 81 Αντωνακέας 1947, σ.104 Δουατζής 1982, σ.Ι26, 137-42• έκθεση Π. Κυριακού (8.4.1957), όπ.π., σ.229• Δημήτριος Λουκάς, Αναμνήσεις μιας ζωής, Αθήναι 2004, σ.33• Αλέξανδρος Ζαούσης, Αναμνήσεις ενός αντιήρωα (1933-1944), Αθήνα 1980, σ.87 & 112• Αναστάσης Πεπονής, Προσωπική μαρτυρία, Αθήνα 2001 (π.έ. 1970), σ.Ι14- 7• Ν. Hammond, The Allied Military Mission and the Resistance in West Macedonia, Θεσ/νίκη 1993, σ.Ι26 & 137.

59    Έκθεση Π. Κοζάκου (27.10.55), όπ.π., σ.Ι9Ι-2.

60    Για δυο περιγραφές αυτής τη διαδικασίας, προερχόμενες από διαφορετικές περιοχές και διαμετρικά αντίθετη σκοπιά: Κώστας Σαραντόπουλος, Βαλτέτσι 1944. Μαρτυρία, Αθήνα 2003, σ.86-247• Κώστας Νικολαΐδης, Η αλήθεια για την εθνική αντίσταση, Θεσ/νίκη 1977, σ.45 κ.εξ. Το ίδιο ακριβώς μοντέλο ακολούθησε κι ο εξοπλισμός των «οχρανιτών» σε σλαβόφωνα χωριά• για μια τέτοια περίπτωση (Ποριά Καστοριάς), βλ. τη σχετική αλληλογραφία του τοπικού ΣΝΟΦ σε ΑΡΧΗΒ Ha MaKeaoHnja. Erejcxa MaxejiOHHfa BO HOB, 1944-1945, Σκόπια 1971

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *