ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΙΔΕΩΝ ΣΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ. ΜΕΡΟ Β’

 ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΙΔΕΩΝ ΣΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ

Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

ΜΕΡΟ Β’

ΑΝΑΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΙΔΕΩΝ ΣΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ

1922-1932

Η ήττα του 1922 αποτελεί αναμφίβολα ορόσημο. Ο ελληνικός καπιταλισμός “υποχρεώνεται” να βάλει πρόσκαιρα φραγμό στις επεκτατικές του βλέψεις (είναι σαφής η καχυποψία του αστικού κατεστημένου απέναντι στις τυχοδιωκτικές κινήσεις του Πάγκαλου, η Ιταλία του Μουσολίνι μετά και την κατάληψη της Κέρκυρας απαγορεύει κάθε βλέψη προς τη Ν. Αλβανία και ο Βενιζέλος θα αρνηθεί ουσιαστικά την σύγκρουση με τη Βρετανία εξαιτίας της Κύπρου). Βεβαίως, ο ελληνικός αστικός κόσμος ποτέ δεν απεμπολεί τα επεκτατικά του οράματα σε Βόρεια Ήπειρο, Μακεδονία, Δωδεκάνησα, Κύπρο και στην Αφρική (σχετικό υπόμνημα Τσουδερού στους Άγγλους το 1941). Είναι χαρακτηριστική η ενίσχυση σε όπλα-μυστικά κονδύλια που η κυβέρνηση του Κ.Μητσοτάκη, με ΥΠΕΞ τον Αντώνη Σαμαρά προσφέρει στην ελληνική μειονότητα στην Αλβανία για να εξεγερθεί (1993), οι συνομιλίες Μητσοτάκη-Μιλόσεβιτς για το διαμελισμό της Δημοκρατίας της Μακεδονίας και την υφαρπαγή τμημάτων από Ελλάδα και Σερβία.

Η προσπάθεια πολιτικής και οικονομικής ανασυγκρότησης, συνοδεύεται επίσης από αγωνιώδη απόπειρα πνευματικής και ιδεολογικής ανασύνταξης. Το ρήγμα πρέπει να κλείσει, ο κατεστραμμένος εθνισμός να ανορθωθεί. Στο επίκεντρο επομένως του προβληματισμού τα ζητήματα εθνικής αυτογνωσίας και ελληνικής ταυτότητας.

Την αντίθεση βενιζελικού και φιλοβασιλικού κόσμου αρχίζει ολοένα και περισσότερο να αντικαθιστά η αντίθεση μαρξιστών και αντιμαρξιστών, υλιστών και ιδεαλιστών. Στο μήνυμα της επανάστασης θα αντιπαρατεθεί το εξής δογματικό τρίπτυχο: “αντικομμουνισμός-εθνικισμός-ελληνοκεντρισμός”. Ο Άγγελος Ελεφάντης, αναφέρει “οι επίσημοι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους, σχολείο, Πανεπιστήμιο, Τύπος, Εκκλησία ακολουθούν απαρέγκλιτα την ακόλουθη γραμμή πλεύσης: αντικομμουνισμός, εθνικισμός, ελληνοκεντρισμός, γλωσσικός συντηρητισμός, εκπαιδευτικός σκοταδισμός. Τα μεγάλα ιδεολογήματα με τα οποία θα προσπαθήσουν να πειθαρχήσουν το κοινωνικό σύνολο και να γιατρέψουν την τραυματισμένη έννοια του υπερβατικού έθνους”. [1]

Διαμορφώνονται επομένως τα εξής αστικά ρεύματα: “το πρώτο ρεύμα προπαγανδίζει αντιδραστικές-συντηρητικές και ακραιφνείς εθνικιστικές απόψεις, και βρίσκει εκφραστές στους κύκλους της Εκκλησίας, σε  συντηρητικές εφημερίδες της εποχής (Εμπρός, Σκριπ), καθώς και σε ορισμένους καθηγητές Πανεπιστημίου, όπως ο Καζάζης και ο Κουτρέλης. Όλοι αυτοί στρέφονται εναντίον της μεταφοράς ευρωπαϊκών ιδεών στην Ελλάδα”.  Δόγμα τους το “Πατρίδα-Θρησκεία-Οικογένεια”.[2] Εχθροί τους οι κομμουνιστές, αλλά και τα μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου.

Το δεύτερο ρεύμα εκφράζει τον ουμανισμό και τον ιδεαλισμό της φιλελεύθερης αστικής διανόησης (εκφράζεται κυρίως μέσω του περιοδικού Νέα Εστία). Έχοντας συνέχεια με θεωρητικούς του 19ου αιώνα, που αναζητούσαν την επανασύνδεση με τον αρχαίο μεγαλείο, επηρεάζεται από τον Περικλή Γιαννόπουλο, τον Ίωνα Δραγούμη και τον Άγγελο Σικελιανό.

Χαρακτηριστικότερος εκπρόσωπος του ο Αλέξανδρος Δελμούζος, που μετά το πέρασμα του από τις σοσιαλιστικές ιδέες, οραματίζεται μια παιδεία που θα συνυπάρχουν όλοι οι θησαυροί της ελληνικής παιδείας, από όλη την ιστορική της πορεία.

Στην συζήτηση που διεξάγεται και έχει στο επίκεντρο της το “δημοτικισμό” παρεμβαίνει λέγοντας ότι “δημοτικισμός δεν σημαίνει αντεθνισμός”. Προβάλλει την ανάγκη ενός καθαρμένου “εθνισμού”, “με ψυχική καλλιέργεια”. Συμφωνεί με τον ορισμό του Παπαναστασίου για το έθνος, που ορίζεται ως «μια ομάδα ανθρώπων που τους ενώνουν η κοινή καταγωγή, η κοινή ιστορία, η κοινή γλώσσα, η κοινή θρησκεία, τα κοινά ήθη και έθιμα, και βέβαια η συνείδηση αυτής της κοινότητας». Τέλος καταγγέλλει ως βιολογική ανοησία τη Θέση του ΚΚΕ  για το Μακεδονικό ζήτημα.

Ο Δελμούζος όμως θα θέσει και μια άλλη παράμετρο. Το 1926, στο έργο του “Δημοτικισμός και Παιδεία” αναφέρεται στην επίδραση της ελληνικής φύσης και των γεωγραφικών όρων στη διαμόρφωση της νεοελληνικής πραγματικότητας. Εκτιμά ότι ο αρχαϊσμός είναι ανεδαφικός και ξένος προς την ελληνική πραγματικότητα, ενώ ο δημοτικισμός βγαίνει κατευθείαν από την ίδια τη ζωή, την ελληνική φύση και το χώμα έχοντας βαθιές ρίζες στη λαϊκή παράδοση.

Η αστική επομένως απόπειρα ανανέωσης του “εθνικού της λόγου” καταλήγει στην “περιβαλλοντική ερμηνεία” και στον ορισμό του έθνους ως “πολιτισμική και ψυχική ενότητα”.

Η συζήτηση για το έθνος που διεξάγεται από τους αστούς διανοούμενους και πολιτικούς απαντά σε πολλαπλές στοχεύσεις:

·         Καταρχάς, πρέπει να τονιστεί η πνευματική και ψυχική ενότητα του ελληνισμού.

·         Δεύτερον, απαντώντας στο Διεθνισμό της Αριστεράς, αναγκάζονται να αναπροσαρμόσουν τον εθνικισμό τους και να μιλήσουν “για ανθρωπότητα που δεν είναι αχρωμάτιστη μάζα, αλλά άθροισμα από εθνικές φυσιογνωμίες”.

·         Τρίτον, η σχεδιασμένη προσπάθεια μεταφοράς του ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης από το πεδίο του οξυμένου κοινωνικού ζητήματος, στα λεγόμενα “εθνικά ζητήματα”. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα από το βιβλίο του Α.Πανσέληνου, “Τότε που ζούσαμε»:

“Και ενώ στην Ευρώπη παζαρεύανε την περίφημη ανταλλαγή πληθυσμών – να αλλάξουν τόπους βοσκής τα κοπάδια- ο τυφλός ραψωδός στηριζότανε κάθε πρωί στο ραβδί του, και, μέσα από τα τρίστρατα της Μυτιλήνης, αναθεμάτιζε κάθε πρωί τον πολιτισμό τους.

 

Όλοι με τσι γραφίδες τους

Τρυπούνε την καρδιά μας

Και παίρνουν αίμα ελληνικό

Και γράφουν τη σκλαβιά μας

 

Μπαλώνουν τις τρύπες οι πεζεβέγκηδες για να μην βλέπουν το φόρεμα που κουρελιάζουν. Ντόπιοι και πρόσφυγες, τα βλέπαν εκστατικοί. Δεν ξέρανε πια τι να πούνε. Κάπου σηκώναν τους ώμους”.[3]

·         Τέταρτον, το εργατικό κίνημα και η Αριστερά επιχειρείται να παρουσιαστεί ως ξένο σώμα μέσα στον “εθνικό κορμό”, να απομονωθεί και στην συνέχεια να εξουδετερωθεί.

Ο Αντικομμουνισμός επομένως αποτελεί πολύτιμο πολιτικό εργαλείο προκειμένου να ξεπεραστεί ο “Εθνικός Διχασμός”, όπως αρέσκονται να περιγράφουν τον ακραίο “Κοινωνικό Διχασμό”. Είναι χρήσιμος και ως μηχανισμός συσπείρωσης, αλλά και ως μέσο πειθάρχησης του κινήματος και του πολύμορφου ριζοσπαστισμού που βγαίνει δυναμικά στο προσκήνιο.

Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ’30

Πρόκειται για μια σαφή σχηματοποίηση που αναφέρεται σε πρωταγωνιστές της μυθιστορηματικής τέχνης (Άγγελος Τερζάκης, Παντελής Πρεβελάκης, Στρατής Μυριβήλης, Γιώργος Θεοτοκάς, Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης, Μ.Καραγάτσης). “Οπαδοί της βενιζελικής παράταξης όλοι εκτός του Π.Πρεβελάκη, πήραν μετά το 1926 μαχητική θέση εναντίον της μαρξιστικής ιδεολογίας με δοκίμια και άρθρα τους στον τύπο”. [4] Συγγραφείς που “είτε φρόντισαν να μείνουν μακριά από το συγκλονιστικό γεγονός της Μικρασιατικής Καταστροφής είτε αποσιώπησαν και κάποτε διαστρέβλωσαν στο πεζογραφικό τους έργο τις αιτίες που οδήγησαν σε αφανισμό την ακμαία ελληνική πολιτιστική παράδοση της Κωνσταντινούπολης και της Μ.Ασίας”. [5]

Το γεγονός εξάλλου της μη συμπόρευσης των εθνεγερτικών λόγων των αστών διανοούμενων με τις πράξεις τους, ιδιαίτερα σε ότι έχει να κάνει με τον στρατό και τον πόλεμο, αποκαλύπτεται από τον ίδιο τον Παλαμά. Στα “Γράμματα στη Ραχήλ”, περιλαμβάνεται απόσπασμα που συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του Γ.Κορδάτου «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ», και αφήνει έκθετο τον κ.Τσάτσο: “Τον καημένο τον Τσάτσο τον πήραν τώρα στρατιώτη στα γυμνάσια. Επρόκειτο να μπει στο νοσοκομείο για να απαλλαγεί με την ελπίδα αυτή” και: “Ό,τι έφυγε (από το σπίτι μου) ο φίλος μου ο Τσάτσος. Το γραφείο που ήταν αποσπασμένος -η γαλλική αποστολή- έκλεισε. Έπρεπε να πάει στον στρατώνα του. Κι αυτού τον ανταριάζουν. Γυμνάσια, θαλαμοφύλακας, ζωύφια. Είχε την αφέλεια να βγάλει και βιβλίο να διαβάση. Τον ψοφήσανε στην κοροϊδία. Υπομένει. Κουραμπιές επί τέλους. Και του χειρότερου είδους. Δεν το είδε το μέτωπο.»[6].

Όταν το 1928 ο αρχηγός των Φιλελευθέρων επιστρέφει σε ηλικία 64 ετών κατά τρόπο θριαμβευτικό στο πολιτικό προσκήνιο και αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της χώρας, οι βασικοί πεζογράφοι/λογοτέχνες της «νέας λογοτεχνίας» και εκπρόσωποι της νεότερης γενιάς του βενιζελικού «φιλελευθερισμού», θα φιλοδοξήσουν με τη σειρά τους να διαδραματίσουν καθοδηγητικό ρόλο στην ελληνική πνευματική ζωή.

Ο Γιώργος Θεοτοκάς, το  1929 θα δημοσιεύσει το «Ελεύθερο Πνεύμα» που θεωρείται μανιφέστο ολόκληρης της γενιάς του 30. Ζητούμενο του έργου ο ελληνισμός, η ελληνικότητα και το νόημα της.

Καταγγέλλοντας την πνευματική και ιδεολογική μιζέρια, ασκεί κριτική στους θεωρούμενους πνευματικούς ηγέτες -Φ.Πολίτη και Γ.Αποστολάκη- και κρατά αποστάσεις εξίσου: «Μετά τον πόλεμο, οι εθνικιστές και οι μαρξιστές διανοούμενοι επικράτησαν σε όλες τις ελληνικές συζητήσεις για πολλούς λόγους που δεν είναι ανάγκη να αναπτύξω εδώ (.). Αυτές οι δύο σχολές συγκεντρώνουν ανάμεσα στους Έλληνες διανοούμενους τη μεγάλη πλειοψηφία των πνευμάτων. Η επίδραση τους στη νέα γενιά είναι καταφανής, και αυξάνει νομίζω μέρα με τη μέρα και θα αυξάνει ως όπου αποφασίσουμε να αντισταθούμε εναντίον αυτής της επικράτησης του πνευματικού μιλιταρισμού (.) Εθνικιστές και μαρξιστές φιλονικούν με αμοιβαίο μίσος, μα είναι κατά βάθος πνεύματα της ίδιας οικογένειας (.) Έλυσαν οριστικά όλα τα προβλήματα, σταμάτησαν κάθε πνευματική έρευνα, κλείστηκαν μέσα σε μια απόλυτη αλήθεια που την επαναλαμβάνουν μηχανικά σε όλη τη ζωή τους, αλύγιστοι σαν απολιθωμένοι, ανίκανοι να υποπτευθούν πως υπάρχουν και διαφορετικές προοπτικές πραγμάτων. Μισούν και χλευάζουν με τον ίδιο τρόπο την ελεύθερη σκέψη και τις αναζητήσεις των ανήσυχων πνευμάτων (.). Οι δύο θρησκείες στηρίζονται στην ίδια αρχή: Πίστευε και μη ερεύνα».[7] Ας επισημάνουμε ότι η προσπάθεια ταύτισης εθνικισμού και φασισμού με τον κομμουνισμό, που θα επιχειρηθεί αργότερα, έχει βαθιές ρίζες στο Μεσοπόλεμο.

Παράλληλα, ο Θεοτοκάς κάνει λόγο για το Δαιμόνιο: “είναι η δυνατότητα περιπλάνησης, περιπέτειας, ο Άσωτος Υιός, δηλαδή το να μην προεξοφλεί κανείς τις αλλαγές πορείας και να μην περιορίζει την ελευθερία του ανθρώπου αποκλείοντας τις άπειρες και αστάθμητες δυνατότητες που επιφυλάσσει το μέλλον στη ζωή του καθενός”.[8]

Όσον αφορά την υφή του ελληνισμού, ο Θεοτοκάς θα μιλήσει για «πολυφωνία», χρησιμοποιώντας την τεχνική του Γάλλου κριτικού Αλβέρτου Τιμπωντέ, περί αντιθετικών δίπολων (Δραγούμης-Καβάφης, Κοραής-Σολωμός). Πολλαπλά κάτοπτρα της εθνικής ψυχής και του εθνικού λόγου.

Ο ίδιος, έχοντας έντονες επιρροές από τη γαλλική παιδεία, παρακολουθώντας τις ευρωπαϊκές εξελίξεις,  καταλήγει στη θέση της «πολιτισμικής συνδιαλλαγής Ελλάδας και Δύσης». Υποψία εθνικισμού προκαλεί η άποψη του ότι «η Δύση συνεχίζει την ελληνική παράδοση και ότι οι Έλληνες, πλησιάζοντας το Δυτικό Πολιτισμό, πηγαίνουν να συναντήσουν την πατρική τους κληρονομιά».

Το «Ελεύθερο Πνεύμα» αποτελεί μια από τις πρώτες και πιο συστηματικές απόπειρες να επιτελεστεί η μετάβαση από τις παλαιότερες και πιο σχηματικές μορφές εθνικής θεωρίας σε άλλες πιο ευέλικτες, πειστικές και αποτελεσματικές. Αντίπαλοι της νέας εθνικής θεωρίας η «στείρα προγονοπληξία, ο τυφλός μιμητισμός των ευρωπαϊκών ιδεών, η υποταγή στον μυστικισμό της Ανατολής και φυσικά ο μαρξισμός».

Και ενώ η βενιζελική εξωτερική πολιτική αποσκοπεί στην παγίωση των συνόρων, στο επίπεδο της αστικής ιδεολογίας επιχειρείται ανάπλαση-μεταμόρφωση του εθνικισμού, προς τον «πνευματικό εθνισμό» και τον «εθνικό ουμανισμό». Σε αυτή την προσπάθεια συμβάλλει και το άρθρο του Φίλιππου Δραγούμη, στο περιοδικό “Πειθαρχία”, στις 25 Μαΐου 1930 με τίτλο «Εις αναζήτησιν του χαμένου ιδανικού- Η Μεγάλη Ιδέα και η διάδοχός της». Ο Δραγούμης, όπως και άλλοι διανοούμενοι της εποχής του επιδιώκουν «να βρουν μια μέση λύση που θα τους απομακρύνει από τον χρεοκοπημένο σωβινισμό διατηρώντας ταυτόχρονα την έννοια τους έθνους ως κύριο ιδεολογικό τους έρεισμα και ως αντίδοτο στο διεθνικό ταξισμό». Τονίζουν την πνευματική και ψυχική ενότητα, επισημαίνουν ότι οι τοπικές ή ταξικές ομάδες δεν μπορούν να επιβιώσουν έξω από το εθνικό σύνολο, που πρέπει να συντηρηθεί. Θέλοντας να εξουδετερώσουν την ιδέα του διεθνισμού, υποστηρίζουν ότι η ανθρωπότητα δεν είναι αχρωμάτιστη μάζα, αλλά ένα σύνολο από εθνικές φυσιογνωμίες. Έτσι, γράφει ο Δελμούζος «στον καθολικό ανθρωπισμό, στο ιδανικό δηλαδή που θαμποφέγγει και μέσα στο επαναστατικό κήρυγμα, ένας δρόμος φέρνει: η προσπάθεια του κάθε έθνους για το ιδανικό του εγώ».[9]

Ο Π.Κανελλόπουλος, στο έργο του «Η κοινωνία της εποχής μας» (1932) θα γράψει: «Ενώ ο εθνισμός είναι η ιδεολογική εκδήλωση της πίστεως αυτής ταύτης της εθνικής συνειδήσεως επί την εσωτερική και μυστική αυτής ουσίαν, ο εθνικισμός είναι η εκμετάλλευσις της πίστεως ταύτης εκ μέρους τάξεως διασπώσας την οργανικήν ομοιογένεια του έθνους και θετούσης ταύτην εις την εξυπηρέτησιν πολιτικών και οικονομικών υπολογισμών».

Οι μεταφυσικές έννοιες όπως «εθνικό πνεύμα, εθνική ψυχή, εθνικό σώμα» μεσουρανούν, η διαμάχη μαρξιστών-αντιμαρξιστών οξύνεται, ενώ παράλληλα κανένας δε θέλει να υπερασπιστεί το υπάρχον σύστημα.

Καθοριστικός ο ρόλος του Θεοτοκά και το ιδεολογικό στίγμα του έργου του «Εμπρός στο Κοινωνικό Πρόβλημα». Η απόρριψη του κομμουνισμού εξαιτίας τεσσάρων αρχών (ελευθερίας του πνεύματος, του ιδεολογικού του περιεχομένου, της βίαιης τακτικής κατάκτησης εξουσίας και της ιδέας του έθνους), ακολουθεί όχι την υποστήριξη του καπιταλισμού, αλλά μια αναζήτηση που έχει ως κέντρο την Ισορροπία και τον νέο Ουμανισμό. Πρόκειται για μια «κοινωνική δημοκρατία», με «οικονομική αλληλεγγύη των τάξεων μες σε κάθε έθνος και των εθνών απάνω από τα σύνορα». Τέλος, «Αν η Ευρώπη ξεπεράσει τελικά τις σημερινές δυσκολίες της, όπως εύχονται όλοι οι υγιείς άνθρωποι, και στραφεί μια μέρα προς τα εκεί, θα επιστρέψει αναγκαστικά στο σχολείο της Ελλάδας, από όπου την απομάκρυναν οι υστερικοί προφήτες του καιρού μας, θα ζητήσει ξανά από τον εαυτό της τη λογική, το μέτρο, την αρμονία, την πνευματική και ηθική τάξη, την υγεία της ψυχής. Και τότε ο νέος Ελληνισμός, που δεν πρόφτασε ακόμα να αποκτήσει μια καθαρή συνείδηση του εαυτού του και βρίσκεται όμως πιο κοντά από κάθε άλλο έθνος στις παραδόσεις του ελληνικού πνεύματος και τις συνεχίζει ορμέμφυτα και θολά – ο νέος Ελληνισμός θα πρέπει επί τέλους να πει το λόγο του».[10]

Απαντώντας σε ερωτήσεις της εφημερίδας «Δημοκρατία αγροτική-εργατική», στις 11 Δεκεμβρίου 1932, παραθέτει τις ακόλουθες και όπως έχουμε αποδείξει και προηγουμένως καθόλου πρωτότυπες απόψεις: «Μας χρειάζουνται κυβερνήτες με την ψυχραιμία, την οξυδέρκεια και την τραχιά αποφασιστικότητα του καλού γιατρού, Σα σκύβει απάνω στον άρρωστο». Για το χαρακτήρα της επερχόμενης επανάστασης, λεει ότι «Δε θα είναι Επανάσταση μαρξική, δηλαδή ταξική, εργατική, βιομηχανική. Θα είναι Επανάσταση της φτώχειας, άστατη, ασυνείδητη, ασυνάρτητη, χωρίς σκοπό. Τα ελληνικά Σοβιέτ θα είναι μια καινούργια κλεφτουργιά χωρίς κανένα νόμο». Απαιτούνται μέτρα: «αφ’ ενός ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, αφ’ ετέρου επαγγελματικής αντιπροσώπευσης του λαού. Χρειάζεται δηλαδή να προετοιμάζεται το Κράτος για το μεγάλο ρόλο που πρόκειται να παίξει στην οικονομική και κοινωνική ζωή, να αποκτήσει περισσότερο αρμοδιότητα και περισσότερο γοργότητα στην αντιμετώπιση των κοινωνικών ζητημάτων και να απαλλαγεί από τις μιζέριες της κοινοβουλευτικής συναλλαγής, ώστε να κατορθώσει μια μέρα να διαχειρίζεται αληθινά και να εναρμονίζει τα αντιφατικά κοινωνικά συμφέροντα».[11]

Πρόκειται για διατυπώσεις που όχι απλώς ταυτίζονται με το πολιτικό πνεύμα της εποχής, αλλά αποτελούν προδρόμους του φασιστικού, πατερναλιστικού κράτους του Μεταξά.

Αντίλογο στον Θεοτοκά θα ορθώσει ο Τερζάκης, που περιγράφει το όραμα του πρώτου ως εθνικοσοσιαλιστικό. Για τον Τερζάκη η ιδέα του έθνους είναι ασυμβίβαστη με το διεθνισμό του σοσιαλισμού, γιατί «ο εθνισμός οδηγεί στον προστατευτισμό ενώ οι κοινοί πόθοι και ελπίδες, που θεωρούνται από το Θεοτοκά ως βάση της εθνικής υπόστασης του έθνους, δεν είναι τίποτα άλλο από τους κρυφούς ή φανερούς του κατακτητικούς σκοπούς»».[12]  Για αυτόν η ιδέα του Έθνους έχει χρεοκοπήσει.

Ο Τερζάκης εκφράζει μια γενικότερη καχυποψία «τους νέους που φέρνουν πίσω από τα ταξίδια τους στη Δύση τα καινούργια μηνύματα: Έρχονταν πίσω με τα καράβια του εξωτερικού στιλβωμένοι, ατσαλάκωτοι και είταν μεγαλοαστοί: Δεν είχαν ποτέ τους αντικρίσει  κανένα βιοτικό πρόβλημα: είχαν φιλοδοξίες, αξιώσεις, χωρίς να έχουν θητεία».

ΠΑΙΔΕΙΑ: ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΕΘΝΙΣΜΟΥ

Στις 14 Οκτωβρίου 1930, ο Δημοσθένης Στεφανίδης, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και κοσμήτορας της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αποστέλλει επιστολή στον υπ. Παιδείας Γ.Παπανδρέου, την οποία δημοσιεύει και στην εφημερίδα «Εστία». Αναφέρεται στις διαπιστώσεις που έχει κάνει με βάση την έκθεση ιδεών που κλήθηκαν να αναπτύξουν οι υποψήφιοι στις εισαγωγικές εξετάσεις στην Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης τον Σεπτέμβριο του 1930, με θέμα: «Πατρίς ή κοσμοπολιτισμός; Πρέπει να μένωμεν προσηλωμένοι εις την ιδέαν της πατρίδος ή να επιδιώκομεν την εξαφάνισιν της εντός της διεθνούς κοινωνίας και τίνες είναι οι λόγοι υπέρ της μιας ή της άλλης απόψεως;».[13]

Οι διαπιστώσεις του Στεφανίδη είναι δύο: ανεπαρκής μόρφωση των νέων (που διαπιστώνεται από τα ορθογραφικά και γλωσσολογικά λάθη) και ελλιπής πατριωτισμός. Σαφής ο συνειρμός μεταξύ ανορθογραφίας, γλωσσικής σύγχυσης, αγραμματοσύνης και έλλειψης τάξης, που υπονομεύει την αξιοπιστία του σχολείου, εισάγοντας κλίμα κινδυνολογίας, αγκαλιάζοντας και το ιδεολογικό περιεχόμενο της παρεχόμενης γνώσης.

Στην επιστολή Στεφανίδη απαντά το υπουργείο εκφράζοντας την δυσαρέσκειά του για τις διαπιστώσεις και συνιστά σε όλους τους αρμόδιους εκπαιδευτικούς φορείς την «εμπέδωσιν εθνικού φρονήματος, ηθικού χαρακτήρος και υγιούς ιδεαλισμού εις τας ψυχάς των Ελληνοπαίδων».[14] Ακολουθεί άρθρο στην «Εστία» που για πρώτη φορά ταυτίζει τα «ιδανικά της εκπαιδεύσεως» με τα «ιδανικά του έθνους».

Η συζήτηση γύρω από την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της βενιζελικής κυβέρνησης 1928-1931 έχει ανοίξει (γλωσσικό, επαγγελματική εκπαίδευση, νέες εκπαιδευτικές μέθοδοι, περιορισμοί στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση). Μεταξύ άλλων, τίθεται θέμα κατά του συνδικαλισμού των δασκάλων και του δικαιώματος τους να παρεμβαίνουν στη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής πολιτικής. Στις πιέσεις που δέχεται το υπουργείο, ιδιαίτερα για τις «εθνικώς ευαίσθητες περιοχές Μακεδονίας, Θράκης», ο Γ.Παπανδρέου απαντά ότι «το υπουργείο προχωράει πέραν του Ιδιωνύμου, αφού “για την απόλυση των δασκάλων αρκείται στην απλή ύπαρξη -και οπωσδήποτε διαπίστωση- του  κομμουνιστικού φρονήματος, ενώ το Ιδιώνυμο τιμωρεί μόνο την προπαγάνδιση των αντίστοιχων ιδεών».[15]

Πρέπει εδώ να σημειώσουμε, ότι ο Γ.Παπανδρέου είχε διατυπώσει έντονες επιφυλάξεις για το Ιδιώνυμο (όχι με γνώμονα τις δημοκρατικές ευαισθησίες του, αλλά κατά πόσο ο νόμος θα ήταν αποτελεσματικός): «Ο κ. υπουργός των Εσωτερικών προτιμά την αστυνομικήν μέθοδον, καταφεύγει εις την βίαν. Ημείς, τουναντίον, πιστεύουμεν ότι ο διωγμός ζωογονεί τας ιδέας και ότι επικαλούμενοι τη βίαν εναντίον της ιδέας του κομμουνισμού, ασφαλώς θα την ενισχύσωμεν, και μάλιστα θα την ενισχύσωμεν εις εποχήν κατά την οποίαν ευρίσκεται εις παγκόσμιον παρακμήν»[16].

Οι αντιφάσεις της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης οξύνονται. Υπάρχουν δάσκαλοι, όπως ο Κουντουράς, που πιστοί στον Εκπαιδευτικό Όμιλο και τη γραμμή των «Αθεϊκών» του Παρθεναγωγείου του Βόλου συνεχίζουν να διδάσκουν:

«Από μένα, παιδιά μου, να μην περιμένετε συμβουλές σαν εκείνες που σας έδινε η στοχαστική αστική κοινωνία (.) από εμένα θα ακούσετε τα λόγια εκείνα [.] που θα γίνουν η αιτία, αν ακολουθήσετε το νόημα τους, να σας περιφρονήσει και να σας καταραστεί αυτή η κοινωνία. Όμως είθε να γίνετε ο φόβος κι ο τρόμος μιας τέτοιας κοινωνίας!».[17]

Το ιδεολογικό περιεχόμενο της εκπαίδευσης καθορίζεται από τις ευρύτερες κυβερνητικές στοχεύσεις. Ήδη, στις 26 Μαΐου 1928, ο Βενιζέλος δηλώνει ότι «τα εθνικά μας ζητήματα ελύθησαν τελειωτικώς». Σε σύμπνοια με τις απόψεις των διανοούμενων της γενιάς του ’30, δηλώνεται ότι «Στόχος της επερχόμενης γενιάς πρέπει να είναι η ανάδειξη μεγάλων επιστημόνων και αντιπροσώπων των γραμμάτων και των τεχνών, που θα συμβάλουν στην ευημέρια και την πρόοδο της χώρας ώστε να καταλάβει μία από τις πρώτες θέσεις μεταξύ των πολιτισμένων εθνών».

Ο Γ.Παπανδρέου, πάντα πιο σαφής μέσα στην γενική του ασάφεια, τονίζει: «Ούτε ο πόλεμος ούτε η ειρήνη είναι σκοποί των Εθνών. Και ο πόλεμος και η ειρήνη είναι μέσα δια την εκπλήρωσιν του ανωτέρου προορισμού των Εθνών, δια την δικαίωσιν του λόγου της υπάρξεων των. Το Ιδεώδες του Έθνους είναι η Μεγάλη Ιδέα, είτε πρόκειται για την Εθνική Αποκατάσταση, είτε για την Εθνική Αναγέννηση».

Το 1931 ο ίδιος υπουργός θα υποστηρίξει ότι τα ιδανικά της εκπαιδεύσεως είναι ιδανικά της δημοκρατικής παιδείας, και όχι ταυτισμένα με τα ιδανικά του έθνους, αλλά με τα ιδανικά της πολιτείας. Η εθνική αναγέννηση θεωρείται συνώνυμη της πολιτιστικής ανάπτυξης, καθώς η ελληνική φυλή κατέχει «το τάλαντον και την ευθύνη μιας ανώτερης πνευματικής δημιουργίας».

Δεν είναι τυχαίο ότι, ενώ ο Παπανδρέου θέτει θέμα υπεράσπισης της αστικής δημοκρατικής ιδεολογίας, ο Θεοτοκάς υπερασπίζεται τον πολιτικό φιλελευθερισμό.   Συνεπής,  βέβαια, με την ασυνέπεια του, ο Παπανδρέου θα πρωταγωνιστήσει στην ψήφιση στις 6 Μαρτίου 1931, του «διαλυτικού νόμου», για την Συνομοσπονδία Δημοσίων Υπαλλήλων Ελλάδος (ΣΔΥΕ), αποκαλύπτοντας τον πραγματικό αντίπαλο της πολιτικής των Φιλελευθέρων.

1933-1936

Το 1932 είναι επίσης μια πολύ κρίσιμη χρονιά για τον ελληνικό αστικό κόσμο. Η οικονομική κρίση βαθαίνει, η κυβέρνηση Βενιζέλου κηρύσσει Πτώχευση. Το εγχείρημα του Αστικού Εκσυγχρονισμού έχει καταρρεύσει. Η κρίση μεταφέρεται και στο πολιτικό επίπεδο.  Ο Βενιζέλος όπως περιγράψαμε ζητά ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας. Η Θέληση του να κρατηθεί στην εξουσία βρίσκεται πίσω από το κίνημα του Πλαστήρα, για να ακολουθήσει κύμα αυταρχισμού, πραξικόπημα των φιλοβασιλικών δυνάμεων και τελικά, επιστροφή του βασιλιά. Η ‘Β Ελληνική Δημοκρατία είναι πλέον παρελθόν.

Όλες αυτές οι εξελίξεις δεν αφήνουν όπως ήταν αναμενόμενο αδιάφορους τους αστούς διανοούμενους. Ιδιαίτερα οι βενιζελικοί θα βρεθούν για μια ακόμη φορά στο προσκήνιο. Ο Θεοτοκάς μαζί με τον Μελά θα εκδώσουν μάλιστα το περιοδικό «Ιδέα».

Στο βάθος του χρόνου το περιοδικό «Ιδέα» περιμένει η Δικτατορία του Μεταξά. Στο στόχαστρο του, ο Κομμουνισμός. Από το πρώτο φύλλο ο Μελάς, εκ των συνιδρυτών, διατυπώνει τους στόχους του περιοδικού: “Στο φιλοσοφικό επίπεδο θα πολεμήσει τις υλιστικές και αιτιοκρατικές θεωρίες που αρνούνται την ελευθερία, την ατομικότητα, το ρόλο της θέλησης στις ανώτερες και πιο ευγενικές δυνάμεις του ανθρώπου και καθορίζουν την ανθρώπινη πρόοδο σαν το αποτέλεσμα της μηχανικής λειτουργίας τυφλών δυνάμεων, που ξεφεύγουν από κάθε ανθρώπινη επίδραση”.

Ανοίγοντας παρένθεση, θα λέγαμε ότι αποτελεί σημαντικό πολιτικό διακύβευμα η αποκάλυψη του πραγματικού ρόλου και των λόγων που οδήγησαν στις συγκεκριμένες επιλογές τους αστούς πολιτικούς-στρατιωτικούς-διανοούμενους, που ουσιαστικά κινούμενοι στον αυταρχικό, αντεργατικό καμβά του Μεσοπολέμου, χρωμάτισαν αντεπαναστατικά τις εξελίξεις αμέσως μετά την Απελευθέρωση, υπερασπιζόμενοι την Αστική Εξουσία. Εξάλλου, ο μύθος της “Δημοκρατικότητας” των Βενιζελικών είναι από τους πιο ισχυρούς.

Κλείνοντας την παρένθεση, εντοπίζουμε ότι η Θέληση των Θεοτοκά-Μελά για Αλλαγή, επιθυμούν να “πραγματοποιηθεί δίχως να σπάσει η συνέχεια του πολιτισμού, δίχως να θυσιάσουμε την πνευματική και ηθική κληρονομιά των αιώνων, δίχως κοινωνικές και εθνικές καταστροφές, δίχως βάρβαρες τυραννίες. Για τούτο θα χτυπήσουμε τα κηρύγματα του ταξικού μίσους και τους τυφλούς φανατισμούς, από οποιουδήποτε και αν προέρχονται. Η «Ιδέα» είναι ένα όργανο του ελεύθερου πνεύματος ψηλότερα από τα κόμματα και τις κοινωνικές τάξεις και εναντίον κάθε δημοκοπίας”.

Ο Θεοτοκάς θα αποκαλύψει στο Σεφέρη τους πραγματικούς στόχους της έκδοσης του «Ιδέα» που δεν είναι άλλος από την αναχαίτιση των κομμουνιστικών και διεθνιστικών ιδεών στην Ελλάδα. Η πένα των μαχητών της ελευθερίας του πνεύματος συχνά βουτά στην λάσπη: “Αν υπάρχει σήμερα στην Γερμανία μια τάξη που αντιδρά στην τυραννία, δεν είναι η εργατική τάξη, αλλά η τάξη των διανοούμενων, που πρεσβεύουν αυτά που πρεσβεύουμε και εμείς. Παντού όμως ο φασισμός βρήκε οπαδούς στις τάξεις των μαρξιστών. Και μερικούς αρχηγούς. Οι εχθροί της ελευθερίας συνεννοούνται καλά αναμεταξύ τους”, “[18] στο άρθρο “Η ΙΔΈΑ ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ” (Ιούνιος 1933). Ο Γληνός θεωρείται ότι “δημοκοπεί χωρίς συστολή, χωρίς προσχήματα, χωρίς να θυμάται πια καθόλου το επιστημονικό παρελθόν του, δημοκοπεί σαν κοινός ρήτορας οχλοκρατικού συλλαλητηρίου”[19], στο άρθρο “Ο κ. ΓΛΗΝΟΣ” (Ιανουάριος 1933), ενώ η βιβλιοκρισία του “ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ” (Φεβρουάριος 1933), χαρακτηρίζει τη σκέψη του Βάρναλη “σκέψη ενός παιδιού δώδεκα χρονώ, που παίρνει πόζες πνευματικού οδηγού του ανθρώπινου γένους”[20].

Στις ιδιαίτερες συνθήκες που έχει δημιουργήσει η ανταλλαγή πληθυσμών, ο φόβος των Βουλγαρικών διεκδικήσεων, η παρουσία της Εβραϊκής και μουσουλμανικής μειονότητας των Τσάμηδων, το μωσαϊκό θρησκειών και γλωσσών της Μακεδονίας-Θράκης, το Έθνος για να απαντήσει “ρεαλιστικά” πρέπει να μετουσιωθεί ακόμη περισσότερο ιδεαλιστικά. Να παρουσιαστεί σαν πνευματικό φαινόμενο, μια συνείδηση πνευματικής και ηθικής κληρονομιάς, συμπεριλαμβάνοντας αλλόδοξους, μιγάδες και κρατικά αναποκατάστατους.

Ο φιλειρηνισμός του αδύναμου ελληνικού αστισμού, δίνει δείγματα γραφής μιλώντας για σύνθεση και όχι αντίθεση των εθνών, μέσα στον παγκόσμιο γίγνεσθαι της ανθρωπότητας. Στη θέση της παλιάς ιδέας του εθνικιστικού ελληνισμού με τις αλυτρωτικές και ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις, προβάλλεται η ιδέα ενός “καινούργιου πνευματικού ελληνισμού”. Ενσωματώνοντας τον πλούτο του “Ελληνοχριστιανικού πολιτισμού”.

Εδώ βέβαια πρέπει να σταθούμε στην ιδιαιτερότητα του Θεοτοκά. Εντυπωσιασμένος από το ταξίδι του στη Γιουγκοσλαβία γράφει στην Ιδέα (Αύγουστος 1933): “Αν κατόρθωναν οι δυτικοί να εγκατασταθούν οριστικά στην Ελλάδα και να κρατήσουν του Τούρκο στην Ασία, θα χάναμε ίσως την Ορθοδοξία. Μα η ιστορία της Δαλματίας, της Κροατίας, της Σλοβενίας, δείχνει καλά πως Δε θα χάναμε μήτε τη γλώσσα μας, μήτε τον εθνισμό μας. Θα είμασταν και σήμερα Έλληνες όσο είναι και αυτοί Γιουγκοσλάβοι. Τα παλάτια και οι παραδόσεις της Αναγέννησης θα κοσμούσανε κάθε γωνιά της Ελλάδας και θα είχαμε στις αναμνήσεις μας, αντί για τέσσερις αιώνες ασιατικής τυραννίας, τέσσερις αιώνες ουμανισμού”.[21]

Ο Μελάς ακολουθώντας την πεπατημένη των ιδεών του Θεοτοκά για την σχέση Ελλάδας-Δύσης θα προτείνει την οργανική ένταξη του ελληνικού έθνους στην πνευματική οικογένεια της Ευρώπης. Βλέπει την εθνική κληρονομιά ως μέτρο συγκριτικής αξίας και σαν αφετηρία για καινούργιες δημιουργίες. “Ανήκουμε λοιπόν στη Δύση, που μπορούμε να καθοδηγήσουμε εκ νέου”.

Η Ιδέα του Έθνους διατηρεί την κεντρική σημασία στο έργο του Θεοτοκά. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα που “μονάχα οι δημοκόποι οργιάζουν μες σε αυτήν τη γενική αποτελμάτωση, μαύροι, κίτρινοι, κόκκινοι εκμεταλλευτές της εθνικής απογοήτευσης αυξάνουν τη σύγχυση των πνευμάτων, κοντεύουν να αποξεράνουν ολότελα τις καρδιές μας”. Η ιδέα όμως του έθνους προβάλλει σήμερα “περισσότερο ζωντανή και αδάμαστη πραγματικότητα”. “Τα έθνη Δε θέλουν να πεθάνουν”. Μιλά γεμάτος θαυμασμό για την Ιταλία του Μουσολίνι, που βασίστηκε ακριβώς στις εθνικές συνειδήσεις “για να συντρίψει τον μαρξισμό σε μια νύχτα”. “Μπορεί να μην μας αρέσουν οι μέθοδες του Ντούτσε, αλλά χρωστάμε να αναγνωρίσουμε πως ο άνθρωπος αυτός δημιούργησε, στη συνείδηση του κόσμου, μια πολύ διαφορετική αντίληψη για τη ζωτικότητα και τις δυνατότητες των μεσημβρινών λαών”. Η Ιταλία του Μουσολίνι είναι λοιπόν το πρότυπο “οι γείτονες μας πιστεύουν με πάθος στον εθνισμό τους και είναι αποφασισμένοι να κάνουν ό,τι μπορούν για να τον διαφεντέψουν και να τον δοξάσουν”.[22]

ΑΠΌ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ

Αυτό είναι το πεδίο μέσα στο οποίο πραγματοποιείται η προσπάθεια επανακαθορισμού της φυσιογνωμίας του ελληνικού εθνικού λόγου, κρατώντας αποστάσεις από την προγονοπληξία και τις άγονες αναφορές στο παρελθόν. Επιχειρείται επομένως η καθιέρωση του όρου της “ελληνικότητας”, που όπως σχολιάζει ο Δ.Τζίοβας “είναι από τις λέξεις που έχουν καταχρηστικά χρησιμοποιηθεί, εθνικά φορτιστεί και ιδεολογικά βαρυνθεί χωρίς τελικά να έχει ξεκαθαριστεί το τι σημαίνει ή σε τι παραπέμπει”[23].

Μια απόπειρα ιστορικής περιοδολόγησης θα σημείωνε ότι ο όρος “Ελληνικότητα” εμφανίζεται σποραδικά τον 19ο αιώνα, συχνότερα στις αρχές του 20ου, χωρίς όμως να μπορεί να υποσκελίσει την έννοια του “Ελληνισμού”, καθώς οι κύριοι εκφραστές της εθνικιστικής ιδεολογίας Π.Γιαννόπουλος και Ι.Δραγούμης, την προτιμούν.

Ο λόγος αυτής της προτίμησης βρίσκεται στη μεγαλύτερη λειτουργικότητα που παρέχει ο όρος “Ελληνισμός” ως προς την έκφραση των Μεγαλοϊδεατικών στόχων, ενώ ταυτόχρονα δρα ως αντίλογος στον ευρωπαϊσμό. Ο “Ελληνισμός” του Παπαρηγόπουλου και η Μεγάλη Ιδέα συναντώνται. Ο Π.Γιαννόπουλος διαλαλεί: “Ελληνική φυλή δεν σε έσωσε ο Χριστιανισμός, αλλά ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΣΟΥ, όπως και αυτός θα σε σώσει εις το Μέλλον. Και μόνος ΑΥΤΟΣ”, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η άνθηση και ανάπτυξη του Χριστιανισμού καθώς και η εξάπλωση της Ρώμης θα ήταν αδύνατες χωρίς τον ελληνισμό. Τέλος, ο Δραγούμης, αρνούμενος τα στενά όρια του ελληνικού κράτους, πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους, δηλώνει: ” Οι Έλληνες της Ελλάδος νομίζουν ότι το ελληνικό κράτος είναι η πραγματικότης. Ενώ η πραγματικότης είναι κάθε άλλο, είναι, ο Ελληνισμός, το Πανελλήνιο, το Γένος, το Έθνος”[24].

Μετά το 1922, τη διάψευση των όποιων επεκτατικών βλέψεων του Μεσοπολέμου και την παγίωση των συνόρων η χρήση του “ελληνισμού” παύει, αντικαθίσταται από την “Ελληνικότητα”, αρχής γενομένης το 1925. Αν μέχρι το 1922 το κύριο ζήτημα για το ελληνικό έθνος ήταν πρόβλημα ενότητας (εθνική ψυχή, ελληνικό πνεύμα), το 1923 το ζήτημα μετασχηματίζεται σε πρόβλημα διαφοράς (ελληνικότητα): πως δηλαδή θα ξεχωρίσουμε από τα άλλα έθνη και πως θα προβληθεί η ελληνική ιδιαιτερότητα. Είναι μια εποχή που και διεθνώς οι “εθνικές ιδιότητες” βαφτίζονται ασυζητητί σε αρετές (στη χώρα του Μουσολίνι κυριαρχεί η italianita).

Το ιδεολογικό κενό καλείται να καλύψει η γενιά του ’30, που όμως δεν απαντά ενιαία. Είναι μια γενιά που γνωρίζει το Διχασμό μεταξύ του «Έλληνα» που αντιπροσωπεύει τη δόξα της αρχαιότητας  και σύμβολο του έχει τον Παρθενώνα και του «Ρωμιού», προσβλέποντας στα μεγαλεία και τους καημούς του Βυζαντίου, με έμβλημα την Αγία Σοφία. Εξάλλου το δίλημμα του ονόματος στα τέλη του 18ου αιώνα (μεταξύ Έλλην-Γραικός-Ρωμιός), λύθηκε σύμφωνα με τον Ι.Κακριδή μόλις με την επανάσταση του 1821 και την συνέλευση της Επιδαύρου[25], ενώ η αναμέτρηση μεταξύ καθαρεύουσας και δημοτικισμού συνεχίζεται.

Η μετάβαση από τον “ελληνισμό” στην “ελληνικότητα” πρέπει να συσχετιστεί με τη σημαντική αλλαγή που υφίστανται η έννοια του Έθνους, ιδιαίτερα με τη δικτατορία του Μεταξά. Πλέον η έννοια του “έθνους” παύει να ταυτίζεται με αυτή του “λαού”, αποκτά μια πιο αφηρημένη και ιδεαλιστική ερμηνεία, ως αντιστάθμισμα της ταξικής διάσπασης του έθνους, που προβάλλει ο μαρξισμός.

Η έννοια όμως της ελληνικότητας συνδέεται άμεσα με την “εθνική αυτογνωσία”. Αυτή κινείται αντικειμενικά σε δύο επίπεδα: αφενός, προσπαθεί να συγκροτήσει εθνικιστική ιδεολογία, με στόχευση την συνοχή των αντίπαλων κοινωνικών τάξεων, αφετέρου, προβάλλει την αντιπαράθεση με το “εξωτερικό”, το “αλλοεθνές”. Ωθείται επομένως στην αναζήτηση, επιλογή και εμπέδωση του κατάλληλου ιστορικού παρελθόντος (με πιο κατάλληλο το ιστορικό έργο του Κ.Παπαρηγόπουλου και Σ.Ζαμπέλιου) και στην οριοθέτηση της πνευματικής και πολιτιστικής συνδιαλλαγής με τη Δύση.

Η σχέση με τη Δύση αποκτά κεντρική σημασία. Πρέπει πάντα να έχουμε στο νου μας την χρονική περίοδο που εξετάζουμε. Περίοδο όχι απλώς Ανόδου του Φασισμού-Ναζισμού, αλλά διατύπωσης επεκτατικών στόχων και πολεμικών κινήσεων πραγμάτωσής τους. Το Τρίτο Ράιχ παρουσιάζεται ως αντίπαλο δέος στον κομμουνισμό και τον ιμπεριαλισμό Βρετανίας-Γαλλίας, ο σφριγηλός πολιτισμός του που βασίζεται  στα “Νιάτα και στη Θέληση” αντιπαρατίθεται στην “παρακμή της Δύσης”. Το όραμα της “Ευρωπαϊκής Ενοποίησης” έχει τώρα ως όχημα την ναζιστική κατάκτηση.

Όλη αυτή η συζήτηση που πραγματοποιείται στην Ευρώπη θα έρθει και στην Ελλάδα. Φιλοευρωπαϊστές και αντιευρωπαϊστές θα διασταυρώσουν τους “κονδυλοφόρους” τους, ενώ ιδιαίτερη αίσθηση θα κάνει το δίτομο έργο του Spengler, “Η παρακμή της Δύσης 1918-1922”, που θεωρεί όμως αυτονόητη την ηγεμονία του γερμανικού έθνους, που έχει αναλάβει ιστορική αποστολή: «να φέρει τη Νέα Τάξη στην Ευρώπη».

Τι όμως μπορεί να αντιπαραθέσει η Ελλάδα στην πολιτισμική ηγεμονία της Δύσης; Και όμως, στο δύσκολο αυτό ερώτημα τη λύση θα δώσει ο Μακρυγιάννης και ο Θεόφιλος. Οι αστοί διανοούμενοι «θυμίζουν» στους Ευρωπαίους ότι δεν υπήρξε μόνο κλασσική αρχαιότητα, αλλά και σύγχρονη λαϊκή φυσιογνωμία.

Πρωτότυπη και διαφωτιστική είναι η εργασία του Γιώργου Γιαννουλόπουλου, «Διαβάζοντας το Μακρυγιάννη». Η κατασκευή ενός μύθου από το Βλαχογιάννη, τον Θεοτοκά, τον Σεφέρη και τον Λορεντζάτο». Μπορεί το ερώτημα «ποιος αδελφός Γιαννουλόπουλος είναι ο μεγαλύτερος;» να παραμένει αναπάντητο και δυσεπίλυτο, αλλά ο Γ.Γιαννουλόπουλος αποκαλύπτει ότι για τον Θεοτοκά «ο Μακρυγιάννης γίνεται ένας πρόγονος, προς τον οποίο είναι φυσικό να στρεφόμαστε όταν νιώθουμε την ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε καλύτερα και να τονώσουμε τον εαυτό μας, να επικοινωνήσουμε ξανά με τις βαθιές πηγές της εθνικής μας ζωής»[26]. Είναι «η πεποίθηση ότι ο χαρακτήρας του Έλληνα, ακόμα κι αν άλλαξε μέσα στην ιστορία, ακόμα και αν συνεχώς ανανεώνεται και είναι ασύλληφτος σαν τη φωτιά, παραμένει πάντα ο χαρακτήρας του Έλληνα»[27]. Στο εντυπωσιακό κλείσιμο του Θεοτοκά στο άρθρο του «Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης», το οποίο επεξεργάζεται από το 1937, αλλά δημοσιεύει τους πρώτους μήνες της κατοχής , αναφέρει: «Είναι δικός μας. Συγκεντρώνει στο πρόσωπο του, συμπυκνώνει και εντείνει ένα ορισμένο είδος ανθρωπισμού, που βρίσκεται διάχυτο παντού όπου μαζεύονται τα παιδιά του τόπου μας, έναν ανθρωπισμό ιδιόρρυθμο και πολύτιμο, γεμάτο φως, αρμύρα και βουνίσιες ευωδιές, κλασικά αγάλματα και βυζαντινές εκκλησίες και αναμνήσεις για αρχαίους θεούς, ήρωες και ποιητές, για χρυσοκεντημένους αυτοκράτορες και για παλικάρια με μακριά μαλλιά και με φουστανέλες που έκαναν πολέμους στις ψηλές κορυφές»[28].

Η αντιπαράθεση επομένως με τη Δύση μπορεί να επιδιωχθεί με ίσους όρους, μέσα από την αναζήτηση και ανάδειξη της εθνικής πρωτοτυπίας.

 

Η ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ – Η ΣΧΟΛΗ ΤΗΣ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

 

Αναφέραμε και προηγουμένως ότι βασικός εκπρόσωπος της περιβαλλοντικής ερμηνείας υπήρξε ο Δελμούζος. Έννοιες όπως η φυσική ομορφιά της Ελλάδος, η γεωγραφική θέση, το κλίμα, το ελληνικό φως καθώς και στοιχεία της κλασικής αρχαιότητας θα χρησιμοποιηθούν ως ερμηνευτικά εργαλεία για να μελετηθεί η έννοια του έθνους. Σκοπός η ουσιαστική ανανέωση της εθνικής θεωρίας.

Δεν πρόκειται για μια αμιγώς ελληνική απόπειρα. Η Γερμανική Σχολή της Γεωπολιτικής βρίσκεται στο απόγειο της δράσης της. Η όποια επιστημονική τεκμηρίωση έχει ως αφετηρία την άποψη ότι «η κοινωνία αποτελεί ένα φυσικό ζωντανό οργανισμό, η ανάπτυξη του οποίου καθορίζεται από το φυσικό και γεωγραφικό περιβάλλον. Άρα, η κοινωνία κυβερνάται με τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος. Μια θεωρία που ανάγει σε βιολογικό το κοινωνικό ζήτημα και αποσκοπεί στην εκτόνωση των κοινωνικών συγκρούσεων[29], όταν δεν εκτρέπει ρατσιστικά την κοινωνική ανασφάλεια. Προάγγελος αντιλήψεων περί τεχνοκρατικής διοργάνωσης και χειραγώγησης της κοινωνίας, που στην κατάληξη τους έχουν τη Δικτατορία του 1936.

Βασικοί εκπρόσωποι της θεωρίας αυτής υπήρξαν ο Κ.Δ.Σφυρής («η Ελλάδα βρίσκεται σε πλεονεκτική γεωπολιτική θέση, όντας ένα έθνος αμφίβιο»), ο Δ.Δανιηλίδης («η Ελλάδα διαθέτει όμως δύο πράγματα: τη γεμάτη καθαρότατο ήλιο ατμόσφαιρα, που είναι θείο φωτόλουτρο και μαζί εξαγνισμός από την ανατολίτικη νύστα και την αρμονία των λιτών σχημάτων και χρωμάτων της, αστείρευτη πηγή μορφωτικών ενεργειών για τους νεοέλληνες») και ο Π.Παμπούκης (« η φύση είναι πάντα το ενεργητικό στοιχείο και ο άνθρωπος το παθητικό»), ενώ ο Ι.Σοφιανόπουλος, εκ των ηγετών του αγροτισμού, δεν έμεινε ανεπηρέαστος. Αξίζει να σημειωθεί ότι οπαδοί αυτής της θεωρίας έβλεπαν το ελληνικό μέλλον από την σκοπιά του γερμανικού επεκτατισμού.

Και ενώ κριτήρια όπως «η φυλή, το κλίμα, η γη» αναδεικνύονται καθοριστικά της πνευματικής και όχι μόνο ανάπτυξης, ο απώτερος στόχος της «επιστημονικής τεκμηρίωσης» της ανωτερότητας του ελληνικού πολιτισμού, της πολιτισμικής μοναδικότητας του ελληνικού έθνους, δεν είναι δύσκολο να διαπιστωθεί. Ο Θ.Δ.Τσάτσος, το 1933 υπογραμμίζει «για να καταλάβει κανείς την νέαν ελληνική τέχνη, πρέπει να αισθανθεί πρώτα την ελληνική φύση». Ο Ι.Ν.Θεοδωρακόπουλος προειδοποιεί «προσπάθησε να χωρίσεις το πνεύμα το ελληνικό από τη γη που το γέννησε και το λαό που το ανέθρεψε για να ιδείς πως το τέρμα του χωρισμού θα είναι ο θάνατος του πνεύματος». Ενώ ο στρατιώτης του Ιδεαλισμού, Κ.Τσάτσος, με απόλυτο τρόπο δηλώνει «.το πιο στέρεο βάθρο της ιστορίας μας και της ψυχής μας και της τέχνης μας θα είναι η ελληνική φύση»!!!

Το πνεύμα του Π.Γιαννόπουλου επανέρχεται το 1938 και το περιοδικό «Τα Νέα Γράμματα», με καθοριστική την συμβολή του Α.Καραντώνη, σε αφιέρωμα εκθέτουν το έργο του. Ο Δ.Φωτιάδης δηλώνει ότι ο Γιαννόπουλος «θέλγει, μα δεν πείθει», ενώ ο Θεοτοκάς αμφισβητεί την μεγάλη αξία που δίνεται στον πνευματικό άνθρωπο, ως στοχαστή, αισθητικό και πνευματικό οδηγό.

Από την άλλη μεριά όμως αποχρώσεις της γεωπολιτικής θεωρίας θα συναντήσουμε στο έργο του ίδιου του Θεοτοκά (Ώρες Αργίας), στην έμπνευση του Ελύτη από το Αιγαίο, στον Τερζάκη («όλα στην Ελλάδα έχουν περίγραμμα και χρώμα, θερμότητα και φως. Η πλαστικότητα, τέλος, στην έκφραση, είνε δική μας»).

«Όλα αυτά δείχνουν ότι τα αφιερώματα στον Γιαννόπουλο το 1938 δεν ήρθαν απροειδοποίητα και αναπάντεχα. Το έδαφος είχε προετοιμαστεί αρκετά από την ανάπτυξη της γεωπολιτικής, τη μυστηριακή ιδεοποίηση της φύσης και την ειδωλολατρική λατρεία του αιγαιοπελαγίτικου τοπίου και του ελληνικού φωτός»[30].

Ανάμεσα σε αυτούς που αντιστάθηκαν στη μεταφυσική του ελληνικού τοπίου ήταν ο Δ.Βιτσώρης που θεωρούσε «άδικο για τον Έλληνα καλλιτέχνη, να περιορίζεται μόνο στην τουριστική ομορφιά της ελληνικής φύσης ή στο γαλάζιο αττικό ουρανό, το φως και τον ήλιο, που στο κάτω κάτω υπάρχουν σε μεγαλύτερη αφθονία στην Αφρική»[31].

ΣΤΑΤΙΚΗ Ή ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑΣ;

Με αφορμή τα αφιερώματα στον Π.Γιαννόπουλο, ξεσπά ολόκληρη συζήτηση αναφορικά με την “ελληνικότητα”. Το δίλημμα που τίθεται πολώνει. Ορισμένοι νέοι διανοούμενοι βλέπουν την “ελληνικότητα” ως μια δυναμική σύλληψη, σε διαρκή αλληλεξάρτηση από τη δυτική κουλτούρα. Ο αντίλογος, ισχυρίζονταν ότι η ελληνικότητα ήταν κάτι συντελεσμένο, κλειστό και απόμακρο στις εξωτερικές επιρροές.

Στο πλαίσιο αυτό θα αναπτυχθεί ένας μαχητικός διάλογος μεταξύ Κ.Τσάτσου και Γ.Σεφέρη. Ο πρώτος υποστηρίζει ότι υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια που ορίζουν την ελληνικότητα  (η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, το γεωγραφικό περιβάλλον, η πνευματική παράδοση και η γλωσσική παιδεία του δημιουργού) και καταλήγει: “Δε θέλω τη γνησιότητα, για να είναι το έργο ελληνικό, θέλω την ελληνικότητα, για να είναι το έργο γνήσιο”. Αντίθετα ο Σεφέρης υποστηρίζει ότι η ελληνικότητα δεν μπορεί να θεωρηθεί αισθητικό κριτήριο και εκφράζει την πεποίθηση ότι κάθε έργο γραμμένο από Έλληνα θα διαθέτει οπωσδήποτε ελληνικότητα.

Βέβαια, από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 υπάρχει μια ευρύτερη πίεση, ώστε ο όρος ελληνικότητα να πάρει στατικά χαρακτηριστικά. Η Ελληνοποίηση της Ηπείρου-Μακεδονίας-Θράκης, οι εξωτερικοί κίνδυνοι και η εσωτερική κρίση είναι οι σημαντικότεροι παράμετροι. Ο Σεφέρης θα επιστρέψει στον “ελληνισμό που θεωρεί ότι αντιπροσωπεύει κυρίως την ιστορική και πνευματική παράδοση και κληρονομιά”, ενώ ο Θεοτοκάς υποστηρίζει ότι η ελληνικότητα δεν είναι κανόνας και δόγμα.

Για αυτούς τους διανοητές το περιεχόμενο της “ελληνικότητας” ορίζεται ως “συνέχεια ελληνικού ύφους”. Η ιστορική διάρκεια του ελληνικού ύφους  ενώνει την αρχαία Ελλάδα με την σύγχρονη λαϊκή Ελλάδα.

Στο επίπεδο της ζωγραφικής, πολύτιμα συμπεράσματα προκύπτουν από την σύγκρουση μεταξύ Αχιλλέα Κύρου και Γ.Μηλιάδη. Ο πρώτος σ’ ένα βιβλίο του για τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο επιχειρεί την “ελληνοποίηση” του ζωγράφου: “Και αν ακόμη δεν είχεν ιδή ούτε μιαν Βυζαντινήν εικόνα, θα ημπορούσε να ζωγραφίζη κατά το Βυζαντινό πνεύμα, αφού ήταν εκ κληρονομικότητος Έλλην, Βυζαντινός. Ο Ελληνισμός, ο Βυζαντινισμός ήταν ένα από τα σημαντικώτερα, τα ισχυρότερα στοιχεία της ψυχής του”[32].

Ο Μηλιάδης δεν παραδέχεται ούτε τη βυζαντινικότητα της ισπανικής περιόδου του Γκρέκο, ούτε τη θεωρία ότι η φυλετική καταγωγή του καλλιτέχνη προσδιορίζει το αποτέλεσμα της τέχνης του. Είναι εμφανής “η επιρροή της Αριστεράς σε μια σειρά διανοούμενων που δεν είναι διατεθειμένοι να ανεχτούν την εθνοκεντρική ομφαλοσκόπηση και ρητορεία”.[33]

 

ΑΡΓΥΡΙΟΥ ΝΙΚΟΣ, ΜΕΛΟΣ ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ

——————————————————————————–

[1] Άγγελος Ελεφάντης, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης. ΚΚΕ και αστισμός στον Μεσοπόλεμο,3η εκδ., Αθήνα: Θεμέλιο, 1999, σ. 380.

[2] Ξιφαράς, ό.π., σ. 77.

[3] Πανσέληνος, ό.π., σ. 127.

[4] Κ.Α.Δημάδης, Δικτατορία-Πόλεμος και Πεζογραφία 1936-1940, 1η εκδ., Αθήνα: Γνώση, 1991, σ. 18-19.

[5] Ό.π., σ. 19.

[6] Κορδάτος, ό.π., σ. 369.

[7] Γιώργος Θεοτοκάς, Ελεύθερο Πνεύμα, επιμ. Κ.Θ.Δημαράς, 1η εκδ., Αθήνα: Εστία, 1973, σ. 73.

[8] Mario Vitti, Η Γενιά του Τριάντα, νέα έκδοση επαυξημένη, Αθήνα: Ερμής, 2004, σ. 37.

[9] Δημήτρης Τζιόβας, Οι μεταμορφώσεις του εθνικισμού και το ιδεολόγημα της Ελληνικότητας στο Μεσοπόλεμο, 1η εκδ., Αθήνα: Οδυσσέας, 1989, σ. 59-60.

[10] Γιώργος Θεοτοκάς, Στοχασμοί και Θέσεις. Πολιτικά κείμενα 1925-1966, επιμ. Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, Μιχάλης Τσαπόγας, Αθήνα: Εστία, 1996, σ. 170-197.

[11] Ό.π., σ. 203-208.

[12] Τζιόβας, ό.π., σ. 67-68.

[13] Ελισάβετ Βιδάλη, «Η ΠΑΤΡΙΣ ΜΕ ΕΧΕΙ ΠΙΑ ΚΟΥΡΑΣΕΙ: Εθνικά ιδεώδη και παιδεία το 1930», Ίστωρ 14, 2005, σ. 35-67.

[14] Ό.π., σ. 37-38.

[15] Ό.π., σ. 49.

[16] Αλεβιζάτος, ό.π., σ. 355.

[17] Ό.π., σ. 44.

[18] Θεοτοκάς, ό.π., σ. 238.

[19] Ό. π., σ. 214.

[20] Ό.π., σ. 218.

[21] Ό.π., σ. 79.

[22] Ό.π., σ. 250-251.

[23] Τζιόβας, ό.π., σ. 31.

[24] Ό.π., σ. 37.

[25] Ιωάννης Κακριδής, «Αρχαίοι Έλληνες και Έλληνες του Εικοσιένα» στον τόμο Φως ελληνικό, Πανεπιστημιακοί λόγοι, Αθήνα 1963, σς. 75-90 και Οι Αρχαίοι Έλληνες στη νεοελληνική λαϊκή παράδοση, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, 1978, σ. 14.

[26] Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Διαβάζοντας τον Μακρυγιάννη. Η κατασκευή ενός μύθου από τον Βλαχογιάννη, τον Θεοτοκά, τον Σεφέρη και τον Λορεντζάτο, 1η εκδ., Αθήνα: Πόλις, 2003, σ. 85.

[27] Ό.π., σ. 86.

[28] Ό.π., σ. 87-88.

[29] Κώστας Βεργόπουλος, Εθνισμός και οικονομική ανάπτυξη, Αθήνα, Εξάντας 1979, σ. 146.

[30] Τζιόβας, ό.π., σ. 82.

[31] Ό.π., σ. 82.

[32] Τζιόβας, ό.π., σ. 114.

[33] Ό.π., σ. 116.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *