Η κραυγή του ανέμου.

Ψηλά, στ’ άγρια μονοπάτια απάτητων κορφών,

τα δάκρυα των βράχων, των σπήλαιων των θεριών

τα βράδια κάνουν απολογισμό στων αιώνων τις στροφές,

δικάζουν κι αθωώνουνε αθάνατες ψυχές.

 

Ποτέ μια τέτοια χέρσα γη, μια πέτρα λαβωμένη,

δεν βράχηκε μ’ ιδρώτα απλών ανθρώπων ποτισμένη,

ποτέ, στο σύμπαν ολάκερο, ένα κομμάτι γης

τόσους δεν φιλοξένησε καημούς ανθρώπινης φυλής.

 

Το δίκιο και το άδικο, χιλιάδες χρόνια τώρα,

μ’ αίμα, καημούς και στεναγμούς θεμέλιωσαν μια χώρα.

Τιτάνες, Εκατόγχειρες, Άρπυιες, Γρύπες, Σφίγγες,

οι χθόνιες θεότητες τη μίσησαν, τη χτύπησαν, της έκοβαν τις λίγες

αχτίδες θεϊκού φωτός που πλέκαν τα κλαδιά τους

στην αγκαλιά του πέλαγου, στις όχθες, στα νερά του.

 

Πάνω από άγονες πλαγιές πλημμυρισμένες φύλλα

λιόδενδρων και κυπαρισιών, ιτιών και σφενδαμήλων,

λυσσομανάει ο άνεμος που φίλησε στα χείλια

ψυχές και μέτωπα ανδρών που άπλωσαν το νήμα

ανθρώπινων αγωνιών για λευτεριά και πόνο,

αντίσταση, αξιοπρέπεια,

αδιάκοπο αγώνα για δίκαιο και μόνο.

 

Αυτός ο ίδιος άνεμος ξανασφυρίζει πάλι,

μας ξεκουφαίνει, μας πονά και μας γεμίζει ζάλη,

γιατί μέσ’ απ’ τα χώματα σηκώνεται τυφώνας

που θα σαρώσει τις ψυχές που προσκυνούν, ξεχνώντας

πως ζουν σε τόπο αδάμαστο, σε τόπο ιχνηλάτη

στου ανθρώπου την ακόρεστη για λευτεριά αγάπη.

Σ. Μ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *