Κείμενο-παρέμβαση του Δ. Κουφοντίνα στην εκδήλωση παρουσίαση του βιβλίου της Μ. Σίλερ “Μία μάχη με τη μνήμη”

 Κείμενο-παρέμβαση του Δ. Κουφοντίνα στην εκδήλωση παρουσίαση του βιβλίου της Μ. Σίλερ “Μία μάχη με τη μνήμη” από τις εκδόσεις ΥΠΕΡΣΙΒΗΡΙΚΟΣ

Καλησπέρα!

Καλωσορίζω και εγώ την Μάργκριτ Σίλερ. Έκανε μακρύ δρόμο για να φτάσει μέχρι εδώ. Μια διαδρομή που ξεκίνησε την εποχή της κίνησης, του αναβρασμού, της φωτιάς και της μπαρούτης, την εποχή των μεγάλων προσδοκιών για την έφοδο στον ουρανό. Έζησε το γερμανικό μολυβένιο φθινόπωρο της καταδίωξης, της διάψευσης, ηττημένη αλλά ποτέ νικημένη, επέζησε απ’ τον σκληρό γερμανικό χειμώνα, τη λευκή απομόνωση, την ψυχρή φυλακή, τις απεργίες πείνας, την αναμέτρηση με τον εαυτό της, τις μεγάλες δοκιμασίες. Γνώρισε την εξορία, γνώρισε και τη ζεστή αγκαλιά των συντρόφων που επέζησαν από τις σκληρότατες φυλακές στη Λατινική Αμερική, από τα απάνθρωπα βασανιστήρια, αιχμάλωτοι στον ίδιο αγώνα απέναντι στον ίδιο εχθρό, σ’ όλους τους τόπους. Και έφτασε σήμερα κοντά μας δίχως μεταμέλεια, δίχως να απαρνιέται όσα έζησε αναζητώντας πάντα νέους δρόμους στον αγώνα κατά της αδκίας, αλληλέγγυα πάντα στους κρατούμενους του αγώνα, φέρνοντας αυτό το μικρό βιβλίο όπου χώρεσε όλη της τη ζωή, όλο τον πόνο, όλη την αναζήτηση, όλους τους φόβους, τις αμφιβολίες, τα λάθη της, δοσμένα εξομολογητικά αλλά ποτέ απολογητικά, με γενναιότητα μεγάλη και συχνά επώδυνη ειλικρίνεια.

Δεν γράφει την ιστορία της RAF, δεν περιγράφει ούτε αποτιμά τις θεωρητικές βάσεις του αντάρτικου, όπως λέει η ίδια. Το βιβλίο της Μάργκριτ είναι η αφήγηση μιας εμπειρίας. Είναι η δική της εκδοχή για την ιστορία, η δική τηας αλήθεια, η δική της μάχη με τη μνήμη. Η δική της συμβολή στη διαρκή μάχη για τη μνήμη. Στη μάχη να πιάνουμε και να ξαναπιάνουμε το νήμα της μνήμης της επαναστατικής μας παράδοσης, να το ματίζουμε όπου το έχει διαρρήξει ο χρόνος και η επέμβαση της επιστήμης αλλά και της δαμασμένης ιστοριογραφίας. Στη μάχη να το κάνουμε υφάδι, να πλέξουμε το σύνολο υφαντό της συλλογικής μνήμης. Να επανοικειοποιηθούμε όλα της τα κομμάτια, δίχως στεγανά ανάμεσά τους, δίχως όρια και διαχωρισμούς που εμποδίζουν να κατανοήσουμε τον αγώνα ως σύνολο.

Γιατί όλα τα κομμάτια της, όλες οι εμπειρίες του αγώνα είναι δικά μας, κι αυτά και κείνα. Και οι νίκες και οι ήττες των ένοπλων κινημάτων. Και οι νεκροί τους, όσο κι αν βιάστηκαν να πεθάνουν, όλοι δικοί μας είναι, εμβλήματα στον μακρύ αγώνα για να ‘ρθει η εποχή του Ανθρώπου.

Χαιρόμαστε και περηφανευόμαστε για τον προσωπικό ηρωισμό, τη συνέπεια -ενίοτε τρομακτική- σε ό,τι πίστεψαν, τις επιτυχίες και τις νίκες των ανταρτών στη Γερμανία. Επειδή μετέφεραν στην καρδιά του κτήνους τον πόλεμο που το κεφάλαιο εξαπέλυσε στις χώρες του Νότου. Επειδή έπληξαν τον μύθο του άτρωτου και ακατανίκητου συστήματος. Αυτές είναι δικές μας νίκες. Δικές μας είναι και οι ήττες τους. Η απότομη διαδρομή από τον συνδυασμό όλων των μορφών πάλης και τη θέση ότι η μία είναι προϋπόθεση για την επιτυχία της άλλης στη διακύρηξη ότι ο ένοπλος αγώνας είναι η μοναδική δυνατότητα επαναστατικής κριτικής. Ο σεχταρισμός, όπου υπήρξε, η αυτοαναφορικότητα, ο εσωτερικός πόλεμος με την καταστολή. Όμως, άραγε, μας είναι άγνωστα αυτά τα χαρακτηριστικά; Ο εσωτερικός πόλεμος με την καταστολή, το αναντίστοιχο με το επίπεδο συνείδησης και οργάνωσης του γενικότερου κινήματος ανέβασμα του επιπέδου της σύγκρουσης, οι σεχταρισμοί, οι ηγεμονισμοί, η αυτοαναφορικότητα, όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών δεν τα έχουμε ξανασυναντήσει; Μας είναι ξένα; Και όχι μόνο στις ένοπλες εμπειρίες, αλλά και στη δράση των πιο δυναμικών κομματιών του κινήματος. Η κριτική στα λάθη των Γερμανών συντρόφων χρειάζεται να γίνει και αυτοκριτική στα δικά μας λάθη, στη διαρκή πάντα αναζήτηση των σκολιών δρόμων για την απελευθέρωση.

Ο Γκράμσι διδάσκει ότι η μελέτη της πορείας μιας πολιτικής οργάνωσης δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από τις ιστορικές, πολιτικές και κοινωνικές συντεταγμένες της. Μέσα απ’ την αφήγηση της Μάργκριτ μας δίνει την περιγραφή του διεθνούς και εσωτερικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε, έδρασε και εξελίχθηκε η RAF. Οι αντιαποικιακοί αγώνες, τα λατινοαμερικάνικα κυρίως, αλλά και τα ευρωπαϊκά αντάρτικα. Το γερμανικό έδαφος ορμητήριο των βομβαρδιστικών των ΗΠΑ για να κάψουν με τις βόμβες ναπάλμ τα χωριά του Βιετνάμ. Η έκρηξη του σπουδαστικού και νεολαιίστικου κινήματος σε συντονισμό με το παγκόσμιο εξεγερτικό κύμα του ’68 και η γρήγορη κατασίγασή του. Η Γερμανία που μόλις έβγαινε από την φασιστική καταστροφή, η ναζιστική συνέχεια, η οικοδόμηση του αστυνομικού κράτους. Η γερμανική κοινωνία με τη μικρή αντίσταση στο φασισμό και τη μεγαλύτερη αποδοχή της αυθεντίας της εξουσίας. Η ευκολία με την οποία εντάχθηκαν στρώματα του πλυθησμού στο αντιτρομοκρατικό πογκρόμ, επαναλαμβάνοντας σε άλλες συνθήκες και με άλλη ένταση το ναζιστικό κυνήγι των κομμουνιστών και των Εβραίων. Σ’ αυτό το περιβάλλον, με συνεχώς μειούμενο το κοινωνικό τμήμα που ήταν πεισμένο για την αναγκαιότητα της δυναμικής δράσης σε επίπεδο πολέμου, συντελέστηκε η διαδρομή του αντάρτικου, σ’ αυτές τις συνθήκες χρειάζεται να τοποθετηθούν οι νίκες, οι αδυναμίες, τα λάθη, οι ήττες του.

Στον απολογισμό μας ξεχωρίζει ως κύρια συμβολή της RAF και του γερμανικού αντάρτικου η επανατοποθέτηση στο κίνημα του στοιχείου της σύγκρουσης, της συγκρουσιακής αντίληψης και δράσης, της επίθεσης για την κοινωνική απελευθέρωση. Την εποχή που η επίσημη αριστερά πρόκρινε τον θεσμικό μόνο αγώνα με πλήρη σεβασμό της αστικής νομιμότητας, εκείνη η αριστερά που όπως έλεγε ο Σαρτρ δεν ήθελε την επανάσταση επειδή φοβόταν την επανάσταση, το αντάρτικο έθεσε στο μέτρο που του αναλογούσε το ζήτημα της μη αφομοιώσιμης δράσης, δημιούργησε συνέχειες στην επαναστατική παράδοση, πρότεινε – τουλάχιστον στην αφετηρία του – μια συνολική απελευθερωτική στρατηγική, και τελικά συνέβαλλε επί δύο δεκαετίες στη διατήρηση της ιδέας της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Το στοιχείο της σύγκρουσης, η συνολική απελευθερωτική στρατηγική είναι ξανά το ζητούμενο σήμερα. Σήμερα, που η συντριπτική επίθεση του κεφαλαίου έχει στόχο την επανοργάνωση της διαδικασίας καπιταλιστικής αναπαραγωγής, ειδικότερα την επανοργάνωση του ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου υπό γερμανική ηγεμονία υλοποιώντας το παλιό ναζιστικό σχέδιο, που προβλέπει τη δημιουργία εκτεταμένων ζωνών εξαθλίωσης στη χώρα μας και τον ευρύτερο ευρωπαϊκό Νότο. Σήμερα, που δεκαετίες θεσμικότητας, ενσωμάτωσης, πλήρους σεβασμού της αστικής νομιμότητας, αλλά και αναιμικότητας του ανατρεπτικού κινήματος έχουν προκαλέσει ασυνέχειες στην επαναστατική παράδοση, έχουν δημιουργήσει έλλειμμα στην κουλτούρα της σύγκρουσης όπως φάνηκε στις τελευταίες μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις όταν δεν υπήρξε αποτελεσματική απάντηση στην κτηνώδη καταστολή, έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν μια υποκειμενικότητα που κυριαρχείται από ελπίδες και ψευδαισθήσεις για νόμιμη και θεσμική αλλαγή, δίχως να χρειάζεται η αποφασιστική παρέμβαση του οργανωμένου και κινητοποιημένου λαού. Σήμερα που με δυο λόγια επικρατεί ακόμη έλλειμμα στον δρόμο, πλεόνασμα στον καναπέ και υπερπροσφορά για τις θεσμικές πολυθρόνες.

Σήμερα όμως που διακυβεύονται τα πάντα, χρειάζεται περισσότερο από ποτέ να ξαναπιάσουμε το νήμα της επαναστατικής παράδοσης δίχως αυταπάτες και ψευδαισθήσεις, διδαγμένοι από τα λάθη μας, μακριά από τη λογική της ανάθεσης σε κηδεμόνες και σωτήρες, αλλά και με σεβασμό στην ευαισθησία όσων αγωνίζονται για να αλλάξουν τη μοίρα τους, αλλά υπόκεινται ακόμη στην κυρίαρχη υποκειμενικότητα. Για την αυτοοργάνωση παντού, ιδιαίτερα σήμερα που οι συνθήκες ευνοούν τη γρήγορη ανάπτυξη της πολιτικής κατανόησης, για την υπομονετική ανάπτυξη ενός πολύμορφου συγκρουσιακού κινήματος με απελευθερωτική στρατηγική χρειάζεται πολλή ιδεολογική και πολιτική πάλη, πολλοί διεκδικητικοί αγώνες, πολλές μικρές εξεγέρσεις, πολλή αντοχή στις απογοητεύσεις από τις αποτυχίες των θεσμικών μόνο αγώνων. Χρειάζεται και το κάλεσμα για την ατομική και τη συλλογική υπέρβαση, χρειάζεται και εκείνη η πίστη της Ρόζας της μικροκαμωμένης όλο φλόγα γερμανίδας επαναστάτριας, μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες, μέσα στην περικύκλωση από την καταπίεση και την προδοσία, εκείνη η σταθερότητα στην προσωπική της υπευθυνότητα απέναντι στα γεγονότα την ταξική πάλη και την ιστορία, εκείνη η κραυγή

Ήμουν, είμαι και θα είμαι!

Γειά σας

Δ. Κουφοντίνας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *