ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΛΑΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ
ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΛΑΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Γράφει ένας σύντροφος

Υπάρχει μια αμηχανία στην αριστερά και στο λαϊκό κίνημα μετά τις εκλογές της 17ης Ιούνη. Μια γρήγορη κι εύκολη νίκη δεν επιτεύχθηκε τελικά και, όπως είναι φυσικό, έχει επικρατήσει μια σχετική απογοήτευση και μια κάποια δυσκολία στον καθορισμό των νέων «καθηκόντων». Το ερώτημα που πρέπει τώρα να απαντηθεί είναι: Και τώρα τι; Ή: σε ποιο έδαφος και με ποιόν τρόπο θα διεξαχθεί ο πολιτικός και κοινωνικός αγώνας το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα;  Δεν μπορούμε όμως να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, αν δεν απαντήσουμε πριν στο  γιατί δεν καταχτήθηκε αυτή η νίκη. Μιλώντας για τους παράγοντες που οδήγησαν στην αποτυχία, θα επιχειρούμε (ταυτόχρονα) να εξετάσουμε το τι μπορεί να γίνει από δω και πέρα καθώς και να ανιχνεύσουμε το έδαφος της σύγκρουσης.

Ξεκινάμε από την παραδοχή ότι στις εκλογές της 17ης Ιούνη ο λαός δεν κατάφερε να νικήσει το πολιτικό σύστημα και να πετύχει αποφασιστικό πλήγμα στην κυριαρχία των μονοπωλίων και του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου στη χώρα μας (κάτι που θα είχε βέβαια και διεθνείς επιπτώσεις). Ίσως να ήταν προτιμότερο να μιλάμε για μια «αποτυχημένη πολιορκία» παρά για ήττα. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπήρξε «στρατηγική ήττα» για το λαό και το κίνημα. Μπορεί να μιλάμε για μια «πύρρειο» νίκη του κατεστημένου, ή – ακριβέστερα – για μια «απάντηση» στην τακτική ήττα που υπέστη στις 6 Μάη. Τότε αιφνιδιάστηκε από την ορμή της μανιασμένης επίθεσης που δέχτηκε (ταυτόχρονα από πολλές και διαφορετικές  κατευθύνσεις) από ένα στράτευμα κατακερματισμένο και ασυντόνιστο (και όχι ενιαίο). Η δύναμη της επίθεσης διέσπασε τις γραμμές του (του συστήματος) και το ανάγκασε σε υποχώρηση (ούτε πολύ τακτική, ούτε πολύ άτακτη). Στις 17 του Ιούνη είχε καταφέρει να ανασυντάξει τις δυνάμεις του και να επιλύσει – προσωρινά –  τις εσωτερικές του έριδες και αντιθέσεις.  Από την άλλη, η δύναμη και η ορμή της επίθεσης είχαν κοπάσει. Εδώ πια δε θα μετρούσε η οργή και η μανία, αλλά η έλλειψη οργάνωσης, συντονισμού, κεντρικής καθοδήγησης και σαφούς πολιτικής στόχευσης στο μπλοκ του λαού. Στις 6 Μάη αυτό που κινητοποίησε τα άταχτα «μπουλούκια» του λαϊκού «στρατεύματος» ήταν η δίψα για εκδίκηση. Στις 17 του Ιούνη, όμως, οι μάζες δεν καλούνταν να τιμωρήσουν, να πάρουν εκδίκηση, αλλά να αποφασίσουν το τι θέλουν για μετά. Τότε αναδείχτηκαν οι αντιθέσεις τους. Αυτές οι εσωτερικές αντιθέσεις (τις οποίες έντεχνα όξυνε το σύστημα) του λαού καθόρισαν (σε μεγάλο βαθμό) και το αποτέλεσμα της 17ης Ιούνη.

Αντιθέσεις στους κόλπους του λαού;
Στο εσωτερικό του λεγόμενου «αντιμνημονιακού μπλοκ» υπάρχουν τριών λογιών αντιθέσεις: 1) Αντιθέσεις ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις (στην ηγεσία, στις πολιτικές εκπροσωπήσεις), 2) αντιθέσεις ανάμεσα στη βάση, και, 3) αντιθέσεις ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις και στις κοινωνικές δυνάμεις που εκπροσωπούν (τη βάση τους).

Οι αντιθέσεις ανάμεσα στην ηγεσία είναι δύο λογιών: α) αντιθέσεις ανάμεσα σε αριστερά και δεξιά (μιλάμε εδώ για τον Καμένο και ένα κομμάτι της ΔΗΜΑΡ, όχι τόσο για τη ΧΑ που ουσιαστικά αποτελεί ένα είδος διασπαστικής 5ης  φάλαγγας στο εσωτερικό του αντιμνημονιακού μπλοκ – μιλάμε για την ηγεσία) και β) αντιθέσεις ανάμεσα στην αριστερά. Οι αντιθέσεις ανάμεσα στην αριστερά και στην δεξιά αντανακλούν τις αντιθέσεις μεταξύ των πληβειακών στρωμάτων και των αντιμνημονιακών μικροαστικών και μεσοαστικών στρωμάτων. Οι αντιθέσεις ανάμεσα στην αριστερά αντανακλούν αντιθέσεις αποκλειστικά εντός του μπλοκ του λαού. Είναι αντιθέσεις ανάμεσα σε στρώματα και μερίδες της εργατικής τάξης, της μισθωτής διανόησης, της (νέας κυρίως) μικροαστικής τάξης, της νεολαίας, των ανέργων (οι οποίοι, βέβαια, αποτελούν τμήμα της  εργατικής τάξης και της μισθωτής διανόησης).

Όλες, ανεξαιρέτως, οι πολιτικές δυνάμεις (και η ΧΑ, ως ένα βαθμό)  διαπερνούνται από εσωτερικές αντιθέσεις και χαρακτηρίζονται από πολιτικές αντιφάσεις και παλινωδίες. Ας εξετάσουμε, για αρχή, τις αντιφάσεις των αριστερών κόμματων, αφού, έτσι κι αλλιώς,  η αριστερά αποτελεί την κυρίαρχη δύναμη (τα 2/3) στο (στο υπό διαμόρφωση) μπλοκ του λαού και (σε κάθε περίπτωση) στο «αντιμνημονιακό» μπλοκ.

Οι πολιτικές αντιφάσεις της αριστεράς

Η βασική πολιτική αντίθεση του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι βάζει την ταχτική πάνω από την στρατηγική (τυπικό χαρακτηριστικό γνώρισμα κάθε ρεφορμιστικού κόμματος). Αυτό αντανακλά, σε τελική ανάλυση, την κυριαρχία στο εσωτερικό του στρωμάτων (της μισθωτής διανόησης και των «νέων» μικροαστών) που διστάζουν να έρθουν σε σύγκρουση (μέχρι το τέλος) με την αστική τάξη και με το «σύστημα». Προσπαθούν να αναβάλλουν την σύγκρουση ή να πετύχουν κάποιο ευνοϊκό συμβιβασμό. Την ίδια ώρα, άλλα στρώματα (πιο πολωμένα προς «τα κάτω»), τα οποία εκπροσωπούνται επίσης στο ΣΥΡΙΖΑ,  πιέζουν για πιο τολμηρές πολιτικές και για ρήξεις. Αυτές οι εσωτερικές αντιθέσεις εξηγούν τόσο την αμφισημία που επέδειξε ο ΣΥΡΙΖΑ στην δεύτερη προεκλογική περίοδο (η οποία ήταν έκδηλη στο ζήτημα του ευρώ – «οι σωτήρες του ευρώ», «το ευρώ δεν είναι φετίχ» κλπ, κλπ) όσο και μια κάποια ολιγωρία ή αμηχανία που επιδεικνύει μετά (υπεύθυνη εναντίον μαχητικής αντιπολίτευση). 

Η βασική πολιτική αντίθεση του ΚΚΕ είναι ότι βάζει την στρατηγική (τη – συζητήσιμη βέβαια – στρατηγική της «λαϊκής εξουσίας – οικονομίας») πάνω από την ταχτική. Δεν λέει τίποτα, όμως, για το πώς θα φτάσουμε έως εκεί. Αυτή η μετάθεση της οποιασδήποτε λύσης σε ένα αόριστο μέλλον αντανακλά/ εκφράζει την απροθυμία και του κομματικού μηχανισμού, αλλά και το φόβο των μικροαστικών (μικροαστικό-ποιημένωνν) στρωμάτων μέσα στο κόμμα να τραβήξουν σε σύγκρουση. Το βασικό εδώ είναι ο φόβος, η ανασφάλεια. Όχι ο δισταγμός, ούτε τόσο μια διάθεση για (ταξικό) συμβιβασμό (κάτι που ισχύει για ένα τμήμα της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ).  Έχουμε να κάνουμε εδώ – σε τελική ανάλυση –  με τον μικροαστό, που θέλει «να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά», για λογαριασμό του,  η εργατική τάξη (ο «εργατισμός» που έχει επιδείξει το κόμμα εδώ και μερικά χρόνια, αποκρύπτει/ αποκαλύπτει αυτόν ακριβώς τον ανομολόγητο φόβο, αυτήν την αδυναμία- αντίφαση)

Αλλά δεν είναι μονάχα ο φόβος της σύγκρουσης (και της καθοδήγησης της). Κυρίως είναι ο φόβος (που έχουν τα στελέχη του κομματικού μηχανισμού)  της απώλειας, της διάλυσης του κόμματος. Αυτό είναι που εξηγεί και την πολιτική ακραίας περιχαράκωσης που ακολουθεί το κόμμα εδώ και περίπου δέκα χρόνια. Η περιχαράκωση νομίζουν (εκεί στον περισσό) ότι είναι ο μόνος τρόπος για να διασωθεί το κόμμα (ουσιαστικά, ο μηχανισμός). Περιχαράκωση όχι μονάχα από το ρεφορμισμό, αλλά και από άλλες ριζοσπαστικές δυνάμεις. Περιχαράκωση από το κίνημα (και την κίνηση) των μαζών, περιχαράκωση από την ίδια την κοινωνία. Φοβάμαι ότι όλα τα υπόλοιπα (η υπέρ-αριστερή φρασεολογία, ο εργατισμός κλπ) είναι «κολοκύθια μετά ριγάνεως». Είναι βολικά άλλοθι. Δε λέω ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια συνειδητή υποκρισία. Πρόκειται περισσότερο για μια απώθηση. Το αποτέλεσμα, όμως, είναι το ίδιο.  

Το σημείο συνάντησης του αριστερού και του δεξιού οπορτουνισμού (ακριβέστερα: του αριστερισμού και του οικονομισμού) είναι ο «κινηματισμός». Εδώ βρίσκεται και η (αιώνια) αντίφαση της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Μαχητικός ρεφορμισμός στο κίνημα (που φτάνει άλλοτε στα όρια της αποθέωσης του αυθόρμητου, και άλλοτε στα όρια του συνδικαλισμού ή/και του – «ακολουθητισμού») – «οραματική απογείωση» στο πολιτικό επίπεδο.  Τι μένει τελικά; Ο μαχητικός συνδικαλισμός ή/ και ο ακτιβισμός. Αυτό είναι φανερότερο στα μ-λ (λιγότερο στο ΕΕΚ – όπου κυριαρχεί ο βολονταρισμός), αλλά και στην πλειοψηφία του ΝΑΡ και στο ΣΕΚ. Κι αυτό αποτελεί και το «παράδοξο» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ενώ υποτίθεται ότι προσπαθεί να συνδέσει την ταχτική με την στρατηγική, προβάλλοντας – μόνη, με τόση σαφήνεια,  σε όλη την αριστερά – ένα μεταβατικό πρόγραμμα, ταυτόχρονα δεν κάνει τίποτα για να το υποστηρίξει. Αντίθετα, συνεχίζει να επιδίδεται σε έναν κινηματισμό λες και δεν την ενδιαφέρει η πολιτική. Και κατεβαίνει και στις εκλογές (όχι πως δε θα έπρεπε, αλλά αυτό είναι «άλλου  παπά ευαγγέλιο»)! Τι το θέλει το μεταβατικό πρόγραμμα πια; Γιατί δεν το εγκαταλείπει; Μα γιατί, μας λέει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το πρόγραμμα αυτό θα το επιβάλλει το κίνημα, δε θα το υλοποιήσει καμιά αριστερή κυβέρνηση στην οποία θα συμμετέχει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Άντε να βγάλεις άκρη τώρα! Ένα μεταβατικό πρόγραμμα (δηλαδή μη επαναστατικό αυτό καθαυτό) θα το επιβάλει το κίνημα για να το υλοποιήσει μια αστική κυβέρνηση (έστω ρεφορμιστική) και όχι η πολιτική δύναμη, η οποία το προτείνει αυτό το πρόγραμμα! Αν, πάλι, το πρόγραμμα αυτό πρόκειται να υλοποιηθεί μονάχα από μια επαναστατική κυβέρνηση (βασισμένη προφανώς στα εργατικά και λαϊκά συμβούλια), δε μιλάμε πια για ένα μεταβατικό, αλλά για ένα επαναστατικό πρόγραμμα. Σε αυτήν την περίπτωση οι εκλογές είναι αχρείαστες όμως. Θα μπορούσε να το ζυμώνει κατευθείαν στα σοβιέτ (τα οποία βέβαια δεν υπάρχουν). Και μετά διαμαρτύρεται γιατί δεν την ψήφισε ο κόσμος της! Μα τι να ψηφίσει; Ένα πλαίσιο για τις πλατείες και για τα σωματεία; Αυτό θα το ψηφίσει στις πλατείες και στα σωματεία, όχι στις εκλογές

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ουσιαστικά παλινδρόμησε στον γνώριμο αριστερίστικο κινηματισμό του «χώρου». Ενώ αρχικά υιοθέτησε ένα μεταβατικό πρόγραμμα (το οποίο μονάχα ένα τμήμα της το χώνεψε και το κατανόησε), στη συνέχεια όμως δεν το υποστήριξε ταχτικά και πολιτικά. Γιατί η πλειοψηφία (συγκεκριμένα: η πλειοψηφία του ΝΑΡ και το ΣΕΚ – αν και όχι μόνο) της δεν το πίστεψε ποτέ. Γι αυτό και δεν συμμάχησε πριν τις 6 Μάη  με το Μέτωπο του Αλαβάνου. Γι αυτό και δεν κάλεσε (δεν το πάλεψε πραγματικά) σε πανστρατιά την εξωκοινοβουλευτική μετά τις πρώτες εκλογές. Γι αυτό και δεν τόλμησε καθαρά και ξάστερα να δηλώσει ότι θα έδινε (ή όχι) ψήφο ανοχής στην κυβέρνηση της Αριστεράς στην περίπτωση που θα έμπαινε στη βουλή. Γιατί ποτέ δεν πίστεψε ότι μπορεί να κάνει πολιτική (και να μπει στη βουλή – άσχετα τι λέγανε κάποιοι πριν τις 6 Μάη). Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι για τα κινήματα, όχι για την πολιτική (ακόμα, δυστυχώς). Αυτή ακριβώς είναι και η πιο σημαντική αντίφαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (και όλου του «χώρου»). Ότι δεν μπορεί να διακρίνει (να ξεχωρίσει) την στρατηγική από την ταχτική. Τον κοινωνικό από τον πολιτικό αγώνα.

Και άμα δεν μπορείς να ξεχωρίζεις, δεν μπορείς και να συνδέεις. Μένεις μετέωρος.  

Οι αντιφάσεις του χώρου της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς (γενικά) και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (ιδιαίτερα) αντανακλούν την κυριαρχία μέσα σε αυτόν τον πολιτικό χώρο των χαμηλότερων στρωμάτων της μισθωτής διανόησης (στον δημόσιο κυρίως, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα), και της νέας μικροαστικής τάξη, καθώς και την ισχυρή παρουσία της σπουδάζουσας νεολαίας.  Η νεολαιίστικη ανυπομονησία και ανωριμότητα μετατρέπονται σε πρακτικισμό και ακτιβισμό, όταν συναντώνται με την ανασφάλεια, τη στενομυαλιά, τα ενοχικά συμπλέγματα  και την αναποφασιστικότητα αυτών των μικροαστικών (ή μικροαστικό-ποιημένων) στρωμάτων. Η καθημερινή πρακτική και η κοινωνική εμπειρία αυτών των στρωμάτων  τα οδηγεί σε μια κατακερματισμένη και «στενή» αντίληψη της κοινωνικής πραγματικότητας (εξ ου και η αδυναμία συνολικής θέασης και χάραξης στρατηγικής). Σαν αντίδοτο, σαν φάρμακο για αυτήν τη μίζερη καθημερινότητα που βιώνουν, τείνουν να επιλέξουν τη φυγή από την πραγματικότητα, τη φαντασίωση (εξ ου και η οραματική απογείωση, ο υπέρ-επαναστατικός βερμπαλισμός). Για να ισορροπήσουν κάπως την κοινωνική τους θέση με την ιδεολογική τους τοποθέτηση, τείνουν να αναπτύσσουν μια διάθεση και στάση «διαφοροποίησης» μέσα στο κοινωνικό τους χώρο. Αυτή μπορεί να πάρει τη μορφή της «γκρίνιας» και του κοινωνικού απομονωτισμού ή, αντίθετα, της μαχητικής διεκδίκησης (από εδώ ο κινηματισμός, αλλά και ο σεχταρισμός). Όχι σπάνια, παρατηρείται και το φαινόμενο της «διχασμένης προσωπικότητας». Εδώ, ο συμβιβασμένος και ενσωματωμένος επαγγελματίας ή εργαζόμενος μεταμορφώνεται σε φλογερό κήρυκα της επανάστασης τα απογεύματα στην παρέα του (που συνήθως την αποκαλεί «οργάνωση»).
Για την επίλυση των αντιθέσεων και αντιφάσεων των κομμάτων της Αειστεράς

Αρχίζουμε ανάποδα αυτήν τη φορά. Από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ δηλαδή
Η αλήθεια βέβαια είναι – για να είμαστε δίκαιοι – ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, σε σχέση με τα άλλα μορφώματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, έκανε κάποια βήματα προς τα εμπρός. Από μόνη της η συγκρότηση της επέδρασε θετικά στο κίνημα. Επίσης, η υιοθέτηση ενός πολιτικού προγράμματος και ενός στοιχειώδους καταστατικού ήταν ενθαρρυντικά βήματα. Δεν φτάνουν όμως. Ήταν βήματα δειλά και ανολοκλήρωτα. Και οι εποχές τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Αν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συνεχίσει «σαν άλλοτε», σα να μην άλλαξε τίποτα θα θέσει τον εαυτό της εκτός ιστορίας (δικαίωμα της), θα στερήσει το κίνημα από μια όχι ασήμαντη εφεδρεία και θα σπρώξει ένα αξιόλογο δυναμικό λαϊκών αγωνιστών στην απογοήτευση και στην αδράνεια (κάτι που δεν έχει το δικαίωμα να κάνει). Μπορεί όμως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να επιλύσει τις αντιφάσεις της (αντιφάσεις πάντα θα υπάρχουν και στους κόλπους του λαού και στην αριστερά. Το θέμα, το ζητούμενο είναι να μην επιδρούν παραλυτικά); Και τι πρέπει να κάνει (σ’ αυτήν την κατεύθυνση) από εδώ και πέρα;

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να κάνει όσα δεν τόλμησε να κάνει μέχρι τα τώρα και να ολοκληρώσει όσα άφησε στη μέση. Χρειάζεται διεύρυνση, πολιτική και προγραμματική εμβάθυνση/ εξειδίκευση, περισσότερη δημοκρατία στο εσωτερικό της. Χρειάζεται, επίσης, να ξεκόψει από τον σεχταρισμό. Να υιοθετήσει, μ’ άλλα λόγια, και στην πράξη την ταχτική του ενιαίου μετώπου. Πριν και πάνω απ’ όλα, όμως, χρειάζεται να ξεκαθαρίσει μέσα της, το τι ακριβώς είναι και το τι θέλει να γίνει. Είναι (ή θέλει να γίνει) ένα μέτωπο και αν ναι, τι είδους; Είναι (ή θέλει να γίνει) πρόπλασμα κόμματος και, αν ναι, τι είδους;
Όλη την προηγούμενη περίοδο οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αμφιταλαντεύτηκαν (με αδέξιο τρόπο) μεταξύ ενός άκρατου σεχταρισμού και της γραμμής του ενιαίου μετώπου. Είναι φανερό ότι αυτή η ταλάντευση εξέφραζε μια «πάλη γραμμών» (να το θέσω καλύτερα: την ύπαρξη διαφορετικών αντιλήψεων) εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Υπήρχαν δυνάμεις (οργανώσεις, «ανένταχτοι») που ήθελαν μια πιο ενωτική πολιτική, και δυνάμεις που δεν γούσταραν τα «πολλά – πολλά» με την υπόλοιπη (ρεφορμιστική κλπ) αριστερά. Και οι μεν, όμως, και οι δε δεν καταλάβαιναν το τι είναι ενιαίο μέτωπο. Και κυρίως οι δε, οι οποίοι έβλεπαν το ενιαίο μέτωπο σαν κάτι μεταξύ του ενιαίου Συνασπισμού του «βρώμικου» 1989 (τραυματική εμπειρία για ορισμένους – είναι οι ίδιοι που νόμιζαν ότι ως το 89 υπήρχε σοσιαλισμός στην Σοβιετική Ένωση) και ιταλικής «Ελιάς». Γι αυτούς (μιλάω για την πλειοψηφία του ΝΑΡ και για το ΣΕΚ – προς το παρόν), το ενιαίο μέτωπο υπάρχει ήδη. Είναι η ίδια η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Εντάξει, χρειάζεται μια μικρούλα διεύρυνση με άλλες οργανώσεις του «χώρου», αλλά μέχρις εκεί. Δεν τους περνάει βέβαια από το μυαλό (στους «δε») ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ούτε είναι ούτε μπορεί να είναι (ή να γίνει) ενιαίο μέτωπο.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι ένα πολιτικό μέτωπο, μια επί μέρους συσπείρωση, ένας πόλος οργανώσεων και αγωνιστών με αναφορά (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) στην τρίτο-διεθνιστική αριστερά, το οποίο συγκροτήθηκε αρχικά στη βάση του αντί-κυβερνητισμού (όχι όμως του αναρχισμού), του κινηματισμού (καλύτερα: της διάθεσης εμπλοκής με τα κινήματα), της ρήξης με την ΕΕ (και τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς) και της σοσιαλιστικής προοπτικής. Αργότερα (άνοιξη 2010) υιοθετήθηκε ένα πρόγραμμα («μεταβατικό» ή «αντικαπιταλιστικό») και ένα καταστατικό (φθινόπωρο 2011). Όμως, ούτε αρχικά ούτε αργότερα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτέλεσε ενιαίο μέτωπο. Το ενιαίο μέτωπο δεν προϋποθέτει ούτε ιδεολογική, ούτε στρατηγική, ούτε προγραμματική συμφωνία ή σύγκλιση, ούτε – απαραίτητα – και κάποιο καταστατικό (ή πλαίσιο αρχών λειτουργίας) ή οργανωτική ενοποίηση των πολιτικών οργανώσεων ή κομμάτων που συγκροτούν το μέτωπο αυτό. Μονάχα συμφωνία σε κάποιους ταχτικούς (πολιτικούς) στόχους

Αν, τώρα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ διευρυνθεί ή συνεργαστεί με κάποιες άλλες οργανώσεις και σχηματισμούς της κομμουνιστικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς (πχ: τμήμα του ΜΑΑ, κ. ο. Ανασύνταξη, ΕΕΚ, μ-λ κλπ), θα έχει γίνει, πια, ενιαίο μέτωπο; Όχι, δε θα έχει γίνει. Και πάλι θα έχουμε να κάνουμε με μια επί μέρους συσπείρωση, με έναν πόλο. Το αντικαπιταλιστικό μέτωπο δεν είναι το ενιαίο μέτωπο (είναι εντελώς άλλο πράγμα η ηγεμονία εντός του ενιαίου μετώπου). Οι κομμουνιστές και οι «επαναστάτες μαρξιστές» όταν ενώνονται μεταξύ τους δεν σχηματίζουν μέτωπο, σχηματίζουν κόμμα (ή εν δυνάμει κόμμα) ή μπλοκ πολιτικών δυνάμεων. Ενιαίο μέτωπο σχηματίζουν οι κομμουνιστές όχι μεταξύ τους, αλλά με τους ρεφορμιστές, τους μικροαστούς δημοκράτες – ριζοσπάστες κλπ.  Και το σχηματίζουν, όχι γιατί πιστεύουν γενικά και αόριστα στην «ενότητα της αριστεράς», αλλά για να διευκολύνουν την εργατική τάξη στους αγώνες της. Γιατί η ενότητα της εργατικής τάξης, η ενότητα του λαού είναι απαραίτητες προϋποθέσεις τόσο για νικηφόρους αγώνες όσο και για την τελική νίκη.

Δυστυχώς, όλα αυτά οι περισσότεροι ηγέτες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν τα καταλαβαίνουν (και όσοι τα καταλαβαίνουν κάνουν την πάπια). Όταν (και άμα) τα καταλάβουν (αν καταλάβουν δηλαδή, ότι υπάρχουν διαφορετικά και διακριτά επίπεδα ενότητας – μέτωπο πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, ενιαίο μέτωπο, μπλοκ πολιτικών δυνάμεων σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, αντικαπιταλιστικός ή/και κομμουνιστικός πολιτικός φορέας κλπ) , θα κάνουν μεγάλη χάρη στον εαυτό τους και στο κίνημα. 

Η διεύρυνση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή η συνεργασία με άλλες αριστερές – ριζοσπαστικές δυνάμεις που υιοθετούν (ή βρίσκονται κοντά) το μεταβατικό πρόγραμμα, και οι οποίες  δεν διακατέχονται με αυταπάτες σχετικά με το ρόλο (και το μέλλον) της ΕΕ, είναι ένα εντελώς απαραίτητο πρώτο βήμα. Τώρα, το αν οι δυνάμεις αυτές θα εισχωρήσουν συντεταγμένα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ  ή θα δημιουργηθεί (από κοινού) ένας άλλος σχηματισμός ή μπλοκ, είναι σχετικά δευτερεύον ζήτημα. Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό εδώ είναι ότι η διεύρυνση ή η συνεργασία αυτή, δε θα αποσκοπεί πρωτίστως στο να διασπάσει το κίνημα ή στο να κάνει «ζημιά» στην υπόλοιπη αριστερά (τεχνητή συγκόλληση «γα να μην μας πάει ο κόσμος στον ΣΥΡΙΖΑ»), αλλά στο να αναδείξει πιο αποτελεσματικά το μεταβατικό πρόγραμμα, στο να προβάλλει συνεχώς την ανάγκη συγκρότησης ενιαίου μετώπου, αλλά και στο να συμβάλει στο ξεπέρασμα των αυταπατών τμημάτων τόσο του κινήματος όσο και της κοινωνίας για τη φύση της ΕΕ και του ευρώ.

Το τελευταίο που χρειαζόμαστε είναι μια τυφλή αντί-ΣΥΡΙΖΑ συσπείρωση ή έναν εμφύλιο στους κόλπους της αριστεράς (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν χρειάζεται κριτική και σκληρή πολιτικό-ιδεολογική αντιπαράθεση). Θα ήταν καταστροφικό (κάτι τέτοιο) τόσο για το κίνημα όσο και για τις δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Η διεύρυνση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή η συγκρότηση ενός μη σεχταριστικού αντί-ΕΕ μπλοκ (ή φορέα) από τις «δυνάμεις του μεταβατικού προγράμματος» (με πρωτοβουλία και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ) θα αποτελούσε ένα προχώρημα στην κατεύθυνση του ξεπεράσματος των αντιφάσεων, των αδυναμιών και της στασιμότητας της ίδιας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (αλλά και του ευρύτερου χώρου της εξωκοινοβουλευτικής). Ταυτόχρονα, θα επιδρούσε θετικά συνολικά για το κίνημα και για την υπόθεση της συγκρότησης του μπλοκ των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων.  

Η διαδικασία διεύρυνσης και ανασύνθεσης θα μείνει «κολοβή», όμως, αν δεν προχωρήσει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην υιοθέτηση (στην πράξη, όχι στα λόγια) ενός οργανωτικού μοντέλου που όχι μόνο θα επιτρέπει την εισροή στις τάξεις της πρωτοπόρων αγωνιστών, χωρίς αυτό να προϋποθέτει την ένταξη τους σε κάποια συγκεκριμένη συνιστώσα ή φράξια, αλλά και θα εξασφαλίζει τη δημοκρατικότητα στη λήψη αποφάσεων. Το «άνοιγμα» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα διευκόλυνε, τέλος, και η έκδοση ένα έντυπου – επί τέλους!

Τα θα γίνει, όμως, στην περίπτωση που κάποιες δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ επιμείνουν στον σεχταρισμό (προβάλλοντας, ενδεχομένως, ως άλλοθι την ανάγκη για οργανωτική συγκρότηση – ως μέσο περιχαράκωσης, όχι «ανοίγματος στην κοινωνία»); Σε αυτήν την περίπτωση, οι δυνάμεις εντός και εκτός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που κινούνται στην κατεύθυνση που περιγράψαμε πιο πάνω, πρέπει να μη διστάσουν να προχωρήσουν στην συγκρότηση αυτού του φορέα/ μπλοκ. Είπαμε, οι καιροί τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Και ο σεχταρισμός είναι χρόνια πάθηση. Δε νομίζω ότι θα φτάσουμε σε αυτό το σημείο πάντως.  Και κάτι ακόμα  για τους φίλους μας που επιμένουν στην «καθαρότητα»: Ο σεχταρισμός (όποτε δε οδηγεί – ή αφότου οδηγήσει σε αυτοκτονικούς τυχοδιωκτισμούς) μετατρέπεται πολύ συχνά και εύκολα σε οπορτουνισμό – ο νοών νοείτω….

Αφού δείξαμε ότι οι πολιτικές αντιφάσεις της θα επιλυθούν κυρίως μέσα από τη διεύρυνση – άνοιγμα της, ας πάμε και στην υπόλοιπη αριστερά.

Οι αντιφάσεις του ΚΚΕ δύσκολα μπορούν να επιλυθούν (πια) από «τα μέσα». Θα χρειαστεί ισχυρή πίεση «από τα έξω». Από την κοινωνία, από την τάξη, από το κίνημα, από την υπόλοιπη κομμουνιστική αριστερά. Όπως και να’ χει, όμως, θα ήταν ευχής έργον αν το ΚΚΕ έκανε αλλαγή πλεύσης. Θα ήταν καλό για το λαό και το κίνημα. Θα συνέβαλλε (μια τέτοια αλλαγή πλεύσης) τα μέγιστα στη συγκρότηση και στην ενότητα του λαϊκού μπλοκ. Τα μέλη και (κυρίως) τα στελέχη (επαγγελματικά ή μη ) του ΚΚΕ πρέπει να αναλογιστούν τις ευθύνες τους. Πρέπει να «ανοιχτούν» προς τα έξω, να εγκαταλείψουν την περιχαράκωση και τον σεχταρισμό. Και σε πολιτικό (ακόμα και κοινοβουλευτικό) επίπεδο, και σε κοινωνικό. Ας αρχίσουν με το κίνημα (λ.χ. από τις λαϊκές συνελεύσεις ή από μια κοινή διαδήλωση).

Ας αρχίσουν με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή και με μικρότερες δυνάμεις. Ας αρχίσουν από όπου θέλουνε. Να αρχίσουν τώρα όμως. Και η παραμικρή πρωτοβουλία θα αναθάρρευε τον κόσμο, που τόσο το έχει ανάγκη μετά την αποτυχία της 17ης. Αν δεν μπορούν, αν φοβούνται, ας πάρουνε μια τιμητική σύνταξη (και δεν αναφέρομαι στην Παπαρήγα) και ας πάνε σπίτια τους.  Σε κάθε περίπτωση αυτό το μοιρολόι πρέπει να σταματήσει. Κάνει κακό στο κομμουνιστικό κίνημα, στα ίδια τα μέλη και τους αγωνιστές του κόμματος, αλλά και γενικότερα στο κίνημα και στην υπόθεση του λαού. Α, και κάτι ακόμα: Μην εκπλαγούμε, πάντως, αν τον άκρατο σεχταρισμό τον διαδεχθεί (υπό το κράτος του πανικού) κάποια απότομη δεξιά στροφή (ουρά λχ του ΣΥΡΙΖΑ), Τα ’παμε και πιο πάνω για το πώς μετατρέπεται ο σεχταρισμός σε οπορτουνισμό.

Οι πολιτικές αντιφάσεις ενός (αριστερού) ρεφορμιστικού κόμματος δεν επιλύονται ποτέ. Πατώντας στις αντιφάσεις και στις αυταπάτες των εργαζόμενων μαζών, τείνουν να αναπαράγονται διαρκώς (και στην περίοδο της «σοσιαλιστικής οικοδόμησης» – αν και με άλλες μορφές). Αυτό, όμως, που μας ενδιαφέρει στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ (ενός επίσης αριστερού ρεφορμιστικού κόμματος) είναι το κατά πόσο οι αντιφάσεις αυτές λειτουργούν (θα λειτουργήσουν) ανασταλτικά στην συγκρότηση αυτού που ονομάζουμε ιστορικό μπλοκ (Το μέτωπο πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων αποτελεί την ενιαία πολιτική έκφραση του ιστορικού μπλοκ. Το ενιαίο μέτωπο είναι κάτι άλλο) και στο κατά πόσον οι αντιφάσεις (παλινωδίες) του θα οδηγήσουν τελικά στην αποδυνάμωση  και στην ενσωμάτωση  του ρεύματος αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής (Υποθέτουμε εδώ – κόντρα σε μια σειρά από «αριστερές» αναλύσεις – ότι υπήρξε ένα τέτοιο ρεύμα, το οποίο και εκφράστηκε τόσο στις 6 Μάη όσο και στις 17 Ιούνη).  Ας επιχειρήσουμε να απαντήσουμε το λοιπόν σε αυτά τα ερωτήματα.

Το αναγκαστικό άνοιγμα του ΣΥΡΙΖΑ στην κοινωνία μέσα από την εγγραφή νέων μελών (που έχει ήδη ξεκινήσει) είναι πιθανό να ενισχύσει τις πιο ριζοσπαστικές τάσεις στο εσωτερικό του, αφού θα ενισχύσει (κατ’ αρχήν αριθμητικά) τις πιο λαϊκές δυνάμεις του κόμματος αυτού (εκείνες τις δυνάμεις που επιζητούν μεγαλύτερες ρήξεις ή – έστω – πιο τολμηρές ή «μαχητικές» πολιτικές). Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των νέων μελών τόσο πιο «σίγουρη» θα είναι η σταθεροποίηση του ΣΥΡΙΖΑ σε θέσεις μαχητικού ρεφορμισμού. Ο αριθμός των νέων μελών μπορεί να καθοριστεί, με τη σειρά του, από το αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα μετασχηματιστεί σε ενιαίο κόμμα – πολιτικό φορέα (το περίφημο οργανωτικό ζήτημα ξανα μπροστά μας). Αν συνεχιστεί η ίδια κατάσταση με τις συνιστώσες και την έλλειψη δημοκρατικής λειτουργίας, ο αριθμός των νέων μελών πιθανόν να περιοριστεί). Βλέπουμε εδώ (κι αυτό ίσως αξίζει να το υπογραμμίσουμε) ότι το «άνοιγμα» του ΣΥΡΙΖΑ (μέσω της «ενιοποίησης» του) θα λειτουργήσει «διαφορετικά» απ’ ότι στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ θα ενισχύσει τις λιγότερο οπορτουνιστικές (και συμβιβαστικές) τάσεις, ενώ στην περίπτωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ τις λιγότερο σεχταριστικές.

Σε κάθε περίπτωση, η σταθεροποίηση του ΣΥΡΙΖΑ σε θέσεις μαχητικού ρεφορμισμού (προϋπόθεση για να μην κοπάσει το ρεύμα αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής) θα εξαρτηθεί (σε μεγάλο βαθμό) και από την πίεση που θα δεχθεί το αμέσως επόμενο διάστημα από την υπόλοιπη αριστερά και το κίνημα (εξ ου και η αναγκαιότητα αυτοτελούς ύπαρξης της κομμουνιστικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς – αλλά με άλλη γραμμή).

Το ζήτημα της συγκρότησης ενός ιστορικού μπλοκ ικανού να πάρει την εξουσία (υπό την ηγεμονία της εργατικής τάξης βέβαια – αλλιώς δε γίνεται) είναι μια εντελώς άλλη υπόθεση. Εδώ ο ΣΥΡΙΖΑ δύσκολα μπορεί να «παίξει» μόνος του. Μπορεί ένα ρεφορμιστικό κόμμα να συγκροτήσει (ή να υποκαταστήσει από μόνο του) το μέτωπο των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων (και εξαιτίας της ηγεμονίας των ανώτερων στρωμάτων της εργατικής τάξης, των επαγγελματιών κλπ). Ο ΣΥΡΙΖΑ το επιχείρησε για λίγο μετά τις 6 Μάη, αλλά έμεινε μακριά από το να καταφέρει – αν και αρχικά φάνηκε ότι θα μπορούσε. Στην Ελλάδα, όπου τα παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα διαθέτουν ιδιαίτερο ειδικό βάρος, δεν είναι – έτσι κι αλλιώς – εύκολη υπόθεση η συγκρότηση αυτού του ιστορικού μπλοκ χωρίς ευρύτερες πολιτικές συμμαχίες, αλλά και χωρίς ένα πανίσχυρο εργατικό κίνημα. Σε κάθε περίπτωση, η μαζικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί – υπό προϋποθέσεις – να συμβάλλει και στην συγκρότηση του μπλοκ αυτού.

Για τις αντιθέσεις ανάμεσα στην εργατική τάξη
Μιλήσαμε για τις πολιτικές αντιφάσεις και τις εσωτερικές αντιθέσεις των βασικών κομμάτων της ελληνικής αριστεράς. Τι εκφράζουν, όμως, οι μεταξύ τους αντιθέσεις, και πως μπορούν να επιλυθούν;

Είπαμε πιο πάνω ότι οι αντιθέσεις στους κόλπους της αριστεράς αντανακλούν τις αντιθέσεις και τις διαφοροποιήσεις μέσα στο λαό και, ιδιαίτερα, μέσα σους κόλπους της εργατικής τάξης και γενικότερα των εργαζομένων. Τι είδους, όμως, αντιθέσεις και διαφοροποιήσεις είναι αυτές; Έχουμε ήδη υπαινιχτεί καμιά δυο από δαύτες. Είναι μισθολογικές διαφοροποιήσεις και διαφοροποιήσεις που έχουν να κάνουν με τη θέση και τον ρόλο στην παραγωγή και στην διαδικασία αναπαραγωγής (χειρονακτική – διανοητική/ επιτελική – εκτελεστική εργασία, ανειδίκευτη – ειδικευμένη, δημόσιοι υπάλληλοι – ιδιωτικοί υπάλληλοι, ντόπιοι – αλλοδαποί, άνεργοι – εργαζόμενοι κλπ). Ας δούμε όμως τώρα (και δε θεωρούμε ότι εδώ ξεφεύγουμε πολύ από το θέμα μας) την κατανομή και τις διαστρωματώσεις της ελληνικής εργατικής τάξης. Τα στοιχεία που θα χρησιμοποιήσουμε είναι προ κρίσης (ελέω στατιστικής αρχής), αλλά είναι – νομίζουμε –  ενδεικτικά.

Πριν από την κρίση, το 65% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού άνηκε στους μισθωτούς. Από αυτό το 65% ένα τουλάχιστον 15% δεν άνηκε (ανήκει;) στην εργατική τάξη (τα κριτήρια εδώ δεν είναι μονάχα μισθολογικά). Από το υπόλοιπο 50%, το 15 ήταν ειδικευμένοι εργάτες (χειριστές μηχανών, οδηγοί), το 8% ανειδίκευτοι, το 20% εργαζόμενοι στον ιδιωτικό (πωλητές, εμποροϋπάλληλοι, υπάλληλοι γραφείων, εργαζόμενοι στον τουρισμό κλπ) και στο δημόσιο τομέα (13% περίπου είναι (ήταν) το ποσοστό τους επί του ΟΕΠ  – δεν κατατάσσονται όμως όλοι στην Εργατική τάξη). Ένα 7% ήταν: οι «μη – κατατασσόμενοι» πάνω από 3%, οι εργάτες γης (αλιείς κλπ) –  λίγο κάτω από 1%, άλλοι ένα 4%.

Με βάση αυτά τα στοιχεία κάποιοι ερευνητές υπολόγισαν  το ποσοστό της εργατικής τάξης λίγο πάνω από το 56% (περιλαμβανομένων των εκπαιδευτικών, των δημοσίων υπαλλήλων, των ανέργων, των μεταναστών και τμήματος των εργαζόμενων στα σώματα ασφαλείας). Βάση των ίδιων υπολογισμών, η αστική (και μεσοαστική) τάξη είναι περίπου το 7%, η παραδοσιακή μικροαστική τάξη (της πόλης και της υπαίθρου) το 16%, τα νέα μικροαστικά στρώματα κοντά στο 18% (ένα τμήμα των μισθωτών οπωσδήποτε πρέπει να το εντάξουμε εδώ –  μαζί με ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους). Ουσιαστικά, τα προ της κρίσεως στοιχεία υποδεικνύουν ότι η καθεαυτό (η «παραδοσιακή») εργατική τάξη (συμπεριλαμβανομένου ενός τμήματος  των μεταναστών – ίσως  8%) δεν ξεπέρνα (ξεπερνούσε) το 35% (30 – 35% το πολύ – μαζί με τους εμποροϋπάλληλους). [Όλα αυτά σε γενικές γραμμές. Ας μην εμπλακούμε τώρα σε μια θεωρητική συζήτηση για το που ξεκινάν και που τελειώνουν τα όρια της κάθε τάξης].  Λίγο πάνω από το μισό του συνόλου των μισθωτών δηλαδή. Προσθέτοντας, τώρα, τους υπάλληλους γραφείων και το κατώτερο επιστημονικό προσωπικό (σε αυτό το 30 με 35%), και πάλι δεν φτάνουμε το 50% του ΟΕΠ. Μονάχα με την προσθήκη των εργαζομένων στο δημόσιο η εργατική τάξη γίνεται (γινόταν) απόλυτη πλειοψηφία στην ελληνική κοινωνία.

Παραθέσαμε όλους αυτούς τους αριθμούς (που ενδεχομένως να μην είναι και τόσο αξιόπιστοι και που – έτσι κι αλλιώς – ανταποκρίνονται σε μια άλλη εποχή) όχι για να δείξουμε ότι αφού η εργατική τάξη δεν είναι συντριπτική πλειοψηφία, «την έχουμε κάτσει τη βάρκα», αλλά για να δώσουμε μια γεύση του κατακερματισμού και του βαθμού διαφοροποίησης που παρατηρείται στο εσωτερικό της εργατικής τάξης στην ελλάδα. Το τοπίο αυτό περιπλέκεται περαιτέρω από: τη διασπορά των εργαζομένων σε ένα πλήθος μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (όπου η κάθε μια τους απασχολεί σχετικά περιορισμένο αριθμό μισθωτών), τις νέες εργασιακές σχέσεις, την εκτόξευση της ανεργίας σε δυσθεώρητα ύψη (αν κι εδώ μπορεί να βρίσκεται και η άκρη του νήματος) και την παρουσία εκατοντάδων χιλιάδων «παράνομων» μεταναστών (που δεν αποτελούν, όμως,  τον κύριο παράγοντα της πολυδιάσπασης της εργατικής τάξης). Ταυτόχρονα υπάρχουν κι όλες αυτές οι αντιθέσεις που αναφέραμε πιο πάνω (οι περισσότερες εκ των οποίων είναι τυπικές για μια «σύγχρονη» καπιταλιστική κοινωνία (διανοητική – χειρονακτική εργασία,  ανειδίκευτη – ειδικευμένη, δημόσιοι υπάλληλοι – ιδιωτικοί υπάλληλοι ).

Ένα από τα αποτελέσματα αυτού του κατακερματισμού είναι ότι δεν υπάρχει και κάποια σχετικά πολυπληθής και δυναμική κατηγορία εργαζομένων, η οποία θα μπορούσε τουλάχιστον να λειτουργήσει ενοποιητικά για το σύνολο των εργαζομένων ή να αποτελέσει την «ατμομηχανή» του κινήματος (όπως παλαιότερα οι οικοδόμοι ή, σε άλλες περιπτώσεις, οι ανθρακωρύχοι, οι εργάτες γης, οι βιομηχανικοί εργάτες). Γενικά, οι συνθήκες ζωής και (κυρίως) εργασίας των διαφορετικών κατηγοριών εργαζομένων είναι αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους, γεγονός που εντείνει τις αντιθέσεις μεταξύ τους και ενισχύει τις τάσεις εξατομίκευσης (που έτσι κι αλλιώς είναι κυρίαρχες στην κοινωνία).

Η επίλυση των αντιθέσεων στην εργατική τάξη
Όλα αυτά που αναφέραμε πιο πάνω, όμως, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να αποτελέσουν δικαιολογία για την αριστερά. Και ιδίως για την κομμουνιστική αριστερά, η οποία υποτίθεται ότι παλεύει για την ενοποίηση της εργατικής τάξης. Σύμφωνοι, όλα αυτά δυσκολεύουν σε μεγάλο βαθμό το έργο της αριστεράς, αλλά δεν μπορούν να αποτελούν άλλοθι για το σεχταρισμό της. Αν δεν μπορεί η κομμουνιστική αριστερά να βοηθήσει στο ξεπέρασμα, στην επίλυση αυτών των αντιθέσεων, ποια είναι η χρησιμότητα της; Όταν αντανακλά και αναπαράγει η ίδια (με την πρακτική της) τον κατακερματισμό και την πολυδιάσπαση των εργαζομένων, τότε αντί να βοηθάει, χειροτερεύει την κατάσταση. Τι θα μπορούσε, όμως, να κάνει η αριστερά (και κυρίως εκείνη που θέλει να λέγεται κομμουνιστική) στην κατεύθυνση της επίλυσης αυτών των (παραλυτικών για το κίνημα) αντιθέσεων;

Το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να κάνει η κομμουνιστική (αντικαπιταλιστική κλπ) αριστερά προκειμένου να βοηθήσει στο ξεπέρασμα των αντιθέσεων στους κόλπους της εργατικής τάξης, είναι το να εγκαταλείψει η ίδια το σεχταρισμό και την πολυδιάσπαση της, να υιοθετήσει την ταχτική του ενιαίου μετώπου και να προσπαθήσει να ξεπεράσει το δικό της κατακερματισμό (μιλάμε εδώ για δύο διαφορετικά επίπεδα ενότητας). Δεν μπορεί να μιλάει για ενότητα της τάξης, όταν η ίδια είναι χίλια κομμάτια (η ύπαρξη και μόνο μιας μικρής κομμουνιστικής ομάδας ξεχωριστής και – ενίοτε –  ανταγωνιστικής προς τις άλλες κάνει ζημιά) . Οποιαδήποτε κίνηση ενοποίησης ή επιμέρους συσπείρωση, οποιαδήποτε κοινή πρωτοβουλία κοινής δράσης του συνόλου της αριστεράς, θα μπορούσε να βοηθήσει σε αυτήν την κατεύθυνση. Οποιαδήποτε χωριστή και διχαστική πραχτική (συγκέντρωση ή πορεία λχ) ενισχύει την τάση του κατακερματισμού και αναπαράγει την καχυποψία (που φτάνει ενίοτε στα όρια της αποστροφής)  του κόσμου της εργασίας απέναντι στα κόμματα του και στα συνδικάτα του.

Το ξεπέρασμα του σεχταρισμού και της πολυδιάσπασης (παρεμπιπτόντως, οι δύο αυτές έννοιες δεν είναι ταυτόσημες: το ζήτημα μας δεν είναι να γίνει  – απαραίτητα  –  όλη η αριστερά  –  κομμουνιστική, ρεφορμιστική, αντικαπιταλιστική κλπ  –  ένα κόμμα) είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επίλυση των αντιθέσεων στους κόλπους της εργατικής τάξης και των εργαζομένων. Δεν φτάνει όμως από μόνο του. Δεν φτάνει να ανακοινώσουν όλα τα κόμματα της αριστεράς ότι συγκροτούν ένα πολιτικό μέτωπο. Δεν φτάνει, επίσης, το να γίνει μια κοινή εργατική διαδήλωση. Χρειάζεται η αριστερά να συναντηθεί με αυτόν τον κόσμο, να τον κινητοποιήσει, να τον εμπνεύσει  (εδώ είναι το πολιτικό σχέδιο), να τον στηρίξει (οι δομές αλληλεγγύης), να αναδείξει εκείνο το κομμάτι της κοινωνίας, την κοινωνική ομάδα (ή ομάδες) που μπορεί να παίξει το ρόλο του συνεκτικού δεσμού. Ας σταθούμε εδώ σε δύο σημεία: στον «τόπο συνάντησης» και στην «ενοποιητική κοινωνική κατηγορία».

Τόπος συνάντησης της αριστεράς με αυτόν τον κατακερματισμένο κόσμο της εργασίας πρέπει (δεν μπορεί παρά) να είναι η γειτονιά. Δεν υποτιμούμε καθόλου την παρέμβαση στους χώρους δουλειάς (με μια έννοια είναι αναντικατάστατη), αλλά δε θα έφταναν ούτε και μισό εκατομμύριο άνθρωποι για να γίνει κάτι τέτοιο (σε ικανοποιητικό βαθμό, τουλάχιστον). Είναι τέτοιο το μέγεθος, το εύρος του κατακερματισμού και της διάχυσης (διασποράς)  της εργατικής τάξης, που καθιστά την επίτευξη ενός τέτοιου καθήκοντος σχεδόν αδύνατη. Δεν μπορεί να «καλυφθεί» το σύνολο της εργατικής τάξης με παρέμβαση στους χώρους δουλειάς. Εδώ δεν μπορούν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι να βρεθούν (πόσο μάλλον να συνδικαλιστούν) μεταξύ τους στους χώρους δουλειάς τους, πως θα «τους βρει» (και θα συνυπάρξει, θα αγωνιστεί μαζί τους) η αριστερά; Στις γειτονιές και στις πλατείες θα «συναντηθούν» οι εργαζόμενοι μεταξύ τους (και με την αριστερά) αρχικά. Εκεί θα σπάσει η απομόνωση. Μέσα από τους κοινούς αγώνες για την επιβίωση και για τη βελτίωση των άθλιων συνθηκών  ζωής μέσα στην πόλη. Αργότερα, θα «γνωριστούν» καλύτερα αναμεταξύ τους μέσα στα κόμματα της αριστεράς και στο μέτωπο. Στην κοινή (πολιτική) πάλη για την ανατροπή του σάπιου καθεστώτος και για την οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας. Παλαιότερα, ήταν η ίδια η καπιταλιστική παραγωγή που «μάθαινε» στους εργάτες να συνεργάζονται μεταξύ τους.

Τώρα, αυτό δεν ισχύει στον ίδιο (με τότε) βαθμό (στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες).  Τότε, το ξεκίνημα γινόταν στους χώρους δουλειάς, στην πάλη για το μεροκάματο. Τώρα, στις γειτονιές – στην πάλη για την επιβίωση.  Είναι, το λοιπόν, ανάγκη να αναβαθμιστεί η παρέμβαση στις γειτονιές. Οι δημοτικές παρατάξεις (ή σχήματα) δεν φτάνουν. Χρειάζονται λαϊκές συνελεύσεις και κοινωνικά κέντρα παντού. Όπου δεν υπάρχουν, να φτιάχνονται με πρωτοβουλία των αριστερών (χωρίς αποκλεισμούς, βέβαια). Όπου υπάρχουν, ακόμα κι αν την πλειοψηφία την έχουν οι αντιδραστικοί, οι αριστεροί πρέπει να μη διστάζουν να παρεμβαίνουν. Επίσης: θα ήταν καταστροφικό, αν κάθε αριστερή οργάνωση ή κόμμα έφτιαχνε τη «δικιά της» συνέλευση, το δικό της κέντρο, τις «δικές της» οργανώσεις αλληλεγγύης (αν κι εδώ, είναι εν πολλοίς αναπόφευκτο ως ένα σημείο). Όλα αυτά βέβαια δεν σημαίνουν ότι πρέπει να εγκαταλειφθεί η δουλειά στους χώρους εργασίας. Κάθε άλλο. Παράλληλα, πρέπει να ενταθούν οι προσπάθειες για συντονισμό σωματείων, ίδρυση νέων κλπ. Κι εδώ, όμως, η παρέμβαση στις γειτονιές μπορεί να αποβεί καθοριστική.

Για το ξεπέρασμα των αντιθέσεων στους κόλπους των εργαζομένων, όμως, μπορεί να βοηθήσει κι ένας άλλος παράγοντας. Ένας άλλος παράγοντας, ο οποίος μπορεί να παίξει τον ρόλο της συγκολλητικής ουσίας. Ποιος είναι αυτός; Οι άνεργοι! Κι αυτό γιατί είναι οι άνεργοι η πολυπληθέστερη ομάδα των εργαζομένων σήμερα (25% περίπου επί του ΟΕΠ- σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, πάνω από το ένα τρίτο στην πραγματικότητα). Υπάρχει σχεδόν σε κάθε σπίτι κι ένας άνεργος. Χιλιάδες νέοι άνθρωποι στοιβάζονται καθημερινά έξω από τα γραφεία του ΟΑΕΔ (Να, κι ένας άλλος ωραίος τόπος συνάντησης της εργατικής τάξης!). Το πρόβλημα αφορά τους πάντες.

Πως, όμως, είναι δυνατόν  οι άνεργοι να αποτελέσουν ενοποιητικό παράγοντα; Δεν είναι πιο πιθανό να λειτουργούν ως διχαστικός παράγοντας; Δε θα απαντήσουμε εδώ με δικά μας λόγια, αλλά θα χρησιμοποιήσουμε αποσπάσματα από τις αποφάσεις του 3ου συνεδρίου της ΚΔ (οι υπογραμμίσεις δικές μας): «Τα κομμουνιστικά κόμματα αναλαμβάνοντας ενεργά την υποστήριξη αυτού του στρώματος των εργαζομένων (σ. σ: των ανέργων), υποστηρίζοντας το πιο καταπιεσμένο τμήμα του προλεταριάτου, δεν προασπίζουν το ένα εργατικό στρώμα σε βάρος των άλλων, αλλά προάγουν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης συνολικά. … Όσο μεγαλύτερο είναι το στρώμα των ανέργων και των προσωρινά απασχολούμενων, τόσο σημαντικότερο είναι να γίνουν τα συμφέροντα τους τα συμφέροντα ολόκληρης της εργατικής τάξης» (3η Διεθνής – Τα τέσσερα πρώτα συνέδρια, Εκδόσεις «Εργατική Πάλη», σελ. 271).

Βλέπουμε λοιπόν ότι τα συμφέροντα των ανέργων μπορούν να γίνουν τα συμφέροντα ολόκληρης της τάξης (και άρα να την ενοποιήσουν). Βασική  προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι η ενεργός υποστήριξη τους από την κομμουνιστική αριστερά (μιλάμε και για υλική βοήθεια, αλλά και για υποστήριξη των αιτημάτων και των αγώνων τους). Οι άνεργοι, με την σειρά τους, μπορούν να ανταποδώσουν τη βοήθεια (μην ξεχνάμε ότι οι άνεργοι έχουν κι ένα «αβαντάζ»: άφθονο ελεύθερο χρόνο). Να υποστηρίξουν ενεργά τους αγώνες του ενός ή του άλλου κομματιού της εργατικής τάξης. Υποστηρίζοντας (με την ενεργό παρουσία τους) τους επιμέρους αγώνες, τους ενοποιούν και προωθούν (με αυτόν τον τρόπο) την εργατική και λαϊκή ενότητα.

Όσο για το που θα συναντηθεί η αριστερά με τους ανέργους, δε θέλει καν ρώτημα. Υπάρχουν παντού. Στις γειτονιές, στα κατά τόπους καταστήματα του ΟΑΕΔ, στις πλατείες (αυτοί ουσιαστικά «φτιάξανε» το Σύνταγμα, μην το ξεχνάμε). Έτσι κι αλλιώς πολλοί από δαύτους βρήκαν μονάχοι τους τον δρόμο προς την Αριστερά (μετεκλογικές έρευνες έδειξαν ότι το 40% των ανέργων ψήφισαν αριστερά – το 1/3ο ΣΥΡΙΖΑ, 6% ΚΚΕ. Αν προσθέσουμε κι όσους ψήφισαν ΔΗΜΑΡ , Οικολόγους κλπ το ποσοστό υπερβαίνει το 50%. 25% ψήφισαν μνημονιακά και 21% αντιμνημονιακή δεξιά – μοιρασμένοι σε αυγά και καμένο).

Για τις αντιθέσεις στους κόλπους των ανέργων, αλλά και για τις αντιθέσεις ανάμεσα στους ανέργους και τους εργαζομένους, δεν έχουμε να πούμε πολλά. Οι εσωτερικές μεταξύ των ανέργων αντιθέσεις είναι, βασικά, δύο λογιών: αντιθέσεις μεταξύ πτυχιούχων και μη πτυχιούχων ανέργων και αντιθέσεις μεταξύ των ανέργων που προέρχονται από την εργατική τάξη (ή τα στρώματα των μισθωτών) και εκείνων που προέρχονται από την μικροαστική τάξη (που αναγκάστηκαν να κλείσουν το μαγαζί τους). Και οι δύο αυτοί τύποι αντιθέσεων παράγουν κάποια ιδεολογικά (και, τελικά, πολιτικά) αποτελέσματα. Δεν πρέπει (για αυτό) να αγνοηθούν ή να υποτιμηθούν. Σε γενικές γραμμές πάντως, οι αντιθέσεις αυτές μπορούν να επιλύονται εύκολα (αφού η μακροχρόνια ανεργία τείνει να ομογενοποιεί αυτά τα στρώματα). Αυτό που μπορούμε να πούμε εδώ είναι ότι οι προερχόμενοι από την μικροαστική τάξη άνεργοι πρέπει να γίνονται δεκτοί σε πρωτοβουλίες ανέργων, αλλά και κάποια αιτήματα τους να υιοθετούνται. Χρειάζεται υπομονή, επίσης, με μια μερίδα των μη πτυχιούχων (κυρίως) ανέργων, οι οποίοι θεωρούν ότι για την κακή τους μοίρα φταίνε οι μετανάστες και όχι η κρίση και ο καπιταλισμός.

Τέλος, μία μονάχα αντίθεση μεταξύ ανέργων και εργαζομένων πρέπει να προσεχθεί (υπάρχουν κι άλλες, οι οποίες όμως τείνουν να επιλύονται – ως ένα βαθμό –  αυτόματα, εξαιτίας της έκτασης του φαινομένου –  άνεργοι και εργαζόμενοι συνυπάρχουν συνήθως στο ίδιο σπίτι). Είναι η αντίθεση μεταξύ ανέργων πρώην ανειδίκευτων (γενικότερα: μη πτυχιούχων) εργατών και μεταναστών εργαζομένων. Το φαινόμενο, αν και δεν είναι εκτεταμένο (εξ αιτίας του μικρού σχετικά αριθμού ελλήνων ανειδίκευτων χειρωνακτών), αξίζει την προσοχή μας γιατί μπορεί να οδηγήσει τμήματα εργαζομένων σε επικίνδυνα μονοπάτια (για τους ίδιους) και να διασπάσει το κίνημα. Δε θα επεκταθούμε εδώ στο ζήτημα της («παράνομης» ή μη) μετανάστευσης (Έχει ειπωθεί από πολλούς ότι το ζήτημα αντιμετωπίσθηκε με μικροαστικό και «ανθρωπιστικό» τρόπο από κάποια κομμάτια της αριστεράς). Θεωρούμε ότι το ζήτημα, έτσι κι αλλιώς, θα ξεπεραστεί (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) άμα της εξόδου από την ΕΕ (ή, σε κάθε περίπτωση, από την ίδια την κρίση) [Το θέμα είναι να μην προκαλέσει τραγωδίες – προτού ξεπεραστεί]. Τέτοιου είδους αντιθέσεις επιλύονται με κοινούς αγώνες και επίδειξη αλληλεγγύης απ’ όλες τις πλευρές (και απ’ αυτήν των μεταναστών βέβαια. Φανταστείτε λ χ μια πορεία συμπαράστασης μιας κοινότητας μεταναστών στον αγώνα ενός σωματείου ή μιας κοινωνικής ή επαγγελματικής ομάδας).

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι κλειδί για την επίλυση των αντιθέσεων στους κόλπους των εργαζομένων είναι η οργάνωση των ανέργων (μετωπικές πρωτοβουλίες και στέκια ανέργων παντού) και η δουλειά στις γειτονιές (λαϊκές συνελεύσεις, επιτροπές αλληλεγγύης κλπ). Προϋπόθεση, η ενιαίο-μετωπική αντίληψη και πρακτική.

Προς τα που κινούνται οι εργαζόμενοι
Προτού προχωρήσουμε, όμως, στην ανάλυση μας (και προς αποφυγή παρεξηγήσεων) πρέπει να πούμε εδώ ότι η εργατική τάξη και, γενικότερα, οι μισθωτοί εργαζόμενοι κινήθηκαν όλο αυτό το διάστημα, αλλά και στις πρόσφατες εκλογές, αντιμνημονιακά και προς τα αριστερά. Συγκεκριμένα, ένα ποσοστό που κυμαινόταν από 65 έως 75% ψήφισε αντιμνημονιακά κόμματα (ουσιαστικά, πάνω από το 70% των εργαζομένων ψήφισε αντιμνημονιακά). Από αυτούς (που ψήφισαν αντιμνημονιακά) η αριστερά (χωρίς ΔΗΜΑΡ – που είχε μια κάποια επιρροή σε αυτά τα στρώματα) κυμάνθηκε στο 40%. Η αντιμνημονιακή δεξιά, όμως, είχε κι αυτή κάποια επιρροή στους εργαζόμενους (στο 20%, μοιρασμένο σε Καμένο –αυγά). Στους ανειδίκευτους εργάτες (και στους ελαστικά εργαζόμενους) μάλιστα η επιρροή της δεξιάς (και της άκρας δεξιάς) φτάνει στο 1/3ο – το ίδιο με την αριστερά – σε αυτά τα στρώματα-  δηλαδή (χωρίς ΔΗΜΑΡ πάλι). Προτού πανικοβληθούν ορισμένοι, όμως, καλό θα ήταν να ειπωθεί ότι οι ανειδίκευτοι εργάτες αποτελούν μια μικρή μειοψηφία της εργατικής τάξης (8% -10 του ΟΕΠ) και ότι σε αυτά τα στρώματα παρατηρήθηκε μεγάλη αποχή. Γενικά μιλώντας, πρέπει να πούμε ότι η τάση της κίνησης των εργαζομένων είναι προς την αριστερά, αλλά όχι ακόμα με την ορμή που θα έπρεπε. Η εργατική τάξη πάντως έχει τοποθετηθεί στη συντριπτική της πλειοψηφία στο αντιμνημονιακό μπλοκ και προνομιακά (όχι απόλυτα) προς την αριστερά.

Για τις αντιθέσεις ανάμεσα στο λαό
1)Γνωρίζοντας τους μικροαστούς
Όπως προαναφέραμε, πέρα από τις αντιθέσεις ανάμεσα στους εργαζομένους, υπάρχουν και οι αντιθέσεις ανάμεσα στους εργαζομένους και τα άλλα λαϊκά στρώματα. Και ιδίως με τα μικροαστικά στρώματα. Τι είδους είναι, όμως, αυτές οι αντιθέσεις; Μπορούν. και με ποιόν τρόπο, να επιλυθούν;
Είδαμε πιο πάνω ότι αυτά τα στρώματα αποτελούν το ένα τρίτο του πληθυσμού. Ένα μέρος από αυτά έχει πληγεί καίρια από την κρίση.  Πρόκειται, κυρίως, για τα παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα της πόλης, τα οποία αντιμετωπίζουν άμεσα πια το κίνδυνο της καταστροφής. Μαζικά κλεισίματα, δραματική πτώση του τζίρου και των κερδών και, άρα, και του βιοτικού τους επιπέδου. Η απότομη χειροτέρευση των όρων ζωής τους και ο κίνδυνος της καταστροφής έσπρωξε αυτά τα  στρώματα έξω από τη συνηθισμένη τους απάθεια και μετριοπάθεια.  Εκείνοι που άλλοτε αποτελούσαν τους πιο πιστούς ακόλουθους του καθεστώτος, τους πιο πιστούς ψηφοφόρους των παραδοσιακών αστικών κομμάτων, μεταμορφώθηκαν σε φανατικούς πολέμιους του συστήματος, σε ένθερμους υποστηρικτές των νέων «μικρών» κομμάτων. Εκείνοι που πάντοτε στήριζαν υπάκουα την κρατική πολιτική, τώρα έγιναν επίδοξοι ανατροπείς της. Ένα διόλου ευκαταφρόνητο τμήμα των παραδοσιακών (και όχι μόνο) μικροαστικών στρωμάτων πέρασε στο «αντιμνημονιακό» μπλοκ.  Το εύρος της «μεταστροφής» αυτής των μικροαστών δεν μπορούμε να το προσδιορίσουμε με ακρίβεια. Χοντρικά, κάπου στο 50% (με βάση κάποιες δημοσκοπήσεις που έγιναν – ίσως όχι ο πιο κατάλληλος τρόπος να προσεγγίσει κανείς την πραγματικότητα την σήμερον ημέρα). Ίσως και λίγο πιο πάνω. Όπως και να έχει το πράγμα, ένα σημαντικό τμήμα των ταξικών στηριγμάτων του μπλοκ εξουσίας, τα μικροαστικά στρώματα, πέρασαν στο αντιμνημονιακό μπλοκ.

Αυτό σημαίνει ότι υιοθέτησαν προλεταριακή ταξική τοποθέτηση ή ότι πέρασαν κάτω από την ηγεσία των εργαζομένων τάξεων; Όχι, δεν πέρασαν. Στην πραγματικότητα «κουβάλησαν» στο εσωτερικό του «αντιμνημονιακού» μπλοκ (το οποίο μην ξεχνάμε ότι δε είναι ακόμα συγκροτημένο και πολιτικά ομογενοποιημένο κοινωνικό-πολιτικό μπλοκ) τις δικές τους αντιφατικές επιδιώξεις και συμφέροντα. Τα δικά τους αδιέξοδα. Δε θα επεκταθούμε εδώ στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μικροαστικών στρωμάτων και στο πως αυτά εκδηλώνονται σε συνθήκες κρίσης (ριζοσπαστικοποίηση προς τα αριστερά και τα δεξιά, «αιώρηση» μεταξύ εργατικής και αστικής τάξης, ανυπαρξία στρατηγικών συμφερόντων κλπ). Όλα αυτά είναι χιλιοειπωμένα.  Θα υπενθυμίσουμε μόνο ορισμένα από τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά (ή, κατά Πουλαντζά, «κατάλληλα αποτελέσματα στο ιδεολογικό επίπεδο») που εκδηλώνουν αυτά τα στρώματα.

Οι παραδοσιακοί μικροαστοί συνδυάζουν την αντιπάθεια στο μεγάλο κεφάλαιο (έναν «αντικαπιταλισμό») με την προσκόλληση στην ιερότητα της ατομικής ιδιοκτησίας (της «περιουσίας»). Θεωρούν (πιστεύουν) ότι αποτελούν τον κορμό της κοινωνίας (του «έθνους»), τη συνεκτική δύναμη της. Γι αυτό απαιτούν και προσμένουν την προστασία από το κράτος (την οργανωμένη έκφραση της κοινωνίας, τον δίκαιο διαιτητή). Γι αυτό και «λατρεύουν» το κράτος. Γιατί μονάχα μια δύναμη έξω από την κοινωνία (έξω από τις κοινωνικές αντιθέσεις και «φαγωμάρες») μπορεί να τους αναγνωρίσει (να αναγνωρίσει την προσφορά τους στην ενότητα) και να τους στηρίξει. Η λατρεία, όμως, μετατρέπεται σε μίσος (στην πραγματικότητα η λατρεία και το μίσος συνυπάρχουν  –  σε λανθάνουσα κατάσταση το μίσος)  όταν η προστασία που πρόσμεναν δεν έρχεται ποτέ. Τότε ο μικροαστός γίνεται έως και αναρχικός!  Όπως και να ‘χει, ο παραδοσιακός μικροαστός τείνει να υιοθετήσει (από την ίδια τη θέση του στην παραγωγή και στην κοινωνική πυραμίδα) συντηρητικές πολιτικές απόψεις. Σε «νορμάλ» συνθήκες στηρίζει την αστική τάξη και τα κόμματα της.

Το ιδεολογικό του τρίπτυχο: Πατρίς (η ποθούμενη «ενότητα της κοινωνίας»), Θρησκεία (η έξω από τις κοινωνικές συγκρούσεις -από την Ιστορία δηλαδή- δύναμη, ο «δίκαιος διαιτητής»), Οικογένεια (η περιουσία).

Ο νέος μικροαστός, αντίθετα, είναι υπέρ της «κινητικότητας», όχι υπέρ της «ακινησίας». Είναι υπέρ της «αξιοκρατίας», των ίσων ευκαιριών, της «ανακατανομής των εισοδημάτων».  Απαιτεί από το κεφάλαιο (την κοινωνία εν γένει) να αναγνωρίσει την αξία του (ως επιστήμονα ή ως ειδικού) και τις δεξιότητες του (ως «μάστορα»). Απαιτεί, επίσης, τα ηνία του κράτους (το οποίο και αυτός το λατρεύει  – αν και με άλλο τρόπο απ’ ότι ο παραδοσιακός μικροαστός). Μονάχα οι ικανοί άνθρωποι μπορούν να εξασφαλίσουν την εύρυθμη λειτουργία του κράτους. Ο νέος μικροαστός προχωράει πολύ πιο πέρα από τον παραδοσιακό μικροαστό. Θεωρεί το κράτος «αυτοδικαίως» δικό του.

 Σε κανονικές συνθήκες, ο νέος μικροαστός υιοθετεί «προοδευτικές» και «δημοκρατικές» (όχι όμως ριζοσπαστικές) πολιτικές απόψεις. Συνήθως τοποθετείται στο κέντρο. Πιο συχνά στην κεντροαριστερά, παρά στην κεντροδεξιά. Όταν ξεσπάσει η κρίση, οι νέοι μικροαστοί διασπώνται. Ένα μεγάλο τμήμα τους, πάντως, πηγαίνει προς την εργατική τάξη, την οποία προσπαθεί και να «καπελώσει», να την οδηγήσει σε συμβιβασμό με την αστική τάξη («για χάρη της δημοκρατίας»). Καθόλου τυχαίο δεν είναι το ότι τα στελέχη των ρεφορμιστικών κομμάτων προέρχονται συνήθως από τη νέα μικροαστική τάξη.  Όταν πετύχει η επανάσταση, τα στρώματα αυτά επιδιώκουν να μπουν επικεφαλείς της γραφειοκρατίας. Σε περίπτωση νίκης της αντεπανάστασης και επιβολής κάποιου είδους βοναπαρτιστικού καθεστώτος, συμβιβάζονται με τη νέα κατάσταση (και τείνουν να υιοθετούν απόψεις ανάλογες με εκείνες των παραδοσιακών μικροαστών). Βέβαια, ορισμένοι νέοι μικροαστοί υιοθετούν επαναστατικές απόψεις. Είναι εκείνοι που γίνονται οι μπροστάρηδες της εργατικής τάξης και του αγώνα της. .

2) Πως κινήθηκαν πολιτικά οι μικροαστοί
Ας δούμε τώρα (πιο συγκεκριμένα) το πως και προς τα που κινήθηκαν τα μικροαστικά στρώματα στις εκλογές.
Τα ανώτερα στρώματα (μεσαία και πάνω) της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης φαίνεται ότι στήριξαν στην πλειοψηφία (πάνω από τους μισούς –  55%) τους τα μνημονιακά κόμματα. Μια σημαντική μειοψηφία αυτών των στρωμάτων (προφανώς οι πιο πληγμένοι) πέρασαν στο αντιμνημονιακό μπλοκ. Αυτοί μοιράστηκαν μεταξύ «αντιμνημονιακής» δεξιάς (κυρίως ΧΑ – λιγότερο Καμένος) και αριστεράς (κυρίως ΣΥΡΙΖΑ).

Τα μεσαία και κατώτερα στρώματα της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης πέρασαν στην πλειοψηφία τους (55 -60% – λιγότερο τα της υπαίθρου, περισσότερο οι μικροαστοί των πόλεων) στο αντιμνημονιακό μπλοκ και κυρίως (τα δύο τρίτα από αυτούς –  το 55% στην ύπαιθρο) στην Αριστερά. Στην αντιμνημονιακή» δεξιά δεν πήγε πάνω από 15 – 20% (εδώ προβάδισμα έχει Καμένος).
Τα ανώτερα στρώματα της νέας μικροαστικής τάξης διχάστηκαν. Στην πλειοψηφία (55- 60%) τους πάντως στήριξαν το αντιμνημονιακό μπλοκ. Τα 2/3 από δαύτα κινήθηκαν από ΔΗΜΑΡ (9%) και πέρα (προς τα αριστερά).

Τα μεσαία – κατώτερα στρώματα των νέων μικροαστών κινήθηκαν πιο έντονα (σε σχέση με τα ανώτερα) προς το αντιμνημονιακό μπλοκ. Η κίνηση προς τα αριστερά, επίσης, είναι πιο ισχυρή εδώ (πάνω από τα 2/3 – ο ΣΥΡΙΖΑ τη μερίδα του λέοντος).  

Συμπερασματικά: Τα ανώτερα στρώματα των μικροαστών (πόλης και υπαίθρου) διχάστηκαν μεταξύ μνημονιακών και αντιμνημονιακών ή στήριξαν τα μνημονιακά κόμματα. Το ίδιο συνέβη και με τα μεσαία και κατώτερα στρώματα των παραδοσιακών μικροαστών της υπαίθρου. Το ελαφρύ προβάδισμα το έχουν κι εδώ οι μνημονιακοί. Τα μεσαία και κατώτερα μικροαστικά στρώματα (νέα και παραδοσιακά) της πόλης αγκάλιασαν τους αντιμνημονιακούς και την αριστερά (πολύ πιο έντονα οι νέοι μικροαστοί – λιγότερο οι παραδοσιακοί, και δη της υπαίθρου). Επίσης, η αριστερά σε καμία μερίδα μικροαστών (εκτός της ανώτερης) δεν πέφτει κάτω από το 30%. Στα δε μεσαία κ κατώτερα στρώματα, το ξεπερνάει άνετα (όλα αυτά χωρίς να υπολογίζουμε τη ΔΗΜΑΡ – η οποία πάντως δεν έχει ιδιαίτερη δυναμική στα κατώτερα στρώματα της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης).  Η αριστερά έχει την ηγεμονία και στους μικροαστούς του αντιμνημονιακού μπλοκ (εκτός των ανώτερων στρωμάτων – τα οποία, έτσι κι αλλιώς, κατευθύνθηκαν προς το μνημονιακό μπλοκ).

Τα υπό διαμόρφωση μπλοκ και οι αντιφάσεις τους
Βλέπουμε, το λοιπόν, ότι σχηματίζονται δύο διακριτά μπλοκ. Ένα γύρω από την αστική (αν και όχι όλη – σαφώς το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της) τάξη, ένα γύρω από την εργατική. Στο πρώτο μπλοκ στοιχίζονται κυρίως τα ανώτερα (μεσαία και πάνω) στρώματα της παραδοσιακής και της νέας μικροαστικής τάξης, οι συνταξιούχοι (θα μιλήσουμε πιο κάτω γι αυτούς)  και τα μικροαστικά στρώματα της υπαίθρου (ένα μεγάλο μέρος). Στο δεύτερο, στοιχίζονται (πλάι στο 70 ή 75% των μισθωτών) τα μεσαία και κατώτερα μικροαστικά στρώματα (κυρίως της πόλης). Στο μπλοκ αυτό εμφανίζονται και μειοψηφικά τμήματα της ανώτερης μικροαστικής τάξης (νέας και παραδοσιακής). Η παρουσία αυτών των στρωμάτων στο «αντιμνημονιακό μπλοκ» [προσοχή: δεν πρέπει να συγχέουμε το αντιμνημονιακό μπλοκ με αυτό που λέμε «ιστορικό μπλοκ». Ένα «ιστορικό μπλοκ» είναι μια πολιτική κοινωνική συμμαχία με στόχους πολύ ευρύτερους και βαθύτερους από την ακύρωση μιας διακρατικής συμφωνίας ή την «τιμωρία κάποιων ενόχων». Από την άλλη, βέβαια, ούτε το αντιμνημονιακό μπλοκ είναι απλά «αντιμνημονιακό». Εκ των πραγμάτων ανοίγει δρόμους και προοπτικές για «κάτι άλλο»] οξύνει περαιτέρω τις εσωτερικές του αντιθέσεις. Κι αυτό γιατί πρόκειται για τα πλέον αναποφάσιστα στρώματα του αντιμνημονιακού μπλοκ. Πιέζονται αφόρητα, δυσανασχετούν, αλλά δε θέλουν και να αφήσουν και  την ηγεμονία στους εργαζόμενους (τους). Ουσιαστικά επιζητούν διαπραγμάτευση με τους αστούς, έναν συμβιβασμό. Προσπαθούν να τους φοβερίσουν ή/και να τους καλοπιάσουν.

Έχω την αίσθηση ότι αυτά τα στρώματα εκπροσωπήθηκαν (ως ένα βαθμό βέβαια) από δύο – τρία συγκεκριμένα κόμματα. Οι μεν (τα ανώτερα στρώματα της νέας μικροαστικής τάξης) από η ΔΗΜΑΡ, οι δε (τα μεσαία και ανώτερα στρώματα της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης) από τη ΧΑ (για την ταξική ψήφο στο κόμμα αυτό έχουν γραφτεί πολλά. Η ανάλυση δείχνει, όμως, ότι μεγάλο ποσοστό αυτών των στρωμάτων τη ψήφισε – πάνω από το 20%. Επίσης: στο Κερατσίνι ζουν ή ψηφίζουν και εργοδότες – όχι μόνο εργάτες) και από το Καμένο (αν και μάλλον λιγότερο από τη ΧΑ). Η υπερψήφιση αυτών των κομμάτων αποτελεί (εκτός των άλλων) και ένδειξη αυτής της αιώρησης, της παλάντζας των ανώτερων («από τη μέση και πάνω») μικροαστικών στρωμάτων (τον καμένο ψήφισαν πιο «αποφασισμένα» – και χαμηλότερα –  αντιμνημονιακά κομμάτια των μικροαστών).

Γι αυτό τα κόμματα αυτά μπορούν εύκολα να αλλάξουν μεριά. Τα δύο αυτά κόμματα (δε θέλω – προφανώς – να ταυτίσω τους μικροαστούς δημοκράτες της ΔΗΜΑΡ με τους μεταμοντέρνους φασίστες της ΧΑ, για εκπροσωπήσεις μιλάμε εδώ) παίζουν διασπαστικό ρόλο στο εσωτερικό του υπό διαμόρφωση λαϊκού μπλοκ. Η δε Χ. Αυγή, προβοκατόρικο. Αποτελεί, ουσιαστικά, την 5η φάλαγγα του συστήματος στο εσωτερικό του αντιμνημονιακού και – κατά συνέπεια – του υπό διαμόρφωση λαϊκού μπλοκ. Κι ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται. Η απελευθέρωση, πάντως, των φυλακισμένων σε αυτό το μόρφωμα εργατών από τους «καθοδηγητές» τους (που ουσιαστικά είναι και τα αφεντικά τους) θα χρειαστεί μια κάποια προσπάθεια. Σε κάθε περίπτωση, η όξυνση των προβλημάτων (και της ταξικής πάλης) θα ξεκαθαρίσει την ήρα από το στάρι.

Το ξεπέρασμα των αντιθέσεων

Η επίλυση των αντιθέσεων στους κόλπους του λαού είναι μια πολύ λεπτή και σοβαρή υπόθεση. Ουσιαστικά μιλάμε εδώ για το πώς η εργατική τάξη μπορεί να πάρει με το μέρος της τα μεσαία και κατώτερα μικροαστικά στρώματα. Για το πώς η εργατική τάξη θα χτίσει εκείνες τις συμμαχίες που θα την οδηγήσουν στην εξουσία.

Πως, όμως, μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Με ποιόν τρόπο η εργατική τάξη μπορεί να πάρει με το μέρος της τα στρώματα αυτά (ή τουλάχιστον να τα ουδετεροποιήσει); Μήπως φτάνει απλά να διαφωτίσει αυτά τα στρώματα, να τους πει ότι δεν έχουν μέλλον στον καπιταλισμό και να τα καλέσει να την ακολουθήσουν; Όχι, δεν φτάνει αυτό. Για να πάρει η εργατική τάξη (και η αριστερά, που υποτίθεται ότι την καθοδηγεί) με το μέρος της αυτά τα στρώματα πρέπει να ικανοποιήσει μέρος των αιτημάτων τους, να υιοθετήσει στο πρόγραμμα της μέτρα και ρυθμίσεις ευνοϊκές γι αυτά. Σήμερα, ένα αίτημα που θα μπορούσε να συγκινήσει και να κινητοποιήσει αυτά τα στρώματα είναι η διαγραφή των χρεών προς τις τράπεζες. Μαζί με αυτό, η κατάργηση των χαρατσιών. Είπαμε ότι η καταστροφή μεγάλων κομματιών αυτών των  στρωμάτων  (ιδίως τα παραδοσιακών) είναι αναπόφευκτη από την ίδια την ιστορική εξέλιξη, από τους ίδιους τους νόμους της κίνησης του καπιταλισμού. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι οι άνθρωποι αυτοί πρέπει να μπουν στη φυλακή, να χάσουν το σπίτι τους ή να αυτοκτονούν επειδή δεν μπορούν να  ταΐσουν τα παιδιά τους. Επίσης, τέτοιου είδους αιτήματα ταιριάζουν «γάντι» με το μεταβατικό πρόγραμμα μιας αριστερής εργατικής κυβέρνησης, αλλά και με τα αιτήματα και των ίδιων των εργαζομένων.

Ένα πρόγραμμα (πέστε το αντικαπιταλιστικό, μεταβατικό ή όπως αλλιώς γουστάρετε – η «μάχη της λέξης» δεν έχει τόση σημασία εδώ)  σαν κι αυτό που έχει λανσάρει (ή υιοθετήσει) η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η μειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και το ΚΚΕ (αποσπασματικά), μπορεί πολύ εύκολα να το ακολουθήσουν και αυτά τα στρώματα (το γιατί αυτό το πρόγραμμα χάθηκε «στη μέση του δρόμου» είναι μια άλλη ιστορία), αρκεί να εμπλουτιστεί με μέτρα ανακούφισης των μεσαίων κατώτερων στρωμάτων της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης. Σαν ανταπόδοση για τη σωτηρία και την προστασία που προσέφεραν οι εργαζόμενοι στους μικροαστούς, θα απαιτήσουν από αυτούς (αλλά και θα τους επιβάλουν)  να σέβονται τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, να εκπληρώνουν στο ακέραιο τις υποχρεώσεις τους στους (όποιους και όσους) εργαζόμενους τους και να μην γδέρνουν τους πελάτες τους. Αργότερα θα τους προτρέψουν να οργανωθούν σε συνεταιρισμούς κλπ. Έτσι κι αλλιώς, πολλοί μικροαστοί θα προτιμήσουν να μεταπηδήσουν στην τάξη των εργαζομένων όταν δουν τα αποτελέσματα της ανασυγκρότησης της παραγωγής. Αλλά πήγαμε μακριά.

Η υιοθέτηση από το εργατικό κίνημα και την αριστερά ορισμένων αιτημάτων (αναφέραμε ένα – δύο μόνο, αλλά υπάρχουν κι άλλα – αιτήματα ανακούφισης των αγροτών κλπ) των μεσαίων και χαμηλότερων στρωμάτων την μικροαστικής τάξης είναι ένας τρόπος επίλυσης των αντιθέσεων ανάμεσα στο μπλοκ του λαού, ένας τρόπος σύναψης συμμαχιών.  Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι. Η δουλειά στις γειτονιές και η παρέμβαση στους ανέργους μπορούν να βοηθήσουν κι εδώ. Μην ξεχνάμε ότι η ανεργία πλήττει και τις μικροαστικές οικογένειες (οι μικροαστοί στην ελλάδα σπούδαζαν τα παιδιά τους για να γίνουν εργαζόμενοι. Τώρα τα παιδιά αυτά είναι άνεργα. Πόσο να βοηθήσουν στο μαγαζί, και τι μεροκάματο να βγάλουν απ’ αυτό). Επίσης, τι θα γίνει με όλους αυτούς που κλείνουν τις δουλειές τους; Θα παίρνουν επίδομα ανεργίας, και πόσο; Σε κάθε περίπτωση, οι άνεργοι μπορεί να λειτουργήσουν ως συγκολλητική ουσία και ανάμεσα στην εργατική και στην μικροαστική τάξη.  

Το ζήτημα της μετανάστευσης αποτελεί και αυτό ένα σημείο τριβής μεταξύ των εργαζομένων και των παραδοσιακών μικροαστών. Η επίδειξη αμφίπλευρης αλληλεγγύης μπορεί να μετριάσει και αυτή την αντίθεση.  

Υπάρχει και μια άλλη αντίθεση στου κόλπους του λαού. Μια περίεργη αντίθεση. Είναι η αντίθεση μεταξύ συνταξιούχων (περισσότερο ή λιγότερο ηλικιωμένων) και νέων εργαζομένων (ή ανέργων). Προτού βιαστείτε να με κατηγορήσετε ότι αναπαράγω ψυχολογιστικές ερμηνείες τύπου «χάσματος των γενεών»,  σπεύδω να σας διαβεβαιώσω ότι οι αντιθέσεις αυτές έχουν υλική βάση. Είναι αντιθέσεις ανάμεσα στα ανώτερα και στα κατώτερα στρώματα της εργατικής τάξης και των εργαζομένων. Οι συνταξιούχοι είναι οι ευνοημένοι από το παλιό κοινωνικό συμβόλαιο. Συγκρίνουν το νεανικό παρελθόν τους (τη φτώχια που βίωσαν) με το σήμερα και βγάζουν το συμπέρασμα ότι και σήμερα είναι σε καλύτερη θέση απ’ ότι πριν από 30 ή 40 χρόνια. Φοβούνται να μην ξαναγυρίσουν εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν, τρέμουν. Γι αυτό και είναι ιδανικά αντικείμενα εκβιασμού από την εξουσία. Δεν εμπιστεύονται ούτε τις δικές τους δυνάμεις (τα γηρατειά βλέπετε). αλλά ούτε και αυτές των παιδιών τους. Η στάση των συνταξιούχων αποτελεί (όσο κι ακούγεται υπερβολικό) παράγοντα (δευτερεύοντα βέβαια)  ανασχετικό στην πορεία ανάπτυξης του κινήματος. Και δεν είναι ασήμαντο (αριθμητικά) κομμάτι της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.  

Αυτή η περίεργη αντίθεση θα επιλυθεί, έτσι κι αλλιώς, από μόνη της. Με το χρόνο. Είτε η χειροτέρευση των όρων ζωής των δικών τους, των παιδιών τους και των εγγονιών τους θα τους διαλύσει τις αυταπάτες, είτε δε θα τους προλάβει το … «μοιραίο» (ο «αμείλικτος χρόνος») προτού προλάβουν να δουν αυτήν την περαιτέρω χειροτέρευση. Και τώρα όμως, η αριστερά και το κίνημα μπορούν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη τους.  Πως; Προβάλλοντας αιτήματα (και υιοθετώντας μέτρα) ανακούφισης αυτών και των (άνεργων) παιδιών τους. Επίσης, οι άνεργοι θα μπορούσαν να αναλάβουν (και εδώ) δράση. Κάποιες κινήσεις και κινητοποιήσεις συμπαράστασης  προς τους συνταξιούχους θα μπορούσε να ήταν ένα πρώτο βήμα. Αιτήματα του τύπου: «καμία περαιτέρω μείωση συντάξεων (ή και ανάλογη αύξηση) στους συνταξιούχους με άνεργα παιδιά» ή «ενσωμάτωση του επιδόματος ανεργίας στις συντάξεις» ή «καταβολή του επιδόματος ανεργίας στους ανέργους για όσο χρόνο χρειαστεί», θα μπορούσαν να συμβάλλουν σε μια τέτοια κατεύθυνση.
 Θα μου πείτε: «πολλή μανία με αυτά τα αιτήματα ρε παιδάκι μου! Δεν είναι ενσωματώσιμα όλα αυτά;». Δεν υπάρχουν μη ενσωματώσιμα αιτήματα. Το τι είναι ενσωματώσιμο ή επαναστατικό κρίνεται στην συγκυρία. Επαναστατικό είναι εκείνο το αίτημα που ενώνει και κινητοποιεί τις μάζες. Τα υπόλοιπα είναι κουραφέξαλα.
 

Αντιμνημονιακή αριστερά και δεξιά

Γιατί υπάρχει αντιμνημονιακή δεξιά; Αφού η δεξιά υποστηρίζει το κεφάλαιο και την εκάστοτε «καθεστηκυία τάξη», πως είναι δυνατόν πρόσωπα και κόμματα  από αυτόν τον πολιτικό-ιδεολογικό χώρο να έρχονται σε ρήξη με το «καθεστώς» που μέχρι πριν λίγο καιρό ακολουθούσαν ευλαβικά; Έχουμε, άραγε, να κάνουμε εδώ με ένα «κόλπο» του «συστήματος», το οποίο «έστησε» με τεχνητό τρόπο κάποια πολιτικά «μαγαζιά» (αναχώματα) για να μην πάει ο κόσμος στην  αριστερά; Ή μήπως έχουμε να κάνουμε με την ανάδυση (και εξαιτίας της κρίσης) μιας μικροαστικής (σχετικά αυτόνομης από την αστική τάξη) εθνικιστικής, αντιευρωπαϊκής και φασιστικής αντικαπιταλιστικής δεξιάς;  Τίποτε από αυτά τα δύο. Αν και εμπεριέχουν (τέτοιου είδους ερμηνείες) κάποιους κόκκους αλήθειας, δεν αποτυπώνουν την ουσία του ζητήματος.

Αντιμνημονιακή δεξιά έχουμε γιατί έχουν οξυνθεί (εξαιτίας της κρίσης) οι αντιθέσεις στο εσωτερικό της ίδιας της αστικής τάξης. Ναι, έχουμε να κάνουμε και με στρώματα μικροαστικά, τα οποία παραδοσιακά στήριζαν τη δεξιά και τα οποία δυσκολεύονται να πάνε προς τα αριστερά. Δεν δημιούργησαν, όμως, αυτά την αντιμνημονιακή δεξιά, ούτε ηγεμονεύουν σ’ αυτή. Είναι κομμάτια, μερίδες, στρώματα της αστικής τάξης που πλήττονται και δυσανασχετούν από την εφαρμοζόμενη (μνημονιακή) πολιτική, εκείνα τα οποία την στήριξαν, τη χρηματοδότησαν και την προώθησαν (έστω και έμμεσα – «κάτω από το τραπέζι»). Ναι, χρειάζεται να εντοπισθούν και να προσδιοριστούν με ακρίβεια οι μερίδες και τα στρώματα της αστικής τάξης που στηρίζουν ή/και αναζητούν μια εναλλακτική σε σχέση με το μνημόνιο (ακόμα – ακόμα σε σχέση και με την ίδια την ΕΕ) πολιτική και στρατηγική (βιομηχανικό κεφάλαιο, επιχειρηματίες εμπλεκόμενοι με το (παρ) εμπόριο και την παραοικονομία, τμήματα του εφοπλιστικού κεφαλαίου, μεσαία αστικά στρώματα κλπ).

Η ουσία όμως δεν είναι αυτή. Η ουσία είναι το ότι η αστική τάξη αρχίζει να διασπάται, ότι οξύνονται οι ενδοαστικές αντιθέσεις. Και το ερώτημα που μπαίνει εδώ είναι το εξής: Είναι οι   ενδοαστικές αντιθέσεις (και η όξυνση τους) αδιάφορες για την αριστερά και για το κίνημα; Όχι, δεν είναι. Προφανώς, προφανέστατα, δεν είναι. Αντίθετα, η αριστερά πρέπει να εκμεταλλεύεται, να παρεμβαίνει, να οξύνει περαιτέρω αυτές τις αντιθέσεις.  Πως μπορεί να το κάνει αυτό, αποφεύγοντας ταυτόχρονα να μετατραπεί σε «ουρά» κάποιας αστικής παράταξης (της αντιπολιτευόμενης συνήθως); 

Το πρώτο που έχει να κάνει, είναι να επιλέξει τον «κύριο εχθρό». Δεν μπορεί, δεν πρέπει η αριστερά και το εργατικό-λαϊκό κίνημα να «χτυπάνε» ταυτόχρονα τους πάντες (κέντρο, δεξιά, άκρα δεξιά, μνημονιακούς – αντιμνημονιακούς κλπ). Ο κύριος αντίπαλος σήμερα είναι οι μνημονιακοί και οι πιο επιθετικές μερίδες του κεφαλαίου. Εκεί πρέπει να συγκεντρωθεί η δύναμη πυρός. Μετά, αφού αναδείξει και αποκαλύψει στα μάτια των παρασυρμένων εργατών και φτωχό-μεσαίων μικροαστών τις αντιφάσεις των αντιπολιτευόμενων, πρέπει να επιχειρήσει να διασπάσει την παράταξη τους (την ήδη χειμαζόμενη από αντιπαραθέσεις και φαγωμάρες). Να περιφρουρήσει την ενότητα του εργαζόμενου λαού διασπώντας τους διασπαστές. Αυτό μπορεί να γίνει ακόμα και με κάποια συμφωνία με κομμάτια ή και με μεμονωμένους κλάδους ή και επιχειρηματίες (αφού πρώτα επιχειρηθεί να αποσπαστούν από τον έλεγχο αυτών των κομμάτων οι εργαζόμενοι και τα φτωχά λαϊκά στρώματα που τους στηρίζουν –τα οποία δεν πρέπει να  χαρίζονται στη δεξιά). Το κλείσιμο συμφωνιών με αστούς πολιτικούς (ή και μεμονωμένους επιχειρηματίες) δεν είναι απαράδεκτο από θέση αρχής για τους κομμουνιστές. Αρκεί να γίνεται προς όφελος του κινήματος και υπό όρους. Έτσι κι αλλιώς, την αστική τάξη δεν πρόκειται να την ξεφορτωθούμε (ως τάξη, όχι ως φυσικά πρόσωπα – αυτά τα θέλουμε μαζί μας σε μια κοινωνία συνεργαζόμενων προσώπων, σε μια κοινωνία ελεύθερα συνεταιριζόμενων και συνεργαζόμενων ελεύθερων ανθρώπων) οριστικά μονάχα αν επικρατήσει ο σοσιαλισμός σε διεθνές επίπεδο.

 Όλα αυτά που αναφέρονται εδώ μπορεί να  ακούγονται ξενέρωτα ή ρεφορμιστικά. Αν θέλεις, όμως, να δώσεις την εξουσία στο λαό και την εργατική τάξη, έτσι πράττεις. Τα υπόλοιπα είναι αριστερίστικες φαντασιώσεις. Το ζήτημα εδώ, κατά βάθος, είναι το εξής: Θέλει η αριστερά να κάνει πολιτική ή όχι. Θέλει η αριστερά να βοηθήσει (και να πείσει) την εργατική τάξη να πάρει την εξουσία ή όχι.

Οι αντιθέσεις μεταξύ αριστεράς και δεξιάς στους κόλπους του αντιμνημονιακού μπλοκ είναι η πολιτική έκφραση των αντιθέσεων μεταξύ των ανώτερων στρωμάτων της μικροαστικής τάξης, από τη μια, και του εργαζόμενου λαού, από την άλλη. Και, επίσης, η «εσωτερίκευση» των αντιθέσεων της ίδιας της αστικής τάξης μέσα στο μπλοκ του λαού.  Η πάλη για την ηγεμονία μέσα στο αντιμνημονιακό μπλοκ θα κρίνει (σε μεγάλο βαθμό) το κατά πόσο θα συγκροτηθεί μια νέα μεγάλη λαϊκή συμμαχία. Θα κρίνει, επίσης, και την κατεύθυνση στην οποία θα κινηθεί η χώρα μετά (αυτό δεν αφορά μονάχα τις αντιθέσεις αριστεράς – δεξιάς, αλλά και τις αντιπαραθέσεις μέσα στην ίδια την αριστερά).
Σαν συμπέρασμα

Ο κατακερματισμός, η πολυδιάσπαση, η έλλειψη αποφασιστικότητας, οι παλινωδίες και η απουσία σαφούς (σε χοντρές γραμμές έστω) πολιτικού σχεδίου για την « επόμενη μέρα» τόσο από τις λαϊκές δυνάμεις όσο και από τους πολιτικούς τους εκφραστές ήταν οι βασικοί παράγοντες που οδήγησαν στην αποτυχία της 17ης Ιούνη. Από δω και πέρα προέχει η επίτευξη και η περιφρούρηση της ενότητας του εργαζόμενου λαού. Αυτό είναι το πρωταρχικό καθήκον της αριστεράς. Αλλά πραγματική ενότητα δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς μια ηγεσία αποφασισμένη να προχωρήσει σε ρήξης. Γι αυτό, η  υιοθέτηση ενός ξεκάθαρου πολιτικού σχεδίου για την επόμενη μέρα είναι ένα εντελώς κρίσιμο στοιχείο [Εδώ βασικό ρόλο θα παίξει το αν και κατά πόσο θα υιοθετηθεί μια καθαρή θέση για το ευρώ και την ΕΕ]. Μην ξεχνάμε ότι η μάχη δίνεται για το πρόσημο της επόμενης μέρας. Για το τι κατεύθυνση θα πάρει η χώρα (και ίσως όχι μόνο η δικιά μας χώρα) στο μέλλον. Τα μνημόνια βαδίζουν προς το τέλος τους. Το ίδιο και η «ευρωπαϊκή περιπέτεια» της άρχουσας τάξης  της χώρας. Το στοίχημα παίζεται στο πως θα γίνει η μετάβαση στο πως (και από ποιόν) θα ελεγχθεί, στο ποιος (ποιες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις) θα έχει την πρωτοβουλία την επόμενη μέρα.  


0 απαντήσεις στο “ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΛΑΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ”

  1. Επίσης φίλε Καμπέρη, με 1.500.000 ανέργους και το λαό να πεινάει, ε, εσύ τι λές η γειτονιά ως χώρος παρέμβασης δεν αναβαθμίζεται θεαματικά;

    Εγώ απαντώ σαφώς ΝΑΙ!! Και σε ισοτιμμία με την εργατική δουλειά στους κλάδους οκ;;

    Η εργατίστικη αντίληψη δεν βοηθά.

  2. Κώστα Καμπέρη δεν κατάλαβες τι θέλει να πει το άρθρο:

    1. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει μια τραγική ανεπάρκεια: Είναι μια κινηματίστικη δύναμη και ως τέτια, αρνείται να απαντήσει θετικά στο ζήτημα του μετώπου πολιτικών δυνάμεων με καρδιά το μεταβατικό πρόγραμμα και της ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ αυτού. ΑΥΤΟ λέει το άρθρο.

    2. ΤΟ ΚΚΕ είναι μια βαθιά σεχταριστική δύναμη, που πρωτίστως την ενδιαφέρει το να σώσει τον κομματικό μηχανισμό, αδιαφορώντας ουσιαστικά για την τύχη της εργατικής τάξης στην Ελλάδα. Και συμφωνώ με αυτή την διαπίστωση.

    3. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ρεφοσμιστική δύναμη, η οποία όμως δεν αντιμετωπίζεται ούτα από το σημερινό ΚΚΕ με ΑΥΤΗ την αντίληψη, ούτε από τη σημερινή ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

    Αυτά επισημαίνει το άρθρο όσον αφορά την κριτική στην Αριστερά. Και συμφωνώ με αυτές τις θέσεις.

  3. ελπιζω να μη σας απασχολω με ανιαρο τροπο

    πραγματικα καταπλήσσομαι πως το site αυτο που πλουραλιστικά αλλα σταθερά επναστατικά προσπαθει να συμβαλει στον προβληματισμο για μια επαναστατική αριστερα, μας ρίχνει κατα πρόσωπα ενα σεντονι φλυαριων χωρις υπογραφή

    το κειμενο ειναι κυριολεκτικα παιδαριωδες

    θεωρω νομιμο και πιο γονιμο αν είναι να συζητησουμε για απόψεις ρεφορμιστικές και μεταρρυθμιοστικές να μπαινουν εδω κειμενα συντροφων από το ΣΥΡΙΖΑ που εχουν καποια συγκροτηση και οχι αρλούμπες

    τι μας λεει το ανυπογραφο αρθρο?

    οτι το κεντρο ειναι η γειτονια με ολιγη από χώρους δουλειας?

    οτι το υποκείμενο είναι οι ανεργοι με ολιγη από τεμαχισμένη εργατική τάξη?

    οτι το η απόδειξη ότι ένα πρόγραμμα είναι πραγματι ”μεταβατικό” είναι να μην είναι …επαναστατικό? ανωνυμε, μεταβατικό απο που προς που? για πιο σκοπο?

    οτι πετυχημένη εφαρμογή του ”ενιαιου μετωπου” ειναι να ειναι μετωπο με τος αστικες και μικροαστικές δυναμεις? ωραιος αναποδος σταλινισμος του ”σοσιαλφασισμου”!!

    οτι ο συριζα θα γινει αροστερός αν γραφουν πολλά μελη? ο φιλος μας άραγε έτρεξε να γραφει για να βοηθησει? εγραψε και αλλους? αν ειναι σωστο πρεπει να το κανει…

    οτι η ανταρσυα θα ξε-σεχταριστεί αν γραψει μελη, που τωρα υποτίθεται πως απαγορευεται να γραφει αν δεν ειναι σε συνιστωσες? μα τι ογκολιθος σκέψης ειναι αυτός?

    οτι το προβλημα της αριστεράς είναι ο σεχταρισμός τελικά? που βεβαια για να γιατρευτει πρεπει να ριχνουμε και κανενα αναθεμα στο ρεφορμισμο!! α ρε κουβελη μαγκας φίλε μου και εγω νομιζα θα σε παρουν με τις πετρες!

  4. φώτη ζερβέ, μάλλον εσύ είσαι αγράμματος και δεν σκαμπάζεις γρυ από ταξική πάλη και απο μαρξισμό κα ιγράφεις αυτές τις χυδαιότητες.

    Μια χαρά είναι το κείμενο του συντρόφου, κα ιβάζει μια σειρά σοβαρά ερωτήματα, που ΕΣΥ δεν θέλεις και δεν ξέρεις να απαντήσεις!

  5. υπάρχει κανείς που υπογραφει αυτο το κειμενο της ακατασχετης φλυαριας?

  6. Μια πρωτη αντιδραση, για να μη νομιζει ο “συντροφος” οτι υπαρχουν ακομα αγωνιστες κατα του καπιταλισμου και ιμπεριαλισμου που τρωνε κουτοχορτο…

    Δεν νομιζω οτι καποιος απο την ακαδημαικη αριστοκρατια του ευρω-ιμπεριαλισμου που φωλιαζουν στον ΣΥΡΙΖΑ θα περνουσε καλυτερα την γραμμη-διαβρωση που προωθει ο ΣΥΡΙΖΑ ειδικα να “πλευρισει” την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και να απομονωσει τους κομμουνιστες.

    Η πρωτη αποκαλυψη ειναι η μπαρουφα οτι ο ΣΥΡΙΖΑ βαζει την τακτικη πανω απο την στρατηγικη του. Κουβεντα για το οτι ΟΛΟΙ (και ο ΣΥΡΙΖΑ) προσπαθουν να υποταξουν την πρωτη στην δευτερη. Και ποια ειναι η στρατηγικη του ΣΥΡΙΖΑ, της πιο ενθερμης, μορφωμενης, και πονηρης συνιστωσας της αυτοκρατοριας του εωρω-χρηματιστικου κεφαλαιου; Συνεπως οποιος επαναστατης ΑΙΣΘΑΝΕΤΑΙ τον ΣΥΡΙΖΑ συμμαχο ειναι πολιτικα η ηλιθιος η βαλτος.

    Τι λεει ο “συντροφος”; Επικεντρωση στου ανεργους, στις γειτονιες, διαγραφη του χρεους των τραπεζων, “αλληλεγγυη”, δηλ. το προγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ.

    Η κοινωνια του “συντροφου” συνοψιζεται στο να χλευαζει αυτους που νομιζαν οτι η Σοβιετικη Ενωση ηταν σοσιαλιστικη–οχι απο ενα σημειο και μετα (κροστανδη για τους αναρχικους, 1924 για τους “αυθεντικους” τροτσκιστες, 1929 για τους κλιφικους/μπουχαρινικους, 1936, 1956, κλπ) αλλα ΠΟΤΕ. Δηλαδη ο “συντροφος” ειναι η αστος η αγγραματος, η…βαλτος.

Γράψτε απάντηση στο Κώστας Καμπέρης Ακύρωση απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *