Το κράτος θα κόβει τον κατώτατο μισθό

Συλλογικές συμβάσεις

του Μάκη Γεωργιάδη

Μέσα από τον κυκεώνα των αντεργατικών μέτρων που συνεπάγεται η πολιτική των μνημονίων, ένα από τα ζητήματα στρατηγικής σημασίας για τη διαιώνιση της καπιταλιστικής κερδοφορίας είναι το ζήτημα του κατώτερου μισθού και των συλλογικών συμβάσεων εν γένει.

Η κυβερνητική επιλογή μέσω της αναγγελίας της προώθησης νόμου ο οποίος θα προβλέπει τον καθορισμό του κατώτερου μισθού ως αποκλειστική νομοθετική αρμοδιότητα της εκάστοτε κυβέρνησης, αναδεικνύει το εύρος και τη βιαιότητα της μεταβολής των εργασιακών σχέσεων στο πλαίσιο ενός νέου εργασιακού μεσαίωνα.  Η κατοχύρωση με νόμο του κατώτερου μισθού αναιρεί πλέον κάθε έννοια συλλογικής διαπραγμάτευσης και ανοίγει μια σειρά από σοβαρά ζητήματα που χρήζουν άμεσης εργατικής απάντησης.

Η προωθούμενη νομοθετική πρωτοβουλία του υπουργείου Εργασίας, η οποία είναι σε σύμπνοια με τις απαιτήσεις της ελληνικής ολιγαρχίας αλλά και της τρόικας, διευρύνει το πλέγμα των διαρθρωτικών αλλαγών στην αγορά εργασίας που έχουν ως στόχο την κονιορτοποίηση εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων σε συνδυασμό με την τρομακτική συμπίεση του εργατικού κόστους προς όφελος των καπιταλιστών.

Η επικείμενη νομοθετική παρέμβαση της μνημονιακής κυβέρνησης έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά νομοθετικών εκτρωμάτων από την απελευθέρωση των απολύσεων και τη μείωση των αποζημιώσεων, μέχρι την επέκταση της δοκιμαστικής περιόδου των νέων εργαζομένων σε μία εταιρεία και τις προωθούμενες «ειδικές οικονομικές ζώνες».  Ποιος είπε ότι η κρίση δεν είναι ευκαιρία; Στο όνομα της δημοσιονομικής προσαρμογής, της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας καταργούνται μέσα σε ελάχιστες νύχτες κοινοβουλευτικών πραξικοπημάτων κατακτήσεις και αφαιρούνται δικαιώματα για τα οποία έχει χυθεί αίμα.

Το αστικό μπλοκ εξουσίας έχει αδράξει από τα μαλλιά την ευκαιρία και τακτοποιεί τους λογαριασμούς του με το εργατικό κίνημα, προετοιμάζοντας ένα μέλλον κόλαση για τους νεότερους αλλά και τους παλιότερους εργαζόμενους.  Σε πρακτικό επίπεδο, η επιχειρούμενη διαμόρφωση του κατώτερου μισθού με νομοθετική κυβερνητική πράξη δεν επηρεάζει μόνο το ύψος των απολαβών, οι οποίες από 589 ευρώ μεικτά σήμερα μπορούν να κατρακυλήσουν κοντά στα 500 ευρώ. Είναι προφανές ότι θα επηρεάσει όλα τα μισθολογικά κλιμάκια, καθώς δρομολογείται ταυτόχρονα η κατάργηση των ωριμάνσεων και της προϋπηρεσίας, η πλήρης απάλειψη επιδομάτων ακόμη και η περίοδος της άδειας. Σε συνδυασμό με την επιδιωκόμενη αύξηση των ωρών εργασίας και την πλήρη απελευθέρωση των ωραρίων, η κατάσταση στην αγορά εργασίας προσεγγίζει περισσότερο τα τέλη του 19ου αιώνα, παρά τις αρχές του 21ου.

Παράλληλα, όλοι αυτοί οι σχεδιασμοί επιχειρούν να πλήξουν θανάσιμα και να βάλουν ταφόπλακα σε όλες τις εκφάνσεις του συνδικαλιστικού κινήματος και ιδιαίτερα βεβαίως πλήττουν τη ρεφορμιστική εκείνη πτέρυγα η οποία θα απολέσει κάθε ρόλο και λόγο επί της κατοχυρωμένης έως σήμερα συλλογικής διαπραγμάτευσης.  Όλα αυτά ασχέτως της κριτικής που μπορεί να ασκήσει κανείς στις συμβιβασμένες και γραφειοκρατικές συνδικαλιστικές ενώσεις και το παρωχημένο τους περιεχόμενο, πλήττουν καίρια και βαθύτατα το εργατικό κίνημα στο σύνολό του, αφαιρώντας κάθε δυνατότητα διαπραγμάτευσης έστω και για μικρά βήματα βελτίωσης στη ζωή των ανθρώπων της εργασίας. Με το συνδικαλιστικό και συνολικά το εργατικό κίνημα και την επίσημη ηγεσία του να είναι πίσω από τις ανάγκες της εποχής, οι σχεδιαζόμενες αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις επιφυλάσσουν για συνδικάτα, τις κλαδικές ενώσεις και τις συνομοσπονδίες το ρόλο συντεχνιακών ομάδων αλληλοβοήθειας και εμπέδωσης της φτώχειας στις γραμμές της εργατικής τάξης σαν φυσικό φαινόμενο. Λες και δεν έχουν περάσει εκατό και πλέον χρόνια από τότε που το εργατικό κίνημα έκανε τα πρώτα του σημαντικά βήματα στην Ελλάδα και οι κυβερνήσεις και τότε με την καταστολή και την ωμή βία επιχειρούσαν περίπου τα ίδια με σήμερα, σε ένα κίνημα που εκ των πραγμάτων τότε δεν είχε την απαιτούμενη εμπειρία και οργάνωση. Υπό αυτήν την έννοια, το ΚΚΕ που επισήμανε εξ αρχής το ζήτημα και το ανέδειξε, θέτει σωστά το ζήτημα ότι οι αμυντικοί αγώνες στις σημερινές συνθήκες της οξείας καπιταλιστικής κρίσης δεν έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα αλλά αντιθέτως μετατρέπονται σε επιθετικό όπλο στα χέρια του αντιπάλου.

Φυσικά, από την άλλη πλευρά η απάντηση δεν μπορεί να είναι μίνιμουμ απαιτήσεις στη λογική ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, με επιδοματικό χαρακτήρα ή μια δίκαιη αναδιανομή πλούτου στο πλαίσιο του καπιταλισμού, που ευαγγελίζονται η σοσιαλδημοκρατία και ρεύματα του ρεφορμισμού. Είναι λοιπόν κομβικής σημασίας ζήτημα για την εργατική τάξη να δώσει άμεση πολιτική απάντηση συνδεδεμένη με οραματική προοπτική.  Ωστόσο, παραμένει το μέγα ζητούμενο και το μέγα καθήκον για το εργατικό κίνημα στις μέρες μας να θέσει με επαναστατικό τρόπο τα ζητήματα και να δώσει τις απαραίτητες απαντήσεις και στα ζητήματα εξουσίας.

Σε συνθήκες υποχώρησης και δραματικής υποταγής των επίσημων συνδικαλιστικών ηγεσιών, μπροστά μας είναι το τιτάνιο έργο της ριζικής επαναστατικής αναδιοργάνωσης του συνδικαλιστικού και ταυτόχρονα του εργατικού κινήματος. Με την ανάδειξη των νέων πρωτοποριών και την ταυτόχρονη μαζικοποίηση και αμεσοδημοκρατική συγκρότηση των σωματείων και των συνδικάτων, με την ανάδειξη νέων οργάνων πάλης και εφ’ όλης της ύλης πρόγραμμα για την εργατική απάντηση στην καπιταλιστική κρίση. Όμως αυτό δεν θα είναι εφικτό όσο αναπαράγονται τα παλιά μοντέλα της αντιπροσώπευσης και της συμβιβαστικής λογικής, του σεχταρισμού ή της αγκύλωσης που δυστυχώς δεν διατρέχουν μόνο το ΣΥΡΙΖΑ ή το ΚΚΕ, αλλά και πολλά τμήματα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.

Η εποχή απαιτεί υπερβάσεις, όχι για το καλό του ενός κόμματος ή την επιβίωση του άλλου, αλλά γιατί πραγματικά αν περάσει το πισωγύρισμα, τότε οι προοπτικές συνολικά για την εργατική τάξη θα είναι εξαιρετικά δυσοίωνες.

 

Πηγή: ΠΡΙΝ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *