Βιβλιοπαρουσίαση της “18ης Μπρυμαίρ¨του Κ. Μαρξ από ΚΟΚΚΙΝΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ στις 15 Δεκέμβρη

“Η επανάσταση είναι όμως ριζική. Βρίσκεται ακόμα στο πέρασμά της από το καθαρτήριο πυρ. Εκτελεί μεθοδικά το έργο της. Ολοκληρώνει πρώτα την κοινοβουλευτική εξουσία για να μπορεί να την ανατρέψει. Και τώρα που το έχει κατορθώσει αυτό, ολοκληρώνει την εκτελεστική εξουσία, την περιορίζει στην πιο καθαρή της έκφραση, την απομονώνει, τη βάζει απέναντί της, σα μοναδικό στόχο για να συγκεντρώσει πάνω της όλες τις δυνάμεις καταστροφής. Και όταν θα έχει  εκτελέσει το δεύτερο μισό του προπαρασκευαστικού της έργου, η Ευρώπη θα αναπηδήσει από τη θέση της και θα φωνάξει χαρούμενα: Καλά έσκαψες, γεροτυφλοπόντικα!”…

Καρλ Μαρξ ” Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη”

Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ,
ομάδα συζήτησης και παρέμβασης για το διεθνισμό και την εργατική εξουσία

σας καλεί

στην παρουσίαση του βιβλίου του Καρλ Μαρξ:

“Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη”
(κράτος έκτακτης ανάγκης, ή αλλιώς, όταν η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα)

Την παρουσίαση θα κάνει ο Ηλίας Παπαναστασίου, μέλος του ΣΥΡΙΖΑ Κέντρου Θεσσαλονίκης.

Η συζήτηση θα πραγματοποιηθεί το ΣΑΒΒΑΤΟ 15 Δεκέμβρη στις 7.30 μμ.
στο Στέκι Μεταναστών Θεσσαλονίκης (Ερμού 23 & Βενιζέλου, 1ος όροφος)

http://avantgarde.wordpress.com (Αθήνα)
http://redorchestra-salonica.blogspot.gr (Θεσσαλονίκη)

Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα του βιβλίου, ένα δείγμα γραφής αυτού, που μοιάζει τόσο επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε!

«Ενάντια στο συνασπισμό της αστικής τάξης συγκροτήθηκε ένας συνασπισμός από μικροαστούς και εργάτες, το λεγόμενο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Οι μικροαστοί έβλεπαν πως δεν είχαν αμειφθεί καλά ύστερα από τις μέρες του Ιούνη του 1848, έβλεπαν ότι κινδύνευαν τα υλικά τους συμφέροντα και έβλεπαν να διαμφισβητούνται από την αντεπανάσταση οι δημοκρατικές εγγυήσεις που θα τους εξασφάλιζαν την επιβολή των συμφερόντων τους. Γι’ αυτό πλησιάσανε τους εργάτες.
Από την άλλη μεριά, η κοινοβουλευτική τους εκπροσώπηση, οι ορεινοί, που είχαν παραμεριστεί στο διάστημα της δικτατορίας των αστών δημοκρατών, είχαν ξανακατακτήσει στο τελευταίο μισό της ζωής της συνταχτικής, τη χαμένη τους δημοτικότητα χάρη στην πάλη τους ενάντια στον Βοναπάρτη και τους βασιλικούς υπουργούς. Είχαν κλείσει συμμαχία με τους σοσιαλιστές αρχηγούς.  Το Φλεβάρη του 1849 πανηγύρισαν με συμπόσια τη συμφιλίωση. Καταρτίστηκε ένα κοινό πρόγραμμα. Ιδρύθηκαν κοινές εκλογικές επιτροπές και υποβλήθηκαν κοινοί υποψήφιοι. Από τις κοινωνικές διεκδικήσεις του προλεταριάτου αφαίρεσαν την επαναστατική τους αιχμή και τις έδωσαν μια δημοκρατική τροπή. Από τις δημοκρατικές διεκδικήσεις της μικροαστικής τάξης αφαίρεσαν την καθαρά πολιτική μορφή τους και έκαναν να ξεπροβάλλει η σοσιαλιστική τους αιχμή. Έτσι γεννήθηκε η σοσιαλδημοκρατία. Οι νέοι ορεινοί, το αποτέλεσμα αυτού του συνδυασμού, εκτός από μερικούς κομπάρσους που προέρχονταν από την εργατική τάξη και από μερικούς αιρετικούς σοσιαλιστές, περιλάβαιναν τα ίδια στοιχεία των παλιών ορεινών, αλλά σε μεγαλύτερο αριθμό. Στην πορεία όμως της εξέλιξης είχαν αλλάξει μαζί με την τάξη που αντιπροσώπευαν.
Ο ιδιόμορφος χαρακτήρας της σοσιαλδημοκρατίας συνοψιζόταν γι’ αυτό στο γεγονός ότι τους δημοκρατικούς-ρεπουμπλικανικούς θεσμούς δεν τους ζητούσαν σα μέσα για να καταργήσουν τα δύο αντίθετα άκρα, το κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία, αλλά για να χαλαρώσουν την αντίθεσή τους και για να τη μετατρέψουν σε αρμονία. Όσο διαφορετικά μέτρα κι αν προτείνονται για την πραγματοποίηση αυτού του σκοπού,  με όσο περισσότερο ή λιγότερο επαναστατικές έννοιες και αν τον στολίσουν, το περιεχόμενο μένει το ίδιο. Το περιεχόμενο αυτό είναι ο μετασχηματισμός της κοινωνίας με δημοκρατικό τρόπο, αλλά ένας μετασχηματισμός μέσα σε αστικά πλαίσια.
Δεν πρέπει όμως να κάνει κανείς τη στενοκέφαλη σκέψη ότι η μικροαστική τάξη θα ήθελε κατ’ αρχήν να επιβάλει ένα εγωιστικό ταξικό συμφέρον. Αντίθετα πιστεύει ότι οι ειδικοί όροι της απελευθέρωσής της είναι οι γενικοί όροι, που κάτω απ’ αυτούς μόνο είναι δυνατό να σωθεί η σύγχρονη κοινωνία και να αποφευχθεί η πάλη των τάξεων. Το ίδιο, δεν πρέπει κανένας να φαντάζεται ότι οι δημοκρατικοί αντιπρόσωποι είναι όλοι τους μαγαζάτορες ή ότι λαχταρούν να γίνουν μαγαζάτορες. Μπορεί εξαιτίας της μόρφωσής τους ή της ατομικής τους θέσης να απέχουν απ’ αυτούς όσο απέχει ο ουρανός από τη γη. Εκείνο που τους κάνει εκπρόσωπους των μικροαστών είναι ότι το μυαλό τους δε μπορεί να ξεπεράσει τα όρια που οι ίδιοι οι μικροαστοί δεν ξεπερνάνε στη ζωή και ότι συνεπώς σπρώχνονται θεωρητικά προς τα ίδια προβλήματα και τις ίδιες λύσεις , όπου το υλικό συμφέρον και η κοινωνική τους θέση σπρώχνει πρακτικά τους μικροαστούς. Αυτή είναι γενικά η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στους πολιτικούς και φιλολογικούς εκπροσώπους μιας τάξης προς την τάξη που εκπροσωπούν.
Η αστική τάξη ένιωθε τώρα την ανάγκη να ξεμπερδέψει με τους δημοκρατικούς μικροαστούς, όπως πριν από ένα χρόνο είχε ξεμπερδέψει με το επαναστατικό προλεταριάτο. Μόνο που η κατάσταση του αντιπάλου ήταν διαφορετική. Η δύναμη του προλεταριακού κόμματος βρισκόταν στους δρόμους, η δύναμη των μικροαστών μέσα στην ίδια την εθνοσυνέλευση. Έπρεπε λοιπόν να τους δελεάσει και να τους τραβήξει έξω από την εθνοσυνέλευση, στους δρόμους, και να τους αφήσει να σπάσουν οι ίδιοι την κοινοβουλευτική τους δύναμη προτού βρουν τον καιρό και την ευκαιρία να τη σταθεροποιήσουν. Οι ορεινοί έπεσαν καλπάζοντας με τα τέσσερα σε αυτή την παγίδα….

… Ένα είναι βέβαιο: οι δημοκράτες πιστεύουν στις σάλπιγγες που με τον ήχο τους γκρέμισαν τα τείχη της Ιεριχούς. Και κάθε φορά που βρίσκονται αντιμέτωποι με τα οχυρά του δεσποτισμού, προσπαθούν να επαναλάβουν το θαύμα. Αν οι ορεινοί ήθελαν να νικήσουν μέσα στο κοινοβούλιο, δεν έπρεπε να καλέσουν στα όπλα. Αν καλούσαν στα όπλα μέσα στο κοινοβούλιο, δεν έπρεπε να συμπεριφερθούν με κοινοβουλευτικό τρόπο στους δρόμους. Αν σκέφτονταν στα σοβαρά για ειρηνική διαδήλωση, ήταν ηλίθιο να μην προβλέψουν πως θα τους γίνονταν υποδοχή με τα όπλα. Αν πάλι αντιμετώπιζαν μια πραγματική μάχη, ήταν παράδοξο να καταθέσουν τα όπλα, που μ’ αυτά θα έπρεπε να δώσουν τη μάχη. Μα οι επαναστατικές απειλές των μικροαστών και δημοκρατικών αντιπροσώπων είναι απλές απόπειρες εκφοβισμού του αντιπάλου. Και όταν πια έχουν χωθεί μέσα στο αδιέξοδο, όταν έχουν εκτεθεί τόσο πολύ που είναι αναγκασμένοι να πραγματοποιήσουν τις απειλές τους, τότε αυτό το κάνουν με διφορούμενο τρόπο, με τέτοιο τρόπο που περισσότερο απ’ όλα αποφεύγει τα μέσα για την πραγματοποίηση του σκοπού και ψάχνει να βρει προσχήματα για να υποταχτεί. Το εισαγωγικό σάλπισμα που προαναγγέλλει τη μάχη, σβήνει σ’ ένα λιγόψυχο μουρμουρητό μόλις έρθει η ώρα ν’ αρχίσει η μάχη. Οι ηθοποιοί παύουν να παίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους και η δράση του έργου ατονεί ολότελα, σαν ένα φουσκωμένο μπαλόνι που το τσιμπούν με βελόνι»…

Κ. Μαρξ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *