«Ο Μεγάλος Δεκέμβρης»: Τα «κατορθώματα» των Άγγλων ιμπεριαλιστών στο Μετς, τη Γούβα και τον Αρδηττό

Συνεχίζουμε το αφιέρωμά μας στον κόκκινο Δεκέμβρη του 1944 με τρία ακόμη χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το συγκλονιστικό βιβλίο του Μενέλαου Λουντέμη «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης».

Ο γνωστός συγγραφέας, στο βιβλίο του αυτό περιγράφει λογοτεχνικά αλλά και με οργή τη μάχη των 33 ημερών, τη μάχη της Αθήνας, το πριν και το μετά της. Το βιβλίο γράφτηκε φορτισμένα, στη φωτιά των γεγονότων και του αγώνα. Ολοκληρώθηκε στις 16 Νοέμβρη του 1945. Μπορείτε να δείτε σχετικά και εδώ.

 

Γιατί οι Εγγλέζοι βομβάρδιζαν τον Αρδηττό

Ο Αρδηττός δεν είχε κανένα λόγο να γίνει, όπως έγινε, ο πιο λυσσασμένος στόχος της Αεροπορίας και του Πυροβολικού . Αυτό το ήξερε και το Στρατηγείο των Εγγλέζων και το Στρατηγείο των Τσολιάδων, Και όμως απ’ το κοινό αυτό Στρατηγείο, δεχότανε μερόνυχτα ο Αρδηττός τον καταιγισμό των όλμων και των οβίδων. Και με γυμνό μάτι, και με διόπτρες, και με το μάτι του σπιούνου, τόβλεπαν και τόξεραν ότι δεν είχε πατήσει ούτε μύτη «γκάγκστερ». Γιατί λοιπόν αυτή η φωτιά κι αυτά τα θεριστικά πυρά των «σπιτφάιαρ»;

Η εξήγηση είναι ανατριχιαστική, πρέπει όμως να τη μάθουν οι άνθρωποι. Πίσω απ’ αυτές τις «επιχειρήσεις» κρυβόταν μια σατανική μέθοδος σφαγής . Και να ποια:

Το Παγκράτι μαστιζόταν από πείνα, δίψα, κρύο και θάνατο. Οι νοικοκυρές, που δεν πολυέδιναν πίστη στις συμμαχικές επαγγελίες γιατί δεν καταλάβαιναν αυτές από «υψηλή πολιτική», είχαν φυλάξει απ’ τις μέρες της κατοχής κάτι παλιομπίζελα και κάτι σούπες του μπακάλη. «Απελευθερωτές» έρχονται, σκέφθηκαν, καλού-κακαού ας πάρουμε τα μέτρα μας. Κι έτσι, κάτι από σούπα και μπιζέλι βρισκότανε στα ράφια. Και να, που χρειαστήκανε. Πώς όμως να μαγειρευτούν; Το αποκλεισμένο Παγκράτι δεν είχε ούτε σκόνη από κάρβουνο, ούτε πελεκούδι από ξύλο. Να, απάνου σ’ αυτό καταστρώθηκε το σχέδιο εναερίων επιχειρήσεων. Και να πώς:

Πρωί –πρωί με το χάραμα, το πρώτο σμήνος των ¨σπιτφάιρ» κατέβαινε ως τις φούντες των πεύκων του Αρδηττού και με πλάγιες βολές από βαριά βλήματα θέριζε τα κλαδιά και με τον τρόπο αυτό ετοίμαζε ξυλεία για τις νοικοκυρές. Η πράξη αυτή –δεν μπορώ να μην το εξάρω- φέρνει τη σφραγίδα της κατανόησης των αναγκών μας από τους προχτεσινούς εν όπλοις αδελφούς μας.

Μόλις λοιπόν τα λιανοπαίδια και οι νοικοκυρές έβλεπαν την ξυλεία σωριασμένη στις πλαγιές του λόφου, τρέχανε να κάνουνε την προμήθεια για τη σούπα τους. Κείνη την ώρα κάποιο «σπιτφάιρ» έκανε την εμφάνισή του για να εξακριβώσει αν τελεσφόρησε η χριστιανική του πράξη. Και μόλις το εξακρίβωνε έδινε το σύνθημα. Κι ευτύς: Το πυροβολικό, οι όλμοι, τα μυδράλια και το εφεδρικό σμήνος των μαχητικών, πέφτανε απάνω στα παγιδευμένα γυναικόπαιδα.

Να, γιατί  οι εγγλέζοι βομβάρδιζαν τον Αρδηττό.

 

«Βέρρυ Φάνυ»!

Τα θωρακισμένα μεγαθήρια που τα τρόμαζαν τα παιδιά μας στον ύπνο τους, τώρα τα κυνηγούν με τα πιστόλια και τις πέτρες. Κι όμως. Κανένας οδηγός ή πυροβολητής δεν αυτοκτόνησε μέσα τους από ντροπή.

Μια μέρα ένα «Σέρμαν» (Made in U.S.A.)μπούκωσε το στενό μας δρόμο και θέριζε μερόνυχτα. Ένας πεινασμένος τόλμησε να διασκίσει το δρόμο κι έπεσε λαβωμένος στο ρείθρο. Δυο ώρες βογγούσε καλώντας βοήθεια. Δυο έφηβοι τόλμησαν. Σύρθηκαν σαν φίδια απάνω στο κατάστρωμα του δρόμου και φτάσανε στον πληγωμένο. Μα πώς να τον σήκωναν;

Εκεί, ακόμη μια φορά, η εφευρετικότητα της φυλής θαυματούργησε: Το ένα παιδί βγάζει το άσπρο του μαντήλι. Το άλλο βουτάει το χέρι του στο νωπό αίμα του πληγωμένου και ζωγραφίζει έναν παχύ, κόκκινο σταυρό. Έτσι, με το σήμα αυτό που σέβεται κάθε στρατιώτης σ’ όποια φυλή και σ’ όποιο στρατόπεδο κι αν ανήκει, σήκωσαν το λαβωμένο να τον μεταφέρουνε:
“Όου, φάκιν. Ιτ ιζ βέρρυ φάνυ!» Πολύ αστείο!!
…Στη μέση του δρόμου δυο μέρες τώρα κοίτονται τρία κορμιά και μια κόκκινη σημαιούλα… Και κανείς δεν ξεμυτίζει να τα πάρει.
«Βέρρυ Φάνυ!»

 

Γιατί η Γούβα πέθαινε από δίψα ενώ είχε νερό

Ως τις 14 του Δεκέμβρη είχαν στερέψει πια και τα πηγάδια. Τα παλληκάρια στα οδοφράγματα μπαΐλντιζαν από δίψα.

Οι λαβωμένοι ζητούσαν λίγο γλυκό νερό. Πού να βρεθεί; Μια μέρα είπε το χωνί: «Πολίτες! Στο νεκροταφείο έχει νερό της Ούλεν. να πάτε με τάξη στην ουρά για να πάρετε από ένα κανάτι: Σας μίλησε η Λαϊκή Επιτροπή».

Έτσι κι έγινε. Τα φλογισμένα στόματα των πολεμιστών δροσίστηκαν. Την άλλη μέρα οι άμαχοι ξανακάνανε ουρά κάτου απ’ τα κυπαρίσσια του νεκροταφείου και περίμεναν. Άδικα. Το κιούγκι ήταν χαλασμένο. Τη νύχτα κάποιος γκεσταπικότατος «πατριώτης» το ξήλωσε.

Το απόγευμα ένα συνεργείο του ΕΛΑΣ ξανάφκιαξε το κιούγκι κι εγκατέστησε φρουρά. Αυτό απέλπισε τον πατριώτη που χρησιμοποίησε το «άλλο μονοπάτι». Και να ποιο:

Την άλλη μέρα καθώς ο κόσμος συναγμένος γέμιζε με τάξη τα κανάτια του ένα «Άγιον Σπιτφάιρ εν είδει περιστεράς εβεβαίου του λόγου το ασφαλές» και την επομένη το νερό του νεκροταφείου είχε αγιάσει απ’ το αίμα των αθώων.

Την άλλη μέρα δεν πήγε κανείς για νερό. Μα ούτε και το σπιτφάιρ. Την άλλη το ίδιο. Το ίδιο και την Τρίτη. Οι διψασμένοι ξεθάρρεψαν. Ξανατόλμησαν. (Την ίδια μέρα στη γέφυρα του Μετς πιάστηκε από μια γυναίκα ο «πατριώτης» με το σχεδιάγραμμα του Νεκροταφείου κι εκτελέστηκε επί τόπου).

Το «Άγιον Πνεύμα» όμως εκδικήθηκε το θάνατό του. Την επομένη ένα κομπολόι από μπόμπες πήρε το αίμα του υιού του πίσω.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *