Gotha: Μία πόλη, ένα κόμμα, δύο γραμμές.

Του Σ.Σ.Μ

Gotha: Μία πόλη, ένα κόμμα, δύο γραμμές. 

Συμβολή στη συζήτηση για μία νέα πολιτική προοπτική.

 Η κριτική (στην αριστερά) πρέπει να είναι πάντα καλοδεχούμενη. Μονομέρειες, αγκυλώσεις, δογματισμοί και σεχταρισμοί αποτελούν το μικρόβιο που τρώει της σάρκες της δεκάδες χρόνια τώρα. Η υποκατάσταση της θεωρίας με μια θεοκρατική αντίληψη περί ορθοδοξίας και μοναδικότητας στην ερμηνεία των Γραφών είχε, και εξακολουθεί να έχει, καταστροφικά αποτελέσματα στην αντιμετώπιση του ενός, συστηματικά και καλά, οργανωμένου συστήματος που έχουμε να αντιμετωπίσουμε.

Ο λικβινταρισμός και η πολυδιάσπαση είναι το βούτυρο στο ψωμί του αντιπάλου. Dividi et imperi, έκαναν σημαία τους οι Ρωμαίοι και δημιούργησαν τη δική τους αυτοκρατορία και τη δική τους οικουμένη. Η ιστορικότητα της συνείδησης και η μαρξιστική προσέγγιση αυτής της ιστορικότητας είναι το μοναδικό εργαλείο που έχει η αγωνιζόμενη ανθρωπότητα απέναντι στην απάνθρωπη εκμετάλλευση των συνανθρώπων μας και στην απόλυτη αλλοτρίωση του ατόμου. Οι Γραφές «γράφτηκαν» για να παρουσιάσουν και να αναλύσουν ένα ιστορικό φαινόμενο, σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Τα Ευαγγέλια οικοδομούν την πίστη, δεν συμβάλλουν στην καλλιέργεια της κριτικής σκέψης και στην ανάδειξη των εργαλείων για να αντιμετωπίζουμε τους αντιπάλους μας που προσαρμόζονται, πολύ πιο καλά και πολύ πιο γρήγορα, στα νέα δεδομένα.

Όπως ο Μαρξ ανέλυσε τη δεδομένη πραγματικότητα της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης στην Ευρώπη του 19ου αιώνα θέτοντας δύο σημαντικότατες παραμέτρους στην ιστορία της πολιτικής σκέψης (ιστορικότητα και αναγκαιότητα ανατροπής) έτσι και η σημερινή αριστερά θα έπρεπε να επιδιώξει πρώτα την κατάληψη της εξουσίας και μετά την αντιμετώπιση των προβλημάτων που θα προκύψουν στην οικοδόμηση ενός διαφορετικού οικονομικού και κοινωνικού συστήματος. Αυτό το ζήτημα το αγνοεί, παντελώς, η συντριπτική πλειοψηφία της ευρωπαϊκής και ελληνικής αριστεράς. Η σκέψη εγκλωβίστηκε σε μονοδιάστατες ατραπούς κάτω από τη σημαία της μοναδικότητας και έπαψε να βλέπει το δάσος.

Είναι εντυπωσιακός ο αριθμός των πολιτικών αναλύσεων για το ζήτημα της μεγάλης κρίσης του καπιταλισμού, τόσο παγκόσμια όσο και στην Ελλάδα. Οι (επιτρέψτε μου) συντεχνιακές, δογματικές και σεχταριστικές αναλύσεις είναι δείγμα εγωπάθειας, εσωστρέφειας και μισαλλοδοξίας. Ο μόνος «μοναδικός» είναι ο κ. Στίρνερ και ο Εαυτός του, όλοι οι άλλοι οφείλουμε να αφουγκραζόμαστε, να συζητάμε και να «προσγειωθούμε», διαφορετικά, σε οποιαδήποτε άλλη επιλογή, θα ξαναφάμε τα μούτρα μας και θα συζητάμε, πάλι, για χαμένες ευκαιρίες. Προφανώς και είναι δικαίωμα του καθενός να επιλέξει τα θεωρητικά του εργαλεία και να τα υποστηρίξει στη θεωρητική διαμάχη. Στην πολιτική «πράξη», όμως, έχουμε τεράστιες ευθύνες απέναντι σ’ αυτούς που περιμένουν πολλά από την αριστερά.

Το κείμενο που ακολουθεί έχει στόχο να καταδείξει το πώς η θεωρία μπορεί να διαφοροποιείται σε πολλά σημεία στις ομάδες που συζητούν για κοινή δράση (πόσο περισσότερο για τη δημιουργία κοινού πολιτικού φορέα) αλλά αυτό δεν θα πρέπει να αποτελέσει εμπόδιο για την παραπέρα κλιμάκωση της κοινής δράσης. Ο Μαρξ, παρά τις τεράστιες αποκλίσεις από τις θεωρητικές ασάφειες των σοσιαλιστικών ομάδων στη Γερμανία, δεν διστάζει να επιλέξει την κριτική αλλά και, κυρίως, την προσπάθεια για κοινή δράση κάτω από ένα συγκεκριμένο κομματικό μηχανισμό. Τα συμπεράσματα ας είναι δικά σας.

Όταν ο Καρλ Μαρξ άρχισε να γράφει την επιστολή της 5ης Μαΐου 1875 προς τον Β. Μπράκε, στέλεχος του κόμματος των Αϊζεναχικών (1*), οπωσδήποτε δεν μπορούσε να φανταστεί τη μελλοντική σημασία του γράμματος αυτού στο οποίο η παγκόσμια μαρξιστική σκέψη θα επιφύλασσε μια από τις σημαντικότερες θέσεις στη φιλοσοφία με τον τίτλο « Κριτική του προγράμματος της Γκότα».
Αφορμή γι’ αυτό αποτέλεσε ένα σημαντικό γεγονός στη Γερμανία της δεκαετίας του 1870 που ήταν η δημιουργία εκεί ενός ενιαίου εργατικού κόμματος. Το κόμμα αυτό έμελλε να προκύψει από την ένωση δύο ήδη υπαρχόντων κομμάτων. Από το Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα, που ιδρύθηκε το 1869 στο Αϊζεναχ (απ’ όπου και η ονομασία « κόμμα Αϊζεναχικών»), και από τη Γενική Εργατική Ένωση, που ιδρύθηκε το 1863 από τον Φερδινάνδο Λασσάλ. Τα δύο αυτά κόμματα, αν και είχαν κοινούς, θα λέγαμε, στόχους, διαφέρανε σημαντικά τόσο από άποψη φιλοσοφικής-θεωρητικής θεμελίωσης των σκοπών και μεθόδων τους, όσο και ως προς το ότι αντιπροσώπευαν δύο διαφορετικές τάσεις μέσα στο εργατικό κίνημα.

Το πρώτο υπό την καθοδήγηση των Λίμπνεχτ και Μπέμπελ, στην ουσία βρισκόταν κάτω από την επιρροή του Καρλ Μαρξ, ο οποίος την εποχή εκείνη έδινε σκληρές μάχες για την στήριξη του εργατικού κινήματος πάνω σε αρχές και, πραγματικά (όπως υποστήριζε), επιστημονικές βάσεις με αντιπάλους κυρίως τους αναρχικούς (Μπακούνιν) (2*) αλλά και τους « μεταρρυθμιστές» – δεξιούς σοσιαλιστές. Το δεύτερο ρεύμα αποτελούσε τη δεξιά τάση μέσα στο γερμανικό εργατικό κίνημα και είχε επηρεασθεί, κυρίως, από τις αντιλήψεις μιας, εξ ίσου ισχυρής προσωπικότητας όπως ήταν ο Φ. Λασσάλ (ο οποίος πρέπει να σημειωθεί ότι είχε ήδη πεθάνει αρκετά πριν το ενωτικό αυτό συνέδριο – όχι όμως και οι ιδέες και απόψεις του). Η ένωση αυτή επρόκειτο να γίνει στις 25 Μαΐου 1875 με ένα ιδρυτικό συνέδριο το οποίο θα γινόταν στην πόλη Γκότα (Gotha) της κεντρικής Γερμανίας (3* ).

Για τον Μαρξ ( και τον Φ. Έγκελς) η ένωση αυτή, ιδίως κάτω από τους όρους και τις αρχές που έβαζε το υπό ψήφιση πρόγραμμα, ήταν ένα βήμα προς τα πίσω για το γερμανικό εργατικό κίνημα που είχε ήδη αρχίσει να βαδίζει με τη θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού και είχε ήδη προσανατολιστεί στην εγκατάλειψη των ουτοπιστικών και ρεφορμιστικών αντιλήψεων που, ιδιαίτερα, ευδοκιμούσαν τότε. Λέει, χαρακτηριστικά, ο Μαρξ στην επιστολή του στον Μπράκε : «… αλλ’ εκτός από το ότι είναι καθήκον μου να μην αναγνωρίσω, έστω και σιωπώντας διπλωματικά, ένα πρόγραμμα που κατά την πεποίθησή μου είναι ολότελα καταδικαστέο και υποβιβάζει το ηθικό επίπεδο του κόμματος,…, αντίθετα κάθε πραγματικό βήμα προς τα εμπρός έχει περισσότερη σημασία από μια δωδεκάδα προγράμματα»!!

Ο Φ. Έγκελς, κριτικάροντας και αυτός το πρόγραμμα, είναι πιο σαφής: «το πρόγραμμα, από την άποψη του περιεχομένου, περιλαμβάνει τρία συστατικά μέρη : α) τις φράσεις και τα συνθήματα του Λασσάλ που δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να γίνουν δεκτά .., β) μία σειρά αγοραίων δημοκρατικών διεκδικήσεων .. και γ) μια σειρά κομμουνιστικών προτάσεων, όπως τις θεωρούν, .. αλλά τόσο παραλλαγμένων ώστε να μην περιλαμβάνουν γενικά και ιδιαίτερα παρά αλληλογρονθούμενες ανοησίες..». (4*)

Η σημασία της κριτικής αυτής του Μαρξ, όπου εξετάζονται τα βασικότερα φιλοσοφικά και οικονομικά προβλήματα που απασχολούν τη μαρξιστική σκέψη εκείνη την εποχή, υπήρξε μεγάλη επειδή αποτελεί – ίσως – το μοναδικό κείμενο στο οποίο ο Κ. Μαρξ αποκαλύπτει τις πτυχές της μελλοντικής του «ουτοπίας». Είναι χαρακτηριστική η προσπάθεια που έγινε να παραχαραχθεί η κριτική αυτή του Μαρξ, όπως επίσης και η προσπάθεια να εξαφανισθεί το κείμενο αυτό που τελικά δημοσιεύθηκε 16 ολόκληρα χρόνια μετά, το 1891. Γεγονός που είναι συνηθισμένο, άλλωστε, με τα κείμενα του Μαρξ και του Έγκελς που συνάντησαν τρομερά εμπόδια στη διάδοσή τους, από εχθρούς και “ φίλους”. (5*)

Πρέπει να σταθούμε όμως λίγο στο κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο της οξύτατης αυτής ιδεολογικής διαμάχης.
Στη Γερμανία του 1860-70, μετά την έκδοση του “Κομμουνιστικού Μανιφέστου” από τον Κ. Μαρξ (1848), βλέπουμε διάχυτη την επίδραση του στο εργατικό κίνημα. Παρ΄ όλα αυτά, όμως, καμία από τις πτέρυγές του δεν στηρίζεται ακόμη στις βάσεις του μαρξισμού, όπως είχαν διατυπωθεί μέχρι τότε. Ο Φ Λασσάλ, αντίθετα, μαζί με τους οπαδούς του βρίσκονταν κάτω από την επίδραση της εγελιανής αντίληψης για το Κράτος (6*) και τις κλασσικές αντιλήψεις του Ρικάρντο για την πολιτική οικονομία. Ήταν αντίθετος δε στις αντιλήψεις του Μαρξ για την αξία και το κράτος, βασικές κατευθυντήριες γραμμές για τον επιστημονικό σοσιαλισμό. Εκτός από αυτό, η οπτική του Λασσάλ ήταν κυρίως εθνοκεντρική και απευθυνόταν κατ’ εξοχήν στους γερμανούς εργάτες (7*) (αντίθετα με τον Μαρξ, η κοσμοθεωρία του οποίου διαπερνάται και χαρακτηρίζεται από ένα έντονο διεθνιστικό χαρακτήρα) (8*).

Εκτός, όμως, από αυτούς τους δύο στοχαστές, αυτή την εποχή πολλοί άλλοι αναπτύσσουν θεωρίες για τα κοινωνικά ζητήματα, κινούμενοι σ’ ένα ευρύ πεδίο φιλοσοφικής σκέψης, με ή δίχως αντίστοιχη έκφραση σε μαζικές οργανώσεις. Ο Γκέοργκ Μπύχνερ, ο Βίλχελμ Βάιτλινγκ, ο Μόζες Χες, ο Βίλχελμ φον Κέτελλερ, ο Γιόχαν Ρομπέρτους, ο Λ. φον Στάιν και άλλοι οι οποίοι απετέλεσαν τους εμπνευστές πολλών “σοσιαλιστικών” και μη αντιλήψεων που θεωρητικά απέβλεπαν στην επίλυση του κοινωνικού προβλήματος και την καθοδήγηση του προλεταριάτου στην πολιτική και κοινωνική του χειραφέτηση. Ένα προλεταριάτο που την εποχή εκείνη βρισκόταν σε πραγματικά εξαθλιωμένη κατάσταση. (9*)Το γεγονός αυτό είχε σαν συνέπεια το εύκολο ρίζωμα στους εργαζόμενους των διαφόρων αντιλήψεων και αποφάσεων για την πολιτική και κοινωνική τους χειραφέτηση, για τη δικαιότερη κατανομή του πλούτου, τη βελτίωση των συνθηκών ζωής, κ.α. που έφθασαν να εκφρασθούν και σαν διάφορες θρησκευτικο-κοινωνικές αναλύσεις των “κοινωνικών κακών”. (10*)

Μέσα σ’ όλες αυτές τις απόψεις, αυτές του Λασσάλ κατείχαν την πρώτη θέση, με επίδραση όχι μόνο στη γερμανική αλλά και στην ευρωπαϊκή φιλοσοφική σκέψη. Ενδεικτικές είναι οι θέσεις του για το κοινωνικό ζήτημα, τις τάξεις, το ρόλο του προλεταριάτου στην ιστορία, το ρόλο του κράτους, οι οικονομικές απόψεις του – ειδικά για το ημερομίσθιο – κ.α. , (11*) οι οποίες, μπορούμε να πούμε ότι, επιβίωσαν μέχρι σήμερα μέσα από τις διάφορες σύγχρονές σοσιαλδημοκρατικές αντιλήψεις και θεωρίες και μέσα από ένα στείρο οικονομισμό, παγίδα στην οποία έπεσαν τα ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα μέσα από τη συμμετοχή τους στο παιχνίδι του κοινοβουλευτισμού.

Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι (εκείνη την εποχή) δύο υπήρξαν οι κύριες, αντιμέτωπες, θεωρίες που διεκδικούσαν την καθοδήγηση του εργατικού γερμανικού κινήματος. Ο κ ο ι ν ω ν ι κ ό ς  δ η μ ο κ ρ α τ ι κ ό ς  ρ ε φ ο ρ μ ι σ μ ό ς του Φ. Λασσάλ και ο δι ε θ ν ή ς ε π α ν α σ τ α τ ι κ ό ς σ ο σ ι α λ ι σ μ ό ς του Κ. Μαρξ και του Φ. Έγκελς. Στη μεγάλη ιδεολογική πάλη που ακολούθησε μέχρι την ήττα (;) του λασσαλισμού (12*) ήταν σημαντικότατη η συνεισφορά του Κ.Μαρξ με την κριτική του αυτή. Συγχρόνως, με το έργο αυτό ξαναστάθηκε με σαφήνεια πάνω σε πολλά σημεία της θεωρίας του που θεωρούνται αμφισβητούμενα και γύρω από τα οποία έχουν γραφτεί δεκάδες δοκίμια και έχει ξοδευτεί πολύ μελάνι. Το πλέον χαρακτηριστικό από όλα είναι το σημείο του περάσματος από τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας στον σοσιαλιστικό μέσω μιας συγκεκριμένης μεταβατικής κατάστασης, πολιτική έκφραση της οποίας είναι η δικτατορία του προλεταριάτου. Σημείο της κριτικής του που έχει καταστεί και σημείο σύγκλισης καιή σύγκρουσης των πιο αντιτιθέμενων απόψεων.

Ποιες είναι όμως αυτές οι θέσεις που τόσο έντονα κριτικάρισε ο Μαρξ και πού έγκειται η ουσιώδης διαφοροποίηση του από τις αντιλήψεις αυτές, κυρίως του Λασσάλ;

Α . Κριτική ο ι κ ο ν ο μ ι κ ώ ν α ν τ ι λ ή ψ ε ω ν που υπήρχαν μέσα στο πρόγραμμα της Γκότα.
Η ε ρ γ α σ ί α αναφέρεται σαν “πηγή κάθε πλούτου και κάθε κουλτούρας”. Αντίθετος με την έκφραση αυτή ο Μαρξ αναφέρει, στην κριτική του, σαν πηγή κάθε πλούτου τόσο την εργασία όσο και την φύση . (13*)  Και οι δύο (εργασία – φύση) είναι πηγές αξιών χρήσης, πόσο μάλλον που και η εργασία είναι έκφραση μιας “ φυσικής” δύναμης, της εργατικής δύναμης του ανθρώπου. Η αφορμή, λέει ο Μαρξ, της υποστήριξης αυτής εδώ της θέσης, δηλαδή του ότι η εργασία είναι η μοναδική πηγή του πλούτου, οφείλεται στο ότι αυτή η άποψη (απονομή στην εργασία υπερφυσικών δυνάμεων) συμφέρει τους αστούς θεωρητικούς. Γιατί; Για να καλλιεργήσουν και υποστηρίξουν την αντίληψη ότι σ’ όλες τις εποχές τις κοινωνίας και του πολιτισμού αυτός που δεν έχει άλλη περιουσία εκτός από την εργατική του δύναμη θα ΄ναι αναγκαστικά δούλος αυτών που έγιναν ιδιοκτήτες των αντικειμενικών όρων της εργασίας. Δεν θα μπορεί να εργάζεται, δηλαδή να ζει, παρά με την άδεια αυτών των ανθρώπων. Θέση που είχε αναπτύξει παλαιότερα ο Κ. Μαρξ, εξηγώντας ότι είναι λάθος να πούμε ότι η εργασία είναι η μοναδική πηγή του πλούτου, αφού είναι η ενέργεια που προσαρμόζει την ύλη στον τάδε ή τάδε σκοπό και επομένως της είναι απαραίτητη αυτή η ύλη. (14*)

Αντίστοιχη είναι και η άποψη του Φ. Έγκελς που κριτικάρει τη διακήρυξη των πολιτικών (αστών) οικονομολόγων (και του Λασσάλ) ότι η εργασία είναι η πηγή κάθε πλούτου. «Πράγματι, λέει, είναι τέτοια , αλλά μαζί με την φύση που της προσφέρει το υλικό το οποίο η εργασία μετατρέπει σε πλούτο» και, προχωρώντας, συγκεκριμενοποιεί τον χαρακτήρα της εργασίας σαν «πρώτο όρο της ανθρώπινης ζωής», έτσι ώστε να είμαστε υποχρεωμένοι να πούμε πως «η εργασία δημιούργησε τον άνθρωπο». (15*)

Ο Κ. Μαρξ κάνει κριτική, επίσης, στην άποψη ότι το π ρ ο ϊ ό ν της εργασίας (λόγω της κοινωνικής της φύσης) πρέπει να ανήκει εξ ολοκλήρου στην κοινωνία, σ’ όλα τα μέλη αυτής. Αυτή η θέση αναφέρεται στο σημαντικότατο ζήτημα της διανομής του κοινωνικού προϊόντος. Έτσι βέβαια, όπως τίθεται στο Πρόγραμμα, όχι μόνο έρχεται σε αντίθεση με τις μαρξιστικές αρχές και θέσεις περί διανομής, αλλά και – κατά τον Μαρξ – παρέχει υποστήριξη στο εκάστοτε υφιστάμενο κοινωνικό καθεστώς. (16*).

Αφορμή για την υποστήριξη της παραπάνω άποψης είναι, όπως αποκαλύπτει, η λασσαλική πρόταση του «ακέραιου προϊόντος της εργασίας». Θέση που φέρνει τον Λασσάλ πολύ κοντά στους ουτοπικούς σοσιαλιστές και αποκαλύπτει την αντεπιστημονικότητα των επιχειρημάτων του. Είναι χαρακτηριστική η παρακάτω άποψη του Λασσάλ: «Θέλω λοιπόν να πετύχω την κατάργηση ακριβώς του ημερομισθίου, να δώσω στους εργάτες το ακέραιο προϊόν της εργασίας, διανέμοντας όλο το κέρδος σε αυτούς». (17*)

Την αντίληψη αυτή κριτικάρισε και ο Έγκελς λέγοντας ότι: «είναι αυτονόητο ότι και με την κοινωνική παραγωγή που προϋποτίθεται από τη σύγχρονη μεγάλη βιομηχανία μπορεί να εξασφαλιστεί στον καθένα ΄ολόκληρη η απόδοση της εργασίας του΄». Αυτή η φράση έχει νόημα μόνο αν της αποδοθεί ευρύτερη σημασία, δηλαδή ότι: «δεν θα γίνεται ο κάθε εργάτης κάτοχος ολόκληρης της απόδοσης της εργασίας του, αλλά ότι όλη η κοινωνία, που θα αποτελείται μόνο από εργάτες, θα γίνεται κάτοχος του συνολικού προϊόντος της εργασίας της, που ένα μέρος θα μοιράζεται για κατανάλωση στα μέλη της, ένα άλλο θα χρησιμεύει για την αντικατάσταση και την αύξηση των μέσων παραγωγής και, τέλος, ένα τρίτο μέρος θα αποταμιεύεται σαν παρακαταθήκη για την παραγωγή και την κατανάλωση». (18*)

Ο Μαρξ στέκεται πολύ στην έννοια «προϊόν της εργασίας» που αποτελεί, γι’ αυτόν, μια ξεκάρφωτη ιδέα του Λασσάλ προς αντικατάσταση θετικών οικονομικών εννοιών. Τι είναι αυτό το προϊόν της εργασίας; Το αντικείμενο που δημιούργησε η εργασία ή η αξία του; Και στην τελευταία περίπτωση η ολική αξία του προϊόντος ή μόνο το κλάσμα της αξίας που η εργασία πρόσθεσε στα μέσα παραγωγής που καταναλώθηκαν; (19*)

Οι απαντήσεις σχετίζονται άμεσα με την αντίθετη άποψη του Μαρξ για το τι είναι «δ ι κ α ι η δ ι α ν ο μ ή». Στο σημείο αυτό χαρακτηριστική είναι η προσέγγιση των αντιλήψεων του Λασσάλ με τους ουτοπικούς σοσιαλιστές και η αντίθεσή τους με τις απόψεις του Μαρξ. Ο Φουριέ, απορρίπτοντας τον σύγχρονό του εμπορικό μηχανισμό που δημιουργεί ένα ολόκληρο παρασιτικό πλήθος ( χωρίζει την κοινωνία σε εργαζόμενους και «παράσιτα», σπιτικά- κοινωνικά) και συγχρόνως την τεράστια σπατάλη των κοινωνικών αγαθών στο σύγχρονο σύστημα ανταλλαγής, προτείνει ένα συνεταιρισμό στη βάση αύξησης της παραγωγής, της μηχανοποίησής του και του καλύτερου, δυνατόν, καταμερισμού καθώς και μία οργάνωση της εργασίας με συγκεκριμένο σχέδιο.

Η ανάλυση του Φουριέ για τον τρόπο της διανομής φτάνει μέχρι τα επουσιωδέστερα έσοδα, καθιερώνοντας ανάλογη αμοιβή βάσει τριών παραγόντων: α) κεφάλαιο, β) εργασία και γ) ταλέντο. [ Είναι αξιοσημείωτο ότι και στον Λασσάλ ο συνεταιρισμός κρατάει σημαντική θέση στη σοσιαλιστική κοινωνία του. Η ουτοπία του, αν όχι ρεφορμισμός, φτάνει να δέχεται την ενίσχυση από το καπιταλιστικό κράτος αυτών των συνεταιρισμών έτσι ώστε να προπαρασκευασθεί η λύση των κοινωνικών προβλημάτων (!!) και να προκύψει από αυτούς η σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνίας, του συνόλου της εργασίας!]. Αντίθετα από τον Φουριέ, ο Λασσάλ πλησιάζει πολύ στον Καμπέ στο σημείο της διανομής, όπως το διατύπωσε στο βιβλίο του «Ταξίδι στην Ικαρία». Η διανομή για τον Καμπέ θα γίνεται υπό τη μορφή μοιράσματος, από τη δημοκρατία, «εξίσου σε όλους» και μάλιστα έτσι ώστε ο καθένας να παίρνει εξίσου εκείνα τα μέσα διαβίωσης που επαρκούν για όλους και με τη σειρά του εκείνα που επαρκούν για ένα μέρος μόνο. Ο Όουεν σε όλα αυτά δίνει σαν μοναδική προοπτική διεξόδου από την ανηθικότητα της κοινωνίας (που οφείλεται στην άνιση κατανομή των αγαθών) την ορθολογικοποίηση και τη στενή σύνδεση και αναδιοργάνωση της παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης, παραμένει δε περισσότερο από όλους τους άλλους συνδεδεμένος με το υπάρχον καπιταλιστικό σύστημα. (20*)

Ξεπερνώντας τις ουτοπικές αντιλήψεις των στοχαστών αυτών (όπως τις χαρακτήριζε ο ίδιος) ο Κ. Μαρξ προχωρά και δίνει τη δική του επιστημονική άποψη της «δίκαιης» διανομής. Μία διανομή που δεν τη βλέπει σαν κάτι το de facto και το αυθαίρετο, αμέσως μετά την κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο, αλλά σαν μία διαρκή διαδικασία ξεπεράσματος του ασφυκτικού πλαισίου της καπιταλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας όπως ακριβώς θα φτάσει στα χέρια της εργατικής τάξης για να την εκμεταλλευτεί παραπέρα κάτω από τελείως διαφορετικές καταστάσεις και συνθήκες για την οικοδόμηση της αταξικής κοινωνίας.

Για δίκαιη διανομή, λέει, μιλάνε και οι αστοί. Σύμφωνα δε με την κοσμοθεωρία τους και τον τρόπο παραγωγής που επικρατεί (μέσα από τις αντίστοιχες παραγωγικές σχέσεις) είναι η μόνη δίκαια. Διότι σύμφωνα με τις οικονομικές σχέσεις που επικρατούν την συγκεκριμένη ιστορική στιγμή έχουμε και τις αντίστοιχες νομικές σχέσεις και έννοιες (σχέση βάσης- εποικοδομήματος, που είναι θεμελιακή για τη μαρξιστική θεωρία). (21*)

O Μαρξ, κριτικάροντας, συγκεκριμενοποιεί τις ασάφειες και παρεκκλίσεις που υπάρχουν στα άρθρα τού, υπό ψήφιση, προγράμματος της Γκότα ως προς το θέμα της διανομής του προϊόντος της εργασίας και αντιπαραθέτει στο «ακέραιο προϊόν» της εργασίας την ιδιοποίηση του «από όλα» τα μέλη της κοινωνίας. Χρησιμοποιεί τον όρο «συνολικό κοινωνικό προϊόν» σαν το προϊόν που παράγει συνολικά με την εργασία της η κοινότητα. Αυτό, όμως, συμπεραίνει, δεν παραμένει ακέραιο για να διανεμηθεί.

Σύμφωνα με τις συγκεκριμένες ανάγκες της κοινωνίας για αναπλήρωση των μέσων παραγωγής που καταναλώθηκαν, για ύπαρξη πρόσθετου μέρους για αύξηση της παραγωγής και για εφεδρικό κεφάλαιο, αρχίζουν οι περικοπές από το «ακέραιο προϊόν» της εργασίας. Περικοπές που δεν έχουν καμία σχέση με τη δικαιοσύνη στη διανομή του προϊόντος λόγω τού, όπως είπαμε, αναγκαστικού χαρακτήρα των περικοπών αυτών. Από εδώ μένει άλλο ένα μέρος του συνολικού προϊόντος που έχει προορισμό την κατανάλωση. Από αυτό πρέπει ν’ αφαιρεθούν τα: α) γενικά διαχειριστικά έξοδα, β) μέρος για την ικανοποίηση των αναγκών της κοινότητας, όπως π.χ. σχολεία, και γ) ένα κεφάλαιο για αυτούς που είναι ανίκανοι να εργασθούν. Από όλα αυτά βλέπουμε ότι, τελικά, το ακέραιο προϊόν γίνεται «μειωμένο προϊόν», φανερώνεται δε η αντεπιστημονικότητα της αντίστοιχης λασσαλικής θέσης.

Αλλά, σ’ ένα από τα λίγα κείμενά του για την μελλοντική κοινωνία, ο Μαρξ έχει κάτι σημαντικό να μας αναπτύξει εδώ. Αυτό είναι η συγκεκριμενοποίηση του χαρακτήρα της μελλοντικής κοινωνίας όπως θα βγαίνει μέσα από την αντίστοιχη καπιταλιστική. «Ο κάθε παραγωγός παίρνει – αφού γίνουν οι περικοπές – το ακριβές ισοδύναμο εκείνου που έδωσε στη κοινωνία, δηλαδή της ποσότητας της ατομικής του εργασίας». (22*) Δηλαδή επικρατεί και εδώ η αρχή της ρύθμισης της ανταλλαγής των προϊόντων εφ’ όσον πρόκειται για ανταλλαγή ίσων αξιών. Σ’ αυτή την κοινωνία, αφ’ ενός ο εργαζόμενος δεν μπορεί να προσφέρει τίποτε περισσότερο από την εργασία του και αφ’ ετέρου δεν μπορεί να πάρει στην κυριότητά του τίποτε περισσότερο από μέσα κατανάλωσης.

Συνεπώς, εφ’ όσον η νέα κοινωνία βρίσκεται ακόμη κάτω από το στίγμα της παλαιάς (οικονομικό, κοινωνικό, ηθικό) η ανταλλαγή ρυθμίζεται ακόμη από το αστικό δίκαιο το δε ίσο δικαίωμα εξακολουθεί να είναι αστικό δικαίωμα. Άποψη που θα επαναλάβει αργότερα και ο Β. Ι. Λένιν λέγοντας: « στη νέα κοινωνία τα μέσα παραγωγής παύουν να αποτελούν ατομική ιδιοκτησία ορισμένων, ανήκουν εξ ολοκλήρου στη κοινότητα. Κάθε μέλος της εκτελώντας ένα ορισμένο μέρος της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας παίρνει από την κοινότητα απόδειξη για την ποσότητα της εργασίας που προσέφερε. Μ’ αυτή την απόδειξη θα πάρει μία ανάλογη ποσότητα προϊόντων. Αν αφαιρέσουμε την ποσότητα της εργασίας που πάει για τα κοινωνικά κεφάλαια κάθε εργάτης παίρνει ακριβώς όσα έδωσε». (23*) Φαινομενικά έχουμε ίσο δίκαιο. Όμως αυτό είναι ίσο αστικό δίκαιο, και αυτό επειδή προϋποθέτει ανισότητα!

Η εξήγηση της παρατήρησης αυτής έγκειται στο ότι, ναι μεν καθένας που δούλεψε ίσο ποσό κοινωνικής εργασίας μ’ έναν άλλο παίρνει ίσο μερίδιο από την κοινωνική παραγωγή αλλά όλοι δεν είναι ίσοι μεταξύ τους, άλλος είναι δυνατότερος, άλλος πιο αδύνατος, άλλος παντρεμένος, άλλος με ένα, δύο ή περισσότερα παιδιά. Συνεπώς με την ίδια συμμετοχή στο κοινωνικό καταναλωτικό απόθεμα ο ένας παίρνει στη πραγματικότητα περισσότερα από τον άλλο, ο ένας είναι πλουσιότερος από τον άλλο.

«Για να αποφευχθούν όλα αυτά», λέει ο Μαρξ, «το δίκαιο θα έπρεπε να ήταν άνισο μάλλον και όχι ίσο»! (24*) Σημειωτέον ότι εδώ και ο Φ. Έγκελς έχει διατυπώσει ανάλογη άποψη κριτικάροντας τις αντιλήψεις του κ. Ντύρινγκ, κυρίως ως προς τον ρόλο που θα έπαιζε η διατήρηση χρήματος ή μορφής χρήματος στη νέα σοσιαλιστική κοινωνία. Έτσι, όμως, η ίση, ποσοτικά, κατανάλωση υφίσταται ένα τεράστιο πλήγμα. Ο εργένης ζει περίφημα και χαροκοπώντας με τα καθημερινά οκτώ ή δέκα μάρκα, ενώ ο χήρος με τα οκτώ ανήλικα παιδιά θα τα βγάζει πολύ μίζερα.(25*). Και όλα αυτά επειδή το δίκαιο δεν μπορεί να βρίσκεται σ’ ένα επίπεδο ανώτερο από τους οικονομικούς όρους και τον αντίστοιχο βαθμό ανάπτυξης της κοινωνίας. Θα μείνουν, λέει ο Β. Ι. Λένιν, στη πρώτη φάση του κομμουνισμού διαφορές και μάλιστα διαφορές άδικες, αλλά δεν μπορεί να γίνεται εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο γιατί θα είναι αδύνατο να γίνουν ατομική ιδιοκτησία τα μέσα παραγωγής, τα εργοστάσια, οι μηχανές, η γη κ.λ.π., μέχρις ότου περάσει η κοινωνία στην ανώτερη φάση του κομμουνισμού, όπου, όπως λέει και ο Μαρξ, θα μπορέσει να γράψει στη σημαία της : «ο καθένας ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του» !  (26*)

Οι δυσκολίες που αφορούν το 1ο στάδιο είναι συγκεκριμένες. Αποτέλεσμα αυτού είναι η ουτοπία και το όνειρο να μην έχουν θέση στις αντιλήψεις του Μαρξ για τη δυνατότητα ή μη ύπαρξης δίκαιης διανομής σε αυτή τη συγκεκριμένη μεταβατική περίοδο. Ταυτόχρονα, όμως, οι δυσκολίες αυτές θα αποτελέσουν τις βάσεις για το οριστικό πέρασμα στη 2η φάση, την οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας, όπου πλέον θα μπορούμε να μιλάμε για δίκαιη κατανομή αφού : «… θα έχει εξαφανιστεί η υποδουλωτική υποταγή των ατόμων στον καταμερισμό της εργασίας και μαζί της η αντίθεση σε σωματική και πνευματική εργασία, όταν η εργασία από μέσο για να ζεις θα έχει γίνει πρώτιστη ανάγκη της ζωής, όταν με την ολόπλευρη ανάπτυξη των ατόμων θα έχουν αναπτυχθεί και οι παραγωγικές δυνάμεις και θα αναβλύζουν πιο άφθονα όλες οι πηγές του κοινωνικού πλούτου» και, αφού : «τότε μόνο θα είναι δυνατόν να ξεπεραστεί ο στενός ορίζοντας του αστικού δικαίου..» . (27*)Και αυτό επειδή η εκάστοτε διανομή των μέσων κατανάλωσης δεν είναι παρά πάντοτε συνέπεια του τρόπου διανομής των όρων παραγωγής.

Η εξέλιξη του παλαιού συνθήματος των σαινσιμονιστών με το οποίο είχαν εξαγγείλει : «..την κατάταξη ανάλογα με τις ικανότητες και την αμοιβή ανάλογα με την εργασία» μέχρι το διευρυμένο και αναοριοθετημένο «ο καθένας παράγει ανάλογα με τις ικανότητές του και παίρνει ανάλογα με τις ανάγκες του» (που πρώτος διατύπωσε ο Λουί Μπλανκ το 1839), αντικατοπτρίζει το ξεπέρασμα από τη μαρξιστική σκέψη των μικροαστικών και ουτοπιστικών θεωριών και την επιστημονική θεμελίωση των οικονομικών συνθηκών οικοδόμησης της μελλοντικής κοινωνίας.

Στις κυρίως οικονομικές θέσεις του προγράμματος αξίζει να αναφερθούμε στην εναλλακτική λύση που δίνει ο Λασσάλ στην κατάργηση του συστήματος του ημερομισθίου, δηλαδή στην επίδραση στη σκέψη του τού ορειχάλκινου νόμου του ημερομισθίου. (28*) Νόμος που έχει σαν απώτερο σκοπό, λέει ο Μαρξ, την υποστήριξη της θέσης ότι ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να καταργήσει την αθλιότητα που έχει καταγωγή στη φύση («το μέσο εργατικό ημερομίσθιο μένει πάντα περιορισμένο στους πόρους που σύμφωνα με τις συνήθειες του κάθε λαού είναι απαραίτητοι για τη διατήρηση της ζωής και την αναπαραγωγή του είδους..»).

Βάση της θέσης αυτής του Λασσάλ αποτέλεσε η ρικαρντιανή θέση του μίνιμουμ των μέσων συντήρησης, δηλαδή η ερμηνεία του μισθού εργασίας από δύο ψευδή δεδομένα: α) τον νόμο που σκοτώνει τη γονιμότητα της γης (29*) και β) τον μαλθουσιανό νόμο του πληθυσμού. Ο Ρικάρντο συμπέρανε βάσει του 1ου νόμου ότι η ανάπτυξη της κοινωνίας αυξάνει την αξία των μέσων συντήρησης και, σύμφωνα και με τον 2ο νόμο, ο μισθός εργασίας των εργατών δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από την αξία του μίνιμουμ των μέσων συντήρησης. Μπορεί, έλεγε να αυξηθεί ο ονομαστικός μισθός εργασίας αλλά ο πραγματικός έχει την τάση να παραμένει σε αναλλοίωτο επίπεδο ίσο με το μίνιμουμ των μέσων συντήρησης. Το βασικό συμπέρασμα ήταν ότι η εργατική πάλη έχει σκοπό μόνο την άνοδο του ονομαστικού εργατικού μισθού σε αντιστοιχία με το μίνιμουμ των μέσων συντήρησης, συνεπώς η εργατική πάλη είναι ανώφελη τόσο ως προς την αύξηση του μισθού, όσο και προς την γενικότερη σημασία των απεργιών και του συνδικαλισμού των εργατών. (30*)

Σ’ αυτές τις αστικές αντιλήψεις ο Μαρξ αντιπαραθέτει τη δική του άποψη για το ημερομίσθιο. Τι είναι, λέει, ο μ ι σ θ ό ς εργασίας; Είναι η τιμή της εργασίας ή κάτι άλλο που σκόπιμα αποκρύπτεται; Ο μισθός της εργασίας είναι η μορφή έκφρασης της αξίας και της τιμής της εργατικής δύναμης, είναι όμως τέτοια μορφή έκφρασης που η αξία και η τιμή του εμπορεύματος που υπάρχει πραγματικά (της εργατικής δύναμης) εμφανίζονται σαν αξία και τιμή του εμπορεύματος που δεν υπάρχει (της εργασίας). Αυτό λοιπόν που ονομάζει αξία της εργασίας είναι στην πραγματικότητα αξία της εργατικής δύναμης που υπάρχει στην προσωπικότητα του εργάτη και που είναι τόσο διαφορετική από τη λειτουργία της, την εργασία, όσο διαφορετική είναι μία μηχανή από τις πράξεις της. (31*). Έτσι προκύπτει από μόνο του ότι η αξία της εργασίας πρέπει πάντα να είναι μικρότερη από τη νέα αξία που παράγει, γιατί ο κεφαλαιοκράτης βάζει πάντα την εργατική δύναμη να λειτουργεί περισσότερο χρόνο από τον χρόνο που απαιτείται για τη παραγωγή τής δικής του αξίας. (32*)

Αφορμή για τη χρήση της έννοιας «αξία της εργασίας» (που χρησιμοποιεί το πρόγραμμα) είναι ότι ο κεφαλαιοκράτης, όπως λέει και παραπάνω ο Μαρξ, έχει κάθε συμφέρον να παρουσιάζει έτσι τα πράγματα ώστε να φαίνεται ότι πληρώνει τον εργάτη για όλη την εργασία που εκτελεί ενώ κάθε άλλο παρά αυτό συμβαίνει. Στην εννοιολογική, ουσιαστική αυτή διαφοροποίηση στηρίζεται η βάση της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας, η θεωρία του Μαρξ για την υ π ε ρ α ξ ί α . (33*). Η ανάλυση του συνεχίζεται στις διάφορες μορφές που χρησιμοποιεί το καπιταλιστικό σύστημα παραπέρα επιμήκυνσης της δωρεάν αυτής εργασίας ανάλογα με τα διάφορα είδη μισθών που καθιερώνει, π.χ. μισθός με το κομμάτι, με συμμετοχή στα κέρδη, κατά χρονική μονάδα κ.α. (συναφής με την παραπάνω λογική είναι και η προσπάθεια για τη καθιέρωση του ωρομισθίου σε αντικατάσταση άλλων συστημάτων μισθοδοσίας).

Η μαρξιστική κριτική του ορειχάλκινου νόμου του ημερομισθίου καταρρίπτει: α) τη θεμελίωση οικονομικού νόμου για το ημερομίσθιο βάσει φυσικών και βιολογικών νόμων ( Μάλθους- Ρικάρντο- Λασσάλ), β) την αδυναμία της πραγματικής αύξησης του ημερομισθίου, πέρα από παροδικής και γ) την αναγκαστική, διαρκή εξαθλίωση του προλεταριάτου από το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής.

Β) Το Κράτος – κοινωνικοπολιτική θεώρηση αυτού.

Παράλληλα με τα όσα αναφέραμε πιο πάνω πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι ο Μαρξ έχει να πολεμήσει (και μέσα από το πρόγραμμα της Γκότα) μία από τις βασικότερες θέσεις της δεξιάς τάσης, θα λέγαμε, μέσα στο εργατικό κίνημα. Θέση που συνοψίζεται, κυρίως, στη δυνατή μετατροπή του κράτους, με βαθμιαίες αλλαγές και κατακτήσεις, σε νέο σοσιαλιστικό κράτος που θα οικοδομήσει τη μελλοντική αταξική κοινωνία (κυρίαρχη άποψη σήμερα όχι μόνο της σοσιαλδημοκρατίας αλλά και πολλών κομμάτων της κομμουνιστικής αριστεράς).

Ποιες όμως ήταν οι θέσεις του Λασσάλ και πως πέρναγαν μέσα στο πρόγραμμα της Γκότα; Ποιο είναι το επιστημονικό κύρος και η δυνατότητα πραγμάτωσης αυτών των θεωριών, όπως αυτές για «ελεύθερο κράτος», για βοήθεια του κράτους στην ίδρυση παραγωγικών συνεταιρισμών (όπως ήδη αναλύσαμε), για την πάλη των τάξεων μέσα στο σημερινό κράτος όπως τη θέλει ο Λασσάλ, κ.α.; Σε τελευταία ανάλυση που οδηγούν και τι εξυπηρετούν αυτές;

Απάντηση σε πολλές από τις ερωτήσεις αυτές και ουσία της αντιπαράθεσης Μαρξ-Λασσάλ είναι η αναγωγή του κράτους σ’ ένα θεσμό μιας ανεξάρτητης πραγματικότητας που έχει δικές της πνευματικές, ηθικές, ελεύθερες βάσεις. Άποψη αντίθετη τόσο προς την πλήρη άρνηση του κράτους από τους αναρχικούς, όσο και προς τη μαρξιστική θεώρηση αυτού.

Ο Μαρξ μας παρουσιάζει μία σφαιρική άποψη για το Κράτος έχοντας αφουγκρασθεί τη μέχρι τότε παγκόσμια εξέλιξη της φιλοσοφικής σκέψης και έχοντας αφομοιώσει τα θετικά – κατ’ αυτόν – στοιχεία, απορρίπτοντας τα αρνητικά. «Επειδή το Κράτος γεννήθηκε από την ανάγκη να χαλιναγωγούνται οι ταξικές αντιθέσεις και επειδή ταυτόχρονα γεννήθηκε μέσα από τη σύγκρουση των τάξεων αυτών, είναι, κατά κανόνα, κράτος της πιο ισχυρής – οικονομικά κυρίαρχης – τάξης, που με τη βοήθεια του κράτους γίνεται και πολιτικά κυρίαρχη τάξη και αποκτά έτσι νέα μέσα για την καθυπόταξη και την εκμετάλλευση της καταπιεζόμενης τάξης …».

Κάτω από τη λογική αυτή δεν ξεφεύγει και η αστική δημοκρατία που χαρακτηρίζεται από τον ίδιο τον Μαρξ σαν: «αστική δικτατορία» (35*) και απεριόριστη δεσποτεία μιας τάξης (αστικής) πάνω σε άλλες . (36*) Η αντίληψη, επίσης, του Β. Ι. Λένιν ότι η αστική δημοκρατία είναι : «… ένας οργανισμός που ασκεί συστηματικά τη βία μίας τάξης ( αστικής ) πάνω σε μία άλλη, μίας μερίδας πληθυσμού πάνω σε μία άλλη», (37*) ταυτίζεται ολοκληρωτικά με την προηγούμενη άποψη του Μαρξ. Η μαρξιστική θεωρία δεν σταματάει όμως σε μία «κοινωνιολογική θεώρηση» του κράτους. Δίνει μια προοπτική, προοπτική ανατρεπτική-ριζοσπαστική, την κατάληψη της εξουσίας και την κατάργηση του ίδιου του κράτους. Αυτή η προοπτική συνοψίζεται, πιο απλά, στην ακόλουθη πορεία: κατάληψη της κρατικής μηχανής από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της – κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής – κατάργηση του ίδιου του κράτους μαζί με τις ταξικές διαφορές και αντιθέσεις (απονέκρωση αυτού ) (38*)– κομμουνιστική κοινωνία. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του ΄Εγκελς : «.. με την εξαφάνιση των τάξεων θα εξαφανιστεί και το κράτος….. θα μπει όλη η κρατική μηχανή εκεί που είναι η πραγματική θέση της, στο μουσείο αρχαιοτήτων, δίπλα στο ροδάνι και στο μπρούτζινο τσεκούρι» . (39*) Μια προοπτική που εναρμονίζεται πλήρως με τις φιλοσοφικές κατευθύνσεις που διατύπωσε ο Μαρξ, κυρίως με την 11η θέση του για τον Φόιερμπαχ, ότι: «οι φιλόσοφοι, μέχρι τώρα, εξηγούσαν με διάφορους τρόπους τον κόσμο, αλλά το ζήτημα είναι ν α τ ο ν α λ λ ά ξ ο υ μ ε». (40*)Είναι χαρακτηριστικό δηλαδή το ότι δεν μιλάει η μαρξιστική θεωρία για αντικατάσταση του κράτους, αλλά για μια πορεία προς τη πλήρη απονέκρωση αυτού (συμπεριλαμβανομένου και του σοσιαλιστικού κράτους ). (41*)

Συνεχίζει δε ο Β. Ι. Λένιν για το «ελεύθερο λαϊκό κράτος» λέγοντας ότι : «το σύνθημα αυτό δεν έχει κανένα νόημα ούτε πολιτικό περιεχόμενο, εκτός από μικροαστική, στομφώδη, περιγραφή της δημοκρατίας, και ότι… κάθε κράτος είναι α ν ε λ ε ύ θ ε ρ ο και μ η λα ϊ κ ό» .  (42) Ανάλογη είναι και η κριτική του Φ. ΄Εγκελς σε ένα γράμμα του προς τον Μπέμπελ : «το ελεύθερο λαϊκό κράτος μετατράπηκε σε ελεύθερο κράτος σύμφωνα με την γραμματική έννοια των λέξεων αυτών,… ελεύθερο είναι το κράτος που είναι ελεύθερο απέναντι στους πολίτες του, δηλαδή ένα κράτος με δεσποτική κυβέρνηση. Θα ’πρεπε επομένως να παρατήσουν τη φλυαρία για το κράτος, ιδιαίτερα μετά την Κομμούνα που δεν ήταν πια κράτος στην καθεαυτό έννοιά του .. Μια και είναι, λοιπόν, το κράτος αυτό ένας παροδικός θεσμός που τον χρησιμοποιεί κανείς στον αγώνα, στην επανάσταση, για να καθυποτάξει τους αντιπάλους του με τη βία, είναι καθαρή ανοησία να μιλάει κανείς για ελεύθερο λαϊκό κράτος. ΄Οσο το προλεταριάτο έχει ανάγκη ακόμη από το κράτος, το έχει όχι για την ελευθερία αλλά για την κ α θ υ π ό τ α ξ η των αντιπάλων του..» . (43*)

Δηλαδή το κράτος δεν θα διατηρηθεί επειδή είναι ένας θεσμός αντικειμενικός, ανεξάρτητος πολιτικών συμφερόντων και αυτόνομος ηθικά και πολιτικά, αλλά για να χρησιμοποιηθεί στην αναγκαία μεταβατική φάση για το πέρασμα από τον καπιταλισμό στη σοσιαλιστική κοινωνία. Θα χρησιμοποιηθεί δε με την πραγματική του μορφή, την μορφή της ταξικής δικτατορίας, η οποία, όμως τώρα, θα είναι δικτατορία της εργατικής τάξης, « ..μεταξύ της καπιταλιστικής και της κομμουνιστικής κοινωνίας υπάρχει η περίοδος της επαναστατικής μεταβολής της πρώτης στη δεύτερη. Στη περίοδο αυτή αντιστοιχεί μια πολιτική μεταβατική περίοδος της οποίας το κράτος δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου».

Ο Μαρξ και ο ΄Εγκελς, γενικεύοντας την πείρα των επαναστάσεων του 1848 – 1851 και προ πάντων την πείρα της Παρισινής Κομμούνας του 1851, πλούτισαν τις αντιλήψεις τους σχετικά με την έννοια της δικτατορίας του προλεταριάτου. Για να κατανικήσει την αντίσταση των εκμεταλλευτών και να οικοδομήσει τον σοσιαλισμό, το προλεταριάτο, έλεγαν, πρέπει να εξουδετερώσει, να αχρηστεύσει τη μηχανή του αστικού κράτους και να εγκαθιδρύσει τη δική του δικτατορία. Το αστικό κράτος δεν φθείρεται, όπως πιστεύουν οι σοσιαλιστές, ρεφορμιστές, δεξιοί σοσιαλιστές κλπ ( πχ Κάουτσκι) και για αυτό πρέπει να καταστραφεί από την προλεταριακή επανάσταση. Αντίθετα, αυτό που φθείρεται και εξασθενίζει προοδευτικά είναι το κράτος του προλεταριάτου κάτω από τα διάφορα στάδια του κομμουνισμού. Η δικτατορία του προλεταριάτου για πρώτη φορά στην ιστορία, σύμφωνα με τους θεμελιωτές της μαρξιστικής θεωρίας, αποτελεί την πραγματική δημοκρατία για τον λαό, για τον απλούστατο λόγο ότι αποτελεί την κυριαρχία της πλειονότητας πάνω στη μικρή μειοψηφία δεδομένου ότι εκφράζει τα συμφέροντα του συνόλου του εργαζομένου λαού και, επίσης, διότι καταργεί την τάξη των εκμεταλλευτών, σταματάει την εκμετάλλευση και οικοδομεί την αταξική κοινωνία.

Η θεωρία του Μαρξ για τη δικτατορία του προλεταριάτου αρχίζει να αναπτύσσεται από τις πρώτες απόψεις του για το κράτος και το πέρασμα στη νέα κοινωνία. Τη συναντάμε και σε πολλά από τα προηγούμενα έργα του σαν : «δικτατορία της εργατικής τάξης», «επαναστατική δικτατορία», «δικτατορία των συμμάχων της εργατιάς», «σοσιαλιστική ή κόκκινη δικτατορία», «διαρκή κήρυξη της επανάστασης» . (45*) Η σημασία της θεωρίας αυτής όμως είναι, ότι, αντικρούοντας τις μέχρι τότε απόψεις, ουτοπιστικές ή “σοσιαλιστικές” ( όπως αυτές του Λασσάλ), έδειξε στο προλεταριάτο, φιλοσοφικά και μεθοδολογικά, τον τρόπο για την κατάληψη της εξουσίας, της οργάνωσης και λειτουργίας του νέου κράτους στην πορεία προς την ολοσχερή απονέκρωση και εξαφάνιση αυτού, προς τον κομμουνισμό.

Μπορεί, τελικά, να ψηφίστηκε το πρόγραμμα της Γκότα, με όλες τις «αντιμαρξιστικές» θέσεις, όμως, τόσο ιστορικά, όσο, κυρίως, φιλοσοφικά, ξεπεράστηκε και απέμεινε να μας θυμίζει το μνημειώδες έργο του Κ. Μαρξ που με τον τίτλο Κριτική του προγράμματος της Γκότα απετέλεσε σημαντικότατο βοήθημα στη συνέχιση της ιδεολογικής πάλης.

Η παραπάνω ανάλυση αναδεικνύει τις τεράστιες ιδεολογικές διαφορές που υπήρχαν στον γερμανικό (αλλά και ευρωπαϊκό) χώρο εκείνη την εποχή. Ο Μαρξ έχει να αντιμετωπίσει όχι κάποιες απλές, ελαφρά τροποποιημένες, απόψεις τμημάτων του γερμανικού εργατικού κινήματος αλλά θεωρητικές αντιλήψεις που είχαν εδραιωθεί στο θεωρητικό επίπεδο και αποτελούσαν τροχοπέδη – κατά την άποψή του – για την καθοδήγηση του κινήματος πάνω σε σαφείς και επιστημονικές θεωρητικές βάσεις. Παρ’ όλα αυτά δεν δίστασε όχι μόνο να συμμετάσχει στη συζήτηση, όχι μόνο να αντιπροτείνει τις δικές του θεωρητικές απόψεις αλλά προτίμησε την ενότητα του εργατικού κινήματος ακόμη και αν αυτό, εκείνη τη στιγμή, αποτελούσε, όπως πίστευε, οπισθοδρόμηση στο θεωρητικό επίπεδο. Η ενότητα δράσης προηγείται των επιμέρους θεωρητικών διαφορών – όσο σημαντικές και αν είναι (και είδαμε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μιλάμε για μία απλά διαφορετική προσέγγιση κάποιων εννοιών αλλά για μία απόλυτα ρεφορμιστική-ανατρεπτική θεμελίωση των βασικών θεωρητικών εννοιών πάνω στις οποίες θα στηριζόταν η σοσιαλιστική θεωρία) – και, από εκεί και πέρα, εξαρτάται από τη συνειδητή και θεωρητικά-επιστημονικά θεμελιωμένη δράση του προλεταριάτου για την υπερίσχυση των πραγματικά ριζοσπαστικών, επαναστατικών αντιλήψεων μέσα στο εργατικό κίνημα. Για να κλείσουμε συνοψίζοντας με όσο το δυνατόν πιο απλό τρόπο, επαναλαμβάνουμε απλά την ίδια την πρόταση του Μαρξ: «κάθε πραγματικό βήμα προς τα εμπρός έχει περισσότερη σημασία από μια δωδεκάδα προγράμματα».

Παραπομπές

1 Για τις παλινδρομίες Αϊζεναχικών και Λασσαλιστών, ιδιαίτερα στη στάση τους υπερψήφισης των πολεμικών δαπανών της περιόδου 1870 βλ. στο Β. Αμπεντρόπ, Κοινωνική ιστορία του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, 1976, σ. 40-41.

2 Βλ. και Ann Robertson, “The Philosophical Roots of the Marx-Bakunin Conflict”, στο What’s Next, Δεκ. 2003. Η διαφωνία εστιάζεται σε δύο κεντρικά σημεία: α) τη συμβολή της θεωρίας στην επαναστατική διαδικασία ανατροπής ενός συστήματος και β) στην αναγκαιότητα διατήρησης του κράτους, ως οργανωμένης μορφής βίας, στα πρώτα μεταβατικά στάδια.

3 Ο. Φόστερ, Ιστορία των τριών Διεθνών, Αθήνα, 1975, σελ. 166-167. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ο καταλυτικός ρόλος που έπαιξαν τα γεγονότα της Παρισινής Κομμούνας (1871).

4 Βλ. Φ. Έγκελς, Επιστολή στον Μπράκε, 11 Οκτωβρίου 1875.

5 Βλ. Επιστολές Έγκελς στον Μπερνστάιν , παραποίηση της Εισαγωγής του Έγκελς στο βιβλίο του Μαρξ Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία, παραποίηση του κειμένου της Κριτικής του προγράμματος της Γκότα από τον Κ. Κάουτσκι κ.α. ( στα: Κ. Μαρξ, Ιστορικά έργα, εκδόσεις Αναγνωστίδης, Αθήνα, χχ, σελ.4 και Κ. Μαρξ, Κριτική του προγράμματος της Γκότα, εκδ. Κ. Κοροντζή, Αθήνα, 1975, σελ.5 και 41).

6 Στην Γερμανία της εποχής, η εγελιανή παράδοση υπήρξε το σημαντικότερο εργαλείο πάνω στο οποίο στήθηκε ο γερμανικός εθνικισμός. Η Γερμανία θα ενοποιηθεί πενήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Γ. Φ. Χέγκελ αλλά η πνευματική παράδοση την οποία κληροδότησε στους γερμανούς υπήρξε καταλυτική για το ιδεολογικό οικοδόμημα πάνω στο οποίο θα στηριχθεί (παράλληλα και σε αντίθεση με τις πρώιμες σοσιαλιστικές θεωρίες) το εθνοκεντρικό όραμα.

Η Φιλοσοφία της Ιστορίας του και η Φιλοσοφία του Δικαίου θα αποτελέσουν τους δύο κεντρικούς πυρήνες του παραπάνω ιδεολογήματος. Βλ. Γ. Φ. Χέγκελ, Φιλοσοφία της Ιστορίας, ειδικότερα σ. 356 επ. (ο Γερμανικός κόσμος), Αναγνωστίδης, Αθήνα, χχ. και Φιλοσοφία του Δικαίου, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2012, σ. 291 επ. όπου παρουσιάζει την αντίληψή του για ένα συγκεντρωτικό κράτος δικαίου θεμελιωμένου στις αντιλήψεις της συνταγματικής μοναρχίας.

7 Βλ. Φ. Λασσάλ, Ανοικτή επιστολή προς την κεντρική επιτροπή των γερμανών εργατών, Ζυρίχη, Meyer-Zeller, [στα γερμανικά] 1863. Βλ. και W. Dawson, German Socialism and Ferdinand Lassalle, Λονδίνο, Swan Sonnenschein, 1891, σ. 115. Ο Λασσάλ γνωρίστηκε με τον Heine στο Παρίσι (1846) και επηρεάστηκε έντονα από τη σκέψη του. Ο εθνοκεντρισμός του Heine και γενικότερα οι απόψεις του για το γερμανικό έθνος θα στιγματίσουν τη σκέψη του Λασσάλ. Είναι μια περίοδος όπου η Γερμανία εξακολουθεί να είναι διαιρεμένη.

8 Βλ. K. Kreibich, «πρόλογος» στο Κριτική του προγράμματος της Γκότα, εκδ. Greek Workers Press Inc., Λονδίνο, 1927, σελ.14.

9 Βλ. για την ζωή της εργατικής τάξης στη Γερμανία την εποχή εκείνη, την εργασία των ανηλίκων, το ωράριο κ.α. Helga Grembling, Iστορία του γερμανικού εργατικού κινήματος, εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα, 1982, σελ. 29-36.

10 Ο.π., σελ. 51, Κέτελλερ: «…μου φαίνεται ότι η απιστία είναι η μοναδική πηγή του κακού..».

11 Ο.π., σελ. 68-72, Λασσάλ – Μαρξ.

12 Βλ. Φ. Έγκελς, Προκαταρτικές παρατηρήσεις στην κριτική του προγράμματος της Γκότα, 1891, όπου αναφέρει : «…καθαροί λασσαλιστές δεν υπάρχουν πια παρά μόνο στο εξωτερικό σαν απομονωμένα ερείπια…, το δε πρόγραμμα της Γκότα εγκαταλείφθηκε.. σαν ολότελα ανεπαρκές και από τους ίδιους τους συντάκτες του..», στο Κριτική του προγράμματος της Γκότα, εκδ. Κοροντζής, Αθήνα, 1975.

13 Ο Μαρξ θα χρησιμοποιήσει στο Κεφάλαιο τον όρο value, χρησιμοποιώντας τη διάσταση που του αποδίδει ο J. Lock, θέλοντας να εστιάσει στην ενσωμάτωση της εργατικής δύναμης στο προϊόν που δημιουργήθηκε με φυσικά υλικά. Δίχως το μερίδιο της φύσης δεν υπάρχει παραγωγή πλούτου και αξίας. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ.1, Σ.Ε., Αθήνα, 1978, σ. 50.

14 Βλ. Κ. Μαρξ, Κριτική της πολιτικής οικονομίας, εκδ. Νέοι Στόχοι, Αθήνα, 1971, σελ.36.

15 Βλ. Πολιτική Οικονομία της Οικονομικής Σχολής του Πανμίου Λομονοσώφ, εκδ. Gutenberg, Αθήνα, 1980, τ.Α΄, σελ. 93.

16 Η διανομή του (κοινωνικού) προϊόντος της εργασίας σε όλους, προϋποθέτει ότι ό,τι παράγεται στην κοινωνία μοιράζεται σε όλους τους κοινωνικούς εταίρους. Συνεπώς, αυτός που δεν εργάζεται ή εργάζεται λιγότερο νομιμοποιείται να απολαμβάνει μέρος της παραγωγής. Το πρόβλημα μεταφέρεται και στα στάδια οικοδόμησης του σοσιαλιστικού κοινωνικού μοντέλου και η λύση δίνεται με σαφήνεια από τον Μαρξ.

17 Βλ. «Επιστολή Λασσάλ στον Ροντμπέρτους» στο Φ. Λασσάλ, Σύνοψη, Βερολίνο, 1920, υπάρχει ως Gesammelte Reden und Schriften (Collected Speeches and Writings) σε 12 τόμους, Βερολίνο, P. Cassirer, 1919-1920. Για τη σχέση Λασσάλ – Ροντμπέρτους βλ. στο H. Beck, The Origin of the authoritarian welfare state in Prussia, Μίτσιγκαν, Michigan U.P., 1997, σ. 93 επ.

18 Βλ. Φ. Έγκελς, Για το ζήτημα της κατοικίας, εκδ. Συγχ. Εποχή, Αθήνα, 1983,σελ 31.

19 Βλ. Κ. Μαρξ, Κριτική του προγράμματος της Γκότα, σελ.21 και στο Κεφάλαιο, ο.π., σ. 55 επ.

20 Βλ. Ε. Πρεομπραζένσκι, Το πέρασμα στον σοσιαλισμό, εκδ. γράμματα , Αθήνα, 1978, σελ.33-56. Επίσης στο Β. Άμπεντροπ, Κοινωνική ιστορία του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος, Οδυσσέας, Αθήνα, 1976, σ. 18-19, 24-25.

21 Είναι χαρακτηριστική η παρουσίαση του Χέγκελ του τρόπου με τον οποίο το νομικό πλαίσιο οριοθετεί την έννοια της «ιδιοκτησίας» και πως εμφανίζεται με την αφηρημένη έννοια της «σύμβασης», Γ. Φ. Χέγκελ, Φιλοσοφία του Δικαίου, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2012, σ. 93-94 (παρ. 53) και σ.117 επ. (παρ. 72).

22 Βλ. Κ. Μαρξ, Κριτική του προγράμματος της Γκότα, ο.π., σελ.24.

23 Βλ. Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, εκδ. Συγχ. Εποχή, Αθήνα, 1981, τ. 33, σελ.92.

24 Βλ. Κ. Μαρξ, Κριτική του προγράμματος της Γκότα, ο.π., σελ. 25-26. Επίσης, Β. Ι. Λένιν Άπαντα, ο.π., τ.33, σελ.93. Ο Μαρξ έρχεται σε ρήξη με την παραδοσιακή αντίληψη περί «ισότητας» και «δικαιοσύνης», ορίζοντας το «δίκαιον» ως «άνισο». Η αριστοτελική (και γενικότερα κλασική) αντίληψη ότι το δίκαιο ορίζεται ως ισότητα μεταξύ των ίσων ανατρέπεται κάτω από την οπτική μιας κοινωνίας που, ναι μεν δεν μπορεί να αποδώσει τα ίσα αλλά, αφετέρου, τείνει προς την εξάλειψη αυτής της ανισότητας. Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, 1129 επ. και Πολιτικά, 1278 επ.

25 Βλ. Φ. Έγκελς, Anti-Duhring, εκδ. Αναγνωστίδης, Αθήνα, 1963, σελ.452.

26 Και στο K. Marx, Contribution a la critique de l’ economie politique, Μόσχα, Progres, 1975, σ. 199 επ.

27 Βλ. Κ. Μαρξ, Κριτική του προγράμματος της Γκότα, ο.π., σελ. 27.

28 Η άποψη έχει άμεση σχέση με τη θεωρία του Malthus (και εν μέρει του Ricardo) για τις πεπερασμένες δυνατότητες της ανθρώπινης κοινωνίας στην οποία η παραγωγή αυξάνεται με αριθμητική πρόοδο ενώ η ζήτηση (μέσω των αναγκών λόγω αύξησης του πληθυσμού της γης) με γεωμετρική. Συνέπεια αυτής της θεώρησης ήταν και η θέση του Lassalle ότι ποτέ δεν θα μπορέσει το μέσο εργατικό μεροκάματο να ξεπεράσει τα όρια της απλής επιβίωσης.

29 Η βιομηχανική επανάσταση και η εξέλιξη των επιστημών θα ανατρέψει αυτά τα δεδομένα και θα αποδείξει τη λανθασμένη εκτίμηση αυτών των οικονομολόγων. Με τα χημικά λιπάσματα (ανάπτυξη της χημείας) μία συγκεκριμένη εδαφική περιοχή απέκτησε τη δυνατότητα όχι μόνο να παράγει 2-3 φορές τον χρόνο έναντι μίας στο παρελθόν αλλά και να αποδίδει πολλαπλάσια ποσότητα προϊόντος.

30 Βλ. Πολιτική Οικονομία, Πανμιου Λομονοσώφ, ο.π., σελ.348-349.

31 Βλ. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, εκδ. Συγχ. Εποχή, Α΄ τ., ο.π., σελ 555.

32 Ο.π., σελ.556.

33 Στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ αφού αναλύσει τους κύκλους του εμπορεύματος και του χρήματος θα προχωρήσει στη διατύπωση της έννοιας της υπεραξίας. Θα τη διαχωρίσει δε σε δύο είδη, την απόλυτη υπεραξία (παράταση εργάσιμης ημέρας) και τη σχετική υπεραξία (συντόμευση αναγκαίου χρόνου εργασίας και αντίστοιχη αλλαγή στη σχέση των μεγεθών των δύο συστατικών μερών της εργάσιμης ημέρας) προσθέτοντας ότι η αξία του προϊόντος εμπεριέχει και την ποσότητα εργασίας που περιέχεται στα μέσα παραγωγής του. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, ο.π., σ. 330-331 [η συνοπτικότερη παρουσίαση των παραπάνω όρων].

34Η εγελιανή επίδραση είναι έντονη στη σκέψη και των δύο στοχαστών. Η φιλοσοφία του Χέγκελ δομεί ένα κοινωνικό μόρφωμα που βρίσκεται πάνω από τις οικονομικές και πολιτικές αντιθέσεις. Στην Φιλοσοφία της Ιστορίας και τη Φαινομενολογία του Πνεύματος, το κράτος πραγματώνεται ως ταύτιση της Ηθικότητας (Sittlickheit) και της Ελευθερίας (μέσα από την κοινότητα, Gemmeinschaft) μέσα από τη μακραίωνη πορεία του Πνεύματος (Geist) και την κατάληξη σε μία κατάσταση πλήρους αυτό-συνείδησης, όταν το Κράτος-καθ-εαυτό ταυτίζεται με το Κράτος-δι-εαυτό (το Πνεύμα στην αυτοπραγμάτωσή του). Εδώ ο Λασσάλ βλέπει την αναγκαιότητα μιας ενιαίας Γερμανίας, μ’ ένα ενιαίο κράτος που θα δώσει λύσεις σε πολλά προβλήματα της εργατικής τάξης. Αυτή είναι η «δεξιά» ανάγνωση του Χέγκελ. Για τον Μαρξ, η εγελιανή σκέψη εμπεριέχει το ριζοσπαστικό στοιχείο της θέσης – αντίθεσης και της σύνθεσης ενός νέου (διαφορετικού) μορφώματος που θα αυτοαναιρεί τα δύο προηγούμενα μέχρι την πλήρη εξάλειψη των αντιθέσεων. Το τέλος της ιστορίας δεν βρίσκεται στη συγκρότηση του κράτους(-έθνους) αλλά στο ξεπέρασμά του και την πορεία προς μία πραγματικά ελεύθερη κοινωνία ή αταξική, όπως την ορίζει [στη Φιλοσοφία του Δικαίου, ο Χέγκελ επικεντρώνει την κρατική υπόσταση σε τρεις άξονες: Σύνταγμα – ιεράρχηση εξουσίας – νόμος].

35 βλ. Κ. Μαρξ, «Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία», στο Ιστορικά Έργα, Αναγνωστίδης, Αθήνα, χχ, σελ. 60.

36 Βλ. Κ. Μαρξ, 18η Μπρυμαίρ του Λ. Βοναπάρτη, Νέοι Στόχοι, Αθήνα, χχ, σελ. 175.

37 Βλ. Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τ.33, ο.π., σελ. 83.

38Εδώ έγκειται και η (βασική) διαφορά του Μαρξ από τον Προυντόν (καταρχάς) και από τον Μπακούνιν, αργότερα. Είναι αξιοπερίεργη η στάση του Κροπότκιν που αν και διαφώνησε με τις μαρξιστικές αντιλήψεις περί δικτατορίας του προλεταριάτου, συμπαρατάχθηκε στην επανάσταση των μπολσεβίκων και εξακολούθησε να έχει σημαντικό κύρος στη Σ.Ε. μέχρι το τέλος της ζωής του, λίγα χρόνια μετά την επανάσταση. Βλ. σχετικά Μπακούνιν (σειρά Φιλοσοφία), εκδ. Πλέθρον, 1984, σ. 84-90, 161-170. J. Molyneux, Αναρχισμός – μια μαρξιστική κριτική, μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, Αθήνα, 2012, σ. 17-42. Ντανιέλ Γκερέν, Ο Αναρχισμός-από τη θεωρία στην πράξη, Ελεύθερος Τύπος, 1973, σ. 17-31.

39 Βλ. Φ. ΄Εγκελς, Αντι- Ντυριγκ, Αναγνωστίδης, Αθήνα, χχ.

40 Βλ. Σημείωση του Κ. Μαρξ το 1845 για το βιβλίο του Φ. ΄Εγκελς, Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της κλασσικής γερμανικής φιλοσοφίας, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1981, σελ. 70.

41 Εδώ εμφανίζεται άλλο ένα θεμελιώδες πρόβλημα στη μαρξιστική θεωρία που αναδείχτηκε, κυρίως, μετά την εγκαθίδρυση των πολιτικών συστημάτων της Σ.Ε. και των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού. Το αν και κατά πόσο, δηλαδή, είναι δυνατόν να περάσουμε σ’ αυτή τη νομοτελειακή φάση της εξαφάνισης του κράτους σ’ ένα περιβάλλον ισχυρού και κυρίαρχου καπιταλισμού στα 2/3 (ή και περισσότερο, εκείνη την εποχή) των χωρών του κόσμου. Η υπόθεση εργασίας είναι τεράστια και δεν μπορεί να αποτελέσει τμήμα αυτού του άρθρου, απλά αναφέρουμε την ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα κριτική προσέγγιση (Κουρνό) της θέσης της αδυναμίας πλήρους απονέκρωσης ή εξαφάνισης του κράτους κάτω από τις συνθήκες αυτές. Βλ. σχετικά, Π. Άντερσον, Θεωρίες για το τέλος της Ιστορίας, Στάχυ, Αθήνα, 1992, σ.42-43.

42 Βλ. Β. Ι. Λένιν, ΄Απαντα, τ.33, «Κράτος και Επανάσταση», ο.π., σελ. 19.

43 Βλ. Επιστολή του Φ.΄Εγκελς στον Μπέμπελ της 18ης Μαρτίου 1875, στο «Κράτος και Επανάσταση», σ. 31.

44 Βλ. Κ. Μαρξ, Κριτική του προγράμματος της Γκότα, ο.π., σελ.43.

45 Βλ. . Μαρξ, Ιστορικά έργα, σελ. 60, 98, 128, 134, Αναγνωστίδης, Αθήνα, χχ, για «τους ταξικούς αγώνες στη Γαλλία», έργο που γράφτηκε το1850.

 Βιβλιογραφία

Κριτική του Προγράμματος της Γκότα, Κ. Μαρξ, εκδ. Κοροντζή, Αθήνα, 1975.
– « – , εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1978.
– « – , εκδ. Greek Workers Press Inc. Λονδίνο, 1921.
Το Κεφάλαιο , Κ. Μαρξ, τόμος 1ος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1978.
Κριτική της πολιτικής οικονομίας, Κ. Μαρξ, εκδ. Νέοι Στόχοι, Αθήνα, 1971.
Ιστορικά έργα, Κ. Μαρξ, εκδ. Αναγνωστίδης, Αθήνα, χχ.
Αντι-Ντύριγκ, Φ. ΄Εγκελς, εκδ. Αναγνωστίδης, Αθήνα, 1963.
Για το ζήτημα της κατοικίας, Φ.΄Εγκελς, εκδ. Σ. Ε., Αθήνα, 1983.
Λουδοβίκος Φουερμπαχ και το τέλος της κλασσικής γερμανικής φιλοσοφίας, Φ. ΄Εγκελς, εκδ. Σ.Ε., Αθήνα, 1981.
Το Κομμουνιστικό μανιφέστο, Κ. Μαρξ – Φ.΄Εγκελς, εκδ. Σ.Ε., Αθήνα, 1984.
΄Απαντα, Β. Ι. Λένιν, τόμος 33, εκδ. Σ. Ε., Αθήνα, 1981.
Ο Κ. Μαρξ και η θεωρία του, Β. Ι. Λένιν, εκδ. Γνώσεις, Αθήνα, χχ.
Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι, Β. Ι. Λένιν, εκδ. Σ.Ε., Αθήνα, 1975.
Το πέρασμα στο σοσιαλισμό, Ε. Πρεομπραζένσκι, εκδ. γράμματα, Αθήνα, 1978.
Η ιστορία των τριών διεθνών, Ουίλιαμ Φόστερ, , – , Αθήνα, 1975.
Πολιτική Οικονομία, Οικον. Σχολή Πανεπ. Λομονοσώφ, τόμος 1ος, εκδ. Gutenberg, Αθήνα, 1978.
Για τη δικτατορία του προλεταριάτου, Ετιέν Μπαλιμπάρ, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, 1978.
Η δικτατορία του προλεταριάτου, Π.Γκίντεφ, εκδ. Ιδεολογική Πάλη, Αθήνα, 1978.
Ιστορία του Γερμανικού εργατικού κινήματος, Helga Grebing , εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 1982.
Ο Γκράμσι και το Κράτος, Κριστίν Μπύσι-Γκλύκσμαν, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1984.
Σκέψεις πάνω στη βία, Ζ. Σορέλ, εκδ. Αναγνωστίδης, χχ.
Φιλοσοφία της Ιστορίας, Γ. Φ. Χέγκελ, Αναγνωστίδης, Αθήνα, χχ.
Φιλοσοφία του Δικαίου, Γ. Φ. Χέγκελ, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2012.
Θεωρίες για το τέλος της Ιστορίας, Π. Άντερσον, στάχυ, Αθήνα, 1994.
Μπακούνιν, Πλέθρον, Αθήνα, 1989.
Κοινωνική Ιστορία του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος, Β. Άμπεντροπ, Οδυσσέας, Αθήνα, 1976.
Contribution a la critique de l’ economie politique, K. Marx, Progres, Μόσχα, 1975.
Ο Αναρχισμός από τη θεωρία στην πράξη, Ν. Γκερέν, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 1973.
Αναρχισμός-μία μαρξιστική κριτική, J. Molyneux, μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, Αθήνα, 2012.
The Philosophical Roots of the Marx-Bakunin Conflict, Ann Robertson, στο What’s Next, Δεκ. 2003
Ανοικτή επιστολή προς την κεντρική επιτροπή των γερμανών εργατών, Φ. Λασσάλ, Ζυρίχη, Meyer-Zeller, [στα γερμανικά] 1863.
German Socialism and Ferdinand Lassalle, W.Dawson, Λονδίνο, Swan Sonnenschein, 1891.
Gesammelte Reden und Schriften (Collected Speeches and Writings) , F. Lassalle, σε 12 τόμους, Βερολίνο, P. Cassirer, 1919-1920.
The Origin of the authoritarian welfare state in Prussia, H. Beck, Μίτσιγκαν, Michigan U.P., 1997.

———————————

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *