TERRA INCOGNITA: Βαριές ψιχάλες πάνω από τις άνυδρες ερήμους

Του Μάκη Γεωργιάδη

Αυτήν την έρημο κανείς μας πια δεν την κατέχει. Η ανάμνηση της και μόνο μέσα από τις αφηγήσεις  μακρινών μας προγόνων   κάπου ξεθωριάζει και κάπου επανέρχεται με μια  σαρκαστική  κι απόκοσμη σαγήνη  σα να αποζητά  δικαίωση  κι εκδίκηση μαζί για όσους αποτόλμησαν να την αμφισβητήσουν. Να αμφισβητήσουν πως ακόμη και στα πιο άνυδρα κομμάτια γης υπάρχει  ζωή μόνο που αυτή κάθε στιγμή  είναι υποχρεωμένη να  παλεύει με το θάνατο. Ζωή και θάνατος  ξετυλίγονται παράλληλα και μονομαχούν επικίνδυνα   και αδιάκοπα  εντός  των ορίων μιας μεθυστικής οφθαλμαπάτης. Εντός των ορίων των  πιο αλλόκοτων αντικατοπτρισμών.

Όσα εφόδια κι αν διαθέτεις  είναι λίγα για να μπορέσεις επιτυχώς να τη διασχίσεις, ειδικά όταν  περιορίζεσαι  στην  αντιμετώπιση  της  έχοντας ως αποκλειστικό  οδηγό και πληροφοριοδότη των παλιών τις αφηγήσεις. Αυτών που τώρα  απλώς συντηρούν μια ανάμνηση γι αυτούς που νομίζουν ότι αυτό το περιβάλλον είναι ξένο, μακρινό και δεν τους αγγίζει…

Έτσι  αναπάντεχα, αίφνης είναι πιθανόν να αντιληφθείς  πως  η μακρινή προοπτική του αφιλόξενου ερημότοπου  είναι πλέον η άμεση και απτή πραγματικότητα που σε έχει κυκλώσει. Βρίσκεσαι καταμεσής της ερήμου και οδηγός επιβίωσης πια δεν υπάρχει.  Δεν είσαι μόνος , αλλά και τους συντρόφους σου δε μπορείς να διακρίνεις. Δεν μπορείς να τους ξεχωρίσεις ανάμεσα σε ένα ζοφερό λιοπύρι που μετατρέπει  το λαμπρότερο ουράνιο σώμα από ζωοδότη σε δυνάστη κι εκδικητή.

Κι έπειτα πάλι το βράδυ, το κρύο. Η παγωνιά η ανυπόφορη   που δεν σπορείς να σταθείς.  Σε καραβάνι αόρατο  αλυσοδεμένες  οι προσδοκίες κι οι κρυφές ελπίδες.  Κάτω από  κουρασμένα βήματα αποτυπώνεται η λαχτάρα για ζωή αντιπαλεύοντας του χαμού τη  βεβαιότητα . Μέχρι να σαρώσει  ο άνεμος  τα σημάδια αυτά και στη θέση τους να δημιουργήσει μικρές αμμοθίνες, κι έπειτα πάλι από την αρχή η ίδια  διαδικασία. Να γράφεις την αόρατη ελπίδα με κόπο και ο άνεμος να την ξεθωριάζει. Μα τη σβήνει. Να την αντικαθιστά με τη δική του αλήθεια…

Η ζωή εδώ απαιτεί φειδώ  και η απλοχεριά στην απελπισία  που βάζει φωτιά  στα ξερόκλαδα  αυτοσυγκράτηση για να μη σπαταληθεί  άσκοπα η  λαχτάρα  για ζωή. Ανάμεσα στα σβησμένα από τον άνεμο χνάρια και τη δίψα ψάχνεις το δρόμο για τα αστέρια. Στρατοί και λεγεώνες, τυχοδιώκτες και προσκυνητές  που επιχείρησαν να διασχίσουν την πυρωμένη ερημιά κατοικούν στις συστάδες  της οφθαλμαπάτης που μετατρέπεται κάθε  τόσο σε όαση που ξαποσταίνουν οι διαβάτες και ανεφοδιάζονται   για να συνεχίσουν  το ταξίδι.

Ένα αλλόκοτο καραβάνι  θαρρείς πως  περικλείει εντός του όλες του κόσμου τις αντιφάσεις προσπαθώντας να διασχίσει  την αφιλόξενη γη με τους φονιάδες του καιρού να το συνοδεύουν σημαδεύοντας το πισώπλατα. Όπως  σημάδευαν  οι  αποικιοκρατικές κάνες τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες της Μέσης Ανατολής στη μεγάλη πορεία προς το πουθενά της ερήμου. Πορεία διάλυσης και σπασίματος του ηθικού.  Έτσι σφίγγει καθημερινά γύρω ο κλοιός και στόχος γίνεται το σπάσιμο του ηθικού  και το τσάκισμα  της αμφισβήτησης που γεννοβολά  την ελπίδα…

Κοιτάζοντας το θολωμένο από τη σκόνη και τον αέρα ορίζοντα, εντός κι εκτός ταυτόχρονα από αυτήν την εξορία, καμιά προοπτική  δε διακρίνεται και πλαντάζει η καρδιά. Παραλύει το σώμα κι ασάλευτη μένει η σκέψη, καθώς όλες οι αισθήσεις  καταπιάνονται με τη σκληρή μάχη της επιβίωσης. Όσο θολός και σκοτεινός κι αν είναι ο ορίζοντας από πίσω κρύβεται ο ξάστερος ουρανός. Όσο αδηφάγος κι αν  κατρακυλάει ο χρόνος στις φλέβες της ιστορίας καταπίνοντας τη σάρκα   και το πνεύμα, κάπου στην τομή του κρύβονται οι ανάμενες σπίθες  της αντιστάσεις για την οποία βαδίσαμε  χρόνια ολάκερα μέσα στην καυτή ερημιά προσπαθώντας να την ανακαλύψουμε με την  ίδια αυτάρεσκη  ικανοποίηση που θα είχαμε σαν θα ανακαλύπταμε από την αρχή  την ίδια τη φωτιά.

Το βέβαιο είναι πως ακόμη και στα πιο αφιλόξενα και στα πιο άνυδρα  μέρη της γης η ζωή μπορεί να ανθίσει. Ακόμη και στις πλέον άνυδρες ερήμους έρχονται κάποιες στιγμές που από πάνω τους μαζεύονται  λες όλα τα αριά και μολυβένια σύννεφα του κόσμου. Βρέχουν το διψασμένο για δεκαετίες ή ακόμη και αιώνες  έδαφος  με τις χοντρές βαριές  στάλες για να δώσουν  σε αυτήν την κουρασμένη γη μια ανάσα  δροσιστική.  Ίσως έφτασε η ώρα που θα βρέξει στην έρημο όπως δείχνουν τα σημάδια και αυτήν την ευκαιρία δεν μπορούν να τη χάσουν  οι διψασμένοι και πεπλανημένοι της ζωής οδοιπόροι. Ίσως η ώρα έχει φτάσει, ας μη χάνουμε καιρό…

Μάκης Γεωργιάδης
XXVII – II – 2013

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *