Οι νεκροί περιμένουν

Γράφει ο Στρατής Θ. Σκουντιανέλλης

Οι περισσότεροι απ’ όσους ακούσαμε την είδηση για το θάνατο των δύο φοιτητών στη Λάρισα εξαιτίας αναθυμιάσεων από αυτοσχέδιο μαγκάλι, καταληφθήκαμε από μιαν ανυπόφορη αμηχανία. Ένα μισητό μούδιασμα μπροστά σε μια εξέλιξη που, υπό άλλες συνθήκες, θα μπορούσε να έχει αποτελέσει άμεσα την αιτία μιας ηχηρής κοινωνικής εξέγερσης. Ωστόσο αυτή η εξέγερση δεν έγινε ποτέ (ή τουλάχιστον όχι μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές), οι αναγνώστες της είδησης μείναμε με το μούδιασμα και τα δυο νέα παιδιά πήραν υπομονετικά το δρόμο για “απέναντι” δεμένα (ακόμα κι εκεί!) με τα δεσμά μιας μοιραίας ταξικής εντολής: η σύγχρονη και ασφαλής θέρμανση κομμένη, δεν είναι για όλους.

Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, καθοριστικός για τις εξελίξεις παράγοντας δεν είναι το ίδιο το γεγονός ότι εκατομμύρια πολίτες της χώρας αδυνατούν αντικειμενικά να αγοράσουν ακόμα και την παραμικρή ποσότητα πετρελαίου θέρμανσης, αλλά αυτή η μισητή αμηχανία από την οποία διακατέχονται οι υπόλοιποι, που έμπρακτα έχουν ακόμη αναμμένα τα καλοριφέρ τους αλλά διακηρυκτικά (και συνειδητά) διαφωνούν κάθετα με τις πολιτικές ενέργειες που υποχρέωσαν όλους τους υπόλοιπους να ψοφάνε στο κρύο. Το παράδειγμα δεν αφορά, βέβαια, μόνο στο αγαθό της θέρμανσης. Γενικότερα έχει διαμορφωθεί ένα βαθύ και αντικειμενικό κοινωνικό χάσμα μέσα στους κόλπους των αντιφρονούντων, με τη μία πλευρά να έχει πρόσβαση σε μια σειρά από πράγματα (στέγαση, διατροφή αλλά και πολλά άλλα αγαθά, όχι απαραίτητα πρώτης ανάγκης) και την άλλη να στερείται, πολλές φορές, ακόμα και τα στοιχειώδη. Έχουμε πάντα την ειλικρίνεια να ομολογήσουμε την ύπαρξη αυτού του χάσματος;

Η απάντηση είναι πως δεν την έχουμε. Συχνά κάνουμε πως δεν το βλέπουμε, το προσπερνάμε δήθεν απρόσεκτα, αφήνουμε ασχολίαστη την αναφορά του φίλου, του συγγενούς, του συντρόφου στους απλήρωτους λογαριασμούς του, σιωπούμε την ώρα που μας μιλά για τη μακροχρόνια ανεργία του και τις επανειλημμένες αποτυχημένες προσπάθειές του να βρει δουλειά, και επανερχόμαστε με ιδιαίτερη ανακούφιση στην γενικότερη πολιτική συζήτηση για το πώς θα αλλάξουν τα πράγματα. Αυτό βέβαια μπορεί να μας απαλλάσσει προσωρινά από τη διεξαγωγή μιας ενοχλητικής κουβέντας, ωστόσο αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι υποσκάπτει αντικειμενικά και μάλιστα επί μακρόν, τις δυνατότητες συγκρότησης οποιασδήποτε στιβαρής ενότητας στους κόλπους εκείνων που επιθυμούν την ανατροπή της παρούσας πολιτικής κατάστασης. Θα πρέπει, λοιπόν, να τολμήσουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα, διακινδυνεύοντας να απαντήσουμε λάθος αλλά έχοντας και βαθιά επίγνωση για το ότι λάθη δεν κάνει, μόνο όποιος δεν κάνει τίποτα.

Δεν πρέπει, εξάλλου, να ξεχνάμε ότι έχουν επιχειρήσει να απαντήσουν και πολλοί πριν από εμάς – ως γνωστόν από εύκολες και αφοριστικές απαντήσεις άλλο τίποτα. Η συνηθέστερη τέτοια απάντηση αφορά, φυσικά, στους «αγωνιστές με δεξιά τσέπη» οι οποίοι, όπως ισχυρίζονται οι θιασώτες της, αντιφάσκουν. Διότι διαφωνούν με την ισχύουσα πολιτική ενώ απολαμβάνουν τα όσα προς το παρόν αυτή τους παραχωρεί. Το συμπέρασμα του συλλογισμού –που συνήθως παραλείπεται γιατί αποκαλύπτει το συνολικό άτοπο– είναι ότι οι αγωνιστές με αυτή τη λογική θα έπρεπε, αντιθέτως, να στηρίξουν την ισχύουσα πολιτική και να γράψουν τις ανάγκες των πληγέντων στα παλιά τους τα παπούτσια. Σε απλά ελληνικά, να συντελέσουν στην εξαθλίωση της πλειοψηφίας για να σώσουν το δικό τους τομάρι.

Η άλλη εύκολη απάντηση έρχεται, βέβαια, από διαφορετικά χείλη αλλά όλως περιέργως, επιχειρεί να επιλύσει το ζήτημα με εξίσου εύκολο και “ανώδυνο” τρόπο. Πρόκειται για τη λογική που αξιώνει αυθαίρετα από τους ήδη πληγέντες πολίτες να διακινδυνεύσουν ανά πάσα στιγμή άσκεπτα το τελευταίο διαθέσιμο όπλο τους, δηλαδή την επιβίωσή τους, προκειμένου να αγωνιστούν για την ανατροπή της ισχύουσας πολιτικής. Παραβλέπει, βέβαια, μια τέτοια αντίληψη ότι αντικειμενική προϋπόθεση για να επιτύχει το στόχο του κάθε αγωνιστής, είναι αυτός ο αγωνιστής να υπάρχει, να ζει.

Κυρίως η αντίληψη αυτή παραβλέπει ότι ακόμα κι αν ο αγωνιστής αποφάσιζε να φτάσει αλματικά στο «ελευθερία ή θάνατος», σίγουρα δεν θα το έκανε μαζί με ανθρώπους που σιωπούν αμήχανα όταν εκείνος μοιράζεται μαζί τους τα προβλήματά του. Και ιδιαίτερα αν αυτή η σιωπή μαρτυρά ότι οι συναγωνιστές του περνούν την (παιδική, ας το παραδεχτούμε) ασθένεια των «ταξικών τύψεων», λόγω του ότι τυγχάνει να βρίσκονται προσωρινά σε καλύτερη μοίρα. Με δυο λόγια μια τέτοια αντίληψη παραβλέπει τη βασική αρχή ότι οι κοινωνικοί αγώνες διεξάγονται κατ’ αρχήν στη βάση υλικών αναγκών και ότι όταν κάποιος δε δίνει μιαν αξιόπιστη πολιτική απάντηση στο ερώτημα της διάστασης των υλικών αναγκών, δε μπορεί και να περιμένει ότι θα πυροδοτήσει ενωτικούς αποτελεσματικούς κοινωνικούς αγώνες.

Ωστόσο οι δύο αυτές αφοριστικές απαντήσεις εντέλει αποβαίνουν χρήσιμες, καθώς αποκαλύπτουν και οριοθετούν τη βασική αιτία διεξαγωγής αυτής της διαπάλης. Κι αυτή δεν είναι άλλη από το γεγονός ότι η οικονομική ολιγαρχία πρωτίστως επεδίωξε (και πέτυχε) την πολύπλοκη υλική διάσπαση όσων της αντιστέκονται, και εν συνεχεία προχώρησε στο περίφημο ιδεολογικό «διαίρει και βασίλευε» το οποίο όλοι εύστοχα εντοπίζουν. Πριν φτιάξουν ανθρώπους με δεκάδων ειδών διαφωνίες προς τους ίδιους τους συναγωνιστές τους, οι κυβερνήσεις φρόντισαν να φτιάξουν συναγωνιστές με δεκάδων ειδών διαφορετικά πορτοφόλια.

Το κίνημα, η νεολαία, η Αριστερά, διαθέτουν σήμερα μηχανισμούς (έστω και πρόχειρους) που να επιχειρούν να επανορθώνουν στο μέτρο του δυνατού αυτή την πολυδιάσπαση και να αποκαθιστούν την αντικειμενική υλική δυνατότητα των πληγέντων να αντιστέκονται; Πόσο σημαντικό είναι να συγκροτούνται θεσμοί υλικής ανάκαμψης από το θάνατο στον οποίο έχει καταδικάσει το λαό η οικονομική ολιγαρχία; Έχει θέση η συστηματική, μακρόπνοη και οργανωμένη έμπρακτη αλληλεγγύη επί των πραγματικών αναγκών, στην κουλτούρα ενός λαού που περνά διαπιστωμένη ανθρωπιστική κρίση; Και μήπως τελικά, όταν τα υλικά χάσματα στους κόλπους του κινήματος υποσκάπτουν την όποια αποτελεσματικότητά του, η απάντηση θα πρέπει να είναι εκείνες οι ελεγχόμενες υλικές αναδιανομές που θα αποσοβήσουν έναν τέτοιο κίνδυνο; Προβληματισμοί που, αν μη τι άλλο, χρήζουν μιας οποιασδήποτε σοβαρής απάντησης.

Όχι δηλαδή για κανέναν άλλο λόγο, αλλά κυρίως γιατί ο (εν ενεργεία ή εν δυνάμει) συναγωνιστής χωρίς πετρέλαιο, χωρίς δουλειά, χωρίς χρήματα για το ενοίκιο και πάνω απ’ όλα χωρίς ακμαίο ηθικό, δεν αναφέρεται στα προβλήματά του προκειμένου να προκαλέσει τον οίκτο – γι’ αυτό ακριβώς και δεν περιμένει απ’ το συναγωνιστή του καμιά αμήχανη μικροαστική σιωπή. Όμως επιδιώκει την από κοινού ισότιμη και συντροφική προσπάθειά τους, με στόχο να ανακτήσει τον στοιχειώδη έλεγχο της ζωής του και την αντικειμενική δυνατότητά του να αντιστέκεται. Διεκδικεί πάνω απ’ όλα το δικαίωμά του να μην πεθαίνει αβοήθητος στην προσπάθειά του να ζεστάνει αυτοσχέδια το σπίτι του, ακριβώς επειδή γνωρίζει τη βαθιά αλήθεια της φράσης της Διδώς Σωτηρίου: οι νεκροί περιμένουν.

Εστάλη από: Στρατή Θ. Σκουντιανέλλη

Πρώτη Δημοσίευση:afetiries.wordpress.com

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *