Εργατική κυβέρνηση, η απάντηση των κομμουνιστών στο ζήτημα της κυβέρνησης

oikodomoi-1121960    Η συζήτηση που διεξάγεται με διάφορους τρόπους, ορθόδοξους ή ανορθόδοξους, με κανόνες ή χωρίς, σχετικά με το ζήτημα της κυβέρνησης και τη στάση της Αριστεράς και των κομμουνιστών απέναντι στο ζήτημα αυτό, καταδεικνύει ότι το ζήτημα αναδείχθηκε σε κρίσιμο από την ίδια την ταξική πάλη και η απάντησή του αποτελεί αναπόδραστο καθήκον για τους κομμουνιστές.

Η συζήτηση και κυρίως η αντιπαράθεση στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ από τη μία και στο εσωτερικό του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά και άλλων δυνάμεων, από την άλλη, από τη σκοπιά της κομμουνιστικής Αριστεράς, αποτελούν σύμπτωμα και επίδραση της ταξικής πάλης η οποία ανέδειξε και έφερε στο προσκήνιο το ερώτημα της κυβέρνησης και πιο συγκεκριμένα της εργατικής κυβέρνησης.

Οι απαντήσεις που δόθηκαν και δίνονται στο ερώτημα είναι οι εξής: Ο ΣΥΡΙΖΑ απαντά με μια ερμαφρόδιτη κυβερνητική πρόταση, πότε με την πρόταση για «Αριστερή κυβέρνηση», και πότε με πρόταση για μια «κυβέρνηση με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ». Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι και οι δύο προτάσεις πέρασαν στον καθημερινό του λόγο και η μεν πρώτη είναι στα ντοκουμέντα του, η δε δεύτερη σε συχνή χρήση από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.

Η «Αριστερή κυβέρνηση» του ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να καταταχθεί στον κατάλογο των διάφορων τύπων εργατικών κυβερνήσεων και πιο συγκεκριμένα στο τύπο των κυβερνήσεων τις οποίες το κομμουνιστικό κίνημα κατέταξε στις φαινομενικά εργατικές κυβερνήσεις.

Η φαινομενικότητά της συνίσταται στο γεγονός ότι θέλει να εξυπηρετήσει εργατικά και ταυτόχρονα  αντιτιθέμενα συμφέροντα, εργατικά και μικροαστικά έως και αστικά και αυτό απορρέει μέσα από το πρόγραμμά της. Δεν αμφισβητεί ευθέως και άμεσα το καπιταλιστικό σύστημα και δεν στοχεύει στην αξιοποίηση της κυβερνητικής εξουσίας για την επαναστατική ανατροπή του και το τσάκισμα του αστικού κράτους και της αστικής εξουσίας, δηλαδή στην απόσπαση της συνολικής εξουσίας από την εργατική τάξη.
Ο μανδύας της, το γεγονός ότι χαρακτηρίζεται Αριστερή από τους υποστηριχτές της, πρέπει να εκληφθεί ως δέσμευση για μια φιλεργατική-φιλολαϊκή πολιτική. Ενώ ο μανδύας μιας κυβέρνησης «με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ» παραπέμπει σε μια πιο φιλο-αστική πολιτική.

Αν η Αριστερή κυβέρνηση καταστεί η μόνη άμεσα ορατή προοπτική του κινήματος και η μόνη άμεση εναλλακτική απάντηση στην τρικομματική κυβέρνηση Σαμαρά ή σε άλλη μνημονιακή κυβέρνηση,
οι κομμουνιστές δεν μπορούν να το προσπεράσουν αυτό ελαφρά τη καρδία.
Πρέπει να πάρουν υπόψη τους ότι, αν μια Αριστερή κυβέρνηση, σε εύθετο χρόνο, επιχειρήσει να υλοποιήσει  ένα πρόγραμμα που προβλέπει την κατάργηση των μνημονίων και των εφαρμοστικών και άλλων αντεργατικών νόμων, και προχωρήσει έστω σε στάση πληρωμών προς τους τοκογλύφους και στη διαγραφή του χρέους, η σύγκρουση θα είναι αναπόφευκτη.

Ούτε βέβαια πρέπει να περιοριστούν σε αυτό. Πρέπει να δουλέψουν από τώρα, από εχθές αν ήταν δυνατόν, για την οικοδόμηση ενιαίου εργατικού πολιτικού μετώπου, στη βάση του μεταβατικού προγράμματος, με το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης. Να προβάλουν δηλαδή την εργατική απάντηση στην παρούσα καπιταλιστική κρίση.

Η μέχρι τώρα στάση των δυνάμεων που υπερασπίζονται την Αριστερή κυβέρνηση, οι ταλαντεύσεις τους και ο μεσοβέζικος χαρακτήρας των προγραμματικών επιδιώξεών τους, η στάση της κομμουνιστικής Αριστεράς και κυρίως η άγονη στάση του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέναντι στην πρόταση για Αριστερή κυβέρνηση, αλλά και η απόφαση της τελευταίας Συνδιάσκεψης του ΣΥΡΙΖΑ με την οποία η πλειοψηφία της απέρριψε την πρόταση για μια διαρκή πολιτική προσπάθεια συνεργασίας μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ-ΚΚΕ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ, προδικάζουν σε μεγάλο βαθμό την επικράτηση της δεύτερης κυβερνητικής πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή της πρότασης για μια «κυβέρνηση με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ».

Σε κάθε περίπτωση καταλύτης στην κατάληξη της κυβερνητικής πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι η εξέλιξη της ίδιας της ταξικής πάλης αλλά οι οιωνοί προοιωνίζουν ότι η πλειοψηφία του δεν είναι απαραίτητο ότι θα συνταχθεί με τη βούληση και τα συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας της εργατικής τάξης.

Το ΚΚΕ προβάλει τη λαϊκή εξουσία και οικονομία μετά την επανάσταση, σαν το επόμενο βήμα του κινήματος. Ξεκαθαρίζει σε κάθε ευκαιρία ότι αυτή δεν βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη και αυτό το αποδίδει στην ανωριμότητα του λαϊκού παράγοντα.
Απορρίπτει κάθε κυβέρνηση στο πλαίσιο του καπιταλισμού και φυσικά κάθε δική του συμμετοχή και στήριξη σε κυβέρνηση αστικής διαχείρισης και πρόκρινε την ακυβερνησία πριν και ανάμεσα στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2012. Πράγμα που απαντήθηκε από την αστική τάξη με το σχηματισμό της καπιταλιστικής κυβέρνησης Σαμαρά.

Κινείται στην κατεύθυνση πλήρους απομόνωσης, στην κατεύθυνση προγραμματικής και με απόφαση Συνεδρίου, απόρριψης κάθε συνεργασίας με άλλους κομμουνιστές και Αριστερούς αλλά και γενικότερα κάθε πολιτικής συνεργασίας, πράγμα που μάλλον αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της πολιτικής του είναι ο σεχταρισμός και η απόσταση ανάμεσα στις διακηρύξεις του και την πρακτική τους εφαρμογή στο κίνημα, όπου η ο ρεφορμισμός και η πάλη για την ανατροπή της εφαρμοζόμενης πολιτικής κυριαρχεί έναντι της πάλης για την ανατροπή της αστικής εξουσίας, άρα και της κυβέρνησης της, πράγμα που προβάλει ως κυρίαρχη πολιτική, υποτίθεται, η ηγεσία του.

Δεν ξέρω πόσες, αλλά σίγουρα είναι μέσα στις ελάχιστες περιπτώσεις στις οποίες μια ηγεσία κομμουνιστικού κόμματος παρέκαμψε το πρόγραμμά του και εφάρμοσε, με το έτσι θέλω, μια άλλη πολιτική.

Η μη εφαρμογή της προγραμματικής του θέσης για την οικοδόμηση Αντι-ιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου (ΑΑΔΜ), το οποίο μπορεί να διεκδικήσει την κυβέρνηση και να υλοποιήσει ένα φιλολαϊκό πρόγραμμα, αποτέλεσε το κρίσιμο σημείο των εξελίξεων στο χώρο της Αριστεράς, πράγμα βέβαια που με τη σειρά του επέδρασε συνολικά στην ταξική πάλη και στη διαμόρφωση των πολιτικών συσχετισμών.

Ανεξάρτητα από τις δικές μας διαφωνίες πάνω στην προγραμματική θέση του ΚΚΕ (διαφωνίες που εστιάζονται στο χαρακτήρα της κυβέρνησης του ΑΑΔΜ, το γεγονός δηλαδή ότι οι εμπνευστές της δεν τη βλέπουν σαν αφετηρία για την κατάκτηση της δικτατορίας του προλεταριάτου, αλλά ουσιαστικά σαν στάδιο πριν την επανάσταση), αν το ΚΚΕ επιχειρούσε έστω να υλοποιήσει αυτή του τη θέση σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης, συντριβής του δικομματισμού, κυβερνητικής αστάθειας, και με την αστική εξουσία να βρίσκεται σε κίνδυνο, τότε αυτή και μόνο η απόπειρα θα οδηγούσε σε όξυνση της ταξικής πάλης στο επίπεδο της εξουσίας και επομένως η πάλη για την υλοποίησή αυτής της θέσης και ενός φιλολαϊκού προγράμματος θα μπορούσε να αποτελέσει το έναυσμα για την ανάπτυξη επαναστατικών αγώνων από μέρους της εργατικής τάξης.

Η ηγεσία του ΚΚΕ απορρίπτει κάθε κυβέρνηση, άρα και την εργατική κυβέρνηση του 4ου Συνεδρίου της ΙΙΙ Διεθνούς, η οποία επεξεργάστηκε παραπέρα την ταχτική του ενιαίου εργατικού μετώπου και της εργατικής κυβέρνησης, ως απόρροια αυτής της πολιτικής, ζώντος και παρόντος του Λένιν και με την ενεργή συμμετοχή του στις αποφάσεις της. Έχουν δίκιο στο σημείο αυτό, αλλά και σε άλλα, οι κουκουέδες που κατηγορούν την ηγεσία τους για ΝΑΡίτικη πολιτική.

Παρενθετικά να σημειώσουμε εδώ μερικά πράγματα για όσους προσπαθούν να δικαιολογήσουν την άρνησή τους στην πολιτική που συμπυκνώνεται στο σύνθημα «εργατική κυβέρνηση» επικαλούμενοι και διαδίδοντας τη δήθεν σοβαρή επιδείνωση της υγείας τού Λένιν και την αδυναμία του να συμμετέχει στη συζήτηση και στις αποφάσεις της Διεθνούς για την εργατική κυβέρνηση. Επικαλούνται δηλαδή, μια δήθεν μη νομιμοποίηση από το Λένιν μιας τέτοιας πολιτικής. Φυσικά αυτά είναι προφάσεις εν αμαρτίαις. Όταν οι εν λόγω σύντροφοι καταδίκαζαν την εργατική  κυβέρνηση στα Συνέδριά τους δεν επικαλούταν λόγους λενινιστικούς, αλλά άλλους. Και για να αποστομώσουμε αυτούς που διαδίδουν τέτοιες φήμες, τους παραπέμπουμε στην  εισήγηση του Λένιν στο 4ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, στις 13 του Νοέμβρη του 1922, με θέμα «πέντε χρόνια της ρωσικής επανάστασης και οι προοπτικές της παγκόσμιας  επανάστασης».  (ΛΕΝΙΝ-ΑΠΑΝΤΑ, τόμος 45, σελ. 278, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή). Αυτό το γεγονός αποτελεί απάντηση σε όλους τους απολογητές αστικών θεωρήσεων για τη δήθεν ανημποριά τού Λένιν να ενημερώνεται και να παρεμβαίνει στις αποφάσεις του 4ου συνεδρίου.

Η ηγεσία του ΚΚΕ, με την πολιτική της, στέκεται στα πράγματα σαν δύναμη αδράνειας, πράγμα που διευκολύνει την κυβέρνηση στο πέρασμα και την υλοποίηση της πολιτικής των μνημονίων και μπορεί, η στάση αυτή, να προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες στην κατεύθυνση διάσωσης και σταθεροποίησης του συστήματος που επιχειρεί ήδη η άρχουσα αστική τάξη.

Από την πλευρά της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η βασική της δύναμη, που είναι το ΝΑΡ, πρόβαλε μια αντίστοιχη με το ΚΚΕ πολιτική στα βασικά της σημεία: συνολική ανατροπή της αστικής εξουσίας και του καπιταλισμού με αντικαπιταλιστική επανάσταση, η οποία όμως δεν είναι στην ημερήσια διάταξη λόγω ανωριμότητας του λαϊκού παράγοντα. Καμιά συμμετοχή και στήριξη σε κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού, είτε αυτή λέγεται Αριστερή, είτε εργατική, είτε όπως αλλιώς λέγεται. Ανάμεσα στην αστική εξουσία και στην εργατική, σύμφωνα με αυτές τις δυνάμεις, βρίσκεται το μεταβατικό πρόγραμμα και η διεκδίκηση της υλοποίησής του από το κίνημα, από οποιαδήποτε κυβέρνηση.

Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η πολιτική πρόταση του ΝΑΡ, η οποία βάραινε και βαραίνει στην πραχτική πολιτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η διαφορά με το ΚΚΕ ήταν και είναι ένας διαφορετικός πολιτικός πολιτισμός ο οποίος εκφράζεται και στην πρόταση για την οικοδόμηση ενός αγωνιστικού μετώπου «ρήξης και ανατροπής». Δέχονται δηλαδή, τις εκλογικές και άλλες συνεργασίες και τα αντικαπιταλιστικά μέτωπα (όχι με μεγάλη ευκολία) ενώ το ΚΚΕ τα απορρίπτει κατηγορηματικά.

Η εξέλιξη της ταξικής πάλης ανάγκασε όλες τις δυνάμεις της αριστεράς να ξαναδούν το ζήτημα της κυβέρνησης.

Το ΚΚΕ το είδε και το απάντησε αρνητικά με τον τρόπο που περιγράψαμε παραπάνω. Η άρνησή του αυτή έχει να κάνει με την προειλημμένη από την ηγεσία του απόφαση, από την έναρξη της καπιταλιστικής κρίσης, να μην αξιοποιήσει την καπιταλιστική κρίση για την πραγματοποίηση της προλεταριακής  επανάστασης, αλλά να ακολουθήσει το δρόμο του ξεπεράσματος της καπιταλιστικής κρίσης με όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες.

Το κλείσιμο της πόρτας, πρωτίστως σε δυνάμεις που προέρχονται από δική του διάσπαση, σε οποιαδήποτε συνεργασία, όπως προκύπτει μέσα από τις «θέσεις» για το 19ο Συνέδριό του, ανάγκασε δυνάμεις όπως το ΝΑΡ να ξαναδούν τα πράγματα με άλλο μάτι μπροστά στα καινούργια δεδομένα.

Έτσι, οι δυνάμεις αυτές, οι οποίες κινούταν με μια πολιτική προσέγγισης και συνεργασίας με το ΚΚΕ και το ΠΑΜΕ, τώρα  που …«έφαγαν πόρτα» και βλέπουν την πολιτική τους να σπάει τα μούτρα της, ανακρούουν πρύμναν.

Η χαλαρή κριτική τους στο ΚΚΕ και η εξύμνηση της «ταξικής γραμμής» του ΠΑΜΕ τα προηγούμενα χρόνια και η πολιτική της προσέγγισης βήμα-βήμα με αυτό, όχι μόνο δεν έφερε τα επιθυμητά γι’ αυτούς αποτελέσματα, αλλά, σύμφωνα με φήμες, ώθησε δυνάμεις τους προς αυτό.

Αποτέλεσμα αυτών των γεγονότων είναι η ένταση της κριτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στο ΚΚΕ και στο ΝΑΡ και η αναμόρφωση της θέσης τους σε μια σειρά ζητήματα, ανάμεσα σε αυτά και στο ζήτημα της κυβέρνησης.

Στην πρόσφατη αντιπαράθεση ΚΚΕ-ΝΑΡ και πιο συγκεκριμένα, της ηγεσίας του ΚΚΕ και της κυρίαρχης γραμμής, με την ηγεσία και την κυρίαρχη γραμμή του ΝΑΡ, η ηγεσία του ΚΚΕ κατηγορεί την ηγεσία του ΝΑΡ και του ΠΡΙΝ, ούτε λίγο-ούτε πολύ, για υιοθέτηση της θέσης του ΚΚΕ για κυβέρνηση του ΑΑΔΜ και για…κυβερνητισμό! Όταν και οι πέτρες ξέρουν ότι η ηγεσία του ΝΑΡ καταγγέλλει κάθε κυβέρνηση, και την εργατική κυβέρνηση του 4ου Συνέδριου της ΙΙΙ Διεθνούς, πράγμα που κάνει τώρα και το ΚΚΕ.

Έλα όμως, τώρα που το ΚΚΕ ήρθε στα λόγια και στις θέσεις του ΝΑΡ, η ηγεσία του ΝΑΡ πάλι δεν βολεύεται! Και αυτό διότι, όπως προείπα, το ΝΑΡ έχει απώλειες προς το ΚΚΕ.

Έτσι φτάσαμε στο σημείο ο Παναγιώτης Μαυροειδής (στο εξής ΠΜ) να φαίνεται ότι υποστηρίζει την εργατική κυβέρνηση και να δέχεται κριτική από την ηγεσία του ΚΚΕ, για…υιοθέτηση της εργατικής κυβέρνησης.

Ο ΠΜ έγραψε σε άρθρο κριτικής στο ΚΚΕ: «Η αριστερά που θέτει συνολικό ζήτημα εξουσίας, αντιλαμβάνεται την προβολή μιας αντικαπιταλιστικής ή εργατικής κυβέρνησης, ως ένα ακόμη όπλο…»

Αυτή του η διατύπωση συνάντησε τη μήνι της ηγεσίας του ΚΚΕ η οποία με ανυπόγραφο άρθρο στον 902.gr, με τίτλο «Εντυπωσιοθηρία και διαστρέβλωση από το Πριν»,  του ανταπάντησε ότι: «…αυτό το όπλο σε συνθήκες μη επαναστατικές απλώς θα οδηγήσει στην υποστήριξη της μια ή της άλλης αστικής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, θα ενισχύσει τις ούτως η άλλως ισχυρές αυταπάτες για το ρόλο του αστικού κοινοβουλευτισμού και του αστικού κράτους. Θα λειτουργήσει αποπροσανατολιστικά για το εργατικό κίνημα, στην πράξη θα κάνει ακόμα πιο δύσκολο το διαχωρισμό από τον κυβερνητισμό, θα το κάνει δέσμιο των αυταπατών που σπέρνει ο ΣΥΡΙΖΑ τελικά και των τμημάτων της αστικής τάξης που ποντάρουν σε αυτόν.»

Στην αντιπαράθεση αυτή φαίνεται ο ΠΜ να υπερασπίζεται την εργατική κυβέρνηση και να την διαχωρίζει από τον γενικό κυβερνητισμό, και το ΚΚΕ από την άλλη να βάλει ενάντια στην εργατική κυβέρνηση και να την ταυτίζει με το γενικό κυβερνητισμό, αξιοποιώντας και πατώντας στις ίδιες τις θέσεις του ΝΑΡ!

Κοίτα τώρα πώς έρχονται τα πράγματα: το ΝΑΡ, μέσα από επαναλαμβανόμενες αποφάσεις Συνεδρίων του, καταδίκαζε την εργατική κυβέρνηση, με το επιχείρημα ότι «…η τακτική αυτή υποκαθιστά την επανάσταση με την αστική κυβερνητική εξουσία» (πρόκειται ουσιαστικά για το επιχείρημα του Μπορντίγκα ο οποίος είχε ασκήσει κριτική στο ενιαίο μέτωπο και στην εργατική κυβέρνηση θεωρώντας πως η εργατική κυβέρνηση ως σύνθημα μόνο σύγχυση προκαλεί στη θεωρία και στην πρακτική).  Και έτσι πολύ απλά η ανάλυση της ΙΙΙ Διεθνούς για τις διάφορες μορφές εργατικών κυβερνήσεων είτε αστικού, είτε μικροαστικού, είτε εργατικού χαρακτήρα, χαρακτηρίζονται συλλήβδην ως κυβερνητισμός.

Τώρα, η ηγεσία του ΝΑΡ, στο πρόσωπο του ΠΜ, φαίνεται να υπερασπίζεται την εργατική κυβέρνηση!
Ο ίδιος αρθρογράφος, ο ΠΜ, σε προηγούμενο άρθρο του –απάντηση σε άρθρο του Πέτρου Παπακωνσταντίνου, ο οποίος ανέτρεξε στις αποφάσεις, στις επεξεργασίες και στην εμπειρία του παγκόσμιου επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος αναζητώντας απαντήσεις στα σημερινά προβλήματα της ταξικής πάλης επαναφέροντας την πολιτική του 4ου Συνέδριου της ΙΙΙ Διεθνούς για την εργατική κυβέρνηση– έγραφε: «… Η προβληματική για το ενιαίο μέτωπο της εργατικής τάξης και την εργατική κυβέρνηση που τίθεται από μια σκοπιά πρωτότυπης σύνδεσης τακτικής και στρατηγικής, ανοίγει μια γόνιμη συζήτηση ανάμεσα στους κομμουνιστές και εδώ δεν χωρούν  απαγορευτικές ζώνες. Πρέπει να την ξεχωρίσουμε  όμως από  την προσχηματική επίκληση των εννοιών αυτών,  απλά για να αξιοποιηθούν νομιμοποιητικά της τρέχουσας ρεφορμιστικής πολιτικής στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ.»

Ο μόνος τρόπος που κατανοούσε το ζήτημα αυτό ο ΠΜ, ήταν ως συμμετοχή σε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και σε υποταγή στο ρεφορμισμό και έτσι απέρριπτε μια τέτοια πολιτική!

Η δε ηγεσία του ΚΚΕ, το οποίο έχει υιοθετήσει στο πρόγραμμά του από το 1996 μια τυπική μορφή φαινομενικής εργατικής κυβέρνησης, την κυβέρνηση του ΑΑΔΜ, απαρνήθηκε το ίδιο του το πρόγραμμα και την εργατική κυβέρνηση και βάλει εναντίον της, υπερασπιζόμενη ουσιαστικά την προγραμματική θέση του ΝΑΡ και κατηγορώντας τον ΠΜ ότι προβάλει μια παραλλαγή της εξοστρακισμένης θέσης του ΚΚΕ!
(οι όροι αντικαπιταλιστικό-αντιιμπεριαλιστικό ουσιαστικά είναι ταυτόσημοι και αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι ένα αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο και μια αντιιμπεριαλιστή κυβέρνηση είναι συγχρόνως και αντικαπιταλιστικά, αν εξηγήσουμε τον ιμπεριαλισμό μαρξιστικά-λενινιστικά και χωρίς διάθεση λογοπαίγνιου. Η αντιιμπεριαλιστική πάλη είναι αντικαπιταλιστική πάλη με την έννοια ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός είναι ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός. Άρα και η πάλη εναντίον του είναι αντικαπιταλιστική πάλη).

 Πράγματα και θαύματα συμβαίνουν στην κομμουνιστική Αριστερά!
    Κόμματα και οργανώσεις εγκαταλείπουν και απαρνούνται δικές τους θέσεις, τις ψηφισμένες από Συνέδρια, και υιοθετούν και προβάλουν θέσεις άλλων!

Εμείς από την πλευρά μας χαιρόμαστε που η εργατική κυβέρνηση βρίσκει υπερασπιστές εκεί που δεν το περιμέναμε. Διότι είναι αλήθεια ότι δεν το περιμέναμε από τον ΠΜ να υπερασπίζεται την εργατική κυβέρνηση και μάλιστα απέναντι στην ηγεσία του ΚΚΕ. Αλλά, έχει ο καιρός γυρίσματα…

Σε κάθε περίπτωση αυτό που βγαίνει στην επιφάνεια είναι η αναγκαιότητα της άμεσης απάντησης στο ζήτημα της κυβέρνησης και η ορθότητα της πολιτικής που συμπυκνώνεται στο σύνθημα «εργατική κυβέρνηση», ως την εργατική απάντηση στην παρούσα καπιταλιστική κρίση.

     Φαίνεται ότι, με δυσκολίες και αντιφάσεις, με ασταθείς όρους και με σκαμπανεβάσματα, δυνάμεις της κομμουνιστικής και ευρύτερης Αριστεράς υιοθετούν αναγκαστικά πλευρές της πολιτικής του ενιαίου εργατικού μετώπου και κατανοούν, ή τουλάχιστον ομολογούν, την αναγκαιότητα της προβολής μιας άμεσης και συνολικής απάντησης στο ζήτημα της εξουσίας από ένα τέτοιο μέτωπο, και μιας κυβερνητικής πρότασης η οποία θα προβάλει το μεταβατικό πρόγραμμα με αιχμές τη διαγραφή του δημόσιου χρέους, εκτός αυτού προς τα ασφαλιστικά ταμεία, την εθνικοποίηση-κρατικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων χωρίς αποζημίωση και με εργατικό έλεγχο, την έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ, την κατάργηση των μνημονίων και των αντεργατικών νόμων, και την ανάληψη της ευθύνης από την πλευρά του μετώπου για την υλοποίησή του προγράμματος από θέση εξουσίας, σαν εργατική κυβέρνηση.

    Η προβολή μιας τέτοιας πρότασης διεξόδου από την παρούσα καπιταλιστική κρίση και η πάλη για την υλοποίησή της, θα οξύνει την ταξική πάλη στο επίπεδο της εξουσίας και μπορεί να οδηγήσει στο ξέσπασμα επαναστατικών αγώνων.

Η πρόταση αυτή από ένα μέτωπο των δυνάμεων που έχουν αναφορά στην εργατική τάξη, θα επιδράσει θετικά στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης και μπορεί να διαμορφώσει διαφορετικά τα πράγματα από αυτό που σήμερα τείνει να διαμορφωθεί στο εργατικό κίνημα, από το δίπολο ρεφορμισμός-σεχταρισμός. Και πολύ περισσότερο, θα αναπτερώσει άμεσα το ηθικό όλων των αγωνιζόμενων για μια νέα αγωνιστική εφόρμηση, αμφισβήτησης και ανατροπής της τρικομματικής κυβέρνησης Σαμαρά.

Στη βάση μιας τέτοιας πρότασης θα καθορίζεται και η στάση απέναντι στην Αριστερή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, ή σε κυβέρνηση με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ και σε οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση, στο βαθμό που αυτή προβάλει σαν άμεση λύση και ταυτόχρονα θα τροποποιεί σε εργατική κατεύθυνση το πρόγραμμα αυτής. Ή, σε διαφορετική περίπτωση,  θα την αποκαλύπτει μπροστά στην εργατική τάξη.

Δυνάμεις που μπορούν να συμμετέχουν και να στηρίξουν ένα τέτοιο εγχείρημα υπάρχουν μέσα και γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ, μέσα και γύρω από το ΚΚΕ, στην ευρύτερη Αριστερά, στην εξωκοινοβουλευτική κομμουνιστική και μη, Αριστερά. Υπάρχουν ακόμα χιλιάδες ανένταχτοι αριστεροί και άλλοι αγωνιστές του κινήματος που θα στηρίξουν μια τέτοια προσπάθεια. Υπάρχουν τέλος οι ίδιες οι δυνάμεις της εργατικής τάξης, οι οποίες θα δουν σε ένα τέτοιο εγχείρημα μια πραγματική εργατική απάντηση και διέξοδο από την καπιταλιστική κρίση.

Η οξύτητα της κρίσης και της επίθεσης στα εργατικά δικαιώματα και τις καταχτήσεις, δεν αφήνει κανένα περιθώριο χρονοτριβής. Το ζήτημα της κυβέρνησης σύντομα θα  έρθει και πάλι στην άμεση ημερήσια διάταξη σαν το βασικό ερώτημα που ζητάει απάντηση. Και αυτό διότι η κρίση και η  ύφεση και η κατάσταση που διαμορφώνεται στην οικονομία της χώρας και κυρίως η κοινωνική κατάσταση, δεν επιτρέπουν την ομαλή και απρόσκοπτη συνέχιση του κυβερνητικού έργου κατεδάφισης των εργατικών καταχτήσεων και δικαιωμάτων και την παράταση της ζωής της τρικομματικής κυβέρνησης Σαμαρά.

Η απάντηση των κομμουνιστών στο ζήτημα της κυβέρνησης, είναι: μια κυβέρνηση που θα δεσμευτεί να υλοποιήσει το μεταβατικό πρόγραμμα, την οποία, ανεξάρτητα το πώς θα την ονομάσει το μέτωπο το οποίο προτείνουμε, οι κομμουνιστές την ονομάζουν εργατική κυβέρνηση.

Η επιμονή μας στην ορολογία της εργατικής κυβέρνησης δεν αποτελεί εμμονή. Η Εργατική κυβέρνηση αποτελεί απόρροια της ταχτικής του ενιαίου μετώπου, συνδέεται με το μεταβατικό πρόγραμμα το οποίο αποτελεί την εργατική απάντηση στην κρίση και αποτελεί αφετηρία για την κατάκτηση της δικτατορίας του προλεταριάτου, της μοναδικής πόρτας για την είσοδο στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Η ουσία της βρίσκεται στο πρόγραμμα που καλείται να υλοποιήσει και στα προβλήματα που έρχεται να λύσει από την πλευρά των άμεσων συμφερόντων και της ιστορικής αποστολής της εργατικής τάξης.

Κάβουρας Δημήτρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *