Η ποιητική της παραβατικότητας

19-1--12-thumb-mediumΤου Κωνσταντίνου Μπούρα

Είκοσι χρόνια μετά την αποχώρησή της από αυτή την κόλαση της φωτιάς και των δακρυγόνων που κατακλύζουν συχνά-πυκνά την πλατεία Εξαρχείων, η Κατερίνα Γώγου ανάβει πάλι τα αίματα στην παράσταση «Πέρασα με κόκκινο» που ανέβηκε στο θέατρο «Τζένη Καρέζη» με αξιοσημείωτη πιστότητα, στο πνεύμα της ανατρεπτικής ποιήτριας.

Από την παράσταση «Πέρασα με κόκκινο» Από την παράσταση «Πέρασα με κόκκινο» Ο τίτλος είναι ήδη σαφής των προθέσεων της Σοφίας Αδαμίδου όταν δραματοποίησε το βίο και την πολιτεία αυτού του μυθοποιημένου προσώπου που αναβόσβησε σε δεύτερους ρόλους στις ταινίες του Φίνου και κινήθηκε στην καρδιά του αναρχοαυτόνομου χώρου. Η ποιητική τής παραβατικότητας, η φιλοσοφική θλίψη του όντος όταν ανακαλύπτει τη ματαιότητα κάθε απόπειρας για ελευθερία, εκεί που η πλειονότητα του ανθρώπινου είδους αναζητεί απλώς την επιβίωση άνευ όρων και ορίων, τσαλαβουτώντας ενίοτε στα σπλάχνα των εξοντωμένων αντιπάλων. Και αντίπαλοι βρίσκονται πάντα. Εχθρός βαφτίζεται κάθε διαφορετικός. «Αποδιοπομπαίος φαρμακός» ονοματίζεται κάθε πικραμένος. Ολοι της γης οι θλιμμένοι που αξιώνουν το δικαίωμά τους στη χαρά της ύπαρξης έρχονται, αργά ή γρήγορα, αντιμέτωποι με τα γρανάζια ενός καλολαδωμένου μηχανισμού υπεράντλησης των φυσικών και ανθρώπινων πόρων, στο όνομα μιας ευημερίας που μετατρέπει την τεχνολογία σε σαρκοβόρο τέρας και το νοήμον ον σε αριθμό. Η Κατερίνα Γώγου γύρισε κάποια στιγμή την πλάτη στην ουτοπία της επανάστασης και χάθηκε ανεπιστρεπτί στις ατραπούς του λευκού θανάτου. Στα 53 της χρόνια πέρασε στον άχρονο χώρο των άσαρκων, για να εποπτεύει από εκεί τις λοξοδρομήσεις του ερωτικού ενστίκτου της ζωής στις ατραπούς του θανάτου.

Ο έμπειρος και ρηξικέλευθος σκηνοθέτης Κοραής Δαμάτης χειρίστηκε με ιδιαίτερη προσοχή και λεπτότητα το υλικό του. Μακράν τού να κραυγάζει ή να αναμασά πασίγνωστα πολιτικά συνθήματα, τόνισε το ψυχικό φορτίο της ηρωίδας, δικαιολόγησε με φροϊδικό τρόπο τη συσσωρευμένη πίκρα της, θυσίασε το ρεαλιστικό κώδικα στο σουρεαλισμό των οραμάτων μιας τοξικομανούς και έδωσε μια πολύχρωμη παράσταση με πολλές απολήξεις. Σε αυτό βοήθησαν τόσο η μουσική του Διονύση Τσακνή όσο και οι ονειρικοί φωτισμοί του Θανάση Σταυρόπουλου. Εξαιρετική φιγούρα η αλλοπαρμένη μάνα, όπως την απέδωσε η σημαντική και έμπειρη ηθοποιός Μελίνα Βαμβακά. Ο Στέλιος Γεράνης απέδωσε περιεκτικά και καθόλου σχηματικά τον ανθρώπινο άγγελο-πατέρα της ποιήτριας. Η Κατερίνα Φωτιάδη, μια απολύτως ρεαλιστική και κινηματογραφικά στημένη ηθοποιός, στάθηκε ισάξια απέναντι από την ανατριχιαστικά πειστική Τζένη Κόλλια, που μας μετέφερε κατ’ ευθείαν στο έρεβος του ιδιωτικού και ταυτόχρονα δημόσιου σύμπαντος της Κατερίνας Γώγου. Τελικά, το μόνο που ήθελε (σύμφωνα με τη Σοφία Αδαμίδου) η «πρόωρα» φευγάτη αναρχική ποιήτρια ήταν μια αγκαλιά, το μητρικό στήθος που εμπλουτιζόταν με κινίνο στη διάρκεια της Κατοχής, για να αποφύγει το θηλασμό. «Πετά πουλί, παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει», για να θυμηθούμε τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Διονυσίου Σολωμού.

Πηγή:«Ελευθεροτυπία»

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *